Νικόλα Κώστη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 3522/11, 11/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A380 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3522/11 Μεταξύ: Νικόλα Κώστη Ενάγοντος Και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για Κυπριακή Δημοκρατία Εναγομένου Ημερομηνία: 11 Δεκεμβρίου, 2017 Για Ενάγοντα: κα. Θεοχαρίδου Για Εναγόμενο: κα Παπαστεφάνου με κα Λεβέντη ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας έχει καταχωρήσει αγωγή κατά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, και αξιώνει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις σε σχέση με κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε ενώ υπηρετούσε την θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Σύμφωνα με τα γεγονότα που προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως εκτελούσε καθήκοντα εκπαιδευτή Οπλιτών διμοιρίας του λόχου του και δέχθηκε επίθεση με άγριο ξυλοδαρμό από ομάδα οπλιτών της διμοιρίας του, τους οποίους προηγουμένως τους είχε αναφέρει στο λοχαγό του ότι δεν είχαν πάει για καθαριότητα στο χώρο αφοδευτηρίων όπως είχε διαταχθεί από τον Λοχαγό. Οι λεπτομέρειες για την ευθύνη των εναγομένων δικογραφούνται στις παραγράφους 12 και 13 της Έκθεσης Απαιτήσεως και είναι αυτά που ο ενάγοντας επιχείρησε να αποδείξει με την απαίτηση του: «
- Ευθύνη Εναγομένων: α. Η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται εκ προστήσεως για τις ζημιογόνες πράξεις και/ή παραλείψεις των οργάνων ή/και υπηρετών ή/και υπαλλήλων ή /και αντιπροσώπων της, που έχουν γίνει σε χρόνο που εκτελούσαν καθήκοντα ή/και υπηρεσίες ή/και εργασίες για την Κυπριακή Δημοκρατία ή/και βρίσκονταν υπό τον έλεγχο ή/και την ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας. β. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ενάγεται ως το εκ του νόμου αρμόδιο να εναχθεί, για τις ζημιογόνες πράξεις και/ή παραλείψεις οργάνων ή/και υπηρετών ή/και υπαλλήλων ή/και αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας όργανο. γ. Οι υπεύθυνοι για την τήρηση του νόμου και της τάξης μέσα στο Στρατόπεδο του ΚΕΝ Πάφου, καθώς και για την εξασφάλιση της ασφάλειας και της προστασίας των εκτελούντων διατεταγμένη υπηρεσία ή εργασία μέσα στο Στρατόπεδο του ΚΕΝ Πάφου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ενάγων, ήταν όργανα ή/και υπηρέτες ή/και υπάλληλοι ή/και αντιπρόσωποι της Κυπριακής Δημοκρατίας και όλες οι για το σκοπό αυτό πράξεις και/ή παραλείψεις τους, γίνονταν κατά την εκτέλεση ή κατ΄ επίκληση της εκτέλεσης των υπηρεσιακών καθηκόντων ή/και υπηρεσιών ή/και εργασιών τους.
- Λεπτομέρειες ευθύνης Εναγομένων: α. Οι Εναγόμενοι ευθύνονται γιατί παρέλειψαν ή/και αμέλησαν ή/και αδιαφόρησαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να τηρείται μέσα στο Στρατόπεδο του ΚΕΝ Πάφου ο νόμος και η τάξη και ώστε να προστατεύεται η ασφάλεια και η σωματική ακεραιότητα των εκτελούντων διατεταγμένη υπηρεσία μέσα στο Στρατόπεδο του ΚΕΝ Πάφου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ενάγων. β. ΟΙ Εναγόμενοι ευθύνονται γιατί παρέλειψαν ή/και αμέλησαν ή/και αδιαφόρησαν να εξασφαλίσουν ασφαλείς συνθήκες υπηρεσίας ή/και εργασίας των εκτελούντων διατεταγμένη υπηρεσία μ΄σα στο Στρατόπεδο του ΚΕΝ Πάφου, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ενάγων.» O εναγόμενος αρνείται την ευθύνη για την επίθεση που υπέστη ο ενάγοντας και έχει προβάλει την δικογραφημένη υπεράσπιση ότι ο ενάγοντας ευθύνεται για πρόκληση του επεισοδίου με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ως ακολούθως: «
- Είναι ισχυρισμός του Εναγόμενου ότι πλήρη ή έστω αποφασιστικό βαθμό ευθύνης φέρει ο Ενάγων ο οποίος :- Λεπτομέρειες αμέλειας ή/και πράξεων ή/και παραλείψεων του Ενάγοντος: I. Προκάλεσε ο ίδιος το επεισόδιο. II. Υπήρξε προκλητικός και ιταμός. III. Επιτέθηκε στους στρατιώτες τους οποίες είχε καθήκον ή/και αυξημένο καθήκον ή/και ευθύνη απέναντί τους ή/και ειδική σχέση. IV. Ενώ διαπίστωσε ότι υπήρχε τεταμένη ατμόσφαιρα δεν υποχώρησε αλλά υποδαύλισε αυτήν.» Περαιτέρω, είναι δικογραφημένος ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος δεν έχει το καθήκον και ευθύνη να προστατεύσει τον ενάγοντα από παράλογες συμπεριφορές που ο ίδιος προκάλεσε κατά την διάρκεια που εκτελούσε καθήκοντα εκπαιδευτή. Επίσης είναι δικογραφημένος ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα για να προστατεύσει τον ενάγοντα όμως η βιαιοπραγία των στρατιωτών μεταξύ τους την δεδομένη στιγμή δεν ήταν εύλογα προβλεπτή. Διά να υπολογισθεί το ύψος των αποζημιώσεων στην περίπτωση που το κράτος κριθεί υπεύθυνο για το δυστύχημα του ενάγοντα έγινε παραδεκτό το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που ετοιμάσθηκε για τον ενάγοντα, τεκμήριο 1.1 καθώς και παραδεκτό έγινε το περιεχόμενο του ιατρικού φακέλου του ενάγοντα κατά την διάρκεια της νοσηλείας του τεκμήριο
- Παρατίθεται πιο κάτω το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1.1 το οποίο περιέχει ακριβή περιγραφή της κλινικής κατάστασης του ενάγοντα καθώς και το ιστορικό της νοσηλείας και περίθαλψης του. (τεκμηριο 1.1) «Ο πιο πάνω ασθενής διεκομίσθη στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου στις 17.11.
- Εισήχθη στην Ορθοπεδική Κλινική λόγω κατάγματος βάσης πρώτου μετακάρπιου δεξιάς άκρας χειρός. Έγινε οστεοσύνθεση με τρεις διαδερμικές βελόνες. Παρέμεινε στην κλινική μέχρι τις 19.11.
- Ο ασθενής επισκεπτόταν σε τακτικά χρονικά διαστήματα τα εξωτερικά ορθοπεδικά ιατρεία. Οι βελόνες αφαιρέθηκαν περίπου 5 εβδομάδες μετά και ακολούθησε φυσιοθεραπεία. Η αποθεραπεία του εξελίχθηκε ομαλά.» A. Γενικοί Κανόνες Αξιολόγησης της μαρτυρίας Άκουσα την μαρτυρία του ενάγοντα και του πατέρα του. Ενώ εκ μέρους του εναγομένου μαρτύρησε μόνο ο ανακριτής που διόρισε η Εθνική Φρουρά για να ερευνήσει το επεισόδιο κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο ενάγοντας. Έχω αξιολογήσει την μαρτυρία όλων των μαρτύρων ειδικά και συγκεκριμένα. Γενικά έλαβα υπόψη και τους ακόλουθους παράγοντες αξιολόγησης της μαρτυρίας.
- Αξιολόγησα την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα τόσο για το αξιόπιστο της μαρτυρίας του όσο και για την βαρύτητα που θα έπρεπε να προσδώσω στην συγκεκριμένη μαρτυρία.
- Έλαβα υπόψη μου κάθε στοιχείο της υπόλοιπης μαρτυρίας που τείνει να επιβεβαιώνει ή να διαψεύδει την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα.
- Έλαβα υπόψη μου την ικανότητα και την ευκαιρία του κάθε μάρτυρα να γνωρίζει, να δει και να ακούσει εκείνο που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει, είδε και άκουσε.
- Έλαβα υπόψη την ικανότητα να θυμάται και να μεταφέρει δια ζώσης εκείνο ή εκείνα τα σημεία για τα οποία έδωσε μαρτυρία.
- Έλαβα υπόψη μου τον χαρακτήρα και την ποιότητα της μαρτυρίας καθώς και την συμπεριφορά του μάρτυρα στο εδώλιο του μάρτυρα.
- Έλαβα υπόψη μου την ύπαρξη ή την μη ύπαρξη προκατάληψης, συμφέροντος ή άλλο κίνητρο που μπορεί να είχε ο μάρτυρας να ισχυριστεί εκείνα για τα οποία έδωσε μαρτυρία.
- Έλαβα υπόψη και προηγούμενες δηλώσεις συνεπής ή αντιφατικές με την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα. B. Μαρτυρία του ενάγοντα Η εκδοχή του ενάγοντα ήταν ως ακολούθως: Ο ενάγοντας αποσπάστηκε στο κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων οπλιτών Πάφου για να εκτελέσει καθήκοντα εκπαιδευτή και είχε κατά τον επίδικο χρόνο τον βαθμό του Λοχία. Στις 16.11.2010 ορίσθηκε υπεύθυνος της διμοιρίας για την εκτέλεση καθηκόντων σε σχέση με την καθαριότητα των τουαλετών. Οι μισοί στρατιώτες της διμοιρίας δεν παρουσιάσθηκαν για να εκτελέσουν τα καθήκοντα καθαριότητας. Διά να διατηρηθεί η πειθαρχία του στρατού ο ενάγοντας θεώρησε ορθό όπως αναφέρει στο Λοχαγό του εκείνους τους στρατιώτες που δεν είχαν παρουσιασθεί για τα συγκεκριμένα καθήκοντα. Επειδή ανέφερε τους στρατιώτες κάποιοι από αυτούς τον απείλησαν. Την ίδια ημέρα, κατά τις πέντε το απόγευμα, και πάλι του ανατέθηκε η ευθύνη της διμοιρίας, δηλαδή τη μετακίνηση των στρατιωτών μέχρι το στρατόπεδο. Οι στρατιώτες ήταν σε παράταξη αλλά ο ενάγοντας πρόσεξε ότι κάποιοι δεν είχαν τον κατάλληλο ρουχισμό και εξοπλισμό, δηλαδή δεν είχαν μπέρκη, άρβυλα, καθώς και παρουσίαζαν απειθάρχητη συμπεριφορά. Όλα αυτά ήταν εις γνώση του Λοχαγού που είχε οπτική επαφή μαζί τους μέχρι την στιγμή της μεταβολής, όμως, δεν παρενέβη και τους επέτρεψε να συμμετέχουν στην πεζοπορία. Κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας κάποιοι στρατιώτες, δηλαδή, αυτοί που τους είχε αναφέρει στον Λοχαγό, εκφράσθηκαν μεγαλοφώνος εναντίον του με τις φράσεις «πουστοπαφίτες», «να έχω τον βίλλο να με αναφέρει». Ο ενάγοντας αντιλήφθηκε ότι αυτά τα σχόλια αφορούσαν το πρόσωπό του, και προκειμένου και πάλι να διατηρηθεί η πειθαρχία του στρατού, πλησίασε αυτούς που μιλούσαν μ' αυτόν τον τρόπο με σκοπό και πάλι να τους αναφέρει. Όταν πλησίασε ένας στρατιώτης επιχείρησε να του επιτεθεί και τον τράβηξαν πίσω οι άλλοι. Ο ενάγοντας του είπε «σκέφτηκες αυτό που θα κάνεις;», στη συνέχεια αριθμός στρατιωτών άρχισαν να του επιτίθενται. Από τα πολλά κτυπήματα ανέφερε ότι του έσβησαν τα φώτα και έπεσε στο έδαφος. Αμυνόμενος χρησιμοποίησε το χέρι του που ήταν ήδη σε γύψο από άλλο κτύπημα για να προστατεύσει το κεφάλι του. Οι στρατιώτες κτύπησαν το χέρι αυτό μέχρι και ο γύψος διαλύθηκε και επίσης όταν ήταν στο έδαφος τον κλωτσούσαν στο σώμα. Κατά την αντεξέταση αναδείχθηκαν οι αντιφάσεις μεταξύ αυτής της εκδοχής και της εκδοχής που πρόβαλε κατά την διάρκεια της στρατιωτικής ανάκρισης στις 22.11.2010 (τεκμήριο 8), καθώς και μίας άλλης γραπτής αναφοράς του επεισοδίου που είχε συντάξει ο ενάγοντας και είχε αποστείλει στον στρατό (βλ. τεκμήριο 6). Ενόρκως δεν μπορούσε να θυμηθεί τα ονόματα των στρατιωτών που του είχαν επιτεθεί και απειλήσει προηγουμένως, ενώ στην κατάθεση του τους είχε κατονομάσει και είχε εξειδικεύσει το ρόλο που διαδραμάτισαν αυτά τα πρόσωπα στο επεισόδιο. Ενόρκως, δεν μπορούσε να δώσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για τον προηγούμενο του τραυματισμό, πότε έγινε, ποιος το περιέθαλψε και εάν υπήρχε κάταγμα, όμως, στην κατάθεση του ανέφερε ότι είχε υποστεί κάταγμα στο χέρι και γι' αυτό βρισκόταν σε γύψο. Στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι δεν θυμάται κατά το επεισόδιο αν και ο ίδιος είχε κτυπήσει κάποιο, ενώ ενόρκως ήταν κατηγορηματικός ότι βρισκόταν συνεχώς σε αυτοάμυνα και ότι το χέρι στον γύψο το χρησιμοποιούσε μόνο για να προστατεύσει το κεφάλι του. Παρά την ύπαρξη αυτών αντιφάσεων, σε γενικές γραμμές η αρχική του εκδοχή ήταν συνεπής με την εκδοχή και σειρά των γεγονότων που είχε προβάλει και μεταγενέστερα. Όμως κρίνω ότι σκόπιμα υποβάθμισε τον ρόλο που έπαιξε η δική του συμπεριφορά στην πρόκληση του επεισοδίου. Κατά την άποψή μου η μνήμη του για τις λεπτομέρειες ήταν επιλεκτική. Δέχομαι ότι μεγάλο χρονικό διάστημα έχει περάσει από το επεισόδιο αλλά δεν είναι λογικό να μην θυμάται γιατί και για ποιο λόγο το χέρι του ήταν σε γύψο πριν το επεισόδιο. Οπότε δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια του ενάγοντα σε σχέση με το επεισόδιο, αλλά κρίνω ότι επιχείρησε να υποβαθμίσει τον δικό του ρόλο στην πρόκληση του επεισοδίου καθώς και να υποβαθμίσει το γεγονός ότι ήταν ήδη τραυματισμένος σοβαρά στο χέρι. Ενόρκως δεν ξεκαθάρισε επακριβώς πως άρχισε η επίθεση, πως κατέληξε στο έδαφος, ως και επίσης να εξηγήσει πως ακριβώς τον κτύπησαν στο χέρι, με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί το κάταγμα αφού θέση του ήταν ότι δεν υπήρχε κάταγμα προηγουμένως. Δέχομαι όμως ότι του επιτέθηκαν πολλοί, ενώ αυτός ήταν ένας. Δέχομαι ότι η αιτία για να επισυμβεί το επεισόδιο ήταν η εξύβριση που έκαναν άλλοι στρατιώτες μεγαλοφώνως με σκοπό να τον προκαλέσουν. Δέχομαι, επίσης, ως λογικό και αληθινό το επιχείρημα του ενάγοντα ότι δεν είναι ο ίδιος που ξεκίνησε την επίθεση αφού θα είχε συνέπειες εάν έκανε κάτι τέτοιο ως εκπαιδευτής, και δεύτερο, αυτός ήταν ένας και αυτοί πολλοί με το χέρι του σε γύψο . Απορρίπτω, όμως την θέση του ότι αφού είχε δεχθεί επίθεση από άλλους περιορίσθηκε σε ενέργειες που αποσκοπούσαν στην αυτοάμυνα. Η εκδοχή του ενάγοντα πρέπει να αξιολογηθεί και με αναφορά στο ανακριτικό υλικό που περισυνέλεξε ο μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση, ο ερευνών λειτουργός της Εθνικής Φρουράς για το επεισόδιο. Ως τεκμήριο 7 κατατέθηκε αριθμός καταθέσεων των εμπλεκομένων και παρευρισκόμενων στρατιωτών κατά το επεισόδιο. Υπήρχε μαρτυρία ενός εκ των εμπλεκομένου στρατιωτών, Σεραφείμ Σεραφείμ, ότι ο ενάγοντας τον κτύπησε μία φορά στο κεφάλι με το γύψο με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Στην συνέχεια και ενώ ήταν πεσμένος στο έδαφος ο ενάγοντας τον ξανακτύπησε με το γύψο. Αυτή η μαρτυρία καθώς και όλη η μαρτυρία που καταγράφεται στις 14 καταθέσεις που αποτελούν το τεκμήριο 7 είναι εξ' ακοής μαρτυρία. Παρόλο που πρόκειται για γραπτές καταθέσεις και ο ΜΥ1 μαρτύρησε θετικά ότι πρόκειται για γνήσιες και ολοκληρωμένες καταθέσεις των προσώπων που έδωσαν τις καταθέσεις, αυτές είναι εξ' ακοής μαρτυρία, και η αξιολόγηση αυτής της μαρτυρίας διέπεται από το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως ακολούθως: «27.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η μαρτυρία περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο μέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής μαρτυρία, φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της μαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της μαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε». H πλευρά της υπεράσπισης δεν έδωσε κανένα λόγο για το γεγονός ότι δεν κλήθηκαν τα πρόσωπα που έκαναν τις αρχικές δηλώσεις των καταθέσεων. Ήταν εφικτό να κληθούν όλα ή κάποια από αυτά τα άτομα για να αντεξετασθούν σε σχέση με το περιεχόμενο των δηλώσεων τους. Αναμφίβολα, θα πρέπει να δοθεί λιγότερη σημασία και βαρύτητα στις δηλώσεις των προσώπων που ήταν εμπλεκόμενοι στον αρχικό καβγά εξαιτίας ελατηρίων να μην πουν την αλήθεια. Περισσότερη βαρύτητα μπορεί να δοθεί στις καταθέσεις των δύο εκπαιδευτών που ήταν παρόντες στο επεισόδιο, και που έσπευσαν να απομακρύνουν τον ενάγοντα από τον όχλο στρατιωτών που τον κτυπούσαν. Οι δύο εκπαιδευτές Μάριος Παλάτες και Άγγελος Χρίστου επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ήταν πεσμένος στο έδαφος και όχλος στρατιωτών τον κτυπούσαν και τον κλωτσούσαν. Αναμφίβολα σ' αυτό το στάδιο του επεισοδίου ο ενάγοντας ενεργούσε σε αυτοάμυνα, και ενισχύεται η εκδοχή του ότι χρησιμοποίησε το χέρι με το γύψο προς προστασία του και όχι για να επιτεθεί. Γ. Μαρτυρία του πατέρα O Σωτήρης Κωστή, ο ΜΕ2, είναι ο πατέρας του ενάγοντα. Δέχομαι ότι ως πατέρας του ενάγοντα είναι φυσιολογικό να θέλει να βοηθήσει τον ενάγοντα για την διεκδίκηση αποζημιώσεων. Όμως, δεν θεωρώ ότι κατέφυγε σε αναλήθειες προκειμένου να διαστρεβλώσει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Το πιο σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του ήταν οι επιστολές που έγραψε στο Υπουργείο Άμυνας, προκειμένου η αναρρωτική άδεια του ενάγοντα να υπολογισθεί έναντι της στρατιωτικής του θητείας. Ήταν θέση του ότι το Υπουργείο Άμυνας πράγματι αναγνώρισε την αναρρωτική άδεια ως μέρος της θητείας του ενάγοντα και γι' αυτό απολύθηκε από το στρατό νωρίτερα. Η θέση του ΜΕ2 και του ενάγοντα επί αυτού του σημείου υποστηρίζεται από το τεκμήριο 1.3 από το οποίο προκύπτει ότι ο ενάγοντας απολύθηκε από το στρατό, και θεωρήθηκε ότι εκπλήρωσε την υποχρεωτική του θητεία στις 13 Αυγούστου
- Το μόνο σημείο για το οποίο ο ΜΕ2 θεωρώ ότι δεν ήταν ικανοποιητικά αποκαλυπτικός είναι να αναφέρει στο Δικαστήριο τι του είχε πει ο ενάγοντας σε σχέση με το προηγούμενο ατύχημα που υπέστη με αποτέλεσμα το χέρι του την ημέρα της επίθεσης να είναι σε γύψο. Δύσκολα μπορώ να αποδεχθώ ότι ο ενάγοντας δεν εκμυστηρεύθηκε στον πατέρα του τι συνέβηκε με αποτέλεσμα το χέρι του να ήταν τραυματισμένο. Με εξαίρεση αυτό το σημείο εις το οποίο δεν ήταν καθόλου βοηθητικός τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα. Ήταν θετικός αυθόρμητος και τα πλείστα από όσα ανέφερε επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητη μαρτυρία όπως το απολυτήριο του στρατού καθώς τον ιατρικό φάκελο του νοσοκομείου. Σε σχέση με το ζήτημα της πρόωρης απόλυσης του ενάγοντα χωρίς να πραγματοποιήσει όλη την υποχρεωτική στρατιωτική του θητεία κρίνω ότι είχα ενώπιον μου ικανοποιητική μαρτυρία για να διαπιστώσω ότι κρίθηκε να εκπλήρωσε την στρατιωτική του θητεία με πιστοποιητικό που του χορηγήθηκε στις 13.8.
- Δεν έχει άδικο ο ενάγοντας και ο πατέρας του να κάνουν νοητικούς συνειρμούς ότι απολύθηκε πρόωρα από την θητεία του εξαιτίας του επεισοδίου της επίθεσης αφού οι ίδιοι είχαν αποταθεί για κάτι τέτοιο σε επιστολές που είχαν στείλει στην Εθνική φρουρά και αφού ήγειραν αγωγή εναντίον του εναγόμενου για τον συγκεκριμένο λόγο. Όμως δεν θεωρώ ότι αποδείχθηκε ότι η έκδοση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού απόλυσης την συγκεκριμένη στιγμή και κάτω από τις δοσμένες συνθήκες συνιστά παραδοχή ή ανάληψη της ευθύνης για το δυστύχημα από την Εθνική Φρουρά. Είναι λάθος και αβάσιμο το επιχείρημα του ενάγοντα ότι αυτό το έγγραφο δημιουργεί τετελεσμένα δεδομένα σε σχέση με την ανάληψη ευθύνης σε σχέση με το συγκεκριμένο επεισόδιο. Ούτε και βέβαια το λαμβάνω υπόψη μου ως παραδοχή άμεση ή έμμεση της Δημοκρατίας σε σχέση με το όλο επεισόδιο. Δ. Μαρτυρία του εναγόμενου. Μοναδικός μάρτυρας που κλήθηκε για την υπεράσπιση ήταν ο Λοχαγός Παύλος Χρίστου, ο ΜΥ1, ο οποίος διορίστηκε από τον Διοικητή του ΚΕΝ Πάφου, ως ανακριτής σε σχέση με το περιστατικό τραυματισμού του ενάγοντα. Στα πλαίσια της ανάκρισης έλαβε σειρά καταθέσεων από παρευρισκομένους κατά το επεισόδιο. Έλαβε καταθέσεις από 3 εκπαιδευόμενους στρατιώτες που σύμφωνα με την μαρτυρία που είχε περισυλλέξει ήταν τα πρόσωπα είχαν συμμετέχει στο επεισόδιο. Αυτά τα πρόσωπα ήταν ο Πέτρος Γιαννή, Σεραφείμ Σεραφείμ και ο Αγισηλάου Αγισηλάου. Αυτά τα πρόσωπα ήταν ανάμεσα στους στρατιώτες που δεν παρουσιάσθηκαν κατά τα καθήκοντα καθαριότητας των αφοδευτηρίων και τους έκανε αναφορά ο ενάγοντας. Οι εκδοχές αυτών των προσώπων ως οι καταθέσεις του διαφέρουν ως προς τις λεπτομέρειες μεταξύ τους, όμως, η ουσία είναι ότι και οι τρεις αναφέρουν ότι ο ενάγοντας προκάλεσε καβγά, που εξύβρισε και του είχε επιτεθεί πρώτος στο επεισόδιο. Λήφθηκαν καταθέσεις από εκπαιδευτές που ήταν παρόντες στην πορεία προς το εκπαιδευτήριο και/ή πλησίον κατά την έναρξη του συμβάντος και που έτρεξαν να δουν τι έγινε. Αυτοί κατέθεσαν ότι είδαν πολλούς να επιτίθενται στον ενάγοντα σαν όχλο και ο ενάγοντας να είναι πεσμένος στο έδαφος. Αυτοί οι εκπαιδευτές έσπευσαν να απομακρύνουν τον ενάγοντα από τον όχλο για να τον σώσουν από επιπρόσθετη επίθεση. Υπήρχαν κάποιοι εκπαιδευόμενοι που ήταν παρόντες και ανέφερε ότι ο ενάγοντας ήταν επιθετικός και ότι γύρευε πρόσωπα να τους επιτεθεί κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Όμως υπήρχαν και κάποιοι εκπαιδευόμενοι που είχαν αναφέρει ότι ο ενάγοντας είχε εμπλακεί σε καβγά αλλά από την στιγμή που έπεσε στο έδαφος ακολούθησε ανελέητη επίθεση από όχλο στρατιωτών εναντίον του. Όλοι ανέφεραν ότι η επίθεση/καβγάς σταμάτησε οριστικά μόνο όταν ο Διοικητής επενέβηκε. Ο ΜΥ1, εξήγησε ότι δεν ήταν δυνατόν να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με το ποιος άρχισε την εξύβριση με αποτέλεσμα να προκληθεί καβγάς. Όμως, παρά τις διιστάμενες μαρτυρίες που λήφθηκαν από την σκηνή του συμβάντος, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας συμμετείχε στον καβγά και ότι δεν ενεργούσε αποκλειστικά σε αυτοάμυνα. Ο ενάγοντας καθώς και οι τρεις εκπαιδευόμενοι που είχαν εμπλακεί στο επεισόδιο είχαν ανακριθεί ως ύποπτοι. Ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι ο ενάγοντας σωστά είχε αναφέρει τους τρεις στρατιώτες που δεν παρουσιάσθηκαν στα καθήκοντα καθαριότητας των αφοδευτήριων και δέχθηκε ότι η αναφορά δυνατόν να δημιουργούσε αισθήματα θυμού κατά του ενάγοντα εξαιτίας των συνεπειών της αναφοράς. Παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το ποιος και πως προκλήθηκε το όλο επεισόδιο αλλά και κατά πόσο ο ενάγοντας έλεγε την αλήθεια ότι χρησιμοποιούσε το χέρι του με το γύψο σε αυτοάμυνα κατηγόρησε τους τρεις εκπαιδευόμενους για βιαιοπραγία κατά του ανωτέρου και κατηγόρησε τον ενάγοντα για βιαιοπραγία κατά των τριών κατωτέρων. Ο ΜΥ1, δεν έκανε ευρήματα στα πλαίσια της ανάκρισης του σε σχέση με το χρόνο που χρειάστηκε από την αρχή του επεισοδίου μέχρι την στιγμή που επενέβηκε ο Διοικητής για να τερματίσει οριστικά τις βιαιοπραγίες. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τις μαρτυρίες που περισυνέλλεξε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι παρών στο επεισόδιο ήταν οι δυο εκπαιδευτές, Μάριος Παλάτες και Σάββας Ιωάννου, που δεν ήταν κατά τον επίδικο χρόνο μόνιμοι στρατιώτες αλλά κληρωτοί στρατιώτες. Ο τρίτος εκπαιδευτής που ήταν Λοχίας μόνιμος στρατιωτικός αποσπασμένος στο ΚΕΝ Πάφου δεν ήταν παρών αλλά συνόδευε τον Λόχο διότι βρισκόταν στην είσοδο του στρατοπέδου και άκουσε τις φωνές. Όμως η συνολική απόσταση της πορείας ήταν περίπου 500 μέτρα συνεπώς, αυτός ο εκπαιδευτής που ήταν και μόνιμος στρατιωτικός ήταν αρκετά κοντά στον Λόχο. Αυτό προκύπτει και συμπερασματικά από το γεγονός ότι άκουσε τις φωνές των εμπλεκομένων όταν άρχισε ο καβγάς. Σε κοντινή απόσταση ήταν και ο Διοικητής. Παρευρέθηκε στη σκηνή του συμβάντος ο Διοικητής του Λόχου Ίλαρχος Ανδρέας Κυριάκου, ο οποίος ανέφερε ότι πήρε αναφορά από τον Λόχο για νυκτερινή εκπαίδευση στις 5.30μ.μ., και μετά έστειλε τον Λόχο στο χώρο εκπαίδευσης με επικεφαλή των διμοιριών κληρωτούς Υπαξιωματικούς. Αυτός δεν ήταν παρών όταν εκδηλώθηκε το βίαιο επεισόδιο, αλλά το άκουσε μετά από λίγα λεπτά διότι ήταν μέσα στο γραφείο του. Περαιτέρω, από διάφορες μαρτυρίες που λήφθηκαν, προκύπτει ότι η πορεία προς τον χώρο της εκπαίδευσης ξεκίνησε γύρω στις 5.15μ.μ.. Ο ΜΥ1 κατηγόρησε τους τέσσερεις στρατιώτες για βιαιοπραγία για επεισόδιο που έγινε. Ο ΜΥ1 κατέθεσε λεπτομερή κατάλογο, το τεκμήριο 6, όλων των μόνιμων Αξιωματικών και στρατιωτών που ήταν παρόντες στο στρατόπεδο εκείνο το βράδυ. Όμως, κανένα από αυτά τα πρόσωπα, σύμφωνα με την μαρτυρία που περισυνέλλεξε ο ΜΥ1, δεν ήταν παρών για να συνοδεύσει τον Λόχο που απαρτίζετο από εκπαιδευόμενους στρατιώτες στο χώρο της εκπαίδευσης εκτός του στρατοπέδου. Το επεισόδιο συνέβηκε μεταξύ του κτιρίου διαβίωσης του Λόχου και των εστιατορίων, και παρόντες ήταν εκπαιδευτές που ήταν κληρωτοί στρατιώτες αλλά και εκπαιδευόμενοι στρατιώτες, επίσης, κληρωτοί στρατιώτες. Η απόσταση του χώρου εκπαίδευσης από τον χώρο της αναφοράς ήταν 500μ. Ο ΜΥ1, ανέφερε ότι είναι κάτι το συνηθισμένο και προβλεπτό ότι θα υπάρχουν προστριβές μεταξύ των στρατιωτών του Λόχου. Κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχαν τρεις εκπαιδευτές, συμπεριλαμβανομένου και τον ενάγοντα, κληρωτοί στρατιώτες παρόντες για να συνοδεύσουν τον Λόχο που αποτελείτο από αριθμό διμοιριών και να τηρούν την τάξη και πειθαρχία. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία από τον ενάγοντα ότι οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτές δεν είχαν την πείρα ή τις γνώσεις να επιβλέπουν την πορεία των στρατιωτών από το στρατόπεδο μέχρι το εκπαιδευτήριο. Ο ΜΥ1, έκρινε ότι υπαιτιότητα για το συμβάν δεν βαραίνει την υπηρεσία, επειδή δεν ήταν δυνατόν η υπηρεσία να αστυνομεύει τον κάθε στρατιώτη ξεχωριστά ώστε να αποφευχθούν καβγάδες. Με την πιο πάνω θέση έμμεσα δέχθηκε ως γεγονός ότι καβγάδες και προστριβές είναι κάτι το συνηθισμένο στο εκπαιδευτικό κέντρο ΚΕΝ Πάφου που φιλοξενεί μεγάλο αριθμό μαθητευόμενων κληρωτών στρατιωτών από όλα τα μέρη της Κύπρου. Παράλληλα αποποιήθηκε με τα λεγόμενα του ότι ο στρατός στον οποίο και υπηρετεί έχει ειδικό καθήκον να προστατεύει τα μέλη του από επικίνδυνες και εσκεμμένες ενέργειες τρίτων προσώπων παρόλο που οι κληρωτοί στρατιώτες είναι υπόχρεοι να υπηρετήσουν στον στρατό, είναι υπόχρεοι να διαμένουν στον χώρο της εκπαίδευσης τους και υπόκεινται σε καθήκοντα που οφείλουν υποχρεωτικά να εκτελέσουν ώστε να εκπληρωθεί ο σκοπός του στρατού δηλαδή να παράγει μία νέα σειρά από εκπαιδευμένους και πειθαρχημένους στρατιώτες για να υπηρετήσουν στην εθνική φρουρά. Περαιτέρω, άλλος λόγος είναι επειδή ο ενάγοντας, ο οποίος βρισκόταν εκείνη την ώρα σε διατεταγμένη υπηρεσία δεν έδρασε ως όφειλε αλλά έγινε και ο ίδιος επιθετικός και επιζητούσε από στρατιώτες που τον έβρισαν τον λόγο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει καβγάς και να κτυπηθούν μεταξύ τους. Ο ΜΥ1, διευκρίνισε ότι αυτό που έπρεπε να είχε γίνει είναι να μην σταματήσει ο ενάγοντας την διμοιρία όταν άκουσε τις εξυβρίσεις και να κάνει αναφορά στον Διοικητή για την συμπεριφορά των εκπαιδευομένων στρατιωτών της διμοιρίας. Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό ότι η επίθεση οφείλεται σε ενέργειες του ενάγοντα επειδή ήταν επιθετικός, έχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί τέτοιο συμπέρασμα δεν υποστηρίζεται από την δοθείσα μαρτυρία. Το μαρτυρικό υλικό που περισυνέλλεξε περιέχει διισταμένες εκδοχές. Οι μάρτυρες που υποστήριξαν την εκδοχή ότι ο ενάγοντας είναι το πρόσωπο που προκάλεσε το επεισόδιο προέρχονται από τον κύκλο των τριών στρατιωτών που επιτέθηκαν και διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επίθεση του ενάγοντα. Οι μάρτυρες που μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν αμερόληπτοι, ήτοι εκπαιδευτές που ήταν παρόντες περιέγραψαν μία ανελέητη επίθεση πολλών κατά του ενάγοντα. Εξάλλου όπως εξήγησα πιο πάνω κανείς από τους παρευρισκόμενους μάρτυρες δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο για μαρτυρία. Όμως όπως εξήγησα και πιο πάνω η εκδοχή του ενάγοντα σε σχέση με τα γεγονότα δεν είναι απόλυτα συνεπής με την κατάθεση του και είναι εύρημα μου ότι δεν περιορίσθηκε καθ΄όλη την διάρκεια του καβγά σε αυτοάμυνα αλλά και αυτός επιτέθηκε, τουλάχιστον αρχικά, σε τρίτους. Για τους λόγους που εξήγησα, πιο πάνω, δέχομαι ότι πρώτα του επιτέθηκαν άλλοι και ότι και αυτός δεχόμενος την αρχική επίθεση δεν περιορίσθηκε σε κινήσεις αυτοάμυνας. Επίσης είναι συμπέρασμα μου ότι στο τέλος το επεισόδιο εξελίχθηκε σε ανελέητη επίθεση κατά του προσώπου του. Σε σχέση με το δεύτερο ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας όφειλε να συνεχίσει την πορεία και ότι έπραξε λάθος όταν την σταμάτησε για να αναζητήσει τον υπαίτιο για τα υβριστικά σχόλια, αυτή η θέση έρχεται σε αντίθεση με την θέση του ενάγοντα ότι ο λόγος που σταμάτησε τον λόχο και αναζήτησε αμέσως τον υπαίτιο τον υβριστικών σχόλιων είναι δια να τηρηθεί η τάξη και η πειθαρχία του Λόχου κατά την διάρκεια της πορείας. Ο ΜΥ1 δεν εξήγησε γιατί ήταν ορθό ο ενάγοντας να συνεχίσει την πορεία παρόλο που επικρατούσε αναρχία μεταξύ των στρατιωτών κατά την διάρκεια της πορείας. Περαιτέρω, μιλούσε εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων διότι γνωρίζει ότι η παρέμβαση του ενάγοντα την δεδομένη στιγμή προκάλεσε τα συγκεκριμένα αποτελέσματα. Δεν μπορεί να γνωρίζει τι θα συνέβαινε εάν η πορεία συνέχιζε, με δεδομένο ότι επικρατούσαν συνθήκες απειθαρχίας, κατά πόσο θα ακολουθούσε εκτροχιασμός της συμπεριφοράς των στρατιωτών ενώ συνέχιζε η πορεία. Περαιτέρω, δεν είναι βέβαιο ότι ο ενάγοντας θεώρησε ότι το καθήκον του την δεδομένη στιγμή ήταν να σταματήσει την πορεία για να επιβάλει πειθαρχία και τάξη. Δεν περιορίσθηκε στο να διακόψει την πορεία αλλά κατευθύνθηκε μέσα στον Λόχο προς τα πρόσωπα που θεωρούσε ότι είχαν προβεί στα υβριστικά σχόλια για το πρόσωπο του και ζητούσε τον λόγο. Οπότε δεν φαίνεται να ενήργησε σύμφωνα με οδηγίες του Διοικητή σε σχέση με την πορεία ως εκπαιδευτής την δεδομένη στιγμή. Από την άλλη η υπεράσπιση δεν απέδειξε ότι ο ενάγοντας την δεδομένη στιγμή παρέβηκε συγκεκριμένη εντολή ώστε στην συνέχεια να διαπιστωθεί εξαιτίας συγκεκριμένης παράβασης ότι είναι υπαίτιας για την επίθεση που υπέστη. Θέση του ΜΥ1 ήταν ότι η υπηρεσία δεν ήταν υπαίτια για το περιστατικό, διότι μέχρι την στιγμή της αναφοράς δεν υπήρχε ανησυχία ανάμεσα στους στρατιώτες, και ο ενάγοντας δεν είχε αναφέρει τις απειλές που δέχθηκε από εκπαιδευόμενους στρατιώτες για την αναφορά που έγινε την ίδια ημέρα κατά το μεσημέρι. Είναι επίσης θέση του ότι ο στρατός δεν ευθύνεται διότι ο τέταρτος επικεφαλής εκπαιδευτής ήταν στην είσοδο του στρατοπέδου και τους ανέμενε να τους κατευθύνει στον χώρο της εκπαίδευσης. Κατά την αντεξέταση έγινε αντιληπτό από τα λεγόμενα του μάρτυρα ότι οι τρεις εκπαιδευόμενοι αλλά και ο ενάγοντας ήταν γνωστό στην υπηρεσία ότι ήταν ταραχοποιοί. Ο τρόπος που το έθεσε, ήταν ότι δεν του προκάλεσε έκπληξη ότι οι συγκεκριμένοι στρατιώτες είχαν εμπλακεί σε καβγά. Επομένως, ήταν γνωστό στην υπηρεσία ότι στο Λόχο υπήρχαν πρόσωπα που δυνατόν να προκαλούσαν προστριβές ανάμεσα στα μέλη του Λόχου. Ο μάρτυρας αυτός, έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι στους στρατιώτες δόθηκαν συγκεκριμένες εντολές κατά την αναφορά που προηγήθηκε της πορείας, και θεωρήθηκε ότι υπήρχε επίβλεψη του Λόχου διά των εκπαιδευτών κατά τη διάρκεια της μικρής διάρκειας πορείας. Όμως, ο Λόχος αποτελείτο όχι από μόνιμους ή εκπαιδευμένους στρατιώτες αλλά από κληρωτούς και εκπαιδευόμενους στρατιώτες. Ενόψει αυτού του στοιχείου, οι αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς όφειλαν να κάνουν ανάλυση προβλεπτών κινδύνων για να τα αποφύγουν καθώς και να θέσουν σε εφαρμογή σύστημα εργασίας που να διαφυλάττει τους κληρωτούς στρατιώτες από προβλεπτούς κινδύνους. Παρόλο που υπήρχαν διιστάμενες εκδοχές σε σχέση με το συμβάν, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις, οι τρεις εκπαιδευόμενοι στο επεισόδιο παρουσίασαν τον ενάγοντα ως θήτη στον καβγά. Ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι οι περισσότεροι που ανακρίθηκαν δεν ήθελαν να εμπλακούν στην υπόθεση. Παρόλο τούτου, δεν επεξήγησε γιατί επέλεξε να τους κατηγορήσει και τους τέσσερεις για βιαιοπραγία εφόσον, ήταν δύσκολο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το περιστατικό γιατί υπήρχαν διιστάμενες εκδοχές. Ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει το συμπέρασμά του ότι δεν είναι γνωστό ποιος άρχισε να εξυβρίζει πρώτα. Δέχομαι ως αξιόπιστη την μαρτυρία του ΜΥ1 ότι δεν επικρατούσε ανησυχία, η πορεία εξελισσόταν κανονικά. Επίσης είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι ο ενάγοντας πλησίασε τον εκπαιδευόμενο Πέτρο Γιαννή διά μέσω της διμοιρίας για να του ζητήσει το λόγο. Θεωρώ λογική την θέση του ΜΥ1 να απορρίψει την εκδοχή της αυτοάμυνας ενόψει της κατάθεσης του ενάγοντα και των διιστάμενων εκδοχών άλλων στρατιωτών που ήσαν παρόντες. Όμως δεν προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην μαρτυρία των τριών εκπαιδευτών και στην μαρτυρία ότι αρκετοί είχαν κτυπήσει και επιτεθεί στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει στο έδαφος. Επίσης, δεν έδωσε λόγο γιατί ο ενάγοντας επιλέγηκε να κρατάει την τάξη ως επικεφαλής της διμοιρίας εκπαιδευόμενων στρατιωτών, ενώ το χέρι του ήταν ήδη σε γύψο και τραυματισμένο. Ε. Πραγματικά ευρήματα Όπως υπέδειξα πιο πάνω, δυνατόν ο ενάγοντας να έχει υποβαθμίσει το δικό του ρόλο σε σχέση με την πρόκληση του επεισοδίου, παρόλο τούτο, τον θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα. Τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν εν μέρη από την αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα από τις διαπιστώσεις του ανακριτή και από τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τους παρευρισκομένους, στο βαθμό που το περιεχόμενο των καταθέσεων δεν συγκρούεται καταφανώς με την εκδοχή που πρόβαλε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο είναι ως ακολούθως: Ο ενάγοντας, προέβη σε αναφορά των τριών στρατιωτών που απέφυγαν να παρουσιασθούν σε καθήκον καθαριότητας των αφοδευτηρίων, και αυτό έγινε το μεσημέρι. Στη συνέχεια, ο ενάγοντας δέχθηκε απειλές από αυτά τα πρόσωπα. Δεν ανέφερε στους προϊσταμένους του ότι είχε απειληθεί. Όμως, οι προϊστάμενοι του γνώριζαν ότι ο ενάγοντας είχε αναφέρει τους τρεις στρατιώτες. Παρόλο τούτο, οι προϊστάμενοι του ενάγοντα θεώρησαν ότι ο ενάγοντας μπορούσε να είναι υπεύθυνος διμοιρίας, στην οποία συμμετείχαν οι τρεις εκπαιδευόμενοι στρατιώτες που είχε αναφέρει νωρίτερα το μεσημέρι. Κατά την αναφορά που προηγήθηκε της πορείας, συμμετείχαν εκπαιδευόμενοι κληρωτοί στρατιώτες που δεν ήταν κατάλληλα ενδεδυμένοι. Μετά την αναφορά ο Διοικητής απεχώρησε, και παρόντες εκτός από τους εκπαιδευόμενους στρατιώτες ήταν ο ενάγοντας, ο οποίος είχε το χέρι του σε γύψο, ακόμη δύο εκπαιδευτές και αυτοί κληρωτοί στρατιώτες, ενώ στην είσοδο του στρατοπέδου σε κοντινή απόσταση ήταν ακόμη ένας εκπαιδευτής μόνιμος στρατιωτικός. Ο Διοικητής κατά την αναφορά έδωσε οδηγίες για την εκτέλεση της πορείας. Δυνατόν να ευσταθεί η θέση του ενάγοντα ότι κάποιο κληρωτοί στρατιώτες να μην ήσαν κατάλληλα ενδεδυμένοι όμως δεν υπήρχε ένδειξη εκείνη την στιγμή, ενόψει του ελέγχου που έκανε ο Διοικητής ότι θα ξεσπούσε καβγάς μεταξύ των κληρωτών στρατιωτών ή του ενάγοντα και των κληρωτών στρατιωτών. Λίγα λεπτά μετά την έναρξη της πορείας προς το εκπαιδευτήριο, εκπαιδευόμενοι που είχε αναφέρει νωρίτερα ο ενάγοντας, άρχισαν να τον εξυβρίζουν, ως είχε αναφέρει ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας πλησίασε τους εκπαιδευόμενους εξαιτίας της κακής τους συμπεριφοράς, ήτοι να χρησιμοποιούν χυδαίες εκφράσεις που αφορούσαν καταφανώς το πρόσωπό του, με σκοπό να τον προκαλέσουν. Θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται το συμπέρασμα του ΜΥ1 ότι δεν μπορούσε να διαπιστώσει ποιος ξεκίνησε την εξύβριση. Ο ενάγοντας, ήταν εκπαιδευτής, με συγκεκριμένο καθήκον, να ηγηθεί της διμοιρίας μέχρι το εκπαιδευτήριο. Θα διέκοπτε αυτό το καθήκον μόνο για σοβαρό λόγο. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δεν θα είχε λόγο να πλησιάσει ξαφνικά και επιτακτικά τους εκπαιδευόμενους εάν δεν είχε προηγηθεί η εξύβριση. Όταν εν τέλει ο ενάγοντας τους πλησίασε, δεν αποκλείεται να υπήρξε λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ του ενάγοντα και των εκπαιδευομένων. Θεωρώ όμως ότι είναι ασφαλές το συμπέρασμα ότι εκείνος που ξεκίνησε τις εξυβρίσεις ήταν οι εκπαιδευόμενοι. Στη συνέχεια, ο ενάγοντας ενεπλάκη σε καβγά με τους Πέτρο Γιαννή και Σεραφείμ Σεραφείμ που τον είχαν σπρώξει ή τραβήξει από πίσω. Υπήρχαν μαρτυρίες ότι ο ενάγοντας κτύπησε τον Σεραφείμ δύο φορές. Τη δεύτερη φορά τον κτύπησε ο ενάγοντας ενώ ήταν πεσμένος στο έδαφος. Ο ενάγοντας φαίνεται τουλάχιστον στα αρχικά στάδια του καβγά να χρησιμοποίησε υπέρμετρη βία κατά των κληρωτών στρατιωτών που του είχαν επιτεθεί. Στην συνέχεια, υπάρχει αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, τόσο του ενάγοντα όσο και των άλλων δύο εκπαιδευτών που ήταν παρόντες, ότι υπήρχε όχλος εκπαιδευόμενων στρατιωτών γύρω από τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας ήταν πεσμένος στο έδαφος και αυτός ο όχλος τον κτυπούσε και τον κλωτσούσε ανελέητα. Υπήρξαν φωνές και φασαρία με αποτέλεσμα να ακούσει ο Διοικητής, ο οποίος ήταν στο γραφείο του και έτρεξε να διακόψει τον καβγά. Το όλο επεισόδιο διαδρασματίσθηκε μέσα σε λίγα λεπτά. Δεν αποκλείεται και ο ενάγοντας να επιτέθηκε των εκπαιδευόμενων στρατιωτών αλλά είναι λογικό και σωστό το επιχείρημα του ενάγοντα ότι αυτός ήταν ένας και τραυματισμένος ενώ οι άλλοι ήταν πολλοί. Συνεπώς, θα είχε κάθε λόγο να αποφύγει ενέργεια που θα τον έθετε σε κίνδυνο. Ήταν θέση του ΜΥ1, ότι συνετή ενέργεια του ενάγοντα θα ήταν να συνεχίσει την πορεία μέχρι το εκπαιδευτήριο και μετά να το αναφέρει στον Διοικητή. Όμως, τέτοια διαπίστωση για την ορθότητα τέτοιας αντίδρασης μπορεί να ελεγχθεί μόνο εκ των υστέρων. Δυνατόν να συνέχιζαν οι εξυβρίσεις εάν ο ενάγοντας δεν διέκοπτε την πορεία. Εάν αγνοούσε την απειθάρχητη συμπεριφορά των εκπαιδευμένων, δυνατόν αυτή να συνεχιζόταν ή να χειροτέρευε. Πιθανόν να ήταν λάθος η αντίδραση του ενάγοντα να κατευθυνθεί προς το μέρος των στρατιωτών που τον εξύβρισαν για να ζητήσει τον λόγο. Ο ενάγοντας δεν απέδειξε ότι αυτή είναι ορθή αντίδραση ενόψει της εκπαίδευσης που έτυχε ως εκπαιδευτής του Λόχου εντεταλμένος να ηγηθεί της διμοιρίας. , Ούτε και ο ενάγοντας παρουσίασε μαρτυρία για να καταδείξει ότι δεν εκπαιδεύθηκε για τέτοιο ενδεχόμενο ή απέδειξε ότι δεν του είχαν δοθεί οδηγίες για το πώς έπρεπε να αντιδράσει εάν διαπίστωνε τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους των εκπαιδευομένων κατά τη διάρκεια της πορείας. Όλοι παρόντες στην πορεία ήταν κληρωτοί στρατιώτες που ήταν υπόχρεοι κατά τον επίδικο χρόνο να υπηρετήσουν στην εθνική φρουρά. Η παρουσία τους στο Λόχο δεν ήταν προαιρετική αλλά υποχρεωτική. Οι προϊστάμενοι τους στην Εθνική Φρουρά, είχαν τον απόλυτο έλεγχο για τις καθημερινές τους δραστηριότητες και για το πρόσωπο τους σε σχέση με όλο το φάσμα της καθημερινής τους ζωής. Επειδή οι προϊστάμενοι τους ασκούσαν τέτοιο έλεγχο στο πρόσωπο τους επί καθημερινής βάσεως ήταν και υπεύθυνοι για την σωματική τους ακεραιτότητα. Συμμετέχοντες στην πορεία δεν ήταν έμπειροι στρατιώτες που δεν είχαν ανάγκη από επίβλεψη και γνώριζαν άρτια πως να εκτελέσουν καθήκοντα τους αλλά ήταν εκπαιδευόμενοι στρατιώτες ηλικίας 18 με 19 ετών. Συγκεντρώθηκαν στην πορεία αριθμός νεαρών εκπαιδευόμενων στρατιωτών. Όμως είχαν επίβλεψη κατά την πορεία τεσσάρων εκπαιδευτών που θα πρέπει να θεωρηθεί εκτός εάν προκύψει αντίθετη μαρτυρία ότι ήταν κατάλληλα εκπαιδευμένοι να επιβλέπουν την πορεία. Οι προϊστάμενοι τους μπορεί να μην γνώριζαν ότι ο ενάγοντας είχε απειληθεί από εκπαιδευόμενους της διμοιρίας που ήταν υπεύθυνος αλλά γνώριζαν ότι υπήρχαν ανάμεσα στις τάξεις των εκπαιδευομένων και πρόσωπα ταραχοποιοί. Λόγω του ότι οι στρατιώτες ήσαν νεαροί και εκπαιδευόμενοι υπήρχε πάντα η πιθανότητα να υπάρχουν προστριβές μεταξύ τους. Ο Διοικητής δεν ήταν παρών αλλά είχε προ ολίγων λεπτών κάνει την αναφορά του λόχου, έδωσε οδηγίες για την πορεία, έλεγξε ότι δεν επικρατούσε ανησυχία ή αναρχία στις τάξεις του Λόχου, και βρισκόταν στο γραφείο του σε κοντινή απόσταση ώστε να ακούσει τις φωνές των στρατιωτών. ΣΤ. Νομική Πτυχή για την Αμέλεια της Εθνικής Φρουράς και ανάλυση των δεδομένων Παρόλο που κατά τον επίδικο χρόνο ο ενάγοντας υπηρετούσε υποχρεωτική θητεία στην Εθνική Φρουρά, το καθήκον επιμέλειας της Εθνικής Φρουράς εργοδότης του κατά τον επίδικο χρόνο να τον προφυλάξει από προβλεπτούς κινδύνους δεν διαφέρει από το καθήκον του εργοδότη να προφυλάξει τους εργοδοτούμενους του με τον ανάλογο τρόπο. Αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο ότι ο εργοδότης έχει το καθήκον να ασκεί εύλογη επιμέλεια και προσοχή για να προφυλάξει τον εργοδοτούμενο του από οποιοδήποτε κίνδυνο που ο λογικός άνθρωπος θα θεωρούσε προβλεπτό κίνδυνο κατά την εργοδότηση του εργοδοτούμενου (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, Sweet & Maxwell[1]). Στην ίδια παράγραφο, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell, επεξηγείται ποια είναι τα όρια αυτού του καθήκοντος: 1) Employ competent servants. Να εργοδοτεί ικανούς υπαλλήλους. 2) Provide and maintain adequate plant and appliances for the work carried. Να παρέχει το σωστό χώρο εργασίας και εργαλεία για τη σωστή εκτέλεση της εργασίας, ως και επίσης να συντηρεί το χώρο εργασίας και τα εργαλεία. 3) Provide and enforce a safe system of work. Να παρέχει και να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εφαρμόσει αυτό το κριτήριο κατά την εξέταση εργατικών ατυχημάτων. Η Βουλή έχει θεσπίσει το Νόμο που προνοεί για την Ασφάλεια και Υγεία στην Εργασία, Ν.89
(1)/96. Αυτός ο νόμος έχει θεσμοθετήσει και ενσωματώσει τις αρχές του κοινοδικαίου που αφορούν το καθήκον του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο για την ασφάλεια του κατά την εργοδότηση του. Προβλέπεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του ιδίου νόμου δίπλα από τις λέξεις «εργοδότης» και «εργοδοτούμενου» ότι αυτή η σχέση δεν περιλαμβάνει ρητώς την σχέση των μελών που υπηρετούν στις τάξεις της Εθνικής Φρουράς ως ακολούθως: ««εργοδότης" περιλαμβάνει, και. πρόσωπο, που δεν έχει. άλλα εργοδοτούμενα πρόσωπα, αλλά διεξάγει, οικονομική δραστηριότητα ή διευθύνει, την επιχείρηση του με σκοπό κερδοσκοπικό ή μή* "εργοδοτούμενος" σημαίνει, πρόσωπο που εργάζεται με σύμβαση απασχόλησης ή ασκούμενο ή μαθητευόμενο πρόσωπο και. περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία, ως τρόφιμοι. ιδρυμάτων, εκτελούν εργασία που τους έχουν ανατεθεί και. ο όρος "εργοδότηση" θα ερμηνεύεται, ανάλογα».· Όμως παρά την ρητή επιφύλαξη που προβλέπεται στο άρθρο 3
(6)του Νόμου, πιο κάτω, θεωρώ ότι είναι καθαρό από το λεκτικό της πιο κάτω επιφύλαξης ότι στον βαθμό που είναι εφικτό, ο νόμος αυτός έχει εφαρμογή και για εθνοφρουρούς στον βαθμό που τα καθήκοντα τους δεν αφορούν την ένοπλη δράση της Εθνικής Φρουράς σε καιρό πολέμου και σε βαθμό που η εφαρμογή του νόμου δεν επηρεάζει το αξιόμαχή δυνατότητα της δύναμης. 3.
(6)Ο Νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται όταν δεν το επιτρέπουν εγγενείς ιδιαιτερότητες ορισμένων δραστηριοτήτων του δημοσίου τομέα, όπως δραστηριότητες στις ένοπλες δυνάμεις, στην αστυνομία, ή ορισμένες δραστηριότητες στις υπηρεσίες πολιτικής άμυνας׃ Νοείται ότι, στην περίπτωση αυτή πρέπει να διασφαλίζεται από την καθ' ύλην αρμόδια αρχή, όσο αυτό είναι δυνατόν, η ασφάλεια και η υγεία των εργοδοτουμένων στις πιο πάνω δραστηριότητες, ή και των τρίτων προσώπων που μπορεί να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες αυτές, έχοντας υπόψη τους στόχους και τον αντικειμενικό σκοπό του Οι γενικές υποχρεώσεις του εργοδότη να προφυλάξουν τους εργοδοτούμενους κωδικοποιούνται στο άρθρο 13 του Νόμου 89
(1)/96 ως ακολούθως: «13.
(1)Κάθε εργοδότης πρέπει, να διασφαλίζει., καθόσον είναι, ευλόγως εφικτό, την ασφάλεια, υγεία και. ευημερία στην εργασία όλων των εργοδοτουμένων του.
(2)Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των υποχρεώσεων του, που αναφέρονται, στο εδάφιο
(1)/ OL υποχρεώσεις κάθε εργοδότη επεκτείνονται, ώστε να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα (α) την παροχή και. διατήρηση εγκαταστάσεων, συστημάτων K OL μεθόδων εργασίας τα οποία να είναι, καθόσον είναι Ευλόγως εφικτό, ασφαλή και. χωρίς Κινδύνους για την υγεία, (β) τις διευθετήσεις που διασφαλίζουν, καθόσον είναι ευλόγως εφικτό, την ασφάλεια και. την απουσία κίνδυνων γ ι α την υγεία σε σχέση με την χρήση, χειρισμό , αποθήκευση και μεταφορά αντικειμένων και ουσιών, (γ) την παροχή, τέτοιων πληροφοριών, οδηγιών, εκπαίδευσης και επιτήρησης για την διασφάλιση, καθόσον είναι ευλόγως εφικτό, της ασφάλειας και υγείας των εργοδοτουμένων του, (δ) τη διατήρηση οποιωνδήποτε χώρων εργασίας που είναι κάτω από τον έλεγχο του, συμπεριλαμβανομένων και των μέσων προσπέλασης και εξόδου, σε κατάσταση που να είναι, καθόσον είναι, ευλόγως εφικτό, ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την υγεία, (ε) την παροχή και. διατήρηση περιβάλλοντος εργασίας για τους εργοδοτουμένους του, το οποίο, καθόσον είναι ευλόγως εφικτό, είναι ασφαλές, χωρίς Κίνδυνους για την υγεία και επαρκές όσον αφορά τις διευκολύνσεις και διευθετήσεις για την ευημερία τους στην εργασία ... ......................». (στ) (
- i)τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων του, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης, εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων (
- ii)την επίβλεψη της ορθής εφαρμογής των μέτρων ασφάλειας, υγείας και ευημερίας των εργοδοτουμένων του ή και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του ή από τον τρόπο που διευθύνει την επιχείρησή του· (iii) την προσαρμογή των μέτρων αυτών ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και την επιδίωξη της βελτίωσης των υφιστάμενων καταστάσεων· (ζ) την παροχή στους αντιπροσώπους ασφάλειας επαρκούς απαλλαγής από την εργασία χωρίς μισθολογική απώλεια, καθώς και των αναγκαίων μέσων προκειμένου να μπορούν να εκπληρώσουν τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο.
(3)Ο εργoδότης εφαρμόζει τα μέτρα πoυ προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού ακολουθώντας τις πιο κάτω γενικές αρχές πρόληψης: (α) αποφυγή των κινδύνων (β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν vα αποφευχθούν (γ) καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους (δ) προσαρμογή της εργασίας στov άνθρωπο, ειδικότερα όσov αφoρά τη διαμόρφωση τωv θέσεων εργασίας καθώς και τηv επιλογή τωv εξοπλισμών εργασίας και τωv μεθόδωv εργασίας και παραγωγής προκειμένου ιδίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία. (ε) παρακολούθηση της εξέλιξης της τεχνολογίας (στ) αντικατάσταση του επικίνδυνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο (ζ) Ανάπτυξη μιας ενιαίας και συνολικής πολιτικής πρόληψης, η οποία να καλύπτει την τεχνολογία, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και την επίδραση των παραγόντων που συνδέονται με το εργασιακό περιβάλλον (η) πρoτεραιότητα στη λήψη μέτρωv oμαδικής πρoστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατoμικής πρoστασίας (θ) παρoχή τωv κατάλληλωv oδηγιώv στα πρόσωπα στην εργασία.
(4)Κάθε εργoδότης πρέπει vα λαμβάvει τα αvαγκαία μέτρα ώστε o εξoπλισμός εργασίας, oι μηχαvές, τα μηχαvήματα, oι συσκευές, και τα εργαλεία πoυ τίθεvται στη διάθεση τωv πρoσώπωv στηv εργασία, vα είvαι, κατάλληλα για τηv πρoς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα πρoσαρμoσμέvα πρoς τo σκoπό αυτό, έτσι ώστε vα διασφαλίζεται η ασφάλεια και υγεία τωv πρoσώπωv στηv εργασία, κατά τηv χρησιμoπoίηση τoυς.
(5)Κάθε εργοδότης πρέπει vα διευθύνει τηv επιχείρηση του ή διεξάγει τις δραστηριότητες του με τέτοιο τρόπο και πρέπει vα παρέχει τέτοιες πληροφορίες ώστε vα διασφαλίζει, καθόσον είvαι ευλόγως εφικτό ότι, πρόσωπα πoυ δεv εργoδoτoύvται από αυτόν, αλλά πoυ μπορεί vα επηρεαστoύv από τις δραστηριότητες της επιχείρησης τoυ δεv θα εκτίθεvται σε κίvδυvo.
(6)[Διαγράφηκε]
(7)Καvέvας εργoδότης δεv πρέπει vα επιβάλλει ή vα εισπράττει ή vα επιτρέπει vα επιβάλλovται ή vα εισπράττovται από τoυς εργoδoτoυμέvoυς τoυ oπoιαδήπoτε τέλη σε σχέση με oτιδήπoτε γίvεται ή παρέχεται για συμμόρφωση πρoς τo Νόμo αυτό.
(8)Στo άρθρo αυτό, η υπoχρέωση κάθε εργoδότη vα διασφαλίζει τηv υγεία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ περιλαμβάvει και τηv υπoχρέωση vα πρoστατεύει τη λειτoυργία αvαπαραγωγής τωv εργoδoτoυμέvωv πρoσώπωv και τηv υπoχρέωση vα πρoστατεύει τις εργoδoτoύμεvες γυvαίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμoσύvης τoυς από κιvδύvoυς για τo έμβρυo και για επαρκή χρόvo μετά τov τoκετό από κιvδύvoυς για τις ίδιες ή τo vεoγέvvητo κατά τηv περίoδo τoυ θηλασμoύ.
(9)[Διαγράφηκε]
(10)Κάθε εργoδότης πρέπει vα διαβoυλεύεται με τoυς εργoδoτoυμέvoυς τoυ ή τoυς αντιπροσώπους ασφάλειας για τη δημιoυργία και διατήρηση διευθετήσεωv για απoτελεσματική συvεργασία στηv πρoαγωγή και εφαρμoγή μέτρωv ώστε vα διασφαλίζεται η ασφάλεια, υγεία και ευημερία τωv εργoδoτoυμέvωv.
(11)Κάθε εργoδότης πρέπει vα διαβoυλεύεται με τoυς εργoδoτoυμέvoυς τoυ ή με τoυς αντιπροσώπους ασφάλειας πάvω σε θέματα πoυ άπτovται της ασφάλειας και της υγείας στηv εργασία.
(12)Οι υποχρεώσεις των εργοδοτουμένων στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία δε θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη.
(13)Ο εργοδότης, όταν αναθέτει καθήκοντα σ' έναν εργοδοτούμενό του, να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργοδοτουμένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας.
(14)Ο εργοδότης να μεριμνά ώστε ο προγραμματισμός και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με τους εργοδοτουμένους ή/και τους αντιπροσώπους ασφάλειας, όσον αφορά τις συνέπειες για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων που συνδέονται με την επιλογή των εξοπλισμών και τη ρύθμιση των συνθηκών εργασίας καθώς και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία.
(15)Ο εργοδότης όταν πρόκειται να αναθέσει εργασία σ' έναν εργοδοτούμενο του, πρέπει να βεβαιώνεται ότι, το πρόσωπο αυτό έχει επαρκείς γνώσεις και πείρα σε σχέση με την εργασία που πρόκειται να εκτελέσει ώστε να δύναται να εκτελέσει την εργασία αυτή χωρίς κίνδυνο για τον ίδιο ή για τα άλλα πρόσωπα.
(16)Στην περίπτωση που εργοδότης (α) επιτρέπει σε άλλο εργοδότη ή σε άλλο αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο να διεξάγει εργασίες στο υποστατικό, στην επιχείρηση, ή στην εγκατάστασή του, ή (β) αναθέτει τη διεξαγωγή μέρους των εργασιών του σε άλλο εργοδότη ή σε άλλο αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο, τότε ο εργοδότης αυτός πρέπει, καθόσον είναι εύλογα εφικτό, πριν τη διεξαγωγή ή την ανάθεση τέτοιας εργασίας να׃ (
- i)βεβαιώνεται ότι ο άλλος εργοδότης ή το άλλο αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο, ανάλογα με την περίπτωση, θα είναι σε θέση να εφαρμόσει, ή να διατηρήσει τουλάχιστον τα ίδια επίπεδα ασφάλειας και υγείας στην εργασία που ισχύουν στο υποστατικό, στην επιχείρηση ή στην εγκατάστασή του. (
- ii)διασφαλίζει ότι ο άλλος εργοδότης ή το άλλο αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο διαθέτει, ανάλογα με την περίπτωση, κατάλληλο σύστημα ασφάλειας ή διαχείρισης των κινδύνων, καθώς και κατάλληλες και επαρκείς γραπτές εκτιμήσεις κινδύνου· (iii) βεβαιώνεται ότι ο άλλος εργοδότης ή το άλλο αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο, ανάλογα με την περίπτωση, διαθέτει τις επαρκείς γνώσεις και την πείρα, καθώς και τα αναγκαία έγγραφα, άδειες ή πιστοποιητικά για τη διεξαγωγή της εργασίας.
(17)Κάθε εργοδότης έχει υποχρέωση να διαβιβάζει, όταν του ζητηθεί, στον Επιθεωρητή ή σ' οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, που εκδίδει άδεια λειτουργίας υποστατικού, επιχείρησης ή εγκατάστασης, πολεοδομική άδεια ή άδεια οικοδομής, κατάλληλα συμπληρωμένο εγκεκριμένο έντυπο στο οποίο να βεβαιώνει υπεύθυνα ότι διαθέτει τα πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.
