← Κύπρος

Ελένης Λοϊζίδου ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4436/17, 5/12/2017

Ελένης Λοϊζίδου ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4436/17, 5/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A365 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4436/17 Μεταξύ: Ελένης Λοϊζίδου Ενάγουσας - και - 1. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ 2. Μανώλη Καλατζή Εναγομένων Μονομερής Αίτηση ημερ. 1.12.2017 εκ μέρους της Ενάγουσας για Έκδοση Διαταγμάτων Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου, 2017. Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Κ. Καλλής για Καλλή & Καλλή ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Ex-Tempore) Η Ενάγουσα, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, με αγωγή που κατέθεσε την 1.12.17 αξιώνει εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «A) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω παραβίασης από τους Εναγόμενους:
  2. i)του δικαιώματος της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής της Ενάγουσας το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από το αρ. 15 του Συντάγματος και από το αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών.
  3. ii)Παραβίαση του Δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας και πάσης άλλης επικοινωνίας της Ενάγουσας η οποία διασφαλίζεται από το αρ. 17 του Συντάγματος. iii) Παραβίαση του Δικαιώματος της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν την Ενάγουσα, το οποίο διασφαλίζεται από το αρ. 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  4. iv)Παραβίαση από τους Εναγόμενους των δικαιωμάτων της Ενάγουσας τα οποία διασφαλίζονται και / ή προβλέπονται από τα αρ. 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμου του 1996 (92 (I) / 1996) και από τα αρ. 3-29 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 2001 (138 (I)/ 2001). Β) Παραδειγματικές και /ή επιβαρυντικές και / ή τιμωριτικές αποζημιώσεις οι οποίες απορρέουν από τις παραβιάσεις των Εναγομένων οι οποίες περιέχονται στην παρα. Α ανωτέρω. Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους, στους υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους τους από το να δημοσιεύουν και/ή να μεταδίδουν σε οποιαδήποτε εφημερίδα και / ή σε έντυπο και / ή σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα και/ή ραδιόφωνο υπό τη διεύθυνση και / ή το έλεγχο της και / ή ιδιοκτησία τους και/ ή αποκαλύψουν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή είδηση και/ή σχόλιο η οποία σχετίζεται και / ή αφορά το περιεχόμενο του υποκλαπέντος υλικού του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας και / ή που σχετίζεται με το άτομο της Ενάγουσας και / ή με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της στην Νομική Υπηρεσία. Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους, στους υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους από το να χρησιμοποιούν και / ή αποκαλύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του υποκλαπέντος υλικού του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας.» Την ίδια μέρα καταχώρισε και Μονομερή Αίτηση (την υπό εκδίκαση), με την οποία αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους , στου υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους τους από του να δημοσιεύουν στην εφημερίδα «Πολίτης» ή σε οποιαδήποτε εφημερίδα και / ή σε έντυπο και / ή σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα και/ή να μεταδίδουν από οποιοδήποτε ραδιοφωνικό σταθμό υπό τη διεύθυνση και / ή τον έλεγχο τους και / ή ιδιοκτησία τους και / ή αποκαλύπτουν οποιαδήποτε πληροφορία και / ή είδηση και / ή σχόλιο τα οποία σχετίζονται και / ή αφορούν το περιεχόμενο υποκλαπέντος υλικού του προσωπικού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας και / ή που να σχετίζονται με το άτομο της Ενάγουσας και / ή με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της στην Νομική Υπηρεσία. Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους, στους υπαλλήλους και / ή υπηρέτες τους και / ή αντιπροσώπους τους από το να χρησιμοποιούν και / ή αποκαλύπτουν με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο έντυπο ή ηλεκτρονικό το περιεχόμενο του υποκλαπέντος υλικού του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ενάγουσας. (Γ) Οιανδήποτε περαιτέρω θεραπεία και/ή διαταγή την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη.(Δ) Έξοδα, πλέον 19% Φ.Π.Α.» Στο σημείο αυτό θα πρέπει να πω ότι στα αιτούμενα με την υπό εκδίκαση Αίτηση διατάγματα, δεν διευκρινίζεται κατά πόσο αυτά είναι προσωρινά, αφού δεν αναφέρεται σε αυτά ούτε η λέξη «προσωρινά» ούτε «μέχρι εκδίκασης της αγωγής». Αυτό όμως δεν είναι ιδιαίτερο πρόβλημα, αφού με δεδομένη τη Νομική βάση της Αίτησης, συνάγεται ότι πρόκειται περί προσωρινών διαταγμάτων μέχρι εκδίκασης της αγωγής. Η Νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η αίτηση αυτή στηρίζεται στα άρθρα 7, 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ. 1, 2, 3, 4 και 9, και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στα άρθρα το αρ. 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο αρ. 15 του Συντάγματος και στο αρ. 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών στο αρ. 17 του Συντάγματος, στο αρ. 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα αρ. 3-25 του Περί Προστασίας Απορρήτου της Ιδιωτικής Επικοινωνίας (Παρακολούθηση Συνδιαλέξεων και Πρόσβαση σε Καταγεγραμμένο Περιεχόμενο Ιδιωτικής Επικοινωνίας) Νόμος του 1996 (92 (I) / 1996) και στα αρ. 3-29 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 2001 (138 (I)/ 2001) επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας στην οποία επισυνάπτονται και διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια. Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται και δημοσιεύματα στην Εφημερίδα «Πολίτης». Είναι η θέση της πως στα επίδικα δημοσιεύματα γίνεται συχνή υποτιμητική και επικριτική αναφορά στη Ρωσική Ομοσπονδία, με αποτέλεσμα να είναι πρόδηλο ότι η συνέχιση των δημοσιευμάτων θα επηρεάσει τις σχέσεις «και με μια ισχυρή χώρα μέλους τους Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών» (παράγρ. 39(δ) από την ένορκη δήλωση). Περαιτέρω, στην παράγραφο 39(α),(β) και (γ) της ένορκης της δήλωσης αναφέρει τα ακόλουθα: «Οι δικηγόροι μου με συμβουλεύουν ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας το οποίο αποτελεί ένα από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, συνηγορεί υπέρ της χορήγησης της επίδικης θεραπείας για τους εξής λόγους:- (α) Οι επίδικες παραβιάσεις είναι αυταπόδεικτες γιατί τα επίδικα δημοσιεύματα όχι μόνο παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα μου αλλά είναι και το προϊόν υποκλοπής η οποία είναι αξιόποινη. (β) Οι παραβιάσεις είναι πολύ σοβαρής μορφής γιατί παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία διασφαλίζουν από το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, το Σύνταγμα και τις Διεθνής Συμβάσεις. (γ) Οι παραβιάσεις συνιστούν Ποινικά αδικήματα.» Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της αγωγής, της Αίτησης, της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτήν και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Έχω επίσης θέσει ενώπιον μου και τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας με τη σύντομη αλλά περιεκτική αγόρευσή του, η οποία εστιάστηκε κυρίως στο ότι πρόκειται περί μιας υπόθεσης καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να παρέμβει για να προστατεύσει την Ενάγουσα από την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της. Ως ανέφερε, η παραβίαση αυτή συνιστά και ποινικό αδίκημα. Αναφέρθηκε ακόμη στο γεγονός ότι έχει αποσταλεί επιστολή στους Εναγόμενους με την οποία τους καλούσε να παύσουν να δημοσιεύουν τα συγκεκριμένα emails, πλην όμως, ως ανέφερε, οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να παρανομούν. Είναι καλά γνωστό ότι η έκδοση διαταγμάτων με μονομερή αίτηση συνιστά εξαιρετικό μέτρο, αφού η θεραπεία αυτή παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης

(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1462). Στη Fereos Ltd
(1997)1(B) Α.Α.Δ. 959 λέχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη: «Το στοιχείο του επείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση. (Βλ. τις υποθέσεις HadjiSoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, R.C.K. Sports Ltd, Αίτηση Αρ. 155/93 - 23.8.93, Stavros Hotels Appartments Ltd και Άλλων Αίτηση 76/94 - 29.12.94 και ΒΡ Cyprus Ltd Αίτηση 143/96 -1.8.96). Εν προκειμένω η ένορκη δήλωση που υποστήριξε την ex parte αίτηση περιορίζεται σε ισχυρισμούς αναφορικά με τις οικονομικές επιπτώσεις από τη συνέχιση της διάθεσης του προϊόντος από τους εναγομένους 2 και τη βλάβη του καλού ονόματος των εναγόντων, που χαρακτηρίζονται ως ανεπανόρθωτες. Αυτοί είναι παράγοντες που στην κατάλληλη περίπτωση μπορεί να διαδραματίσουν ρόλο ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αλλά, στην απουσία άλλων στοιχείων, δημιουργείται εκ πρώτης όψεως ζήτημα αναφορικά με τη θεμελίωση των προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος χωρίς να δοθεί στους εναγομένους 2 η ευκαιρία να ακουστούν.» Στην υπόθεση Rezola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου,
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση». Στην υπόθεση Βούρος, Αίτηση για καταχώριση Αίτησης Certiorari
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1176 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 1183: «Δεν αποφαίνομαι αν αυτή ήταν η πρέπουσα περίπτωση εκδόσεως διατάγματος ex parte για αναστολή εκτελέσεως, όμως δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τη νομολογιακή αρχή ότι μόνο σε πραγματικά πολύ κατεπείγουσες υποθέσεις που δεν παρέχεται χρόνος πρέπει τα δικαστήρια να εκδίδουν διατάγματα ex parte. Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν είναι η συνήθης διαδικασία αλλά η κατά παρέκκλιση διαδικασία από πάγιους θεμελιακούς κανόνες και δικονομικούς θεσμούς. Και οδηγεί, εφόσον δεν ασκείται ορθά, στις καθυστερήσεις και όλων των ειδών τις αχρείαστες περιπλοκές των υποθέσεων.» Τα ίδια και στην υπόθεση Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 901, 913: «Με αφορμή όμως το θέμα αυτό, θα ήθελα, κλείνοντας, να επαναλάβω ορισμένες παρατηρήσεις που είχα την ευκαιρία να εκφράσω αλλού (ίδε In Re Αραβή
(1999)1 ΑΑΔ 1, Ιn Re Bούρου, 70/2003, 16.9.2003). Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». Στην υπόθεση Κυριάκου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1332, λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1339 και 1340: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια με έχει παραπέμψει σε πρόσφατη δική μου απόφαση, στη Βαλεντίνα Θεοφάνους
(2010)1 A.A.Δ. 234, όπου εξέφρασα τις έντονες ανησυχίες μου για την παρατηρούμενη ευκολία με την οποία διατάγματα ex parte εκδίδονται από τα δικαστήρια, και παρατηρώ ότι και εκείνη η υπόθεση αφορούσε το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η εντύπωσή μου είναι ότι οι διάδικοι χρησιμοποιούν τις διαδικασίες κατά το συμφέρον και ότι το Δικαστήριο δυστυχώς γίνεται συνεργός στην κατάχρηση αυτή. Διερωτώμαι με ποιο τρόπο θα μπορούσε να τονιστεί περαιτέρω η θεμελιακή διάσταση του Συντάγματος και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης ότι διατάγματα ex parte