DANIEL SCOTT CUMMINGS κ.α. ν. ΑLPHA BANK CYPRUS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 8075/13, 18/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A392 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8075/13 Μεταξύ: 1. DANIEL SCOTT CUMMINGS 2. JOANNE MARTINE BARKER Εναγόντων και 1. ΑLPHA BANK CYPRUS LTD 2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΡΑΓΚΟΣ Εναγομένων --------------- Αίτηση διά κλήσεως από τον Εναγόμενο 2 Αντώνη Φράγκο ημερ. 30.9.16 ---------------- 18 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μ. Ραφαήλ Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κατσουρίδης ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Αιτητής ζητά τα ακόλουθα διατάγματα: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικές ενστάσεις) που ηγέρθηκαν στις παραγράφους 1 και 2 της Τροποποιημένης Υπεράσπισης του Εναγόμενου 2-Αιτητή προδικαστούν και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο πρώτα και/ή πριν την ακρόαση της ουσίας της αγωγής και, συνεπακόλουθα, όπως το Δικαστήριο απορρίψει και/ή αναστείλει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στο βαθμό και/ή στην έκταση που αφορά τον Εναγόμενο 2-Αιτητή. B. Διαζευκτικά, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο, στο βαθμό και/ή την έκταση που αφορά τον Εναγόμενο 2-Αιτητή, θα διαγραφεί η οπισθογράφηση και/ή η Έκθεση Απαίτησης και/ή θ' απορριφθεί και/ή ανασταλεί ή υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, λόγω του ότι τα επικαλούμενα αγώγιμα δικαιώματα είναι παραγραμμένα και/ή η αγωγή είναι σκανδαλώδης και/ή ενοχλητική (frivolous and/or vexatious) και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) και/ή έλλειψη εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα.» Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.27 Θ.Θ. 1, 2 και 3, Δ.19 Θ.Θ. 26, στη Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 9(ο) και 9(
- j)και στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 68 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στα άρθρα 7, 24(ε), (II), 28 και 29 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(I)/2012 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται μέσα από την ένορκη δήλωση του Αντώνη Φράγκου που συνοδεύει την αίτηση. Λέγει ο ενόρκως δηλών ότι κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση στις 28.9.2015 διεπιστώθη ότι γεγονότα τα οποία κατ΄ ισχυρισμό αποτελούν τη βάση αγωγής των Εναγόντων έχουν λάβει χώρα σε χρόνο πριν από την 18/12/2007 ή την 18/12/2007 (ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 1), ενώ η αγωγή δεν καταχωρίστηκε εντός των νομοθετικά προβλεπόμενων περιόδων παραγραφής. Ως εκ τούτου, κρίθηκε αναγκαία η καταχώριση της αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης ημερ. 28/09/2015, με σκοπό να εγερθεί το ζήτημα της παραγραφής ως προδικαστικό σημείο. Εν προκειμένω, στις 02/12/2015 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως η αίτηση, του Αιτητή, με αποτέλεσμα στις 09/12/2015 να καταχωριστεί η τροποποιημένη Υπεράσπιση και στις 03/02/2016 οι Ενάγοντες να καταχωρίσουν Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση. Στις 15/03/2016, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από πλευράς των Εναγόντων με αποτέλεσμα η υπόθεση να επαναοριστεί για ακρόαση στις 11/11/2016. Είναι η θέση του Αιτητή, αλλά και της συνηγόρου του κ. Ραφαήλ, ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει εγερθεί εντός των νομοθετικά προβλεπόμενων περιόδων παραγραφής από τις κατ' ισχυρισμό πράξεις ή παραλείψεις του ή εντός 3 ετών από τις κατ' ισχυρισμό πράξεις ή παραλείψεις που συντελούν τα αστικά αδικήματα της αμέλειας και/ή της επαγγελματικής αμέλειας και/ή της συνωμοσίας που του καταλογίζουν οι Ενάγοντες καθότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 13/12/2013. Συγκεκριμένα οι Ενάγοντες με την αγωγή τους επιζητούν δηλώσεις και/ή διατάγματα ότι το γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 27/11/2007 είναι άκυρο και παράνομο και κατ' επέκταση ότι οποιαδήποτε συναλλαγή και έγγραφο που υπογράφτηκε δυνάμει αυτού είναι άκυρη εξ υπαρχής, συμπεριλαμβανομένης δηλαδή και της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 18/12/2007 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1, η οποία αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων, αλλά και στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των Εναγόντων ημερ. 9/12/14 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση μετάφρασης του δικηγόρου τους ημερ.23/12/2014. Την εν λόγω συμφωνία δανείου ημερ. 18/12/2007 υπέγραψε εκ μέρους των Εναγόντων δυνάμει του αναφερόμενου πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 27/11/2007. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις αναφορικά με την ισχυριζόμενη ζημιά που υπέστησαν ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης αμέλειας και/ή επαγγελματικής του αμέλειας πριν την σύναψη του επίδικου δανείου ή κατά την σύναψη του επίδικου δανείου στις 18/12/2007. Αντίγραφα του πληρεξούσιου εγγράφου ημερ. 27/11/2007 και της συμφωνίας δανείου ημερ. 18/12/2007 επισυνάπτονται ως Τεκμήριο «Α» και ως Τεκμήριο «Β» αντίστοιχα, στην Αίτηση. Με βάση τα ως άνω γεγονότα, είναι η θέση του ότι εφόσον οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων έχει παραγραφεί, η αγωγή των Εναγόντων εναντίον του είναι καταπιεστική και ενοχλητική, μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, καταχρηστική της διαδικασίας, και δεν παρέχεται οποιαδήποτε εξουσία και δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να την εκδικάσει. Συντρέχουν συνεπώς οι κατάλληλες περιστάσεις για διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και συνακόλουθα για απόρριψη ή αναστολή της αγωγής. Ειδικότερα σε σχέση με το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, το οποίο οι Ενάγοντες δικογραφούν στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης τους, πέραν του ότι το δικαίωμα των Εναγόντων για έγερση αγωγής αναφορικά με τη συνωμοσία έχει παραγραφεί, ο ισχυρισμός τους για διάπραξη του αστικού αδικήματος της συνωμοσίας τυγχάνει διαγραφής και λόγω του ότι δεν δικογραφούνται οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές. Είναι η θέση του, αλλά και της συνηγόρου του, κ. Ραφαήλ, ότι το θέμα της παραγραφής είναι καταλυτικό, εφόσον άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης. Συνεπώς το Δικαστήριο δέον όπως εξετάσει το ζήτημα της παραγραφής στο παρόν στάδιο, προτού η αγωγή οδηγηθεί σε ακροαματική διαδικασία, ώστε να μη σπαταληθεί περισσότερος χρόνος και χρήμα από τους διαδίκους. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση της τροποποιημένης υπεράσπισης όπου και έγινε αντιληπτό το ζήτημα της παραγραφής. Δια της παρούσης Αίτησης, η οποία αφορά ζήτημα θεμελιακής φύσεως, το Δικαστήριο καλείται να ενεργήσει τόσο επί τη βάση των εξουσιών του δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όσο και δυνάμει της σύμφυτης εξουσίας του και ν' απορρίψει την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω. Στην πιο πάνω αίτηση οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση την οποία βάσισαν, περίπου, στα ίδια νομοθετήματα. Κατέγραψαν στην ίδια την ειδοποίηση τους ακόλουθους λόγους ένστασης: "(α) Η Αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος. (β) Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. (γ) Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες καθ΄ ότι τα ζητήματα δεν είναι καθαρά νομικά αλλά είναι ζητήματα νομικών και πραγματικών γεγονότων. (δ) Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (ε) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η Νομολογία.¨ Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ανίτας Σολουκίδου η οποία λέγει ότι τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στις παραγρ. 1 και 2 της τροποποιημένης υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 - Αιτητού δεν είναι καθαρά νομικά αλλά είναι ζητήματα μικτών, νομικών και πραγματικών γεγονότων και επομένως δεν μπορούν να ακουστούν προδικαστικά πριν δηλαδή από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας επί της ουσίας της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο για να μπορέσει να σχηματίσει πλήρη εικόνα και να έχει ιδίαν αντίληψη και να αποφασίσει για τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην υπεράσπιση του Εναγόμενου 2 θα πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα πραγματικά γεγονότα και στοιχεία καθώς και όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν ενδείκνυτο η καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Είναι δε ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η αγωγή αφεθεί να εκδικαστεί επί της ουσίας αυτής. Νομική Πτυχή Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που επισυνάπτονται στην Αίτηση και την ΄Ενσταση. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. σελίδα 949, στη σελίδα 956 ειπώθηκαν τα εξής: «Οι αρχές αυτές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα» Μια από τις αρχές που διέπουν το πιο πάνω θέμα είναι και η καταχώρηση της Αίτησης κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Στην ίδια απόφαση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής σχετικά με τον χρόνο υποβολής της Αίτησης: «Τέλος, κρίνουμε σκόπιμο να παρατηρήσουμε πως στην υπόθεση αυτή, εκτός των άλλων, υπήρξε πράγματι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης. .......................................................... Αυτή η τακτική, όπως εξάλλου έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να αποφεύγεται. Αιτήσεις για προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας» Η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου είναι ύψιστης προτεραιότητας λαμβανομένου υπόψη του φόρτου εργασίας των Δικαστηρίων με συνεπακόλουθο την καθυστέρηση και εκδίκαση των υποθέσεων. Κρίνω ότι η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης δεν θα επιφέρει καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και μάλιστα, αντιθέτως, η εκδίκαση της και ακολούθως πιθανή επιτυχία της θα διευκολύνει ή συντομεύσει τη διαδικασία. H μία από τις δύο προδικαστικές ενστάσεις αφορά το θέμα της παραγραφής. Στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης του, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι «η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ή/και ανασταλεί, καθώς δεν έχει εγερθεί εντός της νομοθετικά προβλεπόμενης περιόδου παραγραφής μετά τις κατ΄ ισχυρισμό πράξεις ή/και παραλείψεις του Εναγόμενου 2». Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην αγωγή τους, παράγραφος 3, ότι «στις 27.11.2007 οι Ενάγοντες φέρονται και/ή παρουσιάζονται να υπέγραψαν έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Power of Attorney» διά του οποίου φέρονται και/ή παρουσιάζονται ως έχοντας εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 2 να διενεργήσει διάφορες ενέργειες εκ μέρους και/ή διά λογαριασμό των Εναγόντων μεταξύ των οποίων ενεργειών ήτο και σε σχέση με τους Εναγομένους 1». Ο Εναγόμενος 2 ενεργώντας με βάση το έγγραφο αυτό συνήψε με τους Εναγόμενους 1 σύμβαση δανείου μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1. Οι Ενάγοντες αμφισβητούν την νομιμότητα των εγγράφων αυτών. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε υπέγραψαν το πληρεξούσιο έγγραφο κατά τον τρόπο που προνοεί ο Νόμος. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 10.5.13 ανακάλεσαν το ρηθέν πληρεξούσιο έγγραφο και επίσης με την επιστολή τους προς τους Εναγόμενους 1 τερμάτισαν τη Συμφωνία Δανείου. Οι Ενάγοντες ζητούν δήλωση και/ή διάταγμα το οποίο να ακυρώνει το Γενικό Πληρεξούσιο έγγραφο και οιονδήποτε έγγραφο υπεγράφη διά της χρήσεως αυτού. Η συμφωνία δανείου σύμφωνα με τους Ενάγοντες τερματίστηκε στις 10.5.13. Η συμφωνία αυτή υπεγράφη με βάση το Γενικό Πληρεξούσιο ΄Εγγραφο του οποίου η ισχύς τερματίστηκε με επιστολή των Εναγόντων ημερ. 10.5.13. Ακόμα, οι υποχρεώσεις των Εναγόντων κάτω από τη συμφωνία δανείου, υφίσταντο μέχρι τον τερματισμό της συμφωνίας. Υπάρχει και ένα άλλο σοβαρό θέμα. Μπορεί ή όχι το Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα του Γενικού Πληρεξουσίου Εγγράφου όταν θα ελέγχει τη νομιμότητα της Συμφωνίας Δανείου; Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι τα εγειρόμενα θέματα αναφορικά με το χρόνο παραγραφής, δηλαδή κατά πόσο τα δικαιώματα των Εναγόντων να ζητήσουν ακύρωση των δύο εγγράφων, έχουν παραγραφεί ή όχι, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας τερματισμού της συμφωνίας δανείου, δάνειο το οποίο έχει συναφθεί με βάση το πληρεξούσιο έγγραφο. Όσον αφορά το αίτημα Β της Αίτησης ότι «τα επικαλούμενα αγώγιμα δικαιώματα είναι παραγραμμένα και/ή η αγωγή είναι σκανδαλώδης και/ή ενοχλητική (frivolous and/or rexations) και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) και/ή έλλειψη εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα.», η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Στην απόφαση ΛΟΙΖΟΣ ΛΟΥΚΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1316 ειπώθηκαν τα εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία που ερμήνευσε την αντίστοιχη προς τη Δ.27 Θ.3 αγγλική δικονομική πρόνοια (Δ.25 Θ.4), καταλήγοντας ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται και εδώ με το ίδιο αυστηρό πνεύμα. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην υπόθεση in Re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 255, στην οποία το ζήτημα συσχετίζεται με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια: "Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.» Μελετώντας την ΄Εκθεση Απαίτησης δεν έχω διαπιστώσει να είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο το δικόγραφο. Ο Αιτητής βασίζει την Αίτηση του τόσο στην Δ.19 Θ.26 όσο και στη Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβλέπονται σ΄ αυτό. Το δικόγραφο δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε από τους κανόνες που διέπουν τη σύνταξη και διατύπωση δικογράφων. Στην απόφαση ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21 το Δικαστήριο αποφάσισε: «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. Είναι θεμελιωμένο ότι διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19, θ.26 και της Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (Δέστε: In Re Pelmako, ανωτέρω).» Στην απόφαση ΑTHINA LEATHERGOODS LTD v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα ακόλουθα: «Οι εφεσείοντες έχουν, επίσης, επικαλεσθεί τις πρόνοιες του θ.26 της Δ.19 ο οποίος παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να διαγράψει δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει τη δίκαιη δίκη της αγωγής ("unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarass, or delay the fair trial of the action."). Υπέβαλαν ότι το δικόγραφο των εναγομένων δημιουργεί σύγχιση και το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια "να διαγράψει ισχυρισμούς και προτάσεις που τείνουν να συγχύσουν ή να δημιουργήσουν αμηχανία κλπ.". Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις.» Ενόψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση Εναγόντων και εναντίον του Αιτητή - Εναγομένου 2, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο