← Κύπρος

KOSMO PLAST COMPANY (Σ8970) ν. ΠΕΨΗΣ & ΥΙΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ125439), Αρ. Αγωγής: 5931/2016, 6/12/2017

KOSMO PLAST COMPANY (Σ8970) ν. ΠΕΨΗΣ & ΥΙΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ125439), Αρ. Αγωγής: 5931/2016, 6/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A369 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5931/2016 Μεταξύ: KOSMO PLAST COMPANY (Σ8970) Ενάγουσα και ΠΕΨΗΣ & ΥΙΟΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ125439) Εναγομένη ----------- Ημερομηνία: 6/12/2017 Για τον ενάγουσα/αιτήτρια: κα Παύλου Για τον εναγομένη/καθ' ης η αίτηση: κος Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα - αιτήτρια (πλέον αιτήτρια) στις 22/12/2016 καταχώρησε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας (πλέον καθ΄ ης η αίτηση), με το οποίο ζητεί ποσό €50.140,14 δυνάμει συμφωνίας αγοραπωλησίας προϊόντων και/ή δυνάμει τιμολογίων. Την ίδια μέρα καταχώρησε μονομερή αίτηση, για την έκδοση 4 απαγορευτικών διαταγμάτων. Το αίτημα της για παροχή θεραπείας μονομερώς δεν εγκρίθηκε, η αίτηση επιδόθηκε και η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση. Αυτή η ενδιάμεση αίτηση είναι και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Μεταφέρω επιγραμματικά πιο κάτω τα αξιούμενα διατάγματα: (Α) διάταγμα αποκάλυψης όλης της κινητής και/ή ακίνητης περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση εντός ή εκτός Κύπρου. (Β) διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η καθ΄ ης η αίτηση να επιβαρύνει, πωλήσει και/ή άλλως πως αποξενώσει κινητή ή ακίνητή της περιουσία ύψους μέχρι €60.000 τουλάχιστον. (Γ) διάταγμα με το ποιο να απαγορεύεται η διάθεση οποιουδήποτε ποσού μέχρι €60.000 και/ή η παγοποίηση ποσού €60.000 το οποίο ευρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμούς της καθ΄ ης η αίτηση. (Δ) διάταγμα που να απαγορεύει την πώληση, μεταβίβαση και/ή άλλως πως αποξένωση μετοχών της καθ΄ ης η αίτηση των οποίων η αξία να ανέρχεται μέχρι ποσού €60.

  1. Τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την αίτηση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Δήμου Δήμου, διευθυντή της αιτήτριας. Στην πιο πάνω αίτηση η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας συνολικά 8 λόγους ένστασης, οι οποίοι στην ουσία τους αμφισβητούν τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/
  2. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Πανίκου Χρυσοστόμου, διευθυντή της καθ΄ ης η αίτηση. Αμέσως πιο κάτω καταγράφω τα γεγονότα τα οποία συνιστούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών, όπως αβίαστα εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις αμφότερων:
  3. Η αιτήτρια είναι ομόρρυθμος συνεταιρισμός και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την εμπορία πλαστικών προϊόντων.
  4. Η καθ΄ ης η αίτηση είναι εταιρεία, εγγεγραμμένη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και έχει την έδρα της στη Λευκωσία.
  5. Μεταξύ των διαδίκων μερών υπήρξε συνεργασία, η οποία συνίστατο στην παροχή προϊόντων από την αιτήτρια στην καθ΄ ης η αίτηση.
  6. Είχε ανοιχτεί από την αιτήτρια, στο όνομα της καθ΄ης η αίτηση λογαριασμός με αριθμό 40213347 στον οποίο καταγράφονταν οι συναλλαγές μεταξύ των μερών.
  7. Το έτος 2012 η αιτήτρια εκχώρησε κάθε αξίωση της σε σχέση με τον πιο πάνω λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου.