είναι η άκρα εξαίρεση και όχι ο συνήθης κανόνας. Πρέπει τα πράγματα να είναι τόσο επείγοντα και τόσο πιεστικά που το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή, εξυπηρετώντας το σκοπό της δικαιοσύνης, παρά να εκδώσει το διάταγμα. Σε μια περίπτωση στην οποία το θέμα κρίνεται έστω επείγον, τα δικαστήρια έχουν την ευχέρεια, και χωρίς την έκδοση ex parte διατάγματος, να ορίσουν την οποιαδήποτε ενώπιόν τους αίτηση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, όπως είναι η υποχρέωση τους βάσει του Συντάγματος, και να ακούσουν και τις δύο πλευρές πριν αποφασίσουν να εκδώσουν οποιοδήποτε διάταγμα. Αυτό δεν είναι μόνο θέμα δικαιοσύνης και στοιχειώδους συμμόρφωσης με τα δικαστηριακά πλαίσια, είναι και θέμα διευκόλυνσης της διαδικασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι διαδικασίες που αρχίζουν με ex parte διατάγματα έχουν επιπλοκές και δεν οδηγούν πουθενά.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στην υπόθεση Αμβροσιάδου κ.ά ν. Coward κ.ά
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.78, λέχθηκε για άλλη μια φορά πως «σε περίπτωση ex parte αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι απείρως ορθότερο, εκτός βεβαίως αν όντως καταδεικνύεται το κατεπείγον, να δίδεται η ελάχιστη προνοούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά και η αίτηση να ακούεται εντός των ελαχίστων ημερών που είναι δυνατό αφού καταχωρηθεί η ένσταση.» Στην Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari The Junior School (Αρ. 2),
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1421, λέχθηκε για άλλη μια φορά πως «Η έκδοση μονομερών διαταγμάτων πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα σε κάθε δικαστική διαδικασία». Στην πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Μαρίας Οικονομίδου και Αντρέα Οικονομίδη για έκδοση διατάγματος φύσεως Certiorari, Πολιτική Έφεση 327/14, Απόφαση ημερ. 23.2.16, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Πενταμελές Εφετείο: «Αποτελεί θεμελιακό κανόνα του δικαϊκού μας συστήματος ότι κανείς δεν δικάζεται χωρίς να ακουστεί. Αρχή διακαίου η οποία εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που ο νομοθέτης επιτρέπει την παρέκκλιση από τον παραπάνω κανόνα και την έκδοση διατάγματος χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες συναρτώνται με το επείγον της περίπτωσης ή όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις (βλ., για παράδειγμα, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6).» Στην ίδια Απόφαση, γίνεται αναφορά στα κατοχυρωμένα από το Άρθρο 30 του Συντάγματος δικαιώματα της δικαστικής προστασίας και της ακρόασης ενώπιον Δικαστηρίων. Στην Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari FBME Card Services Ltd, Πολιτική Αίτηση 52/14, Απόφαση ημερ. 7.7.14, λέχθηκαν τα ακόλουθα από την Δικαστή κα Δ. Μιχαηλίδου: «Βρίσκω λοιπόν ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις ώστε να χορηγηθεί άδεια της εξεταζόμενης φύσης έστω και αν υπάρχει διαθέσιμο εναλλακτικό μέσο, αυτό της έφεσης (Αναφορικά με την αίτηση του Α. Κωνσταντινίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1298 και Αναφορικά με την αίτηση των Fastact Developments Ltd και Εva Investments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1535). Διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν τήρησε τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και με τον τρόπο που ενήργησε τα πράγματα περιπλέχθηκαν αχρείαστα και προς βλάβη ενδεχομένως των συμφερόντων της ενάγουσας-αιτήτριας. Η έκδοση ενός διατάγματος μονομερώς και η διατήρηση του σε ισχύ δεν αποτελεί αυτοσκοπό (Α. Κωνσταντινίδης (ανωτέρω)). Με όλα τα δεδομένα που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο και όλων όσων είχαν προηγηθεί όφειλε να μην δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της ενάγουσας.» Στην υπόθεση Cyprus Sulphur κ.