← Κύπρος

Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου ν. Άννα Pouradier Duteil - Λοϊζίδου κ.α., Αρ.Αγωγής: 5422/16, 1/12/2017

Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου ν. Άννα Pouradier Duteil - Λοϊζίδου κ.α., Αρ.Αγωγής: 5422/16, 1/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A361 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 5422/16 Μεταξύ: Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου Ενάγουσα και

  1. Άννα Pouradier Duteil - Λοϊζίδου
  2. Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.11.2016 1 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Aιτήτρια: κ. Λ. Λουκαίδης Για την Εναγόμενη 1 - Καθ΄ης η Αίτηση: κα Β. Καρακασίδου ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια ζητά την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου ως ακολούθως: «Α. Διαταγή του Δικαστηρίου όπως η Εναγόμενη 1 /Καθ' ης η αίτηση αναστείλει την συμπεριφορά της έναντι της Ενάγουσας/Αιτήτριας η οποία εκφράζεται με παραβίαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ενάγουσας/Αιτήτριας από την Εναγόμενη 1/ Καθ' ης η αίτησης και συγκεκριμένα της απαγόρευσης ταπεινωτικής μεταχείρισης και της αδικαιολόγητης επέμβασης στην ιδιωτική ζωή της αιτήτριας από την ίδια Εναγόμενη 1/ Καθ' ης η αίτησης, ως και την παράνομη προσβολή της υπόληψης και δυσφήμιση της Ενάγουσας/Αιτήτριας, αλλά και την παραβίαση υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1/ Καθ' ης η αίτησης βάσει νομοθεσίας και συγκεκριμένα του άρθρου 60 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (1/1990), σύμφωνα με τον οποίο κάθε Δημόσιος υπάλληλος οφείλει να ασκεί πάντοτε τα καθήκοντα του αμερόληπτα, απροσωπόληπτα και δίκαια και να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια, ευγένεια και ειλικρίνεια.» Η Αίτηση βασίζεται επί των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.10, Δ.48 θ.θ.1-4, 7, 9, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, ΄Αρθρα 8, 15 του Συντάγματος και άρθρο 3 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και άρθρα 60, 60

(1)(α) και 2(στ) του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (1/1990). Και του περί Δικαστηρίων Νόμου άρθρο
  1. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η Αίτηση περιέχονται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία λέγει ότι από τότε που ανέλαβε ως διευθύντρια του Κ.Ε.Ε. μέχρι και σήμερα, η Εναγόμενη επιδεικνύει έναντι της μια απρεπή συμπεριφορά εκφραζόμενη σε διάφορες περιπτώσεις με αγένεια μπροστά σε άλλα πρόσωπα και η όλη στάση της είναι υποτιμητική, ταπεινωτική, εξευτελιστική για αυτή και αυτό συνέβη επανειλημμένως με διάφορα περιστατικά κατά τη διάρκεια της θητείας της εναγόμενης από το 2008 μέχρι σήμερα. Η Εναγόμενη την μεταχειριζόταν κατά τρόπο ανάρμοστο με τη θέση της και τα καθήκοντά της αλλά και τις υποχρεώσεις της με βάση τον Νόμο που αφορά στη Δημόσια Υπηρεσία. H Eναγόμενη απέρριψε δύο μελέτες που ήταν βασισμένες σε αρχειακό υλικό από τη Βενετία που θα δημοσιεύονταν στην Επετηρίδα του
  2. Πέραν τούτου, η Εναγόμενη απέρριψε 3 φορές τις εν λόγω μελέτες της, αρνούμενη να τις δημοσιεύσει παρόλο ότι έκανε διορθώσεις και προσθήκες, αφού δεν ήταν ολοκληρωμένες όταν ζήτησε να τις δει και τις κράτησε. Η τελευταία Επετηρίδα στην οποία περιλαμβάνονται τρεις μάλιστα μελέτες της είναι αυτή του 2008 πριν αναλάβει η Εναγόμενη τη διεύθυνση του Κ.Ε.Ε. Έκτοτε αποκλείστηκε πλήρως από την Επετηρίδα του Κ.Ε.Ε. και έτσι σε όλους τους τόμους που εκδόθηκαν από τότε είναι απούσα. Εύλογα αισθάνεται μειωμένη, ταπεινωμένη, εξευτελισμένη με αρνητικές σοβαρά επιπτώσεις στην υγεία της. Η Εναγόμενη ουδέποτε την κάλεσε στο γραφείο της ως προϊστάμενη, ούτε δέχθηκε να συζητήσει μαζί της οτιδήποτε σχετικό με την εργασία της. Περιοριζόταν μόνο στο να της στέλλει σημειώματα υποτιμητικά με αυταρχικό ύφος και δικτατορική φρασεολογία. Πρόχειρο παράδειγμα τέτοιου σημειώματος είναι αυτό της 31ης Οκτωβρίου 2016 του οποίου το περιεχόμενο μιλά από μόνο του. Το πιο πάνω περιστατικό δεν είναι το μόνο. Η Εναγόμενη ουσιαστικά την απομόνωσε από το έργο και την αποστολή του Κ.Ε.Ε. αποφεύγοντάς την και επιδιώκοντας όχι μόνο να τη μειώσει αλλά και να καταργήσει το ρόλο της ως ερευνήτριας. Στο χώρο εργασίας της βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πραγματικό διωγμό. Η Εναγόμενη την εξύβριζε ότι δεν είναι επιστήμονας σε σύσκεψη που συγκάλεσε του προσωπικού του Κ.Ε.Ε. Πρόκειται για την μία και μοναδική σύσκεψη στην οποία κλήθηκε να λάβει έκτοτε μέρος και ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη σε αυτή, αφού ενώπιον όλων η Εναγόμενη την απείλησε και την εξύβρισε. Η Εναγόμενη προκαλούσε με διάφορους τρόπους και μεθόδους προβλήματα στο χώρο της εργασίας της Αιτήτριας για να την παρεμποδίζει να εργάζεται αρμονικά. Ένα παράδειγμα μεταξύ πολλών άλλων ήταν η μη αντικατάσταση στο γραφείο της εδώ και δύο χρόνια (και αυτό συνεχίζεται) του κλιματιστικού το οποίο χάλασε. Έτσι αναγκάστηκε να βρει πρόχειρη λύση αγοράζοντας έναν ανεμιστήρα. Με άλλα λόγια η Εναγόμενη τρέφει τόση αντιπάθεια και απέχθεια στο πρόσωπό της Αιτήτριας που δεν διστάζει να την μέμφεται και ουσιαστικά να την καταδικάζει απευθύνοντάς της υπηρεσιακά σημειώματα (τα οποία της μεταφέρουν από το ισόγειο στον πρώτο όροφο άλλοτε ο κλητήρας και άλλοτε η υπεύθυνη του αρχείου) με παρατηρήσεις, αν και εργάζεται ατέλειωτες ώρες κάνοντας έρευνα και συγγράφοντας μελέτες. Το μόνιμο συναίσθημα που διακατέχει την Εναγόμενη να ταπεινώνει την Αιτήτρια εκφραζόταν επίσης με το να την στέλλει να παρακάθεται σε συσκέψεις του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για τη Διεθνή Εκπαιδευτική Έκθεση, στις οποίες δεν είχε καμιά αρμοδιότητα αφού ήδη είχε ζητηθεί στο παρελθόν ν' απαλλαγεί το Κ.Ε.Ε. όπως και έγινε. Ωστόσο η Εναγόμενη για επιπλέον ταπείνωση της ζητούσε και γραπτή αναφορά αν και δεν υπήρχε τίποτα το ουσιώδες να καταγράψει. Ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα σύγχρονης μεσαιωνικής μεθόδου και ταπείνωσης της Εναγόμενης στο πρόσωπό της είναι το εξής. Όταν όλοι οι υπάλληλοι αποχωρήσουν από το Κ.Ε.Ε. και υπογράψουν στο βιβλιάριο προσέλευσης και αποχώρησης η Εναγόμενη δίνει εντολή και μεταφέρεται το εν λόγω βιβλιάριο στο διπλανό κτήριο του Κ.Ε.Ε. όπου είναι το γραφείο του ανώτερου ερευνητή, ενώ στη συνέχεια και πάλι μ' εντολή της κλειδώνεται και η πόρτα μέσω της οποίας μπορεί κάποιος να μεταβεί στο διπλανό κτήριο. Η Εναγόμενη μέσω αστυνόμευσης, ρατσισμού, απομόνωσης, περιθωριοποίησης, κατηγοριών, πολεμικής μεσαιωνικών μεθόδων, διασυρμού του ονόματός της Αιτήτριας και του έργου της, αποκλεισμού από δραστηριότητες, έρευνα, δημοσιεύσεις μέσω του Κ.Ε.Ε. και με χίλιους άλλους τρόπους, με εμμονή και πάθος προσπάθησε και συνεχίζει να τη διαγράφει και να την εξευτελίζει όχι μόνο ως προσωπικότητα αλλά και ως πνευματικό άνθρωπο και επιστήμονα. Οι δημοσιεύσεις της, η συμμετοχή της σε συνέδρια, οι διαλέξεις που δίνει, η συμμετοχή της σε συμπόσια στο εξωτερικό, η έρευνα που πραγματοποιεί στο εξωτερικό με την προσωπική της άδεια καλοκαιρινής ανάπαυσης (αντί να πηγαίνει διακοπές), με έξοδα τα οποία καλύπτει αυτή η ίδια, αγνοούνται, από την Εναγόμενη. Η εναγομένη 1 Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση, με τους ακόλουθους λόγους ένστασης στην ειδοποίηση: «(α) Η αίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης (β) Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη (γ) Δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. (δ) Η αίτηση και/ή το αιτούμενο Διάταγμα είναι γενικό και αόριστό και/ή ασαφές κατά τρόπο που ενδέχεται να παραβιάσει ατομικά δικαιώματα της εναγομένης
  3. (ε) Η αίτηση είναι καταχρηστική (στ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (ζ) Η αίτηση καταχωρήθηκε για εκδικητικούς και/ή αλλότριους σκοπούς (η) Η αίτηση είναι δικονομικώς απαράδεκτη (θ) Ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος (ι) Η αίτηση είναι εκδικητική.» Η ένσταση υποστηρίζεται ως προς τα γεγονότα από την ένορκη δήλωση της ΄Αννας Pouradier Duteil Λοϊζίδου, Εναγομένης αρ.
  4. Η ενόρκως δηλούσα λέγει στην ένορκη της δήλωση: Ως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της και τυγχάνει νομικής συμβουλής η αίτηση της ενάγουσας είναι αβάσιμη και δεν αποκαλύπτει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Το αιτητικό είναι γενικό και αόριστο και το αιτούμενο Διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, θα καταπατούσε κατάφωρα τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά της, καθώς δεν προσδιορίζεται επακριβώς στην αιτούμενη θεραπεία σε ποιες πράξεις πρέπει να προβεί ή ποιες ρητώς της απαγορεύονται ούτως ώστε αυτό να καθίσταται αυτομάτως ανίκανο εφαρμογής. Η ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς στην αιτούμενη θεραπεία, καθότι αναφέρεται σε δήθεν απαράδεκτη συμπεριφορά της εναντίον της επί σειρά ετών, χωρίς ωστόσο να έχει εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της. Από την μελέτη της ενόρκου δηλώσεως της ενάγουσας δεν προκύπτει από κανένα απολύτως σημείο η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της από αυτή. Όλα όσα η ενάγουσα αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της είναι ψεύδη και αναλήθειες και η αγωγή καθώς και η αίτηση καταχωρήθηκαν καθαρά για λόγους εκδικητικούς προς το πρόσωπό της. Η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να προωθηθεί καθότι το αιτητικό της είναι αόριστο και δεν υπάρχει νομικό έρεισμα για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Η ενάγουσα διορίστηκε ως ερευνήτρια στο Κ.Ε.Ε., και το 2004 προήχθη στη θέση ερευνήτριας Α' και την περίοδο 2000-2005 υπηρετούσε ως Μορφωτικός ακόλουθος στο Σπίτι της Κύπρου στην Αθήνα. Η ενάγουσα από το 1991 έως και το 2016 δημοσίευσε στην Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών συνολικά 17 μελέτες. Η ενασχόληση της ενάγουσας με την ποίηση δεν εντάσσεται στα καθήκοντά της όπως αυτά προβλέπονται από το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης που κατείχε και κατέχει. Σύμφωνα με το Σχέδιο Υπηρεσίας τα καθήκοντα της θέσης του Ερευνητή Α΄ καθορίζονται ως ακολούθως : (α) «Σύμφωνα με το ερευνητικό πρόγραμμα του Κέντρου, διεξάγει επιστημονικές έρευνες και διατυπώνει τα πορίσματα τους σε άρτιες μελέτες, τις οποίες παρουσιάζει για δημοσίευση σε εκδόσεις του Κέντρου ή σε άλλα επιστημονικά έντυπα, με την έγκριση του Κέντρου» (β) «Δημιουργεί αρχείο σχετικό με τις έρευνες της ειδικότητας του ή/και του όλου ερευνητικού προγράμματος του Κέντρου και μεριμνά για τον εμπλουτισμό, την ταξινόμηση και τη συντήρησή του» (γ) «Εκτελεί οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα του ανατεθούν». Οι δημοσιεύσεις, σε εφημερίδες, της ενάγουσας επ΄ ουδενί δεν εμπίπτουν στα καθήκοντα της θέσης που κατέχει η ενάγουσα, η δε δημοσίευση μελετών της σε επιστημονικά περιοδικά επιτρέπεται μόνο κατόπιν έγκρισης του ΚΕΕ, βάσει του αρ. 2(α) του Σχεδίου Υπηρεσίας. Πρόκειται για προσωπικές και ιδιωτικές δραστηριότητες της ενάγουσας που δεν αφορούν την υπηρεσία . ΄Ολοι οι υπάλληλοι της υπηρεσίας συμπληρώνουν κάθε έτος το Έντυπο Αξιολόγησης Υπαλλήλων των Ετήσιων Υπηρεσιακών Εκθέσεων, όπου ο κάθε υπάλληλος μπορεί να αναφέρει εάν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με τα καθήκοντα που του ανατίθενται και να δηλώσει εάν επιθυμεί άλλη εργασία. Σε αυτά τα έντυπα η ενάγουσα ουδέποτε σημείωσε ότι έχει οποιοδήποτε παράπονο ή αντιμετωπίζει δυσκολία στην άσκηση των καθηκόντων της, πράγμα που θα έπραττε εάν ευσταθούσαν όλα όσα περιγράφει στην ένορκη δήλωσή της. Τα περιστατικά που αναφέρει η ενάγουσα στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσής της και τις υποπαραγράφους αυτής είναι εντελώς αναληθή και η συμπεριφορά που της αποδίδεται είναι ψευδής και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Η δήλωσή της περί έκδοσης της Επετηρίδας του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών κάθε έτος πριν τον διορισμό της στη θέση της Διευθύντριας του ΚΕΕ και ότι μετά τον διορισμό της εκδίδεται ανα διετία είναι παντελώς αναληθής. Από το 1967 έως το 1994 , χρονική περίοδος πριν από τον διορισμό της στην θέση της διευθύντριας, η επετηρίδα εκδόθηκε ανά διετία, 14 φορές. Περαιτέρω, στην Επετηρίδα του ΚΕΕ δημοσιεύονται μελέτες που εμπίπτουν στους τομείς της Κυπρολογίας. Οι μελέτες αυτές υποβάλλονται από τους μόνιμους ερευνητές του ΚΕΕ καθώς και από ειδικούς επιστήμονες της Κύπρου και του εξωτερικού για έκδοση στο Διευθυντή του ΚΕΕ. Το έτος 2009 η ενάγουσα υπέβαλε δύο μελέτες για δημοσίευση στην Επετηρίδα με θέμα α) «Αρχειακές μαρτυρίες για τη στάση των Λευκάρων όταν αποβιβάστηκαν οι Τούρκοι» και β) «Οι περιπέτειες του Θωμά Στράμπαλη του Διομήδη. Νέα στοιχεία για την κυπριακή οικογένεια Στράμπαλη». Με βάση το άρθρο 9 των κανονισμών που διέπουν τις υποβαλλόμενες για δημοσίευση μελέτες στην Επετηρίδα, έστειλε ως όφειλε να πράξει τις υπό αναφορά μελέτες της ενάγουσας σε ειδικό κριτή για απόψεις/εισηγήσεις. Στις δύο ξεχωριστές εκθέσεις του, ο ειδικός κατέγραψε πολλές επιστημονικές και γλωσσικές αδυναμίες που παρουσίαζαν οι δύο μελέτες της ενάγουσας και ακολούθως τις κοινοποίησε στην ίδια και της ζήτησε να κάνει τις διορθώσεις και να τις υποβάλει εκ νέου διορθωμένες. Η ενάγουσα έκτοτε δεν παρέδωσε τις διορθωμένες μελέτες ως όφειλε ούτε υπέβαλε άλλη μελέτη για έκδοση στην Επετηρίδα του ΚΕΕ. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν αποκλείστηκε από την Επετηρίδα όπως ισχυρίζεται, απλώς δεν υπέβαλε έκτοτε καμία μελέτη προς δημοσίευση. Η κατάρτιση του ευρετηρίου των τελευταίων τόμων της Επετηρίδας είναι ιδιαιτέρως σημαντική γιατί αποτελεί το κλειδί που επιτρέπει στον μελετητή να βρεί γρήγορα τις πληροφορίες που ζητά για ένα συγκεκριμένο θέμα. Η κατάρτιση του Ευρετηρίου των προηγούμενων τόμων της Επετηρίδας έγινε από Ανώτερο Ερευνητή του ΚΕΕ, δηλαδή από λειτουργό που κατέχει ανώτερη από τη δική της θέση, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ανάθεση αυτού του καθήκοντος ούτε υποτιμητική ούτε ταπεινωτική είναι και εντάσσεται πλήρως στα καθήκοντα του Σχεδίου Υπηρεσίας. Ουδέποτε αρνήθηκε να συζητήσει με την ενάγουσα για θέματα της εργασίας της και ουδέποτε η ενάγουσα ζήτησε να τη δει για υπηρεσιακά θέματα. Κατά διαστήματα της απέστελλε υπηρεσιακά σημειώματα, ως συνηθίζεται, υπενθυμίζοντάς της τις υποχρεώσεις της απέναντι στο ΚΕΕ και την ολοκλήρωση των όσων της είχαν ανατεθεί. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ταπεινωτική συμπεριφορά απέναντί της. Τα περιοδικά, εγκυκλοπαίδειες , τα λεξικά και τα κυπρολογικά βιβλία αναφοράς δεν δανείζονται πέραν των δύο ημερών γιατί ακριβώς χρησιμοποιούνται από πολλούς μελετητές. Ουδέποτε ύβρισε και/ή φέρθηκε ταπεινωτικά στην ενάγουσα και τα όσα αναφέρει είναι ψεύδη και λασπολογίες προς το πρόσωπό της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενάγουσας σχετικά με την έγκριση άδειας ανάπαυσης, ως περιγράφεται στην παράγραφο 8(στ) , τον οποίο απορρίπτει ως έκδηλα υπερβολικό και αναληθή, είναι σε θέση να αναφέρει ότι αφ ΄ ης στιγμής ανέλαβε διευθύντρια ΚΕΕ μόνο δύο φορές δεν ενέκρινε στην ενάγουσα άδεια ανάπαυσης, καθότι εκκρεμούσαν υπηρεσιακές υποχρεώσεις της, τις οποίες όφειλε να διευθετήσει προ πολλού και αμελούσε. Μάλιστα, την δεύτερη φορά που δεν της ενέκρινε άδεια, πήρε αυθαίρετα 3 μήνες άδεια άνευ αιτιολογίας, λόγος για τον οποίο ξεκίνησε πειθαρχική διαδικασία εναντίον της, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Τα όσα αναφέρει σχετικά με τις ερευνητικές αποστολές της στη Βενετία τις οποίες ως αναφέρει καλύπτει ιδίοις εξόδοις είναι παντελώς ψευδή, καθότι η ενάγουσα έχει πραγματοποιήσει ήδη τρεις ερευνητικές αποστολές στη Βενετία με έξοδα της Κυπριακής Δημοκρατίας για το ερευνητικό πρόγραμμα που της ανατέθηκε τον Μάιο 2005 έναντι συνολικής δαπάνης €15.
  5. Στην ενάγουσα ανατέθηκε η εκπόνηση ερευνητικού προγράμματος τον Μάιο 2005 και ακόμα μετά την ολοκλήρωση των τριών ανωτέρω ερευνητικών αποστολών στη Βενετία , οι οποίες ήταν υπέρ αρκετές για να ολοκληρώσει την μελέτη της, αυτή δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παραδόθηκε διορθωμένη σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του εξωτερικού επιστημονικού κριτή στον οποίο απεστάλη από την ενάγουσα εντός της προθεσμίας με βάση τους εσωτερικούς κανονισμούς του ΚΕΕ. Η ενάγουσα όχι μόνο δεν αδικήθηκε αλλά απεναντίας έτυχε και ιδιαίτερα ευνοϊκής μεταχείρισης χωρίς να ανταποκρίνεται στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της έναντι του ΚΕΕ. Ουδέποτε προσέβαλε την ενάγουσα λέγοντας «Δουλεύκεις, δουλεύκεις τζιαι είδαμεν τα χαίρκα σου». Για σκοπούς ασφάλειας της περιουσίας του ΚΕΕ πράγματι έδωσε οδηγίες για αλλαγή των κλειδαριών της βιβλιοθήκης όπου φυλάγεται το ιστορικό αρχείο του ΚΕΕ. Οι οδηγίες αυτές δόθηκαν κατόπιν ενημέρωσης του Ανώτερου Ερευνητή αλλά και αυτής από την νεαρή επιστήμονα Ιωάννα Ευαγγέλου ότι ενώ τοποθετούσε το αρχειακό υλικό του ιστορικού αρχείου σε συγκεκριμένο μέρος της Βιβλιοθήκης την επόμενη ημέρα το έβρισκε αλλού. Έτσι, για λόγους ασφάλειας έδωσε οδηγίες για αλλαγή των κλειδαριών και ουδέποτε επέρριψε ευθύνες ή έθιξε κάποιον λειτουργό ή ερευνητή του ΚΕΕ. Ουδέποτε απαγόρευσε στην ενάγουσα ή σε οποιοδήποτε άλλο λειτουργό του ΚΕΕ να παραμείνει στο χώρο εργασίας πέραν του ωραρίου των Δημοσίων Υπαλλήλων. Αυτός ήταν και ο λόγος που παραχώρησε άδεια σε όλους τους λειτουργούς του ΚΕΕ να έχουν κλειδί της κεντρικής πόρτας εισόδου του κτιρίου καθώς και του γραφείου τους. Ουδέποτε αφαίρεσε τα καθήκοντα της ενάγουσας. Απεναντίας η ενάγουσα δεν εκτελεί τα καθήκοντά της όπως αυτά καθορίζονται στο Σχέδιο Υπηρεσίας και παραβιάζει γενικότερα τους κανονισμούς της Δημόσιας Υπηρεσίας δημοσιεύοντας μελέτες σε περιοδικά χωρίς την εξασφάλιση προηγούμενης έγκρισης από το ΚΕΕ. Ουδέποτε την προσέβαλε ή την ύβρισε. Οι δε αναφορές της περί προσβολών και ύβρεων έρχονται σε αντίθεση με τα λοιπά που αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της ότι δήθεν την απέφευγε. Δεν πρέπει επίσης να παραβλευθεί το γεγονός ότι στις Ετήσιες Υπηρεσιακές Εκθέσεις η ενάγουσα δήλωνε πάντοτε ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα με τα καθήκοντά της και ότι δεν προτιμούσε οποιαδήποτε άλλη εργασία, γεγονός που έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τα όσα η ίδια ψευδώς περιγράφει στην ένορκη δήλωσή της. Υπεύθυνη για το μητρώο προσέλευσης και αποχώρησης των λειτουργών του ΚΕΕ είναι η γραμματειακή λειτουργός του ΚΕΕ, η οποία εργάζεται από η ώρα 7.30πμ μέχρι 15.
  6. Είναι φυσικό μετά τις 15.00 που αποχωρεί η γραμματειακή λειτουργός την ευθύνη του εν λόγω μητρώου να έχει κάποιος άλλος, δεδομένου ότι το ελαστικό ωράριο εργασίας των Δημοσίων Υπαλλήλων είναι από η ώρα 7.30 πμ- 8.30 πμ μέχρι 15.00 - 16.
  7. Επομένως από η ώρα 15.00 μέχρι η ώρα 16.00 την ευθύνη του μητρώου αναλαμβάνει ο Ανώτερος Ερευνητής του ΚΕΕ το γραφείο του οποίου ευρίσκεται στην προέκταση του κτιρίου όπου βρίσκονται και τα γραφεία άλλων υπαλλήλων που αποχωρούν μετά τις 15.
  8. Ο χώρος που συνδέει το κύριο κτίριο με την προέκταση κλείνει μετά την αποχώρηση της βιβλιοθηκονόμου του ΚΕΕ στις 15.00 γιατί στον χώρο αυτό βρίσκονται βιβλιοθήκες με βιβλία που είναι χρεωμένα στη βιβλιοθηκονόμο του ΚΕΕ. Το κλείσιμο αυτού του χώρου κρίθηκε αναγκαίο γιατί πριν μερικά χρόνια διαπιστώθηκε ότι εξαφανίζονταν βιβλία από τις βιβλιοθήκες εκείνου του χώρου μετά από την αποχώρηση της βιβλιοθηκονόμου. Η ενάγουσα προσέρχεται στο ΚΕΕ στις 07.30 πμ και συνεπώς μπορεί να υπογράφει το μητρώο στις 15.00 που αποχωρεί η γραμματειακή λειτουργός του ΚΕΕ εφόσον καλύπτεται ούτως ή άλλως από το ημερήσιο ωράριο της. Κανείς δεν την εμποδίζει να επιστρέφει μετά στο γραφείο της και να συνεχίζει την εργασία της για όση ώρα θέλει, εφόσον παραχωρήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους άδεια να κατέχουν κλειδί τόσο του κυρίως κτιρίου όσο και του γραφείου τους. Δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο της παραγράφου 8(π) της ενόρκου δηλώσεως της ενάγουσας καθότι οι ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις που κάνει για όλους τους υπαλλήλους του ΚΕΕ είναι πλήρως τεκμηριωμένες και γι΄αυτόν ακριβώς τον λόγο η ενάγουσα ουδέποτε υπέβαλε ένσταση δεχόμενη κάθε φορά αυτές. Η ενάγουσα από τον Μάιο 2005 μέχρι σήμερα δεν έχει παραδώσει το έργο που της ανατέθηκε από την υπηρεσία, μη συμμορφούμενη με τους κανονισμούς που διέπουν τα ερευνητικά προγράμματα του ΚΕΕ και τα καθήκοντά της. Ουδέποτε την πρόσβαλλε ή της φέρθηκε με τον τρόπο που περιγράφει στην ένορκη δήλωσή της. Δεν αναγνωρίζει επίσης ότι υπάρχει οποιοδήποτε αίσθημα ρατσισμού ή έχθρας ή οτιδήποτε άλλο μεμπτό μεταξύ της ενάγουσας και αυτής. Δεν της απαγόρευσε κανείς να λαμβάνει μέρος σε συνέδρια αφού προηγουμένως όμως λάβει σχετική άδεια για να απουσιάσει από την εργασία της. Η ενάγουσα παραλείπει να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι ξεκίνησε πειθαρχική έρευνα εναντίον της όχι για την συμμετοχή της στο συνέδριο στο Βελιγράδι, αλλά διότι έκανε έρευνα στη Βενετία όπως αναφέρει και η ίδια στην ένορκη δήλωσή της και μάλιστα με χρηματοδότηση συγκεκριμένου Ιδρύματος το οποίο η ίδια κατονομάζει χωρίς αυτή η έρευνα να της έχει ανατεθεί από το ΚΕΕ και χωρίς να έχει ενημερώσει προηγουμένως την υπηρεσία για την εν λόγω χρηματοδότηση και να λάβει έγκριση από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, το Υπουργείο Εργασίας και το Υπουργείο Οικονομικών. Ούτε βέβαια αναφέρει επιμελώς η ενάγουσα ότι γι΄ αυτήν την έρευνα στη Βενετία η οποία χρηματοδοτήθηκε από ιδιωτικό Ίδρυμα απουσίαζε αδικαιολόγητα και χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως άδεια 3 ολόκληρους μήνες από την υπηρεσία. Αυτός ήταν και ο λόγος που ξεκίνησε η πειθαρχική διαδικασία εναντίον της. ΝOMIKH ΠΤΥΧΗ Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες να αντεξεταστεί. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 ΑΑΔ 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269 - 70. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η Καθ΄ ης η Αίτηση αρνείται όλες τις θέσεις και ισχυρισμούς της Αιτήτριας, χωρίς αυτή να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της ένορκης της δήλωσης και χωρίς να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση η Αιτήτρια, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Αιτήτριας, βρίσκω ότι η αναφορά της Αιτήτριας στην ένορκη της δήλωση σε απρεπή συμπεριφορά από μέρους της Εναγομένης, εκφραζόμενη με αγένεια, υποτιμητική, εξευτελιστική και ταπεινωτική στάση, ανάρμοστη μεταχείριση, ύβρεις, απειλές, περιθωριοποίησης, ρατσισμού και διασυρμού του ονόματος της είναι γενικοί χαρακτηρισμοί χωρίς να κατονομάζονται ή καταγράφονται οι λέξεις, ακριβώς, ή πράξεις που συνιστούν τους πιο πάνω χαρακτηρισμούς. Οι απαιτούμενες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες. Λόγω της φύσης του αγώγιμου διατάγματος, κατά τη δικογράφηση των πιο πάνω ισχυρισμών είναι όντως επάναγκες όπως χρησιμοποιούνται οι ακριβείς λέξεις που συνιστούν τα πιο πάνω. Πόσο μάλλον στην περίπτωση Αίτησης για έκδοση διατάγματος ως το αιτούμενο. Θα έπρεπε να είναι περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης οι λεπτομέρειες, οι λέξεις και πράξεις που αποτελούν τις ύβρεις, απειλές, ταπεινωτική στάση, ανάρμοστη μεταχείριση και διασυρμό του ονόματος της Ενάγουσας. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα όπως τα θέτει η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση, η οποία δεν αντεξετάστηκε, η Αιτήτρια δεν έχει θεμελιώσει νομικά την αξίωσή της. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση της Αιτήτριας έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει η Αιτήτρια με την αγωγή της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ακρόαση της αίτησης έγινε με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση και την ένσταση. Τα γεγονότα όπως τα έχει θέσει η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση έχουν μείνει αναντίλεκτα καθότι δεν αντεξετάστηκε. Η πλευρά της Αιτήτριας φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της, των γεγονότων που υποστηρίζουν την Αίτηση, για να διαπιστώσει, το Δικαστήριο, τη δυναμική της μαρτυρίας, κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας την θεραπεία την οποία επιδιώκει η Αιτήτρια με την αγωγή της. Τέτοια πιθανότητα μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, τόσο αυτής που προσκομίστηκε από την Αιτήτρια όσο και από αυτή της Καθ΄ ης η Αίτηση δεν προκύπτει. Επίσης τίθεται ένα άλλο θέμα. Η Αιτήτρια έπρεπε να αποταθεί σε αρμόδιο πρόσωπο που κατέχει ανώτερη θέση από αυτή που κατέχει η Καθ΄ ης η Αίτηση ή προϊστάμενό της ή όργανο ή Αρμόδια Αρχή για να υποβάλει τα παράπονά της. Να εξεταστούν και να αποφασίσει το αρμόδιο όργανο. Σε τέτοια περίπτωση μετά τη διερεύνηση των καταγγελιών η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου ή Αρχής, εάν ήταν θέμα δημοσίου δικαίου, αρμόδιο Δικαστήριο για τον έλεγχο της απόφασης του αρμόδιου διοικητικού οργάνου ή Αρχής είναι το Διοικητικό Δικαστήριο κάτω από το άρθρο 146.1 του Συντάγματος. (Βλ. ΜΑΡΙΟΥ ΔΡΟΥΣΙΩΤΗ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 149/2015, 23.2.2016: «Όμως, ανεξάρτητα από την ορθότητα της απόφασης του Υπουργού, όπως έχω ήδη αναφέρει, το παράπονο του Αιτητή (διάπραξη πειθαρχικών παραπτωμάτων από στέλεχος του Υπουργείου και η αναγκαιότητα διεξαγωγής έρευνας σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο 1/90), σαφώς εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και κατ΄ αποκλειστικότητα στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει του ΄Αρθρου 146.1 του Συντάγματος. Εκεί ο Αιτητής θα έχει τη δυνατότητα, αν αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον, να εγείρει όλα τα νομικά σημεία και παραβιάσεις του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου 1/90.» Το θέμα της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εξετάζεται και αυτεπάγγελτα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. (Βλ. Λάζαρος Μαύρου ν. 1. Θεόδωρου Στυλιανού κ.ά.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1743 στις σελίδες 1747 και 1748: «Το θέμα της ύπαρξης δικαιοδοσίας δεν έχει εγερθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Ηγέρθη για πρώτη φορά ως λόγος έφεσης. ΄Εχει πάγια αποφασιστεί ότι αν όλα τα γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να τεθεί σε οποιοδήποτε στάδιο (Thefanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, 205). Μάλιστα, το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της αγωγής («Sevegep» Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 C.L.R. 729). Στην υπόθεση Interamerican Insurance Co. Limited v. Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529, λέχθηκε ότι αναπόφευκτα η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται καταρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα. Όμως και οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν είναι πάντα χωρίς σημασία. Το κατά πόσο οι προϋποθέσεις που ορίζονται από τη δικαιοδοτική νομοθετική διάταξη πληρούνται, παραμένει ζήτημα ανοικτό μέχρι τέλους της υπόθεσης. Αν προκύψει αρνητική απάντηση, η υπόθεση ναυαγεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.» Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στα διοικητικά θέματα τα οποία εγείρει η πλευρά της Αιτήτριας σε βάρος της Καθ΄ ης η Αίτηση και να τα εξετάσει. Είναι θέματα τα οποία έπρεπε να εξετάσει η Διοίκηση και να αποφασίσει ανάλογα. Υπάγονται τα θέματα αυτά στη σφαίρα του Διοικητικού Δικαίου. ΄Ισως, εάν οι ισχυρισμοί ή οι καταγγελίες της Αιτήτριας ευσταθούσαν, να ήταν θέμα πειθαρχικού ελέγχου. Το μόνο που μπορώ να πω στο στάδιο αυτό είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει σε διοικητικά θέματα και να διατάξει την διοίκηση, έστω την Εναγομένη 1 με ποιο τρόπο θα εκτελέσει τα καθήκοντα της όπως προκύπτουν μέσα από τα σχέδια υπηρεσίας ή να εκδώσει το Δικαστήριο διάταγμα το οποίο θα ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ διοικουμένων. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. ΄Ενεκα των πιο πάνω ευρημάτων μου, ως προς την ικανοποίηση των δύο προϋποθέσεων και ως προς το κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδώσει το Δικαστήριο τούτο τέτοιο διάταγμα, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402). Η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγομένης 1, Καθ΄ ης η Αίτηση, και εναντίον της Ενάγουσας, Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.