(18)Κάθε εργοδότης πρέπει κατάλληλα, επαρκώς και συστηματικά να οργανώνει, διευθύνει και ελέγχει την επιχείρηση ή τις δραστηριότητές του με τέτοιο τρόπο ή και μέσα ώστε να διασφαλίζει την προστασία από τους κινδύνους οποιωνδήποτε προσώπων στην εργασία και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεαστούν από τις δραστηριότητές του. Ως προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, μέσα στο γενικό καθήκον του εργοδότη να προφυλάξει τον εργοδοτούμενο από προβλεπτούς κινδύνους περιλαμβάνεται και ρητό καθήκον στο εδάφιο
(2)(στ) (i) να προλάβει ο εργοδότης επαγγελματικό κίνδυνο της εργασίας με ενημέρωση, εκπαίδευση, κατάρτιση, οργάνωση και την παροχή επαρκών μέσων για αντιμετώπιση των κινδύνων. Μέσα σ' αυτό το καθήκον ενσωματώνεται και το καθήκον του εργοδότη να κάνει ανάλυση ρίσκου για να διαγνώσει τους επαγγελματικούς κινδύνους ώστε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να προφυλάξει τον εργοδοτούμενο από τον κίνδυνους ως προνοείται από το εδάφιο
(3)
(16)(iii) του νόμου. Περαιτέρω, μέσα στο γενικό καθήκον του εργοδότη αναγνωρίζεται και προβλέπεται ρητώς στο νόμο η υποχρέωση του εργοδότη να εφαρμόσει ασφαλή μέθοδο εργασίας (βλ. εδάφιο (α) του νόμου). Τέλος, προβλέπεται ρητώς ότι το γενικό καθήκον προφύλαξης από προβλεπτούς κινδύνους περιλαμβάνει και την εκτίμηση του εργοδότη για την ικανότητα, πείρα, και γνώσεις του εργοδότουμενου να εκτελέσει το συγκεκριμένο καθήκον που του έχει αναθέσει. (βλ. εδάφια
(13)και
(15)). Στην απόφαση St. Marina Sporting Promotions Ltd. V Dimitrov[2], εμφαίνεται καθαρά ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια ταυτίζονται με τα κριτήρια του κοινοδικαίου σε σχέση με τα όρια του καθήκοντος του εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο να τον προφυλάξει από τον κίνδυνο ατυχημάτων. Τα όρια του καθήκοντος είναι ο εργοδότης να προφυλάξει τον εργοδοτούμενο από προβλεπτό κίνδυνο ή από πιθανό κίνδυνο ο οποίος θα μπορούσε σε λογικό άνθρωπο να είναι προβλεπτός. Το καθήκον του εργοδότη και κατά πόσο έχει παραβεί το καθήκον του προς τον εργοδοτούμενο του σε κάθε περίπτωση πρόκλησης εργατικού ατυχήματος εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Αναγνού ν Alco Filters (Cyprus) Ltd[3], το Εφετείο τόνισε ότι το καθήκον επιμέλειας του εργοδότη δεν εντοπίζεται μόνο στον εντοπισμό πιθανού κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του κινδύνου και την δυνατότητα αποτροπής του κινδύνου με λογικά μέσα. Στην Αγγλική υπόθεση Jones v Vauxhall Motors[4], υποδείχθηκε από το Δικαστήριο ότι ο εργοδότης δεν οφείλει μόνο να λάβει υπόψη του την πιθανότητα ένας συγκεκριμένος κίνδυνος να εκδηλωθεί. Οφείλει και να λάβει υπόψη του πόσο σοβαρές θα είναι και οι συνέπειες στον εργοδοτούμενο εάν ο συγκεκριμένος κίνδυνος εκδηλωθεί. Σε σχέση με την σημασία εφαρμογής συστηματικής εργασίας ώστε να προληφθεί προβλεπτός κίνδυνος, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts[5], επεξηγείται ότι κάθε περίπτωση θα πρέπει να κριθεί από τα γεγονότα της. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο ο εργοδότης όφειλε να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα εργασίας για το συγκεκριμένο κίνδυνο αφού ληφθεί υπόψη η φύση της συγκεκριμένης εργασίας και κατά πόσο αυτή η εργασία θέλει κάποια οργάνωση και επίβλεψη για να είναι ασφαλής. Tο άρθρο 13
(5)προνοεί ότι ο εργοδότης πρέπει να διεξάγει τις δραστηριότητες της επιχείρησης του με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζει την ασφάλεια προσώπων που επηρεάζονται. Δηλαδή, ο νομοθέτης έχει εναποθέσει το καθήκον για την ασφαλή διεξαγωγή της επιχείρησης στους ώμους το εργοδότη. Το μέτρο γι' αυτό το καθήκον είναι να πράξει ο εργοδότης αυτό που είναι εύλογα εφικτό για να διασφαλίσει την ασφάλεια των υπαλλήλων του. Το καθήκον του εργοδότη προς τους υπαλλήλους του έχει περιγραφεί στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd. v Επ. Λειτουργός Εργασίας Πάφου[6] ως καθήκον που είναι απόλυτο και διαρκές. Ακόμη, ο εργοδότης οφείλει να αποτρέψει την έκθεση σε κίνδυνο του ιδίου του εργοδοτούμενου λόγω απειθαρχίας του εργοδοτούμενου προς τις οδηγίες του εργοδότη. Το καθήκον αυτό, περιορίζεται μόνο σε σχέση με κινδύνους, για τους οποίους δεν ήξερε ο εργοδότης ή για τους κινδύνους που δεν θα μπορούσε να ξέρει και για τους οποίους δεν μπορούσε να πάρει λογικά μέτρα για να τα αποτρέψει. Στη δική μας την περίπτωση δεν είναι γνωστό και/ή η υπεράσπιση δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία για να καταδείξει ότι δόθηκαν ειδικές οδηγίες στον ενάγοντα, ως εκπαιδευτή, πώς να συμπεριφερθεί στην περίπτωση που εντόπιζε να υπήρχε κατά την διάρκεια της πορείας απειθάρχητη συμπεριφορά από τους εκπαιδευόμενους στρατιώτες ή προσβλητική συμπεριφορά των εκπαιδευομένων στρατιωτών προς το πρόσωπο του. Όμως ο ενάγοντας υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά ως εκπαιδευτής και δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία ότι η εκπαίδευση του για να αναλάβει τα συγκεκριμένα καθήκοντα ήταν ελλειπής. Μάλιστα από τα λεγόμενα του προκύπτει ότι γνώριζε καλά τα καθήκοντα και υποχρεώσεις που είχε αναλάβει αφού προέβη σε αναφορά των απειθάρχητων στρατιωτών που δεν παρουσιάσθηκαν για καθήκοντα καθαριότητας. Ανέφερε ότι είχε απειληθεί εξαιτίας της αναφοράς αλλά δεν θεώρησε αναγκαίο να ενημερώσει τους ανωτέρους για την συγκεκριμένη απειλή που δέχθηκε. Προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ1, ότι υπήρχε πάντοτε ο προβλεπτός κίνδυνος να υπάρχουν προστριβές ανάμεσα των κληρωτών στρατιωτών. Υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου παρόμοια μ' αυτή του εργοδότη και εργοδοτούμενου. Εφόσον υπάρχει αυτή η σχέση υπάρχει καθήκον του εναγόμενου να προστατεύει τον ενάγοντα από όλους τους προβλεπτούς κινδύνους ακόμη και κινδύνους που προέρχονται από άλλο τρίτο άτομο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντα στην εθνική φρουρά. Στην περίπτωση εθνοφρουρού που υπηρετεί στην εθνική φρουρά αυτό το καθήκον είναι ακόμη πιο ισχυρό από το καθήκον του εργοδότη διότι ο εθνοφρουρός υπηρετεί υποχρεωτικά και είναι υπόχρεος να εκτελέσει τα καθήκοντα που του ανατίθενται από τους ανωτέρους του. Ο έλεγχος που ασκεί η Εθνική Φρουρά στο πρόσωπο των υπηρετούντων εθνοφρουρών είναι σχεδόν απόλυτος. Το καθήκον της εθνικής φρουράς έναντι των κληρωτών στρατιωτών να τους προφυλάξει από προβλεπτούς κινδύνους πρέπει να είναι ανάλογο με τον έλεγχο που ασκούν επί των καθημερινών δραστηριοτήτων των εθνοφρουρών στον βαθμό βέβαια που όπως προβλέπεται και στην επιφύλαξη του νόμου είναι δυνατή η πιστή εφαρμογή του νόμου 89
(1)/
- Σε υπόθεση Αυστριαλινού Δικαστηρίου Modbury Troangle Shopping Centre v. Anzil[7] το Δικαστήριο επεξήγησε ότι δεν είναι σε όλες τις περιπτώσεις που πρόσωπο που έχει τον έλεγχο του χώρου ή δραστηριότητα όπου διεξάγεται μία δραστηριότητα ή έλεγχο της διεξαγωγής της δραστηριότητας να έχει καθήκον έναντι άλλου προσώπου σε σχέση με απρόβλεπτη, επικίνδυνη και κάποτε εγκληματική συμπεριφορά τρίτων. Όμως όταν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών όπως την σχέση του εργοδότη και εργοδοτούμενου υφίσταται καθήκον προστασίας του εργοδοτούμενου από εγκληματική συμπεριφορά τρίτων εάν αυτή η συμπεριφορά μπορεί να προληφθεί με κάποια εύλογα μέτρα προστασίας ακόμη και εάν η συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά τρίτων δεν είναι πάντα προβλεπτή. "the relationship between two parties [where] one has a duty to take reasonable care to protect the other from the criminal behaviour of third parties, random and unpredictable as such behaviour may be. Such relationships may include those between employer and employee, school and pupil, or bailor and bailee."3 Η ειδική σχέση ευθύνης μεταξύ της διεύθυνσης του σχολείου και ανήλικων μαθητών επεξηγήθηκε στην υπόθεση Παυλίνα Χρυσοστόμου ν. Γενικού Εισαγγελέα[8], καθώς επεξηγήθηκε η έκταση της ευθύνης του σχολείου να επιβλέπει τους μαθητές και να διεξάγει όλες τις δραστηριότητες στις οποίες ασκεί έλεγχο με συγκεκριμένο σύστημα επίβλεψης. Παρόλο που το Εφετείο αναγνώρισε ότι υπάρχει αυξημένο καθήκον επίβλεψης και εφαρμογής συστήματος επίβλεψης για κάθε περίπτωση και δραστηριότητα του σχολείου, δεν διαπίστωσε να υπήρχε ευθύνη για τον συγκεκριμένο τραυματισμό που προκλήθηκε σε μαθητή από την απερίσκεπτη και απρόβλεπτη ενέργεια άλλου μαθητή. Σε εκείνη την περίπτωση το Δικαστήριο βρήκε ότι το σχολείο είχε θέσει σε εφαρμογή σύστημα επίβλεψης των μαθητών για να εξασφαλίζει την ασφάλεια των μαθητών κατά την άσκηση εκκένωσης μαθητών από το σχολείο. Όμως έκρινε ότι τα όρια του καθήκοντος της επίβλεψης και εποπτείας δεν μπορούσε να επεκταθεί σε σημείο ανέφικτο και όχι λογικό μέτρο υπό τις περιστάσεις, δηλαδή, να υπάρχει στενή επίβλεψη του κάθε παιδιού κάθε στιγμή της σχολικής μέρας και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος να βρίσκεται σε επιφυλακή το σχολείο για το συγκεκριμένο παιδί. Κατά την κρίση μου η Εθνική Φρουρά είχε το καθήκον να προστατεύει τον ενάγοντα από την πιθανότητα να υποστεί επίθεση από άλλους στρατιώτες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εκπαιδευτής . Κατά πόσο η Εθνική Φρουρά έχει αποσείσει αυτό το καθήκον με την λήψη συγκεκριμένων μέτρων προς προστασία του ενάγοντα είναι πραγματικό. Υπήρχε σε εξέλιξη πορεία, στην οποία συμμετείχε όλος ο Λόχος, που απαρτίζετο από εκπαιδευόμενους στρατιώτες, και παρόντες στο στρατόπεδο ήταν όλοι οι μόνιμοι στρατιωτικοί του ΚΕΝ Πάφου. Παρόντες για να τους επιβλέπουν κατά την διάρκεια της πορεία ήταν τέσσερεις εκπαιδευτές, οι τρεις εκπαιδευτές ήταν και οι ίδιοι κληρωτοί στρατιώτες. Η απόσταση από το στρατόπεδο μέχρι το εκπαιδευτήριο ήταν μικρή και η διάρκεια της πορείας ήταν λίγα λεπτά. Ο Διοικητής είχε κάνει έλεγχο του λόχου κατά την αναφορά και δεν υπήρχε ένδειξη απειθαρχίας ανάμεσα στις τάξεις των κληρωτών στρατιωτών του λόχου. Η πορεία ήταν σύντομη σε απόσταση και σε διάρκεια χρόνου και η υπεράσπιση προσκόμισε μαρτυρία, για να καταδείξει ότι έκανε ανάλυση πιθανών κινδύνων από την συμμετοχή μεγάλου αριθμού κληρωτών εκπαιδευόμενων στρατιωτών στην πορεία και με δεδομένο ότι προστριβές μεταξύ των στρατιωτών είναι ένα προβλεπτό φαινόμενο. Ο Διοικητής του Λόχου παρίσταται σε αναφορά που προηγήθηκε της πορείας, έλεγξε τον Λόχο και έδωσε ρητές οδηγίες για την εκτέλεση της πορείας καθώς ανέθεσε την εκτέλεση της πορείας σε τέσσερεις εκπαιδευτές. Η συγκεκριμένη δραστηριότητα δεν ήταν χωρίς κινδύνους. Ο εργοδότης, πάντοτε έχει το καθήκον να κάνει ανάλυση των προβλεπτών κινδύνων. Κατά πόσο έχει αποσείσει το συγκεκριμένο καθήκον εξαρτάται κάθε φορά από τις περιστάσεις της ειδικής περίπτωσης. Όμως, τα όρια αυτού του καθήκοντος περιγράφονται με σαφήνεια στην Αγγλική υπόθεση Allison v London Undeground Ltd[9] όπου λέχτηκαν τα ακόλουθη: «Health and safety at Work Regulations requires the employer to carry out a suitable risk assessment for the purposes of identifying the measures he needs to take to comply with the requirements and prohibitions imposed upon him by or under the relevant statutory provisions. What the employer ought to have known will be what he would have known if he had carried out a suitable and sufficient risk assessment. Plainly a suitable and sufficient risk assessment will indentify those risks in respect of which the employee needs training. Such a risk assessement will provide the basis not only for the training which the employer must give but also for other aspects of his duty, such as, for example, whether the place of work is safe or whether the work equipment is suitable». Ελεύθερη μετάφραση: «Οι κανονισμοί για ασφαλή χώρο εργασίας υποχρεώνουν τον εργοδότη να διεξάγει σωστή ανάλυση του ρίσκου για να εντοπίσει και να εφαρμόσει μέτρα αναγκαία, για να συμμορφωθεί με τους κανονισμούς που του έχουν επιβληθεί. Ο προβλεπτός κίνδυνος, είναι ο κίνδυνος που θα πρέπει να γνώριζε ο εργοδότης εάν είχε διεξάγει σωστή ανάλυση των προβλεπτών κινδύνων. Μία σωστή ανάλυση προβλεπτών κινδύνων θα εντοπίσει τις ελλείψεις του εργοδοτούμενου για τις οποίες χρειάζεται περαιτέρω εκπαίδευση. Περαιτέρω, σωστή ανάλυση των προβλεπτών κινδύνων, θα καταδείξει όχι μόνο τι εκπαίδευση χρειάζεται ο εργοδοτούμενος αλλά θα καταδείξει τι άλλο χρειάζεται να κάνει ο εργοδότης προκειμένου να συμμορφωθεί με το καθήκον του όπως επί παραδείγματι, κατά πόσο ο χώρος της εργασίας είναι ασφαλής ή κατά πόσο τα μέσα που διαθέτει ο εργοδοτούμενος να εκτελέσει την εργασία του είναι επαρκής». Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ1, έγινε αναφορά των εκπαιδευόμενων στρατιωτών ενώπιον του Διοικητή πριν την πορεία, και δεν υπήρχε καμία ένδειξη απειθαρχίας ανάμεσα στις τάξεις του Λόχου. O ενάγοντας είχε αναφέρει ότι αριθμός των μελών του Λόχου δεν ήταν κατάλληλα ενδεδυμένοι όμως δεν υπήρχαν ενδείξεις απειθαρχίας πριν την έναρξη της πορείας. Η παρουσία του Διοικητή κατά την αναφορά που προηγήθηκε της πορείας αποσκοπούσε στον εντοπισμό και ανάλυση προβλεπτών κινδύνων ειδικά για τη συγκεκριμένη πορεία και γενικά σε σχέση με τον Λόχο που απαρτίζετο από εκπαιδευμένους στρατιώτες ώστε να εντοπιστούν προβλεπτοί κίνδυνοι και να αποφασισθεί κατά πόσο ο συγκεκριμένος Λόχος μπορούσε να πραγματοποιήσει την πορεία χωρίς επίβλεψη και/ή χωρίς να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα αποτρεπτικά σε σχέση με την τάξη και πειθαρχία των εκπαιδευομένων στρατιωτών. Οι τρεις εκπαιδευτές, που ήταν παρόντες κατά την διάρκεια της πορείας είχαν εκπαιδευτεί για να χειριστούν περίπτωση όπου θα επικρατούσε απειθαρχία και σύγχυση στις τάξεις του Λόχου κατά την διάρκεια της πορείας. Τα κατά πόσο είχε εφαρμοσθεί στην προκειμένη περίπτωση ασφαλές σύστημα εργασίας είναι πραγματικό. Ο ενάγοντας δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία για να καταδείξει ότι η οργάνωση και η εκπαίδευση που είχαν λάβει μέχρι τότε οι εκπαιδευόμενοι στρατιώτες ως τότε ήταν ανεπαρκής ώστε να φανεί ότι δεν μπορούσαν μέχρι τότε να συμπεριφερθούν ως Λόχος στρατιωτών, και συντεταγμένα να ολοκληρώσουν την πορεία μέχρι το εκπαιδευτήριο. Ούτε, προσκόμισε μαρτυρία για να καταδείξει εάν οι τέσσερεις εκπαιδευτές που ήταν παρόντες στην πορεία δεν είχαν λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση ώστε να αντιμετωπίσουν πιθανούς κινδύνους, μεταξύ άλλων, απειθαρχία και ταραχή στις τάξεις του Λόχου, κατά την διάρκεια της πορείας. Διά να πορευθεί όλος ο Λόχος, που απαρτίζεται από εκπαιδευόμενους στρατιώτες, εκτός στρατοπέδου, είναι δραστηριότητα που χρειάζεται οργάνωση, τάξη και εκπαίδευση. Είναι και δραστηριότητα που χρειάζεται επίβλεψη. Ο Λόχος δεν απαρτιζόταν από μόνιμο, έμπειρο προσωπικό αλλά από εκπαιδευόμενους κληρωτούς στρατιώτες. O αριθμός των εκπαιδευόμενων στρατιωτών, κατά τη διάρκεια της πορείας υπερείχε κατά πολύ αριθμητικά των αριθμό των εκπαιδευτών που και εκείνοι ήταν νεαροί, κληρωτοί στρατιώτες. Συνεπώς, η Εθνική Φρουρά, όφειλε να είχε θέσει σε ισχύ σύστημα εργασίας, ώστε η πορεία, έστω και μικρής διάρκειας και απόστασης, να μπορούσε να πραγματοποιηθεί οργανωμένα και χωρίς κίνδυνο. Όπως επεξηγείται στο Σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts Sweet and Maxwell[10] όσο πιο περίπλοκη είναι η δραστηριότητα κατά την εκτέλεση της εργασίας τόσο χρειάζεται να αποδειχθεί ότι υπήρχε σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας σε ισχύ ώστε να αποφευχθούν προβλεπτοί κινδύνου. Εκεί που διαπιστώνεται ότι χρειάζεται να τεθεί σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας τότε αυτό πρέπει να προορίζεται λογικά ώστε να αποφευχθούν κίνδυνοι που χαρακτηρίζουν την συγκεκριμένη δραστηριότητα και που δεν μπορεί να εκμηδενιστούν τελείως, εξαιτίας της φύσης της δραστηριότητας. Στην Αγγλική Υπόθεση King v NHS Trust[11] προσδιορίσθηκαν τα όρια του καθήκοντος του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας ως ακολούθως: «.Such public servants accept the risks which are inherent in their work, but not the risks which the exercise of reasonable care on the party of those who owe them a duty could avoid. An employer has a duty to take reasonable care to provide safe equipment and a safe system of work which includes assessing the risks to be undertaken , training in how to perform those tasks as safely as possible , and supervision in performing them». Προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΥ1, ότι μόλις παρευρέθηκε ο Διοικητής του Λόχου στη σκηνή όπου εξελισσόταν ο ξυλοδαρμός του ενάγοντα ήταν σε θέση να διακόψει και να βάλει οριστικό τέλος στον ξυλοδαρμό. Επομένως, η παρουσία του ήταν καταλυτικός παράγοντας στο να αποφευχθεί ο συγκεκριμένος κίνδυνος. Το ερώτημα, κατά πόσο υπήρχε ικανοποιητική επίβλεψη του Λόχου κατά τη διάρκεια της πορείας είναι και αυτό πραγματικό. Οι συμμετέχοντες στην πορεία υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά επειδή τελείωσαν το σχολείο και ήρθε η σειρά τους. Με λίγα λόγια, δεν υπηρετούσαν επειδή είχαν συγκεκριμένα προσόντα, γνώσεις ή πείρα αλλά υποχρεωτικά και χωρίς να γνωρίζει η Εθνική Φρουρά οτιδήποτε για την καταλληλότητα του κάθε εκπαιδευόμενου να εκτελέσει τα καθήκοντα του στρατιώτη με πειθαρχία και επάρκεια. Υπό αυτή την σκοπιά, είναι κατανοητό γιατί ακόμη και σε μία απλή πορεία, έπρεπε να υπάρχει ασφαλές σύστημα εργασίας, που να περιλαμβάνει την επίβλεψη, εκπαίδευση των εκπαιδευτών και των εκπαιδευομένων να εκτελέσουν με επάρκεια την συγκεκριμένη δραστηριότητα. Σε σχέση με τον ρόλο της επίβλεψης, δεν είναι αρκετό να εφαρμόζεται ασφαλές σύστημα εργασίας, πρέπει να υπάρχει και ικανοποιητική επίβλεψη, ώστε να διασφαλισθεί ότι υπάρχει και συμμόρφωση στο ασφαλές σύστημα εργασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι, ο εργοδότης ή κάποιος αντιπρόσωπός του είναι υπόχρεος κάθε στιγμή να επιβλέπει έμπειρους εργάτες κατά την εκτέλεση των εργασιών τους. Όμως, η επίβλεψη πρέπει να είναι προορισμένη και να είναι τέτοια ώστε να διασφαλίζεται ότι στην πράξη θα υπάρχει συμμόρφωση στο ασφαλές σύστημα εργασίας που προστατεύει τους εργάτες από προβλεπτούς κινδύνους. Στην Αγγλική υπόθεση Buck and Ors v Nottingham shire NHS Trust[12], ο εργοδότης βρέθηκε υπεύθυνος εκεί που δεν έκανε ανάλυση του προβλεπτού κινδύνου ασθενής να επιτεθεί σε προσωπικό με αποτέλεσμα να μην ληφθούν μέτρα προφύλαξης από το συγκεκριμένο κίνδυνο. Υπήρξε αναφορά στην παρουσία του Διοικητή που προηγήθηκε της πορείας. Στη συνέχεια, υπήρξε επίβλεψη του Λόχου για την τήρηση της τάξης κατά την πορεία. Παρόντες ήταν τρεις εκπαιδευτές, που και οι ίδιοι ήταν νεαροί κληρωτοί στρατιώτες και σε κοντινή απόσταση ακόμη ένας εκπαιδευτής που υπηρετούσε ως μόνιμος στρατιωτικός. Ανάμεσα στο Λόχο, υπήρχε συντριπτική αριθμητική υπεροχή των εκπαιδευομένων στρατιωτών σε σύγκριση με τους εκπαιδευόμενους στρατιώτες. Αριθμός των εκπαιδευόμενων στρατιωτών ήταν απειθάρχητοι και είχαν άγριες διαθέσεις έναντι ενός εκ των εκπαιδευτών που ηγείτο διμοιρίας στην πορεία. Η υπεράσπιση, δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι υπήρχε ανάλυση του συγκεκριμένου κινδύνου, που ήταν προβλεπτός, ενόψει την σύνθεσης του Λόχου. Όμως τέθηκε μαρτυρία ενώπιον μου ότι υπήρχε επίβλεψη του Λόχου και καθοδήγηση του Λόχου από τον Διοικητή για την πραγματοποίηση της πορείας. Η κα Παπαστεφάνου ανέδειξε ως θέμα στην τελική της αγόρευση ότι στην ουσία δεν αντεξετάσθηκε ο ΜΥ1 σε σχέση με συγκεκριμένο μέτρο επίβλεψης, οργάνωσης και εκπαίδευσης που απουσιάζει ή ήταν ελλιπής προς τον σκοπό της πραγματοποίησης της πορείας ώστε να καταδειχθεί ότι τα μέτρα που λήφθηκαν δεν ήταν ικανοποιητικά για την δεδομένη περίσταση. Ούτε και απέδειξε ο ενάγοντας με θετική μαρτυρία ότι το οργανόγραμμα του Λόχου, η επίβλεψη της πορείας και/ή εκπαίδευσης των εκπαιδευτών ελλιπής ώστε να χειριστούν κρούσματα απειθαρχίας των κληρωτών στρατιωτών στην περίπτωση που αυτά προκύψουν κατά την διάρκεια της σύντομης πορείας ώστε να καταδειχθεί ότι υπήρχε συγκεκριμένο εύλογο μέτρο που μπορούσε να εφαρμοσθεί ώστε να προληφθεί το προβλεπτό αλλά γενικό κίνδυνο να ξεσπάσουν βιαιοπραγίες ανάμεσα στους κληρωτούς στρατιώτες. Αντιθέτως, ο εναγόμενος προσκόμισε μαρτυρία ότι υπήρχε σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας για την πραγματοποίηση της πορείας. Κατά πόσο αυτά τα μέτρα ήταν ικανοποιητικά την δεδομένη στιγμή ώστε να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι υπήρχε μη σωστή οργάνωση, εκπαίδευση και επίβλεψη, ώστε να πραγματοποιηθεί η πορεία, και για να αποφευχθεί ο προβλεπτός κίνδυνος να υπάρχουν προστριβές ανάμεσα των εκπαιδευόμενων στρατιωτών είναι κάτι που όφειλε ο ενάγοντας με την μαρτυρία του να αναδείξει. Δεν προσκόμισε μαρτυρία ότι οι εκπαιδευτές δεν είχαν τύχει εκπαίδευσης εδικά για να χειριστούν περίπτωση κατά την οποία επικρατήσουν συνθήκες παρόμοιες με το επεισόδιο για την καταστολή ή στην πρόληψη του κινδύνου. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι θα ήταν καλύτερα ο ενάγοντας να συνέχιζε την πορεία, και να το αναφέρει μετά, ως εισηγήθηκε ο ΜΥ
- Δεν είναι γνωστό, πως θα εξελισσόταν το επεισόδιο στην περίπτωση που οι εκπαιδευόμενοι στρατιώτες είχαν αφεθεί ελεύθεροι, να εξυβρίζουν τον ενάγοντα μέχρι το τέλος της πορείας. Αλλά και ούτε ο ενάγοντας απέδειξε στο Δικαστήριο ότι αυτό το οποίο έκανε ήταν το σωστό υπό τις περιστάσεις και σύμφωνα με την εκπαίδευση που έτυχε ως εκπαιδευτής. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου, ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο εξελίχθηκε απρόβλεπτα, αναπάντεχα και γρήγορα, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Επίσης, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι, ο ενάγοντας με τη συμπεριφορά του δυνατόν να ήταν υπεύθυνος για την επιδείνωση της κατάστασης, εφόσον, τους ζήτησε το λόγο και δυνατόν να τους κτύπησε και αυτός, αφού είχε κτυπηθεί. Το συγκεκριμένο επεισόδιο χαρακτηρίζεται από αστάθμητους παράγοντες, όπως τον ανθρώπινο παράγοντα, και την απρόβλεπτη αντίδραση του ανθρώπου κατά την διάρκεια ενός καβγά. Παρόλο που αναγνωρίζω ότι γενικά υπάρχει προβλεπτός κίνδυνος ότι εκπαιδευόμενοι στρατιώτες, που υποχρεωτικά υπηρετούν στην Εθνική Φρουρά, και συγκεντρώνονται σε ένα στρατόπεδο, από όλα τα μέρη της Κύπρου, δυνατόν να συμπεριφερθούν απρόβλεπτα, αδικαιολόγητα και επιθετικά ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει ότι τα μέτρα που λήφθηκαν κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης πορείας για την οργάνωση, επίβλεψη και εκπαίδευση ήταν μη ικανοποιητικά. Δεν είναι αρκετό να το ισχυρισθεί αυτό ο ενάγοντας, καθότι αυτό πρέπει να καταδειχθεί με αναφορά συγκεκριμένων εύλογων μέτρων που απέτυχε ο εναγόμενος να λάβει ώστε να καταστείλει ή να προλάβει συμπεριφορά που ήταν απρόβλεπτη, επειδή οι εκπαιδευόμενοι δεν έχουν αποκτήσει τις γνώσεις και πειθαρχία του επαγγελματία στρατιώτη. Ήταν γενικά προβλεπτό ότι καβγάδες μπορεί να ξεσπάσουν ή να υπάρχουν διάφορες προκλήσεις ατομικές και ομαδικές κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των εκπαιδευομένων στρατιωτών. Είναι βέβαιο ότι η Εθνική Φρουρά όφειλε να κάνει ανάλυση αυτού του γενικού προβλεπτού κινδύνου, στην προκειμένη περίπτωση. Δεύτερο όφειλε να θέσει σε ισχύ σύστημα εργασίας, που να περιλαμβάνει κατάλληλη εκπαίδευση, οργάνωση, και επίβλεψη, ώστε αυτός ο κίνδυνος που έχει προβλεφτεί να αποφευχθεί. Όμως εκείνο που απέτυχε να αποδείξει ο ενάγοντας ήταν κατά πόσο τα μέτρα που έλαβε ο εναγόμενος δεν ήταν ικανοποιητικά υπό τις περιστάσεις και όχι εύλογα ενόψει το ανάλογο καθήκον της Εθνικής Φρουράς να προστατεύει τον ενάγοντα από προβλεπτούς κινδύνους. Το τι είναι εύλογα μέτρα προς αποφυγή του προβλεπτού κινδύνου επιθέσεων ή παρενοχλήσεων τρίτου προσώπου και κατά πόσο το προσωπικό που έθεσε ο εργοδότης για να επιβλέπει τους εκπαιδευμένους στρατιώτες ήταν ποσοτικά και ποιητικά ικανοποιητικό εξαρτάται από τα δεδομένα της υπόθεσης και δεν μπορεί να κριθεί αόριστα, θεωρητικά και γενικά. Στην Αγγλία δεν έχει τεθεί ένας απόλυτος κανόνας ότι ο εργοδότης έχει καθήκον έναντι του εργοδοτουμένου σε σχέση με απρόβλεπτές επιθέσεις τρίτων προσώπων κατά του εργοδοτούμενου αλλά αυτό το καθήκον εντάσσεται μέσα στο γενικό καθήκον του εργοδότη να κάνει σωστή εκτίμηση γνωστών κινδύνων και να θέσει σε ισχύ σύστημα εργασίας εκεί που χρειάζεται ώστε να προληφθούν προβλεπτοί κίνδυνοι της εργοδότησης. Στις πλείστες περιπτώσεις βρέθηκε η ευθύνη του εργοδότη όπου εντοπίσθηκε συγκεκριμένο μέτρο που μπορούσε εύκολα να εφαρμοσθεί προς αποφυγή του γενικού προβλεπτού κινδύνου που ο εργοδότης είχε καθήκον να προλάβει. Επί παραδείγματι στην υπόθεση Llloyd v Ministry of Justice[13] ο υπουργός δικαιοσύνης βρέθηκε υπεύθυνος για το τραύμα που υπέστη δεσμοφύλακας από επικίνδυνο φυλακισμένο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εργοδότης είχε καθήκον να προστατεύει τους δεσμοφύλακες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και έπρεπε να υπάρχει σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας ώστε να προληφθούν προβλέψιμοι κίνδυνοι όπως επιθέσεις κατά των δεσμοφυλάκων από τρίτους. Στην συγκεκριμένη υπόθεση ο εφεσείοντας δεν είχε πρόσβαση σε πληροφορίες που θα τον ενημέρωναν ότι ο συγκεκριμένος φυλακισμένος ήταν επικίνδυνος και αυτό οφειλόταν σε ανυπαρξία συστήματος εργασίας, ήτοι ενημέρωση των δεσμοφυλάκων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή για επικίνδυνη συμπεριφορά του φυλακισμένου στο παρελθόν. Σε αντίθεση με την πιο πάνω υπόθεση Αγγλικό Εφετείο απέρριψε υπόθεση πολλών εφεσειόντων εναντίον του Υπουργού Άμυνας της Αγγλίας στην υπόθεση Multiple Claimants v Ministry of defence[14] διότι κρίθηκε ότι ο εργοδότης δεν είχε καθήκον να θέσει σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας για προστασία των στρατιωτών σε σχέση με καθήκοντα τους που αφορούσαν ένοπλη δράση σε πόλεμο. «No duty of care arises in a service setting where related to immediate operational decisions and actions within a theatre of war or an analogous situation a principle that has been usually described as the common law of immunity of battle immunity.» Η πιο πάνω διαπίστωση αναμφίβολα πηγάζει και από την διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν εύλογα μέτρα που μπορούν να τεθούν σε ισχύ για να προληφθεί η απώλεια ζωής και ο τραυματισμός στρατιωτών από επιθέσεις σε ένοπλη δράση χωρίς να επηρεασθεί η ικανότητα του στρατού να επιτελέσει το καθήκον του σε καιρό πολέμου. Όμως ακόμη και κατά την διάρκεια του πολέμου αλλά σε σχέση με δραστηριότητες των στρατιωτών που δεν είχαν σχέση με ένοπλη δράση ή προετοιμασία για ένοπλη δράση Αγγλικό Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι υπάρχει ανάλογο καθήκον του Υπουργού Άμυνας ανάλογα με την ευθύνη του εργοδότη να θέσει σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας για να προστατεύει τους στρατιώτες από προβλεπτούς κινδύνους (βλ. Jebsen v Ministry of Defence[15]), Στην δική μας υπόθεση ο στρατός ασκούσε σχεδόν απόλυτο έλεγχο επί του προσώπου των κληρωτών στρατιωτών και ο στρατός καθόριζε το πρόγραμμα και τις καθημερινές δραστηριότητες των κληρωτών στρατιωτών. Όμως οι κληρωτοί στρατιώτες είναι ενήλικες που εκπαιδεύονται ειδικά για να υπηρετήσουν. Ως εκ τούτου η ευθύνη της Εθνικής Φρουράς να προστατεύει την σωματική ακεραιότητα των κληρωτών στρατιωτών δεν είναι απόλυτη και ούτε εφικτό υπό τις περιστάσεις να είναι απόλυτη. Στο βαθμό που η Εθνική Φρουρά ασκεί έλεγχο επί ορισμένων δραστηριοτήτων που εμπεριέχουν στοιχείο επικινδυνότητας και μπορεί να ληφθούν λογικά μέτρα προς αποφυγή προβλεπτού κινδύνου υπάρχει καθήκον επιμέλειας προστασίας κατά του κινδύνου. Εκεί όπου η Εθνική Φρουρά ασκεί έλεγχο της πορείας τεκμαίρεται ότι σιωπηρά συγκατατίθεται να αναλάβει την ευθύνη για την σωματική ακεραιότητα των κληρωτών στρατιωτών από απρόβλεπτες και επικίνδυνες ενέργειες τρίτων κατά την διάρκεια της πορείας. Ο ενάγοντας διατάχθηκε να οργανώσει ομάδα καθαριότητας των αφοδευτηρίων και ο ΜΥ1 ανέφερε ότι σωστά έπραξε όταν ανέφερε τους συγκεκριμένους στρατιώτες που δεν παρουσιάστηκαν για καθήκον. Ο ενάγοντας διατάχθηκε να ηγηθεί του Λόχου με τραυματισμένο χέρι σε γύψο. Ο στρατός γνώριζε ότι ο ενάγοντας ως εκπαιδευτής του λόχου θα είχε τον ρόλο να επιβάλλεται στους υπολοίπους ώστε να επικρατεί η τάξη και πειθαρχία. Ο στρατός επίσης γνώριζε ότι ανάμεσα στα μέλη του λόχου υπήρχαν γνωστοί ταραχοποιοί και ότι ήταν συνηθισμένο να υπάρχουν προστριβές μεταξύ των κληρωτών στρατιωτών που προέρχονται από όλα τα μέρη της Κύπρου και διαμένουν μαζί στο ΚΕΝ Πάφου. Ο στρατός ασκούσε πλήρη έλεγχο στις κινήσεις των κληρωτών στρατιωτών και όλοι διατάχθηκαν να πορευθούν προς το εκπαιδευτήριο. Κατά την διάρκεια της πορείας υπήρχε επίβλεψη του λόχου από τέσσερεις συνολικά εκπαιδευτές. Η πορεία προς το εκπαιδευτήριο ήταν σύντομη και σε μικρή απόσταση και είχε προηγηθεί της σύντομης πορείας αναφορά, στον Διοικητή ο οποίος διαπίστωσε ότι δεν επικρατούσε ανησυχία και/η προστριβές ανάμεσα στα μέλη του Λόχου. Το μόνιμο προσωπικό της Εθνικής φρουράς δεν ήταν παρόντες στην πορεία αλλά ήταν όλοι εντός του στρατοπέδου και η Διοικητής μπορούσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να διατάξει την παρουσία τους. Ο ίδιος δεν ήταν παρών αλλά ήταν σε απόσταση που μπορούσε να ακούσει την φασαρία πράγμα που έπραξε αμέσως αφού άκουσε φωνές. Δεν ήταν γνωστό στην διεύθυνση του στρατού ότι τα μέλη του λόχου θα συμπεριφερόταν επικίνδυνα και εγκληματικά την δεδομένη στιγμή. Ήταν γενικά γνωστό ότι τα μέλη αυτά ήταν εκπαιδευόμενοι και ότι υπήρχε η πιθανότητα να συμπεριφερθούν άτακτα και επικίνδυνα. Εφόσον η εθνική φρουρά ασκούσε πλήρη έλεγχο της συγκεκριμένης δραστηριότητας και υποχρέωσε τον ενάγοντα να υπακούσει την εντολή να ηγηθεί του λόχου με τραυματισμένο χέρι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η εθνική φρουρά είχε καθήκον κατά την πραγματοποίηση της πορείας να τον προστατεύει και από επικίνδυνες ενέργειες τρίτων προσώπων. Η υπεράσπιση είχε σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας ώστε να διεξάγεται η συγκεκριμένη δραστηριότητα ομαλά παρά την προβλεπτή πιθανότητα ο λόχος να συμπεριφερθεί κατά την πορεία ατάκτως και επικίνδυνα θέτοντας σε κίνδυνο τους κληρωτούς στρατιώτες που είχε καθήκον να προστατεύει επειδή ασκεί σχεδόν απόλυτο έλεγχο επί του προσώπου τους. Δηλαδή, ο Διοικητής έκανε ανάλυση του προβλεπτού κινδύνου πριν την πορεία κατά την αναφορά και έκρινε ότι υπήρχε ικανοποιητική επίβλεψη, οργάνωση και εκπαίδευση, ώστε η πορεία να πραγματοποιηθεί από το στρατόπεδο μέχρι το χώρο του εκπαιδευτηρίου χωρίς να σημειωθούν επεισόδια μεταξύ των στρατιωτών κατά τη διάρκειά της. Ο ενάγοντας είχε εκπαιδευθεί διά να εκτελέσει τα συγκεκριμένα καθήκοντα και δεν κατέδειξε με την μαρτυρία του ότι δεν γνώριζε τι έπρεπε να κάνει όταν εκδηλώθηκε η συγκεκριμένη συμπεριφορά. Ούτε και υπέδειξε ο ενάγοντας συγκεκριμένα εύλογα μέτρα που έπρεπε να εφαρμοσθούν κατά την συγκεκριμένη πορεία ώστε να είχε προληφθεί ο συγκεκριμένος κίνδυνος εφόσον για τον γενικό κίνδυνο υπήρχε σε ισχύ ασφαλούς συστήματος εργασίας που περιλάμβανε εκπαίδευση, οργάνωση και επίβλεψη. Το επεισόδιο δεν μπορούσε να αποφευχθεί αλλά τουλάχιστον είχε προληφθεί στα αρχικά του στάδια από τους εκπαιδευτές και την παρέμβαση του Διοικητή. Συνεπώς, η εθνική φρουρά ως εργοδότης είχε γενικό καθήκον έναντι του ενάγοντα να τον προστατεύει από απρόβλεπτη, επικίνδυνη και εγκληματική συμπεριφορά τρίτων. Αυτό δεν δυσχεραίνει το έργο της Εθνικής Φρουράς με ένα δυσβάστακτο βάρος ή καθήκον. Αντιθέτως, ένα σύστημα εργασίας που περιλαμβάνει την σωστή επίβλεψη, οργάνωση και τάξη προάγει την αποτελεσματικότητα της Εθνικής Φρουράς και προστατεύει τα νεαρά παιδιά που καλούνται υποχρεωτικά να υπηρετήσουν. Η εθνική φρουρά δεν έχει απεριόριστο καθήκον να προστατεύει τους κληρωτούς στρατιώτες από κάθε κίνδυνο. Όμως εφόσον τους καλεί να υπηρετήσουν υποχρεωτικά και ασκεί σχεδόν απόλυτο έλεγχο επί του προσώπου τους κατά την διάρκεια της υποχρεωτικής θητείας οφείλει να θέσει σε ισχύ ασφαλές σύστημα εργασίας που να διασφαλίζει ότι οι δραστηριότητες του στρατού θα διεξάγονται με την σωστή επίβλεψη, καθοδήγηση και επιμέλεια ώστε να προληφθούν προβλεπτοί κίνδυνοι, ήτοι, μεταξύ άλλων, επικίνδυνες και εγκληματικές ενέργειες τρίτων κατά της σωματικής ακεραιτότητας των εθνοφρουρών. Όμως στην προκειμένη περίπτωση το κάταγμα, προκλήθηκε όταν ο ενάγοντας ενεπλάκη στο καβγά όπου όπως διαπίστωσα πιο πάνω ο ρόλος του δεν περιορίσθηκε σε αυτοάμυνα. Στην συνέχεια του επιτέθηκαν πολλοί και στην προσπάθεια του να προστατεύσει το κεφάλι του, χρησιμοποίησε το χέρι του που ήταν σε γύψο, με αποτέλεσμα αυτό να υποστεί το κάταγμα, που περιγράφεται στο ιατρικό πιστοποιητικό. Ως ανέφερα, πιο πάνω, δεν αποκλείεται ο ενάγοντας να κτύπησε και τους άλλους τρεις, αλλά όπως είπε δεν χρησιμοποίησε σκόπιμα του χέρι του επιθετικά, με τρόπο που θα προκαλείτο και άλλο τραύμα, παρά μόνο σε αυτοάμυνα, για να αποφύγει χειρότερο κακό στην σωματική του ακεραιτότητα. Παρόλο τούτο ο ενάγοντας δεν έχει κατορθώσει να αποδείξει την αμέλεια του εναγόμενου διότι απέτυχε να αποδείξει ποιο μέτρο υπό τις περιστάσεις ήταν εύλογο να εφαρμοσθεί ώστε να αποφευχθεί ο συγκεκριμένος κίνδυνος αφού και ο ίδιος με την συμπεριφορά του αποτέλεσε αστάθμητος και απρόβλεπτος παράγοντας στην εξέλιξη των πραγμάτων ώστε να δημιουργηθεί το συγκεκριμένο επεισόδιο. Αντιθέτως, η υπεράσπιση απέδειξε με την μαρτυρία της ότι είχε υπόψη της τον γενικό κίνδυνο να υπάρχουν προστριβές ανάμεσα στους στρατιώτες κατά την εκπαίδευση τους εξού και υπήρχε αναφορά και επίβλεψη στην διάρκεια της σύντομης πορείας. Το γεγονός ότι η Εθνική Φρουρά δεν πήρε μέτρα για τον συγκεκριμένο κίνδυνο που δεν ήταν προβλεπτός δεν αποδεικνύει αμέλεια, ειδικά και αφού δεν έχει καταδεχθεί εύλογο και εφικτό μέτρο που θα προλάμβανε τον συγκεκριμένο καβγά και κατά συνέπεια και τον τραυματισμό του ενάγοντα. Ζ. Ζήτημα ευθύνης με βάση την αρχή ότι ο εναγόμενος ευθύνεται εκ προστήσεως για τις ζημιογώνες παραλέιψεις πράξεις και/ή παραλείψεις των οργάνων η/και υπηρετών ή και/η υπαλλήλων ή/και αντιπροσώπων του που έχουν γίνει σε χρόνο που εκτελούσαν καθήκονταν ή/και υπηρεσίες για την Κυπριακή Δημοκρατία. Παρόλο που ο ενάγοντας δεν επεκτάθηκε στην Έκθεση Απαιτήσεως σε σχέση μ' αυτήν την αιτία αγωγής ως διαζευτική αιτία αγωγής θεωρώ ότι θα πρέπει να ασχοληθώ με το ζήτημα. Κύρια διαφορά μεταξύ αυτή την βάση αγωγής και την αιτία αγωγής ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να βρεθεί υπεύθυνος διότι παραβίασε καθήκον επιμέλειας έναντι του ενάγοντα με αποτέλεσμα να τραυματισθεί είναι ότι εάν βρεθεί η Εθνική φρουρά ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για την επίθεση των εκπαιδευόμενων στρατιωτών κατά του ενάγοντα η αμέλεια του εναγόμενου δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί προκειμένου ο ενάγοντας να δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες. Το άρθρο 13
(2)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 προνοεί ότι εργοδότης είναι υπεύθυνος για τις αμελής πράξεις του εργοδοτουμένου του νοουμένου ότι αυτή η πράξη τελέσθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων του. Στην περίπτωση που ο υπηρέτης τέλεσε πράξη που δεν ήταν στα πλαίσια των καθηκόντων του ή ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του παραχωρήθηκε από τον εργοδότη δεν θεωρείται ότι η πράξη διενεργήθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων του ώστε να αποδοθεί στον εργοδότη η αμέλεια του υπηρέτη. Το κατά πόσο ο εργοδότης θα πρέπει να βρεθεί εκ προστήσεως υπεύθυνος για τις πράξεις του υπηρέτη του είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό. Κατευθυντήριες γραμμές για τους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση των δεδομένων ώστε να κριθεί ο εργοδότης υπεύθυνος εκ προστήσεως για τις αμελής πράξεις του υπηρέτη περιέχονται στην απόφαση του Εφετείου Costa Aloupou v Attorney General[16]. Παραθέτω πιο κάτω το σημαντικότερο απόσπασμα της απόφασης επί του ζητήματος της ευθύνης του εργοδότη για πράξεις του υπηρέτη. "Defendant 2 issued vicariously. What vicarious liability means? It means that one person takes the place of another so far as liability is concerned (Per Lord Denning M.R. in Launchburry v. Morgans, [1971] 2 Q.B. 243 at 253). The relationship of master and servant is the most important of the various cases in which vicarious liability is recognised by the law, although is, not confined merely to it." By section 13
(2), of Cap.148 it is laid down that: "An act shall be deemed to have been done in the course of a servant's employment if it was done by him in his capacity as a servant and whilst performing the usual duties of and incidental to his employment, notwithstanding that the act was an improper mode of performing an act authorised by the master; but an act shall not be deemed to have been so done if it was done by a servant for his own ends and not on behalf of the master." It is well settled that Cap.148 s not exhaustive and that it embodies to a certain extent the common law of England. Section 13
(2)appears to have been based on relevant common law principles and therefore the English cases on the matter may prove very useful. A servant is one, who is bound to obey any lawful orders given by the master as to the manner in which his work shall be carried out. The master retains the power of controlling him in his work, and may direct not only what he shall do but how he shall, do it. (Per Crompton 3. in Sadler v. Henlock,
(1855)4 E & B 570 at. 578; see also Hewitt v. Bonvin, [1940] 1 K.B. 188). The test to be generally applied in determining the existence of ,a contract of service, lies in the nature and degree of detailed control over the person alleged to be a servant (Per McCardie J. in Performing Right Society Ltd: v. Mitchell and Booker (Palais de Danse Ltd., [1924] 1 K.B. 762). ................................. However, the mere fact that the wrong doer is the servant of a person does not render that person automatically liable for the acts of his servant. A master is liable for the negligence of the servant if committed in the course of his employment, but is not liable for negligence committed outside the scope of his employment. In Tsiopanis v. Avraam, (supra), A. Loizou, J. adopted at p. 33 a passage from Clerk & Lindsell on Torts, 13th Edn. para. 218:- ................................. 'If it is either
(1)a wrongful act authorised by the master, or
(2)a wrongful and unauthorised mode of doing some act authorised by the master. It is clear that the master is responsible for acts actually authorised by him for liability would exist in. this case, even if the relation between the parties was merely one of agency, and not one of service at all. But a master, as opposed to the employer of an independent contractor, is liable even for acts which he has not authorised, provided they are so connected with acts which he has authorised that they may rightly be regarded as modes-although improper modes of doing them'. Of course the time and place at which an act is committed are important factors and in a proper case may show clearly if the servant has been acting in the course of his employment." (See also Salmond on Torts, (13th Edn.) art. 36 at p 122; Ilkiw v. Samuels, [1963] 2 All E.R. 839 at p. 884). In Marsh v. Moores, [1949] 2 K.B. 208, Lynskey J. stated at p. 215:- "It is well settled law that a master is liable even for acts which he has not authorized provided that they are so connected with the acts which he has authorized that they may rightly be regarded as modes, of doing them. On the other hand, if the unauthorized and wrongful act of the servant is not so connected with the authorized act as to be a mode of doing it but is an independent act, the master is not responsible for, in such a case the, servant is not acting in the course of his employment but has gone outside it." An act is done in the course of the employment not only when the servant is actually doing the work, which he is employed to do, but also when the act, is an incident in performing something he is employed to do and when it is about business which concerns the master and the servant; (See Staton v. National Coal Board, [1957] 2 All E.R. 667; see also Stavrinou Costa & Another v. Municipal Corporation of Limassol,
(1975)1 C.L.R. 84.) The servant does not cease to act in the course of his employment unless he has plainly gone beyond the bounds. (See, County Plant Hire v. Jackson and Lane Bros. (Builders) (Third Party),