α. ν. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1040, η οποία αφορούσε σε προδικαστικό σημείο κατά πόσο η ακρόαση της Έφεσης μπορούσε να προχωρήσει χωρίς να έχει επιδοθεί η Έφεση στους Εφεσίβλητους, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον αείμνηστο Δ. Στυλιανίδη (σελ. 1043): «Η αρχή "ουδείς δικάζεται ανήκουστος" είναι καλά εμπεδωμένη στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης στην Κύπρο. Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα audi alteram partem. Κατά παρέκκλιση όμως ο νομοθέτης, σε κατεπείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 8 του Κεφ. 6.» Στην υπόθεση Cyprus Sulphur κ.α. ν. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ 1051, το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, παρόλο που βρήκε πως υπήρχε το επείγον και ότι με την απόφασή του ο σκοπός του αιτούμενου διατάγματος θα ματαιωνόταν. Παραθέτω το σχετικό σκεπτικό (σελίδα 1055): «Έχω με προσοχή εξετάσει την αίτηση, την επισυνημμένη ένορκο δήλωση, και το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται ως και την οπισθογράφηση της αγωγής. Το προβαλλόμενο αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι από τα συνήθη εμφανιζόμενα στα δικαστήρια και η νομολογία μας στο σημείο αυτό είναι ελάχιστη. Δεν κρίνω ορθό να εκδώσω προσωρινό διάταγμα ως το ζητούμενο σε αγωγή όπου είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να ακουσθούν οι απόψεις των διαδίκων ως προς το αγώγιμο δικαίωμα. Δεν παραβλέπω ότι με την απόφαση μου αυτή τώρα ο σκοπός του αιτουμένου διατάγματος ματαιώνεται αλλά αυτό είναι το κρατούν δίκαιο και θεωρώ ότι εξυπηρετούνται καλύτερα με τον τρόπο αυτό οι σκοποί της δικαιοσύνης». (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε τα ακόλουθα στις σελ. 1065 και 1066: «Μέσα σ΄ όλο αυτό το φάσμα η πρωτόδικος Δικαστής, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ανεξάρτητα αν το λεκτικό δεν είναι το ιδεώδες ή το μάλλον επιθυμητό, δεν εξέδωσε σε μονομερή αίτηση το παρεμπίπτον ζητούμενο διάταγμα, αλλά, ασκώντας τις εξουσίες της με βάση τη Δ.48, θ. 8
(3), έδωσε οδηγίες να γίνει η αίτηση διά κλήσεως, για να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά - τους εναγομένους - εφεσίβλητους - να εμφανιστούν ενώπιον Δικαστηρίου και να εκφέρουν τις δικές τους απόψεις. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο, κατά κανόνα, δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem». Κατά παρέκκλιση όμως ο νομοθέτης, για κατεπείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του Κεφ.6.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στην Αγωγή 1207/08, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ AVIAPARTNER CYPRUS LTD κ.ά ν. HERMES AIRPORTS LTD, απόφαση ημερ. 11.3.08, ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Κ. Κληρίδης, ανέφερε τα ακόλουθα: «Αλλά και με την στοιχειοθέτηση ακόμα του επείγοντος, το θέμα και πάλι επαφίεται στην διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 κ.3 το Δικαστήριο ή ο δικαστής που επιλαμβάνεται αίτησης που έγινε μονομερώς, δύναται να δώσει οδηγίες όπως αυτή γίνει διά κλήσεως με ειδοποίηση σ' εκείνα τα πρόσωπα που θα έκρινε σκόπιμο. Όπως έχει δε ερμηνευθεί αυτή η διαταγή, μεταξύ άλλων στην υπόθεση Cyprus Sulphur κ.α. ν. Παραρλάμα Λτδ
(1990)1. Α.Α.Δ. 1051 στη σελ. 1066 και μετά την απόδειξη του κατεπείγοντος το δικαστήριο δεν έχει τότε υποχρέωση να προχωρήσει μονομερώς στην εξέταση της ουσίας και να διαγνώσει εάν ικανοποιούνται τα κριτήρια που θέτει το Α.32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Το Δικαστήριο διατηρεί και τότε την διακριτική ευχέρεια να προχωρήσει με την μονομερή αίτηση ή αντίθετα να δώσει οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Αρχής Εξυγίανσης για άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση Αίτησης για έκδοση διατάγματος Certiorari, Prohibition και Mandamus, Πολιτική Αίτηση 178/15, απόφαση ημερ. 12.1.16, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από την Δικαστή κα Π. Παναγή: Αποτελεί βασική αρχή δικαίου, η οποία εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα «audi alteram partem», ότι κανείς δεν δικάζεται χωρίς να ακουστεί. Κατά παρέκκλιση όμως, ο νομοθέτης, με το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, επιτρέπει την έκδοση διατάγματος χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος εφόσον καταδειχθεί το επείγον ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις. Πρόκειται για εξαιρετικό αλλά και σπάνιο μέτρο. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου, με βάση το άρθρο 9
(1)του Κεφ.6, ασκούνται σύμφωνα με τον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό (βλ. Cyprus Sulphur κ. ά. ν. Παραλάμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ.1051). Διαδικαστικοί Κανονισμοί επιτρέπουν στο Δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης που καταχωρήθηκε ex parte να διατάξει όπως αυτή γίνει δια κλήσεως και κοινοποιηθεί στο άλλο μέρος. Τέτοιος κανονισμός είναι η Δ.48,θ.8
(3)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Έχει δε επικρατήσει η πρακτική, ασκώντας την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.48,θ.8
(3), το Δικαστήριο να διατάσσει την επίδοση της μονομερούς αίτησης, κυρίως προς εξοικονόμηση χρόνου. Σε περίπτωση δε που αμφισβητείται η αίτηση, να καταχωρείται ένσταση. .............................................. Να σημειωθεί περαιτέρω, ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος ή της ύπαρξης ιδιάζουσων περιστάσεων σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δεδομένο, έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να προχωρήσει μονομερώς στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και να διαγνώσει εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο Νόμο για την έκδοση του διατάγματος, αλλά διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τηΔ.48,θ.8
(3)να δώσει οδηγίες ώστε η αίτηση να γίνει δια κλήσεως για να λάβει γνώση η άλλη πλευρά (βλ. Cyprus Sulphur κ.ά ν. Παραλάμα Λτδ ανωτέρω).» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ως ελέχθη, έχω θέσει ενώπιον μου το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει το αίτημα για έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς και τα όσα ανέφερε ο κ. Καλλής. Θεωρώ ότι όλα αυτά που αναφέρθηκαν σήμερα και τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι ισχυρισμοί και γεγονότα τα οποία ενδεχομένως θα διαδραματίσουν ρόλο ως προς την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου όταν θα εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν διαπιστώνω όμως ότι βρισκόμαστε μπροστά σε αυτήν την σπάνια εξαίρεση για την οποία κάνει αναφορά η Νομολογία, την οποία παρέθεσα πιο πάνω. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η συνέχιση των δημοσιευμάτων θα επηρεάσει τις σχέσεις «και με μια ισχυρή χώρα μέλους τους Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών» δεν συνιστά λόγο για να παρακάμψω την θεμελιώδη αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Περαιτέρω, δεν θεωρώ ότι με το να δοθούν λίγες μέρες ούτως ώστε η Αίτηση να γνωστοποιηθεί στους Εναγομένους, και προβάλουν τις θέσεις τους, αν επιθυμούν, θα ματαιωθούν οι σκοποί των αιτούμενων με την υπό εκδίκαση Αίτηση διαταγμάτων ή των αιτούμενων με την Αγωγή θεραπειών. Η Αίτηση θα οριστεί για επίδοση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Σε σχέση με την ημερομηνία, θα ακούσω τον ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.