  8. Η συνεργασία μεταξύ των μερών πλέον δεν υφίσταται. Προχωρώ τώρα να καταγράψω την εκδοχή της κάθε πλευράς. Από τη μεριά της, η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η καθ΄ ης η αίτηση της οφείλει ποσό €51.140,14, ως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που διατηρούσε η καθ΄ ης η αίτηση στην αιτήτρια, το οποίο προκύπτει από 20 απλήρωτα τιμολόγια. Παρά τις οχλήσεις της τα τιμολόγια δεν έχουν εξοφληθεί. Ζητεί δε την έκδοση των διαταγμάτων, εφόσον έχει καλή βάση αγωγής, πιθανότητες επιτυχίας και εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη εφόσον η καθ΄ ης αντιμετωπίζει πρόβλημα ρευστότητας και υπάρχει κίνδυνος να επιβαρύνει ή άλλως πως αποξενώσει την ακίνητή της περιουσία. Από την άλλη ο διευθυντής της καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι στα πλαίσια της συνεργασίας με την αιτήτρια, συνεχώς προχωρούσε σε πίστωση σημαντικών ποσών έναντι του λογαριασμού που διατηρούσε εκεί. Αμφισβητεί την οφειλή δυνάμει των επίδικων 20 τιμολογίων και επισημαίνει περαιτέρω ότι στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της αιτήτριας επισυνημμένα ευρίσκονται 17 και όχι 20 τιμολόγια. Αρνείται δε ότι τα τιμολόγια αυτά συνιστούν την εκκαθαρισμένη απαίτηση της αιτήτριας, εφόσον ως ισχυρίζεται η συνεργασία τους δεν στηριζόταν την εξόφληση κάθε ενός τιμολογίου ξεχωριστά αλλά στην πίστωση του υφιστάμενου λογαριασμού από την καθ΄ ης η αίτηση και στη συνεχή προμήθεια προϊόντων. Είναι η θέση του ότι, αν και η αιτήτρια χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει εκχώρησε την οποιαδήποτε αξίωση της σε σχέση με το λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, η καθ΄ ης η αίτηση εξακολούθησε μέχρι και το 2015 να καταβάλλει ποσά στον εν λόγω λογαριασμό. Το 2015, ως η καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίζεται, η αιτήτρια τερμάτισε τη μεταξύ τους συνεργασία σταματώντας την παροχή προϊόντων. Καταλήγει πως εφόσον, το ποσό που απαιτεί η αιτήτρια δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση τότε δεν έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, όπως επίσης με τη μαρτυρία της η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Αμφισβητεί δε τις θέσεις της αιτήτριας περί ενδεχόμενης ανεπανόρθωτης ζημίας της. Ισχυρίζεται δε ότι η καθ΄ ης η αίτηση είναι μια εύρωστη και φερέγγυα εταιρεία, η οποία εργοδοτεί 45 υπαλλήλους. Παραθέτει δε σχετικά τεκμήρια προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού, ότι δηλαδή η καθ΄ ης η αίτηση είναι μια καθόλα υγιής εταιρεία. Αμφότεροι δικηγόροι έχουν παραδώσει κείμενο γραπτών αγορεύσεων και έκαστος επιχειρηματολογεί υπέρ της θέσης που προωθεί. Εάν και εφόσον κριθεί απαραίτητο πιο κάτω θα γίνει ειδική αναφορά στο κείμενο των γραπτών αγορεύσεων. Το ουσιαστικό δίκαιο στο οποίο καθορίζεται και βασίζεται η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το δε δικονομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων, είναι ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός. Ό,τι ενδιαφέρει, προκειμένου να κριθεί εάν θα ικανοποιηθεί το αίτημα της αιτήτριας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι κατά πόσο τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθειμένα, πληρούν το γράμμα του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/
  9. Σημειώνω εκ προοιμίου, ότι κατά την εξέταση της αίτησης αυτής έχω κατά νου ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG

(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Τα προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το άρθρο αυτό ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι αρχές που προκύπτουν από αυτές τις αποφάσεις είναι τόσο σαφείς που δεν χρήζουν οποιασδήποτε εκτενούς αναφοράς. Μερικές από αυτές είναι ενδεικτικά, οι ακόλουθες: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 CLR 557, A.B.P. Holdings Ltd v. Ανδρέα Κυταλίδη κ.α. (Νο. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.Α.Δ. 788, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799, PAREKO ALUMINIUM DESIGNS LTD. v. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α. Πολ. Εφ. 11156, ημερ. 19.12.02 κ.α. Όπως καθορίζει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, προϋποθέτει ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά (δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο). Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, πρέπει να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, η αιτήτρια θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.α ν. Μέζου κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ.201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. 'Αννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257-8). Τέλος σε σχέση με τη δυσκολία ή η αδυναμία της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως τονίστηκε όμως στην Πολιτική Έφεση Αριθμός 304/2008 Zena Company Ltd. v. Demenian Catering Ltd ημερομηνίας 21.10.2011: «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 ΑΑΔ 240.» Περαιτέρω το Δικαστήριο, πριν προχωρήσει και εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα, πρέπει να λαμβάνει υπόψη του το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), το οποίο υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφαση του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) ΑΑΔ 788, 795). Επίσης, σημειώνω το προφανές, ότι το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος το φέρει η αιτήτρια. Με δεδομένες τις πιο πάνω αρχές, επαναλαμβάνεται η βασική αρχή ότι οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, προκειμένου το Δικαστήριο να προχωρήσει και να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μου και με γνώμονα πάντα τις αρχές που διέπουν την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον, στην υπό εξέταση περίπτωση συντρέχουν σωρευτικά οι τρεις αναφερόμενες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, αναφέρω ότι η τήρηση χρεοπιστωτικού λογαριασμού από την αιτήτρια σε σχέση με τις συναλλαγές της με την εναγομένη, ο οποίος σήμερα παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο δεν αμφισβητείται. Ό, τι η καθ΄ ης η αίτηση θέτει ως επιχείρημα περί της μη ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εντοπίζεται στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την ένσταση ότι δηλαδή, η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη οφειλή και ότι αντισυμβατικά η αιτήτρια διέκοψε τη συνεργασία της με την καθ΄ ης η αίτηση. Εκ πρώτης όψεως πάντοτε, η ύπαρξη λογαριασμού ο οποίος παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο παρέχει για σκοπούς ελέγχου στο στάδιο αυτό ικανοποιητικό εχέγγυο αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου, 32, ήτοι την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα αυτή αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά ταυτόχρονα κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το επίπεδο απόδειξης αστικής υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων, ΤΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΝΝΑΡΗ, υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης-Διαχειριστής της εταιρείας PRIAMOS HOTELS LTD, ECLI:CY:AD:2015:D505, Πολιτική Έφεση Αρ. 226/10, 10/7/2015 ). Η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση, συμπλέουν τρόπο τινά, υπό την έννοια ότι η μια συνιστά επακόλουθο της άλλης. Αντλώντας πάντοτε καθοδήγηση με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση και χωρίς να προχωρώ στην εξαγωγή ευρημάτων, αλλά στο μέτρο που είναι επιτρεπτό προκειμένου να υπάρξει διάγνωση στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, κρίνω ότι έχει καταδειχθεί σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον από τις θέσεις αμφοτέρων πλευρών, διαφαίνεται η ύπαρξη έστω κάποιας οφειλής από την καθ΄ ης η αίτηση προς την αιτήτρια. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 τουΝ.14/60, σημειώνω τα ακόλουθα. Το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, λαμβάνει υπόψη του πέραν του ενδεχομένου της χρηματικής αποζημίωσης και άλλα μεταβλητά κριτήρια, πάντοτε στα πλαίσια κάθε υπόθεσης ξεχωριστά και αξιολογώντας της κρίνει κατά πόσο στοιχειοθετείται η ανεπανόρθωτη ζημία. (Κυρισάββα Κώστας Ελευθερίου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη και Άλλος ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1848). Ανατρέχω στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας και στη θέση της ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα. Ο βασικός και μόνος λόγος στον οποίο στηρίζει το επιχείρημα της η αιτήτρια για ανεπανόρθωτη ζημία εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα εντοπίζεται στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο αυτής: «Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην μπορούμε να ικανοποιηθούμε με οποιοδήποτε άλλο μέτρο μεταγενέστερα και να μην δύναται να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθώς η Εναγομένη- καθ΄ ης η αίτηση αντιμετωπίζει έλλειψη ρευστότητας κάτι το οποίο εμφαίνεται από το γεγονός ότι η Εναγομένη - καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει αποπληρώσει τις οφειλές της προς την Ενάγουσα-Αιτήτρια αλλά ούτε και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, υπηρεσία «φακτορινγκ» (factoring) ανέλαβε το ρίσκο να προεξοφλήσει τα τιμολόγια της Εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση και προς τούτο επανεκχώρησε στην Ενάγουσα-Αιτήτρια τα τιμολόγια της Εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση τα οποία παραμένουν απλήρωτα μέχρι και σήμερα. Περαιτέρω, όπως με συμβουλεύουν κα οι δικηγόροι μου είναι αδύνατο έως και απίθανο, σε μεταγενέστερο στάδιο και λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική επιφάνεια της Εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση, η Ενάγουσα-Αιτήτρια αφενός να έχει επιτυχία στο αποτέλεσμα της υπόθεσής της και αφετέρου να στερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας της αφού υπάρχει ο κίνδυνος μέχρι και την εκδίκαση ή/και αποπεράτωση της υπόθεσης η Εναγομένη-καθ΄ ης η αίτηση να επιβαρύνει ή /και να αποξενώσει ή/και να πωλήσει η/και να δωρίσει ή/και να παραχωρήσει ή/και να μεταβιβάσει την περιουσία της καθώς υπάρχει ορατός κίνδυνος η Εναγομένη - καθ΄ ης η αίτηση να σταματήσει να διεξάγει τις εργασίες της και/ή να παραμείνει ανενεργή». Από απλή και μόνο ανάγνωση της πιο πάνω παραγράφου, αβίαστα καταλήγω, ότι δεν τεκμηριώνεται το αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Εξηγώ αμέσως σε σχέση με την πιο πάνω διαπίστωσή μου. Κατ΄ αρχην η αιτήτρια επικαλείται έλλειψη ρευστότητας της καθ΄ ης η αίτηση, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένα σε γεγονότα που να δικαιολογούν από που συνάγει το συμπέρασμά της αυτό. Διατείνεται δε, ότι το γεγονός της ύπαρξης της ίδιας οφειλής και το ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν προεξόφλησε τα τιμολόγια της καθ΄ ης η αίτηση και επανεκχώρησε αυτά στην αιτήτρια φανερώνουν την έλλειψη ρευστότητας. Κατά αρχή σημειώνω ότι η μη πληρωμή των τιμολογίων από μόνη της δε δύναται να στοιχειοθετήσει ούτε και αυτόματα συνεπάγεται τεκμήριο έλλειψης ρευστότητας της καθ΄ ης η αίτηση. Η μη πληρωμή μπορεί να οφείλεται και σε αμφισβήτηση της οφειλής, του ύψους της οφειλής ή σε οποιοδήποτε άλλο λόγο πέραν της έλλειψης ρευστότητας της καθ΄ ης η αίτηση. Σε σχέση δε με τον έτερο ισχυρισμό ότι η έλλειψη ρευστότητας αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η Τράπεζα Κύπρου επανεκχώρησε τα επίδικα τιμολόγια στην αιτήτρια, σημειώνω ότι το μόνο σχετικό τεκμήριο σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό είναι το Τεκμήριο Στ. Σε αυτό δεν γίνεται αναφορά, από την Τράπεζα Κύπρου σε έλλειψη ρευστότητας της καθ΄ης η αίτηση ή στους λόγους που τα τιμολόγια έχουν επιστραφεί στην αιτήτρια. Βεβαίως, περιττό να αναφέρω το αυτονόητο, ότι δηλαδή ακόμα και εάν η αιτήτρια αποδείκνυε έλλειψη ρευστότητας, η έλλειψη αυτή δε συνεπάγεται σε καμία περίπτωση δεδομένη επιγενόμενη αδυναμία εκτέλεσης απόφασης. Η αιτήτρια δεν ισχυρίζεται ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία ικανή να ικανοποιήσει το εξ΄ αποφάσεως χρέος. Από την άλλη η καθ΄ ης η αίτηση με την ένστασή της, παραθέτει ισχυρισμούς οικονομικής ευρωστίας της. Συνοδεύει δε τους εν λόγω ισχυρισμούς, με αντίστοιχα έγγραφα από λογιστές και τράπεζες προκειμένου να αναδείξει το ότι είναι μια εταιρεία με κύκλο εργασιών, υπαλλήλους και σημαντικά εισοδήματα και ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση ως η απαίτηση της αιτήτριας στην αγωγή, δεν θα υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν έχουν αμφισβητηθεί. Περαιτέρω δεν διαφεύγει την προσοχή μου πως στην εν λόγω παράγραφο, οι αναφορές της αιτήτριας για αποξένωση της ακίνητης περιουσίας είναι γενικές και αόριστες. Ούτε αναφορά ως προς το ποια περιουσία υπάρχει κίνδυνος να αποξενωθεί γίνεται, ούτε από που προκύπτει αυτός ο κίνδυνος αποξένωσης. Περιττό να αναφέρω ότι τέτοια ασαφής και ατεκμηρίωτη αναφορά δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητική και να προχωρήσω επί πιθανολόγησης, ατεκμηρίωτης μάλιστα, κινδύνου αποξένωσης στην έκδοση των διαταγμάτων. Σε περίπτωση που η αιτήτρια πετύχει στην αγωγή της, η απαίτησή της είναι μετρήσιμη, εφόσον δύναται να αποτιμηθεί ως στην έκθεση απαίτησης καταγράφεται σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και θεραπεύσιμη με την καταβολή του εν λόγω ποσού. Η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι από τις περιπτώσεις που εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα τότε η χρηματική αποζημίωση δεν θα είναι επαρκές μέσο ικανοποίησης, εφόσον υπάρχει κίνδυνος να μεσολαβήσουν γεγονότα τα οποία θα καταστήσουν αδύνατη την ικανοποίηση απόφασης σε ενδεχόμενη επιτυχία της αιτήτριας στην αγωγή (βλ. σχετικά Αναφορικά με την αίτηση του Φιλελεύθερου κ.α.
(2003)1Γ ΑΑΔ 1729). Τέλος, επισημαίνω, ότι το διάταγμα υπό στοιχείο Α είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα, δεν προωθείται ούτε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ούτε με τις αγορεύσεις και δεν μπορώ να αντιληφθώ πως μπορεί να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του άρθρου 32 του Ν.14/60. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, η αίτηση ημερομηνίας 22/12/2016 δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ της καθ΄ ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή ως ο σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .............................. Δ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.