(1970)8 K.I.R. 989 (C.A.). In determining whether or not a servant's wrongful act is done in the course of his employment it is necessary that a broad view of all the surrounding circumstances should be taken as a whole and not restricted to the particular act which causes the damage. ................................. There is no simple test which can be applied to cover every set of circumstances and so essential it always remains a question of fact for decision in each case (per Finnemore J. in Staton v. N.C.B., (supra) at p. 895.) What happens if a, servant disobeys the orders of his master? The fact that a servant disobeys the order of his master does not necessarily mean that he is acting outside the course of his employment. In Att.-Gen. v. Hartley,
(1964)N.Z.L.R. 785, the new Zealand Court of Appeal held that it is not ought to decide whether what was done was a prohibited act since prohibition may either limit the scope of the employment or merely regulate the conduct of the employee within its sphere. The distinction is between an order which limits the scope of the employment, the disobedience which means that the servant is not in the course of his employment, and an order which limits the method in which the duties of the servant shall be performed, the disobedience to which it does mean that the servant is outside his employment. ................................. "The employer is made vicariously liable for the tort of his employee not because the plaintiff is an invitee nor because of the authority possessed by the servant, but because it is a case in which the employer, having put matters into motion, should be liable if the motion that he has originated leads to damage to another." Δεν είναι εύκολο να εφαρμοσθούν οι πιο πάνω αρχές στην προκειμένη περίπτωση. Από την μία είναι βέβαιο ότι τόσο ο ενάγοντας όσο και οι τρεις εκπαιδευμένοι στρατιώτες εκτελούσαν τις εντολές του Διοικητή του Λόχου όταν συμμετείχαν στην πορεία εκτός του στρατοπέδου. Οι τρεις εκπαιδευόμενοι δεν εκτέλεσαν αυτό το καθήκον ανάλογα με τις οδηγίες του Διοικητή όταν επέλεξαν να διαπράξουν το αδίκημα της εξύβρισης και στην συνέχεια της επίθεσης κατά του ενάγοντα. Εφαρμόζοντας το κριτήριο που έθεσε ο Salmond, πιο πάνω, δύσκολα μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στον εναγόμενο για την επίθεση των εκπαιδευόμενων στρατιωτών διότι η επίθεση δεν ήταν δραστηριότητα που σχετίζεται με την πορεία ώστε να κριθεί ότι η επίθεση είναι τόσο συνυφασμένη με την πορεία που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των καθηκόντων των εμπλεκομένων στρατιωτών. Όμως στην συνέχεια η αρχή που διατυπώθηκε από τον Salmond στο Σύγγραμμα on Torts έχει εξελιχθεί να περιλαμβάνει και σκόπιμες πράξεις και/ή αδικήματα που έχουν διαπραχθεί από τον υπηρέτη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Εάν εφαρμοσθεί η αρχή που διατυπώθηκε από τον Salmond εντελώς μηχανικά θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα διότι τότε ο εργοδότης δεν θα ήταν ποτέ υπεύθυνος για αστικά αδικήματα ή ποινικά αδικήματα που διαπράττονται από τους υπηρέτες του έναντι τρίτων προσώπων κατά την διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων τους. Οπότε στην συνέχεια έχει υιοθετηθεί μια πιο ευέλικτη ερμηνεία των λέξεων «κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του» ώστε να περιλαμβάνει ακόμη και σκόπιμες πράξεις διάπραξης αστικών αδικημάτων των υπηρετών κατά τρίτων προσώπων στα πλαίσια της εργοδότησης τους. Αυτή η ευρεία και ευέλικτη ερμηνεία της αρχής Salmond επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Williams v A&W Hamphill Ltd[17]. Σε εκείνη την υπόθεση όταν βρέθηκε υπεύθυνη εταιρεία που μετέφερε επιβάτες με λεωφορεία για την πράξη του υπηρέτη τους να αλλάξει την πορεία του λεωφορείου και να κάνει προσωπική διαδρομή που δεν είχε εξουσιοδοτηθεί με αποτέλεσμα να εμπλακεί σε δυστύχημα και να τραυματισθούν οι επιβάτες. «But when there are passengers whom the sevants on his masters behalf has taken aboard for transport to Glasgow their transport and safety does not cease at a certain stage of the journey to be the masters business, or part of his enterprise, merely because the servant has for his own purposes chosen some route which is contrary to his instructions. The more dominant are the current obligations of the masters business in connection with the lorry the less weight is to be attached to navigational extravagances of the servant.» Στην Αγγλική υπόθεση Gravil v Carroll[18] Αγγλικό Εφετείο επεξήγησε ότι το σωστό κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση που αποφασίζεται η εκ προστήσεως ευθύνη του εργοδότη σε σχέση με τις σκόπιμες πράξεις του αδικοπραγούντα υπηρέτη είναι η φύση της εργοδότησης του υπηρέτη και κατά πόσο το αστικό αδίκημα είναι τόσο συνυφασμένο με την εργοδότηση του που θα ήταν δίκαιο υπό τις περιστάσεις να αποδοθεί στον εργοδότη το αστικό αδίκημα που διέπραξε ο υπηρέτης. Σε εκείνη την περίπτωση ο εφεσείοντας είχε τραυματισθεί από σκόπιμη γροθιά άλλου παίκτη κατά την διάρκεια ενός αγώνα «rugby». O εργοδότης κρίθηκε υπεύθυνος παρόλο που τέτοια συμπεριφορά δεν ήταν εξουσιοδοτημένη και μάλιστα υπήρχαν κανόνες του εργοδότη που ο υπηρέτης είχε παραβιάσει σύροντας την γροθιά κατά την διάρκεια του αγώνα. Στην υπόθεση Wallbank v Wallbank Fox Design Ltd[19] Αγγλικό Εφετείο έκρινε τον εργοδότη εκ προστήσεως υπεύθυνο για την στιγμιαία και αναπάντεχη επίθεση υπηρέτη κατά του προϊσταμένου του όταν ο προϊστάμενος του έδωσε οδηγίες να εκτελέσει. Σε εκείνη την περίπτωση κρίθηκε ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε ως αντίδραση του υπηρέτη σε οδηγίες που του δόθηκαν από τον προϊστάμενο του. Κρίθηκε ότι η επίθεση ήταν τόσα στενά συνυφασμένη με τα καθήκοντα του υπηρέτη που ήταν δίκαιο υπό τις περιστάσεις να κριθεί υπόλογος ο εργοδότης για την επίθεση του υπηρέτη. Το ίδιο Εφετείο έκρινε διαφορετικά σε σχέση με παρόμοια υπόθεση στην Weddall v Barchester Healthcare Ltd[20] όταν υπηρέτης κάλεσε άλλο υπηρέτη κέντρου νοσηλείας να τον αντικαταστήσει και ο δεύτερος υπηρέτης θύμωσε πήγε στο κέντρο και επιτέθηκε κατά του συναδέλφου του. Το Αγγλικό Εφετείο έκρινε ότι το μεμονωμένο επεισόδιο δεν ήταν άμεσα συνυφασμένο με τα καθήκοντα του υπηρέτη που επιτέθηκε αλλά αφορούσε ξέσπασμα ενός μεθυμένου άντρα ο οποίος έτυχε εκείνη την ώρα που κλήθηκε να βρίσκεται εκτός καθήκοντος και αντέδρασε με τον συγκεκριμένο τρόπο. Τέλος Αγγλική απόφαση της Βουλής των Λόρδων Lister and Others v Hesley Hall[21] συνοψίζει το κριτήριο που πρέπει να εφαρμόζεται στην σύγχρονη εποχή εργοδότησης. Εργοδότης κρίνεται υπόλογος για τις πράξεις του εργοδοτούμενου με δίκαιο και αναλογιστικό τρόπο προς τον εργοδότη σε σχέση με σκόπιμες και παράνομες ενέργειες των υπηρετών του εργοδότη έναντι τρίτων. Στην πιο πάνω απόφαση βρέθηκε εργοδότης εκ προστήσεως υπεύθυνος για την πράξη του υπηρέτη του να κακοποιά σεξουαλικά αγόρια που ήταν υπό την ευθύνη και επίβλεψη του σε οικοτροφείο όπου φοιτούσαν τα αγόρια. Σημειώνεται ότι σε εκείνη την υπόθεση είχε προωθηθεί και διαζευτική αιτία αγωγής για αμέλεια κατά του εργοδότη που είχε αποτύχει. Σε σχέση με το ζήτημα της εκ προστήσεως ευθύνης σημειώθηκε ότι η σεξουαλική εκμετάλλευση των αγοριών ήταν ενέργεια απαγορευμένη από την διοίκηση του οικοτροφείου. Η διοίκηση εργοδότησε τον συγκεκριμένο υπηρέτη για να επιβλέπει τα αγόρια σε ταξίδι αναψυχής στην Ισπανία. Η σεξουαλική κακοποίηση έγινε σε χώρο και σε χρόνο που οι υπηρέτες του σχολείου είχαν καθήκον επιμέλειας για την προστασία και επίβλεψη των ανήλικων αγοριών. Υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κακοποίησης των αγοριών και την εργοδότηση του υπηρέτη που ήταν επιφορτισμένος με καθήκοντα της επίβλεψης των αγοριών. Επομένως, διαπιστώνεται η ευθύνη του εργοδότη παρόλο που ο ίδιος δεν είχε ανάμιξη ή γνώση για τις παράνομες πράξεις του υπηρέτη. Επεξηγήθηκε ότι πρέπει να υπάρχει τέτοια συνάφεια μεταξύ τα καθήκοντα του εξουσιοδοτήθηκε ο υπηρέτης να εκτελέσει εκ μέρους του εργοδότη και της παράνομης πράξης για να θεωρηθεί ότι η παράνομη πράξη σωστά και δίκαια πρέπει να αποδοθεί στον εργοδότη παρόλο που ίδιος δεν είχε ανάμιξη και/ή σχέση με την παράνομή πράξη. Ο Λόρδος Millet επαναδιατύπωσε και επιβεβαίωσε την αρχή ότι η εκ προστήσεως ευθύνη είναι είδος αυστηρής ευθύνης του εργοδότη και ως τέτοια θα πρέπει να αποδοθεί μόνο κάτω από συγκεκριμένες και καθορισμένες προϋποθέσεις. «Vicarious liability is a species of strict liability. It is not premised on any culpable act or omission on the part of the employer; an employer who is not personally at fault is made legally answerable for the fault of his employee. It is best understood as a loss-distribution device» Η αρχή που διατυπώθηκε στην Αγγλική υπόθεση Lister θεωρείται η επικρατούσα νομολογία επί του ζητήματος του vicarious liability του εργοδότη σε σχέση με μη εξουσιοδοτημένες και σκόπιμες ενέργειες του εργοδοτούμενου κατά τρίτων προσώπων. Όμως κάθε περίπτωση πρέπει να κριθεί διαφορετικά και ειδικά ώστε να τεθεί ορθά η διαχωριστική γραμμή ευθύνης μεταξύ ενεργειών που θεωρούνται ότι είναι στενά συνυφασμένες με την εργοδότηση του υπηρέτη και αυτές που η διενέργεια τους δεν μπορεί να αποδοθεί στον εργοδότη. Στην δική μας την υπόθεση είναι γεγονός ότι οι εκπαιδευόμενοι στρατιώτες διενεργούσαν κατά την δεδομένη στιγμή πορεία προς το εκπαιδευτήριο. Δηλαδή, υπηρετούσαν τα καθήκοντα τους στην Εθνική Φρουρά. Όμως όταν αποφάσισαν να διαταράξουν την πορεία με υβριστικά σχόλια προς το πρόσωπο του εκπαιδευτή και στην συνέχεια του επιτέθηκαν όταν τους ζήτησε τον λόγο θεωρώ ότι προωθούσαν την δική τους προσωπική βεντέτα κατά του ενάγοντα και όχι του εργοδότη τους που έτυχε να είναι η Εθνική Φρουρά. Είναι γεγονός ότι οι διαφορές μεταξύ του ενάγοντα και των εκπαιδευόμενων στρατιωτών αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους στην Εθνική Φρουρά. Όμως οι διαφορές αυτές ήταν κατά βάση προσωπικές διαφορές και δεν είχαν σχέση με διαφορές που προέκυψαν ως συνέπεια ή εξαιτίας των καθηκόντων τους στην Εθνική Φρουρά. Η πορεία στην οποία συμμετείχαν οι εκπαιδευόμενοι στρατιώτες αποτέλεσε η ευκαιρία που αναζητούσαν για να πραγματοποιήσουν τις απειλές τους κατά τον ενάγοντα και όχι η αιτία. Συνεπώς, η πράξη τους να επιτεθούν στον ενάγοντα δεν ήταν τόσο συνυφασμένα με τα καθήκοντα τους ή την πορεία ώστε να δικαιολογείται απόδοση των ευθυνών τους στον εργοδότη τους δυνάμει του άρθρου 13
(2)του Κεφ. 148. Πρόσφατη απόφαση Σκοτσέζικου Εφετείου που υιοθέτησε την αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Lister, πιο πάνω, Vaickuviene and Others v J Sainsbury Plc[22] έκρινε ότι βίαια συμπεριφορά από ένα υπάλληλο προς τον συνάδελφο που κατέληξε στην δολοφονία του εξαιτίας μαχαιριάς που δέχθηκε από τον υπάλληλο δεν ήταν τόσο στενά συνυφασμένη με τα καθήκοντα της εργοδότησης που να δικαιολογείται απόδοση ευθυνών κατά του εργοδότη του. Στην προκειμένη περίπτωση οι υπάλληλοι είχαν προσωπικές διαφορές μεταξύ τους και ο αδικοπραγούντας είχε επιδοθεί σε σειρά από ενέργειες κατά του συναδέλφου του που συνιστούσαν κακοποίηση. Οι δύο υπάλληλοι εργάζονταν σε supermarket. Η τελευταία πράξη της κακοποίησης ήταν η απόφαση του υπαλλήλου να αρπάξει μαχαίρι από ένα τμήμα του καταστήματος και να μαχαιρώσει τον συνάδελφο του μέσα στον διάδρομο του σουπερμάρκετ. Ο εργοδότης δεν κρίθηκε υπόλογος για τις πράξεις του εργοδοτούμενου του επειδή θεωρήθηκε ότι η εργοδότηση δεν ήταν η αιτία ή ο λόγος της επίθεσης αλλά αποτελούσε προσωπική υπόθεση του υπαλλήλου που πραγματοποίησε την επίθεση. Κατά την άποψη μου το ίδιο συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση. Οι εμπλεκόμενοι στρατιώτες συμμετείχαν σε μία πορεία στα πλαίσια των καθηκόντων τους στην Εθνική Φρουρά. Όμως το γεγονός της συμμετοχής τους στην πορεία ήταν μία σύμπτωση και απλά αποτέλεσε η ευκαιρία και/ή αφορμή για να εκτυλιχθεί το επεισόδιο με τραυματικές συνέπειες για τον ενάγοντα. Δεν είναι η περίπτωση που η επίθεση σχετίζεται τόσο στενά με τα καθήκοντα της εργοδότησης που θα πρέπει να κληθεί ο εργοδότης να αναλάβει όλη ή μέρος της ευθύνης για τις συνέπειες της επίθεσης παρόλο που ο ίδιος ο εργοδότης δεν ευθύνεται προσωπικά. Υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης δεν είναι περίπτωση που μπορεί να αποδοθεί στον εργοδότη η επίθεση που πραγματοποίησε ο υπηρέτης του εναντίον άλλο υπηρέτη. Εφόσον έχω εξετάσει το ζήτημα της αμέλειας του εναγομένου καθώς και την προοπτική να κριθεί υπόλογος ο εναγόμενος για τις πράξεις εκπαιδευόμενων στρατιωτών στην εθνική φρουρά, έχω καταλήξει ότι ο ενάγοντας έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση του και στις δύο περιπτώσεις και ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αγωγή/Τελική/Επίθεση Subject: Civil/Final/Epithesi [1] Eleventh Edition, Section 12 Master and Servant, Employers Duty par. 636 [2] 1 ΑΑΔ 1663
(2004)[3] 1 ΑΑΔ 918
(2002)[4]
(1955)1 Lloyd's Report [5] Supra note 7 [6] Ποινική Έφεση 5895 ημερ. 23/5/96 [7] [2000] HCA 61, 205 CLR 254 [8] Πολ. Έφ. 350/09, ημερ. 14.10.14 [9] [2008] EWCA 71 [10] 20η έκδοση Safe system of Work 13-14 [11] [2002] EWCA Civ 953 [12] [2006] EWCA Civ 1576 23 Novewmber 2005 [13] [2007] EWHC 2475 [14] [2003] EWHC 1134 (QB) [15] 2008] 1 WLR 2055 [16] 1 CLR 475 (1984 [17] 1966 SC (HL) 31 [18] [2008] EWCA CIv. 2008 [19] [2012] EWCA Civ. 25 [20] i.d. [21] [2001] 2 All ER 769 [22] [2013] ScotCS CSIH 67 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο