← Κύπρος

Κυριάκος Γ. Κυριακίδης Λιμιτεδ ν. Πρόδρομος Χατζηκυριάκος & Υιός Λιμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 4295/10, 30/11/2017

Κυριάκος Γ. Κυριακίδης Λιμιτεδ ν. Πρόδρομος Χατζηκυριάκος & Υιός Λιμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 4295/10, 30/11/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A359 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4295/10 Κυριάκος Γ. Κυριακίδης Λιμιτεδ Ενάγουσας και Πρόδρομος Χατζηκυριάκος & Υιός Λιμιτεδ Εναγομένης Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Χρ. Δημητριάδης Για Εναγόμενη: κ. Α. Μάγος ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγομένη το ποσό των €6.900 πλέον 9% τόκο επί του πιο πάνω ποσού από 2.11.2009 ή νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια μιας αποθήκης η οποία βρισκόταν στην βιομηχανική περιοχή Γερίου. Μέρος της εν λόγω αποθήκης, ήτοι 1000 τ.μ. ενοικιάστηκε στην Εναγομένη για την περίοδο από 1.7.2007 μέχρι 30.6.

  1. Το συμφωνηθέν ενοίκιο ήταν £7.200 εξαμηνιαίως για τα 4 πρώτα έτη και μετέπειτα αυξανόμενο κατά 14% κάθε δύο έτη. Στις 28.8.2009 εξερράγη πυρκαγιά στο μέρος της αποθήκης που ενοικίαζε η Εναγομένη. Η φωτιά επεκτάθηκε σε όλη την αποθήκη καταστρέφοντας την ολοσχερώς. Η Αστυνομία, η Πυροσβεστική και άλλες αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ζήτησαν από τους διάδικους και τους ενοικιαστές του υπόλοιπου μέρους της εν λόγω αποθήκης να απομακρύνουν άμεσα τα άχρηστα και καμένα υλικά και εμπορεύματα για να μπορέσουν, μεταξύ άλλων, να διερευνήσουν τα αίτια της πυρκαγιάς. Οι διάδικοι συμφώνησαν όπως, τον καθαρισμό και απομάκρυνση των εν λόγω υλικών, αναλάβει ειδικό συνεργείο το οποίο θα πλήρωναν εξ ημισείας. Προτού το εν λόγω συνεργείο αρχίσει εργασίες καθαρισμού και απομάκρυνσης των καμένων υλικών και εμπορευμάτων, οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ τους το ποσό που θα πλήρωνε ο καθένας. Το ποσό που θα πλήρωνε η Εναγομένη ήταν €6.000 πλέον Φ.Π.Α. Η Εναγομένη δεν ήταν σε θέση να πληρώσει άμεσα το πιο πάνω ποσό και ζήτησε από την Ενάγουσα να το πληρώσει για λογαριασμό της. Ήταν μια συμφωνία υπό τύπο δανείου και διευκόλυνσης για μικρό χρονικό διάστημα. Η Εναγομένη θα πλήρωνε το ποσό στην Ενάγουσα μετά πάροδο 1 - 2 μηνών. Κατόπιν της πιο πάνω συμφωνίας και λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων αλλά και λόγω της επείγουσας κατάστασης, η Ενάγουσα πλήρωσε στο ειδικό συνεργείο ολόκληρο το ποσό της αμοιβής για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Ακολούθως, η Ενάγουσα εξέδωσε επ' ονόματι των Εναγομένων σχετικό τιμολόγιο για το ποσό των €6.000 πλέον 15% Φ.Π.Α., ήτοι συνολικά €6.900, το οποίο οι Εναγόμενοι υπόγραψαν και αποδέχθηκαν. Με την έκθεση υπεράσπισης, η Εναγομένη παραδέχεται την ύπαρξη της ενοικίασης και προσθέτει ότι το ενοίκιο καταβαλλόταν προκαταβολικά την πρώτη ημέρα κάθε εξαμήνου. Η Εναγομένη παραδέχεται επίσης ότι στις 28.8.2009 εξερράγη πυρκαγιά στα υποστατικά που ενοικίαζε, αλλά αρνείται ότι το υποστατικό καταστράφηκε ολοσχερώς. Κατά τα λοιπά, η Εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο της Έκθεσης απαίτησης και υποστηρίζει ότι ουδέποτε προσήλθε σε προφορική ή γραπτή συμφωνία με την Ενάγουσα για να απομακρύνει και καθαρίσει τα άχρηστα και/ή καμένα υλικά ή ότι συμφώνησε να καταβάλει το ποσό των €6.000 πλέον 15% Φ.Π.Α. σε συνεργείο καθαρισμού. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα παρέδωσε στην Εναγόμενη ένα τιμολόγιο ημερομηνίας 2.11.2009 για το ποσό των €6.900 για κατεδάφιση ραφιών και απομάκρυνση καμένων μπάζων. Σύμφωνα με την Εναγομένη, η συμφωνία με την Ενάγουσα εταιρεία ήταν ότι το όλο ζήτημα θα εξεταζόταν μετά που θα ξεκαθάριζε το ζήτημα αποζημιώσεων από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Η Εναγόμενη εγείρει Ανταπαίτηση διεκδικώντας το ποσό των €8.200 ως ενοίκιο καταβληθέν άνευ ανταλλάγματος. Ειδικότερα, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε προκαταβολικά στην Ενάγουσα το ποσό των €12.301.93 ως ενοίκιο για την περίοδο από 30.6.2009 μέχρι 31.12.2009 ως ο σχετικός όρος του συμβολαίου. Η Εναγόμενη με επιστολή ημερομηνίας 14.9.2009 τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης καθότι ένεκα της πυρκαγιάς το ενοικιαζόμενο υποστατικό καταστράφηκε πλήρως, χωρίς καμιά ευθύνη της Εναγόμενης. Περαιτέρω, με επιστολή ημερομηνίας 16.3.2010, η Εναγόμενη ζήτησε από την Ενάγουσα το ποσό των €8.200 το οποίο ανταπαιτεί. Με την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, η Ενάγουσα απορρίπτει την Ανταπαίτηση και εμμένει στις θέσεις της. Προσθέτει ότι η Εναγόμενη εκτός από το κτίριο, ενοικίαζε και χρησιμοποιούσε την αυλή η οποία αντιστοιχούσε στο κτίριο και στην οποία τοποθετούσε εμπορευματοκιβώτια τα οποία χρησιμοποιούσε σαν αποθήκες για εμπορεύματα της. Μετά την καταστροφή της αποθήκης (κτιρίου) από την πυρκαγιά, η Εναγομένη συνέχιζε να κατέχει και να χρησιμοποιεί την αυλή ως αποθηκευτικό χώρο. Η Εναγομένη απομάκρυνε τα εμπορευματοκιβώτια και παρέδωσε το ενοικιαζόμενο ακίνητο στην Ενάγουσα περί τα τέλη Δεκεμβρίου
  2. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται τέλος ότι ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή ημερομηνίας 14.9.2009 παρά μόνο όταν στις 26.2.2010 η Εναγομένη την απέστειλε μέσω τηλεομοιότυπου (φαξ). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη

(2004)1 Α.Α.Δ. 576). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχω επίσης κατά νου ότι διάσταση της μαρτυρίας με τις δικογραφημένες θέσεις ενός διαδίκου είναι κάτι το οποίο επίσης προσμετράται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία (βλ. Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153). Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσαν 3 μάρτυρες (ΜΕ). Για την Εναγόμενη κατέθεσαν επίσης 3 μάρτυρες υπεράσπισης (ΜΥ). Κώστας Κυριακίδης (ΜΕ1) Ο ΜΕ1 είναι διευθυντής και ένας εκ των μετόχων της Ενάγουσας. Υιοθετώντας την γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Α) επανέλαβε στην ουσία το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Περαιτέρω, παρουσίασε σχετικά έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ειδικότερα, κατατέθηκε στο Δικαστήριο το ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 11.6.2007 με το οποίο η Ενάγουσα ενοικίασε στην Εναγομένη μέρος της αποθήκης (1000m2) καθώς και την αυλή που αντιστοιχεί στο εν λόγω μέρος (βλ. Τεκμήριο 1). Η ενοικίαση αφορούσε την περίοδο από 1.7.2007 μέχρι 30.6.2017 με συμφωνηθέν ενοίκιο ύψους £7.200,00 ανά εξάμηνο καταβλητέο προκαταβολικά την 1η ημέρα κάθε εξαμήνου. Παρουσιάστηκε επίσης το τιμολόγιο υπ' αριθμό 24224 ημερομηνίας 2.11.2009 το οποίο οι Ενάγοντες εξέδωσαν επ' ονόματι της Εναγομένης (βλ. Τεκμήριο 2). Κατά την αντεξέταση, κατατέθηκε στο Δικαστήριο σκέλος του διπλοτύπου του τιμολογίου υπ' αριθμό 24224 ημερομηνίας 2.11.2009, το οποίο είχε παραδοθεί στην Εναγομένη (βλ. Τεκμήριο 8). Σύμφωνα με τον ΜΕ1, επί του τεκμηρίου 2 έχει υπογράψει εκ μέρους της Ενάγουσας η υπάλληλος του λογιστηρίου Άννα Τουμάζου, ενώ εκ μέρους της Εναγομένης υπέγραψε η Έλλη Χατζηκυριάκου. Στις 2.3.2010, οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν δύο επιστολές προς την Εναγομένη οι οποίες παρουσιάστηκαν και κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Με την μια εξ αυτών (βλ. Τεκμήριο 3) κλήθηκε η Εναγομένη να καταβάλει μεταξύ άλλων το ποσό που αφορά τα «έξοδα πληρωθέντα εκ μέρους και/ή προς όφελος» της Εναγομένης «για τον καθαρισμό και/ή απομάκρυνση των άχρηστων και/ή κατεστραμμένων και/ή καμένων εμπορευμάτων». Με την άλλη επιστολή ίδιας ημερομηνίας (βλ. Τεκμήριο 6) οι δικηγόροι της Ενάγουσας ανέφεραν ότι η Ενάγουσα ουδέποτε παρέλαβε ισχυριζόμενη επιστολή ημερομηνίας 14.9.2009 με την οποία η Εναγόμενη τερματίζει την ενοικίαση λόγω της πυρκαγιάς. Ο ΜΕ1 επισήμανε ότι η Εναγόμενη απέστειλε με φαξ την επιστολή ημερομηνίας 14.9.2009 τον Φεβρουάριο του 2010, μετά που η Ενάγουσα είχε ζητήσει την καταβολή του ενοικίου για το εξάμηνο που ακολουθούσε της πυρκαγιάς. Αντίγραφο της τελευταίας αυτής επιστολής επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 6 με την επισήμανση ότι αυτή περιήλθε στην γνώση της Ενάγουσας όταν στις 26.2.2010 η Εναγόμενη την απέστειλε με τηλεομοιότυπο. Σε απάντηση οι δικηγόροι της Εναγομένης, με επιστολή ημερομηνίας 16.3.2010 (βλ. Τεκμήριο 4) η οποία απεστάλη «άνευ βλάβης» προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, εισηγούνται την κατακράτηση ποσού €4000 από το ποσό των €8200 που η Ενάγουσα κατακρατά ως ενοίκια προς διευθέτηση του όλου ζητήματος. Με δεύτερη επιστολή ίδιας ημερομηνίας, ήτοι 16.3.2010 (βλ. Τεκμήριο 7), οι δικηγόροι της Εναγομένης υποστηρίζουν ότι η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 14.9.2009 είχε αποσταλεί στην Ενάγουσα. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η αποθήκη αποτελείται από τσιμεντομπλόκ και μεταλλικούς τσίγκους. Εντός της αποθήκης υπήρχαν ράφια στα οποία υπήρχαν τοποθετημένα εμπορεύματα. Η πυροσβεστική υπηρεσία είχε ζητήσει την απομάκρυνση των μπάζων για να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώθηκε η πυρκαγιά για αυτό και ακολούθησε η συμφωνία με την Εναγομένη. Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 2 αλλά ενημερώθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο είχε υπογράψει η Μαρία Χατζηκυριάκου. Ο ΜΕ1 δεν γνωρίζει αν από τις 28.8.2009 μέχρι τις 17.12.09 η Αστυνομία και οι εμπειρογνώμονες της ασφαλιστικής εταιρείας Γενικές Ασφάλειες Κύπρου μελετούσαν και προσπαθούσαν να καθορίσουν από πού προήλθε η φωτιά. Επίσης, δεν γνωρίζει ακριβώς ποια εμπορεύματα είχε τοποθετημένα στην αποθήκη η Εναγομένη. Ανέφερε όμως, ότι όσα από αυτά βρίσκονταν εντός του κτιρίου καταστράφηκαν πλήρως μαζί με τα ράφια στα οποία ήταν τοποθετημένα. Όσα εμπορεύματα ήταν τοποθετημένα σε εμπορευματοκιβώτια έξω από την αποθήκη δεν καταστράφηκαν. Ο ΜΕ1 παρέπεμψε στην φωτογραφία η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5 και στην οποία φαίνονται 3 εμπορευματοκιβώτια των 40 κυβικών μέτρων. Κατά την πορεία της αντεξέτασης, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι συνεπεία της φωτιάς καταστράφηκαν τα εμπορευματοκιβώτια κάτι το οποίο δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει. Ήταν σε κάθε περίπτωση η θέση του ότι από τη στιγμή που τα εμπορευματοκιβώτια ήταν μέσα στην αυλή της αποθήκης, τούτο σημαίνει ότι η Εναγόμενη διατηρούσε την κατοχή και δεν έλαβε οποιαδήποτε διαφορετική ειδοποίηση από την τελευταία. Αξιολογώντας την μαρτυρία του ΜΕ1, θεωρώ ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ως προς την σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγομένης για την απομάκρυνση καμένων αντικειμένων από την αποθήκη. Τούτο διότι δεν ενεπλάκη ο ίδιος στην σύναψη της εν λόγω συμφωνίας και όσα προσπάθησε να μεταφέρει στο Δικαστήριο είναι όσα η Ξένια Αντωνίου μετέφερε σε αυτόν. Στην προσπάθεια του αυτή, θεωρώ ότι επιδίωξε να βοηθήσει την υπόθεση της Ενάγουσας χωρίς όμως οι θέσεις του ως προς την σύναψη της επίδικης συμφωνίας να είναι πειστικές. Ξεκινώ με το γεγονός ότι ο ΜΕ1 προσπάθησε να πείσει ότι το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) υπογράφτηκε από εκπρόσωπο της Εναγομένης. Μάλιστα δε, ανέφερε αρχικά ότι υπέγραψε η Έλλη Χατζηκυριάκου ενώ σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι το υπέγραψε η Μαρία Χατζηκυριάκου. Εν πάση περιπτώσει, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, ούτε η ίδια η Ξένια Αντωνίου από την οποία ο ΜΕ1 αντλεί την γνώση του, δεν γνώριζε ποιος υπέγραψε το επίδικο τιμολόγιο. Εντούτοις, ο ΜΕ έσπευσε να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Πέραν των πιο πάνω, η βασική θέση είναι ότι οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ζήτησαν από τους διαδίκους να απομακρύνουν άμεσα τα καμένα υλικά και εμπορεύματα για να μπορέσουν, μεταξύ άλλων, να διερευνήσουν τα αίτια της πυρκαγιάς. Τούτο κατά την Ενάγουσα, ήταν και ο λόγος που το ζήτημα κατέστη επείγον και έπρεπε να ληφθούν άμεσα αποφάσεις. Η πιο πάνω θέση της Ενάγουσας, ανατρέπεται από την μαρτυρία που η ίδια παρουσίασε στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, σύμφωνα με την μαρτυρία του Φίλιππου Καμέρη στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, η διάνοιξη διόδου για την αστυνομία και την πυροσβεστική ήταν απλά ένα αμελητέο κομμάτι του συνόλου της εργασίας που ανατέθηκε στον τελευταίο από την Ενάγουσα. Ήταν τόσο αμελητέο που δεν κρίθηκε καν αναγκαίο να περιληφθεί στο τιμολόγιο του Καμέρη (βλ. Τεκμήριο 10 κατωτέρω). Περαιτέρω, σύμφωνα με την μαρτυρία του Καμέρη, το τιμολόγιο περιλαμβάνει δύο εργασίες. Η μια αφορά τον καθαρισμό απομάκρυνση ραφιών και καμένων μπάζων από τον εσωτερικό χώρο της αποθήκης, ενώ η άλλη ήταν ο γενικός καθαρισμός. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως τον καθαρισμό και απομάκρυνση των άχρηστων και καμένων υλικών, αναλάβει κοινό ειδικό συνεργείο το οποίο θα πλήρωναν εξ ημισείας. Εντούτοις, η Ενάγουσα δεν κατέβαλε το ποσό που της αναλογούσε για απομάκρυνση των μπάζων και καμένων αντικειμένων που σύμφωνα με το τιμολόγιο του Καμέρη ανήλθε σε €6000 (άρα €3000 έκαστος). Το ποσό των €4.000 που περιλαμβάνεται στο τιμολόγιο αφορά γενικό καθαρισμό της αποθήκης με απομάκρυνση δοκών και κατασκευών του σκελετού της αποθήκης και δεν φαίνεται να σχετίζεται με την επίδικη συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει, για τους επιπρόσθετους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ξένιας Αντωνίου (ΜΕ3) θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 μπορεί να γίνει αποδεκτή ως εξ ακοής και μεταφέρουσα ουσιαστικά όσα η ΜΕ3 ανέφερε. Γενικά, λαμβάνοντας υπόψη μου τη συνολική παρουσία του ΜΕ1 στο εδώλιο και ειδικότερα τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καταλήγω να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του. Φίλιππος Καμέρης (ΜΕ 2) Ο ΜΕ2 διατηρεί επιχείρηση που ασχολείται με κατεδαφίσεις. Στα πλαίσια των εργασιών του, ήλθε σε επαφή με την Ενάγουσα. Ειδικότερα, κλήθηκε σε αποθήκη στην βιομηχανική περιοχή Γερίου για να την καθαρίσει ώστε να υπάρξει πρόσβαση για την πυροσβεστική υπηρεσία και την αστυνομία. Για τις υπηρεσίες που παρείχε στην Ενάγουσα, εκδόθηκε το τιμολόγιο με αριθμό 33628 ημερομηνίας 7.10.2009 (βλ. Τεκμήριο 10). Η αρχική συμφωνία περιλάμβανε τον καθαρισμό του εσωτερικού χώρου, δηλαδή κατεδαφίσεις ραφιών και απομάκρυνση καμένων μπάζων για το ποσό των €6.
  1. Στην πορεία, υπήρξαν πρόσθετες εργασίες που αφορούσαν άλλες τοιχοποιίες οι οποίες ήταν επικίνδυνες και ειδικότερα περιλάμβαναν κατεδάφιση τσίγκων, νευκών, μπλοκς και άλλων κατασκευών του σκελετού της αποθήκης που πήρε φωτιά. Για τις πρόσθετες εργασίες υπήρξε επιπρόσθετο κόστος ύψους €4.
  2. Ο ΜΕ2 ανέφερε τέλος ότι πληρώθηκε για τις εν λόγω εργασίες. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι όλα όσα βρίσκονταν εντός της αποθήκης ήταν καμένα. Όπως ενημερώθηκε, η Αστυνομία και η Πυροσβεστική επείγονταν να διασφαλίσουν ελεύθερη πρόσβαση για να μπορέσουν να προβούν στην έρευνα τους. Η Πυροσβεστική υπέδειξε που περίπου βρισκόταν η εστία της πυρκαγιάς και η δουλειά του ΜΕ2 ήταν να καθαρίσει συγκεκριμένο χώρο για να μπορέσουν να κάνουν την έρευνα. Στην συνέχεια, θα προχωρούσε στον γενικό καθαρισμό της αποθήκης. Η διάνοιξη διάβασης περιλαμβανόταν στην τιμή. Σε ερώτηση γιατί δεν ανάφερε την εν λόγω εργασία στο τιμολόγιο, απάντησε ότι δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο για να το συμπεριλάβει στο τιμολόγιο. Ο ΜΕ2 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ήταν σταθερός στις θέσεις του ενώ η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ξένια Αντωνίου (ΜΕ3) Η ΜΕ3 εργάζεται στην Ενάγουσα από το 1993 και σήμερα υπηρετεί ως υπεύθυνη πωλήσεων και βοηθός του Κώστα Κυριακίδη. Μετά την πυρκαγιά που εξερράγη στις 28.8.2009, μίλησε προσωπικά με τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο και του ανάφερε ότι η αστυνομία και η πυροσβεστική ζήτησαν την απομάκρυνση των μπάζων και άλλων καμένων αντικειμένων από την αποθήκη, για να μπορέσουν να εισέλθουν και να διερευνήσουν τα αίτια πρόκλησης της πυρκαγιάς. Ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος της είπε ότι δεν είχε χρόνο να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο ζήτημα την δεδομένη στιγμή και ζήτησε όπως αναθέσουν ότι αφορά την Εναγομένη στον Φίλιππο Καμέρη από τον οποίο η Ενάγουσα είχε ήδη ζητήσει προσφορά. Αφού η ΜΕ3 ανάφερε στον Ανδρέα Χατζηκυριάκο το ποσό της εργασίας που αναλογεί στην Εναγομένη, ο τελευταίος συμφώνησε και εξουσιοδότησε τηλεφωνικά την ΜΕ3 να προχωρήσουν με τον Φίλιππο Καμέρη. Της ζήτησε επίσης να του πάρει το τιμολόγιο για να το συμπεριλάβει στην απαίτηση που θα υπέβαλλε προς την ασφαλιστική του εταιρεία. Στις 2.11.2009 εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) και μετά από 1 -2 μέρες η ΜΕ3 το παρέδωσε προσωπικά μαζί με φωτοτυπία του τιμολογίου του Φίλιππου Καμέρη (Τεκμήριο 10) στο κατάστημα της Εναγομένης στα Λατσιά. Εκεί, το παρέλαβε η υπάλληλος του καταστήματος η οποία το μετέφερε πάνω στα γραφεία όπου ήταν η Μαρία Χατζηκυριάκου. Η Μαρία το έφερε στην ΜΕ3 υπογραμμένο λέγοντας της ότι μίλησε με τον Ανδρέα και θα του το δώσει για να πληρώσει. Ουδέποτε αναφέρθηκε στην ΜΕ3 ότι οι Εναγόμενοι θα δουν το ζήτημα μετά που θα τελειώσουν με τις ασφάλειες, ούτε έγραψαν ενώπιον της οτιδήποτε στο τιμολόγιο. Λόγω της συνεργασίας που είχαν οι δύο εταιρείες, οι Ενάγουσα συνέχισε να πουλά εμπορεύματα στην Εναγομένη. Η ΜΕ3 συνέχισε να επισκέπτεται εβδομαδιαίως την Εναγομένη, όπως κάνει με όλους τους πελάτες, για να εισπράξει οφειλές. Κάθε φορά που ζητούσε την πληρωμή του τιμολογίου που αφορά η παρούσα αγωγή, οι Εναγόμενοι ανέβαλλαν την καταβολή και σε καμία περίπτωση δεν ανάφεραν ότι δεν θα πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό. Όταν τον Φεβρουάριο του 2010, το υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης έφτασε τις €12.553,50, η ΜΕ3 ζήτησε επίμονα πληρωμή ολόκληρου του ποσού. Ακολούθως, στις 13.2.2010 η Εναγομένη κατέβαλε το ποσό των €3.766,70 έναντι εμπορευμάτων που παραδίδονταν επί πιστώσει στην Εναγομένη και παρέμεινε υπόλοιπο λογαριασμού €8.786,
  3. Τότε, η Εναγόμενη εκδήλωσε για πρώτη φορά την θέση ότι δεν θα πλήρωναν οποιοδήποτε άλλο ποσό αφού είχαν πληρώσει το ενοίκιο της αποθήκης που αντιστοιχούσε στο προηγούμενο εξάμηνο. Τότε, η ΜΕ3 τους είπε ότι το συμβόλαιο βρίσκεται ακόμα σε ισχύ και ότι η Εναγομένη θα έπρεπε να πληρώσει το ενοίκιο για το επόμενο εξάμηνο. Μετά απ' αυτή την συζήτηση, παραλήφθηκε στις 26.2.2010 μέσω φαξ επιστολή με ημερομηνία 14.9.
  4. Μετά που η Εναγομένη έλαβε προειδοποιητική επιστολή από τους δικηγόρους της Ενάγουσας για να πληρώσει το ποσό των €8.786,80, αυτή πλήρωσε μόνο €1.886,80 και παρέμεινε απλήρωτο μόνο το Τεκμήριο
  5. Αντεξεταζόμενη, η ΜΕ3 ανάφερε ότι τις συμφωνίες με τον Καμέρη τις έκανε η ίδια και ο ΜΕ1 ήταν ενήμερος. Η Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία, η Αστυνομία και η Πυροσβεστική πίεζαν διότι ήθελαν να μπουν στον χώρο για να διερευνήσουν τα αίτια πρόκλησης της πυρκαγιάς και δόθηκαν σχετικές οδηγίες στην ΜΕ3 για καθάρισμα Ακολούθως, η ΜΕ3 είχε πάρει προσφορές από δύο εταιρείες. Η εταιρεία του Καμέρη η οποία ήταν και η πιο φτηνή. Ακολούθησε η συμφωνία με τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο ο οποίος συμφώνησε να πληρώσει το μέρος που αναλογούσε στην Εναγομένη. Σύμφωνα με την ΜΕ3, ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος είπε ότι δεν μπορεί να ασχοληθεί με το ζήτημα και ζήτησε από την ΜΕ3 να το αναλάβει και να του παραδώσει το σχετικό τιμολόγιο. Το ποσό που αναλογούσε στην Εναγομένη ήταν €6000 ενώ το ποσό που αναλογούσε στην Ενάγουσα ήταν σε €
  6. Η διαφοροποίηση έγινε για τον λόγο ότι η συμφωνία με τον Καμέρη περιλάμβανε την πώληση στον τελευταίο μεταλλικών δοκών με τις οποίες ήταν κατασκευασμένο το κτήριο, το κόστος των οποίων αφαιρέθηκε. Ακολούθησαν ερωτήσεις σε σχέση με την υπογραφή του επίδικου τιμολογίου (Τεκμήρια 2 και 8). Η ΜΕ3 επανέλαβε ότι η υπάλληλος της Εναγομένης ανέβηκε στα γραφεία όπου ήταν η Μαρία Χατζηκυριάκου. Η τελευταία επέστεψε μετά από λίγο και αφού κράτησε το άσπρο στέλεχος για τον εαυτό της παρέδωσε τα άλλα σκέλη υπογραμμένα στην ΜΕ3 η οποία δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποιος υπέγραψε. Τέλος, η ΜΕ3 αρνήθηκε ότι μίλησε μαζί με την Έλλη Χατζηκυριάκου σε σχέση με τον τερματισμό της ενοικίασης. Η ΜΕ3 δεν μου έκανε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αοριστία αλλά και αντιφατικότητα σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία αλλά και με τις δικογραφημένες θέσεις της ίδιας της Ενάγουσας. Ειδικότερα, αν και η θέση της ΜΕ3 ήταν ότι είχε ήδη ζητήσει προσφορά από τον Καμέρη την οποία μετέφερε στον Ανδρέα Χατζηκυριάκο και ότι ο τελευταίος συμφώνησε με το ποσό που απαιτείται με την παρούσα αγωγή, εντούτοις ο ίδιος ο Καμέρης κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι η αρχική συμφωνία περιλάμβανε τον καθαρισμό του εσωτερικού χώρου, δηλαδή κατεδαφίσεις ραφιών και απομάκρυνση καμένων μπάζων για το ποσό των €6.000 μόνο. Οι πρόσθετες εργασίες που περιλάμβαναν κατεδαφίσεις και αφορούσαν το ποσό των €4.000 προστέθηκαν αργότερα. Συνεπώς, η αρχική προσφορά του Καμέρη η ποία μεταφέρθηκε στον Ανδρέα Χατζηκυριάκο ήταν για €6.
  7. Πως είναι λοιπόν δυνατόν, ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος να συμφώνησε να καταβάλει ολόκληρο το ποσό των €6.000 από την στιγμή που σύμφωνα με την δικογραφημένη θέση της ενάγουσας, η συμφωνία ήταν οι διάδικοι να πληρώσουν το κόστος εξ ημισείας; Περαιτέρω, σε αντίθεση με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας αλλά και με την μαρτυρία του ΜΕ1 καμία αναφορά δεν υπάρχει στην μαρτυρία της ΜΕ3 ότι η Εναγομένη δεν ήταν σε θέση να πληρώσει άμεσα το ποσό των €6000 και ζήτησε από την Ενάγουσα να το πληρώσει για λογαριασμό της υπό τύπο δανείου και διευκόλυνσης. Έστω και αν ίσχυε αυτό, ότι δηλαδή η Εναγομένη βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση, τούτο θα ενίσχυε περισσότερο την παραδοξότητα της θέσης της Ενάγουσας ότι ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος λίγες μέρες μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά που έπληξε την εταιρεία του, συμφώνησε στην καταβολή ενός τόσο σημαντικού ποσού και μάλιστα, δια τηλεφώνου. Παράδοξο είναι επίσης και το γεγονός ότι, ενώ η ισχυριζόμενη συμφωνία έγινε λόγω πίεσης από την Ηλεκτρομηχανολογική, την Αστυνομία και την Πυροσβεστική, εντούτοις ανατέθηκε στον Καμέρη το γενικό καθάρισμα ολόκληρης της αποθήκης και όχι μόνο η διάνοιξη διόδου όπως ήταν η επιθυμία των αρμοδίων αρχών. Ο Καμέρης ήταν σαφής κατά την μαρτυρία του ότι η Αστυνομία και η Πυροσβεστική υπέδειξαν συγκεκριμένο σημείο το οποίο ήθελαν να προσεγγίσουν και θέλησαν την διάνοιξη διόδου προς αυτό. Η εργασία αυτή ήταν αμελητέα μπροστά στο γενικό καθάρισμα της αποθήκης. Ερωτηματικά προκαλεί τέλος και ο τρόπος με τον οποίο η ΜΕ3 παρέδωσε το επίδικο τιμολόγιο στην Εναγομένη εταιρεία. Όπως η ίδια ανέφερε τα τιμολόγια που εκδίδει η Ενάγουσα εταιρεία είναι τριπλότυπα. Το πρώτο σκέλος είναι άσπρο, το δεύτερο ροζ και το τρίτο κίτρινο. Η ΜΕ3 δεν ήταν σαφής αν παρέδωσε στην ταμία τόσο το άσπρο όσο και το κίτρινο σκέλος. Αν και αρχικά είπε ότι το άσπρο σκέλος (τεκμήριο 8) ήταν αυτό που παρέδωσε στην υπάλληλο της Εναγομένης, στην συνέχεια της μαρτυρίας της ανέφερε ότι όταν η Μαρία Χατζηκυριάκου κατέβηκε από τα γραφεία, της επέστρεψε τα άλλα σκέλη υπογραμμένα. Ερωτηματικά προκαλεί επίσης και το γεγονός ότι στο τρίτο σκέλος του τιμολογίου (Τεκμήριο 2) περιλαμβάνεται υπόγραφή στον χώρο του παραλήπτη η οποία είναι όμοια αλλά όχι πανομοιότυπη με την υπογραφή στο Τεκμήριο
  8. Παραμένει συνεπώς αμφίβολο κατά πόσον τα δύο αυτά έγγραφα (Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 8) υπογράφτηκαν ταυτόχρονα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική παρουσία της ΜΕ3 στο εδώλιο καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της. Μαρία Χατζηκυριάκου (ΜΥ1) Πρώτη μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν η Μαρία Χατζηκυριάκου η οποία εργάζεται στην Εναγομένη εταιρεία. Η Εναγομένη εταιρεία είναι οικογενειακή επιχείρηση και η ΜΥ1 είναι η αδελφή του Αντρέα Χατζηκυριάκου, ο οποίος είναι διευθυντής της εταιρείας. Υποδείχθηκε στην ΜΥ1 το τεκμήριο 8 και ζητήθηκε από αυτή να υποδείξει την υπογραφή της σε αυτό. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε παρέλαβε ή υπέγραψε το εν λόγω τιμολόγιο. Μάλιστα, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει σε αυτό ούτε υπογραφή του αδελφού της ή της μητέρας της. Αντεξεταζόμενη, η ΜΥ1 ανέφερε ότι γνωρίζει την Ξένια Αντωνίου η οποία ερχόταν στο κατάστημα της Εναγομένης για να εισπράξει οφειλόμενα σε σχέση με εμπορεύματα και ειδικότερα ξυλεία που η Ενάγουσα πουλούσε στην Εναγομένη και για τα οποία τηρείτο κατάσταση λογαριασμού. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8, η μάρτυρας ανέφερε ότι σίγουρα κάποιος υπάλληλος της εταιρείας το παρέλαβε καθότι σε αυτό υπάρχει σημείωση με γράμματα του αδελφού της ότι θα το δει τον επόμενο μήνα. Δεν γνωρίζει όμως αν το εν λόγω τιμολόγιο στάλθηκε ταχυδρομικώς ή το παρέδωσε η Ξένια σε φάκελο στο ταμείο. Η ΜΥ1 αρνήθηκε ότι η υπάλληλος από το ταμείο εγκατέλειψε την θέση της και διερωτήθηκε γιατί η Ξένια να μην πάει είτε στην ίδια είτε στον Ανδρέα Χατζηκυριάκο για να υπογράψουν ένα τόσο σοβαρό τιμολόγιο. Γενικά, η ΜΕ2 σε κανένα σημείο δεν προσπάθησε να πείσει για την πρωτογενή γνώση των γεγονότων ή να πείσει για κάτι επιπρόσθετο από αυτό που γνωρίζει. Λαμβάνοντας υπόψη την συνολική της παρουσία στο εδώλιο καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας της κρίνω ότι η ΜΕ2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια σε σχέση με όσα γνωρίζει. Όμως, πέραν του γεγονότος ότι δεν παρέλαβε και δεν υπέγραψε το τιμολόγιο με αρ. 24224 καθώς και του γεγονότος ότι σε αυτό υπάρχει σημείωση με γράμματα του αδελφού της, η ΜΥ1 δεν μπόρεσε να διαφωτίσει περαιτέρω για γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα. Μάριος Μαρκίδης (ΜΥ2) Ο ΜΥ2 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος δυνάμει της Κ.Δ.Π 152/
  9. Στις 21.11.2016, έλαβε εντολή από την Μαρία Χατζηκυριάκου να διενεργήσει γραφολογική έρευνα και να ετοιμάσει έκθεση σχετικά με τη γνησιότητα δύο υπογραφών που φαίνονται σε τιμολόγιο με αριθμό 24224, ημερομηνίας 2.11.
  10. Ο μάρτυρας ετοίμασε την έκθεση του το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 11). Στην εν λόγω έκθεση, γίνεται λεπτομερής περιγραφή των εγγράφων που εξετάστηκαν και αξιολόγηση των αμφισβητούμενων υπογραφών και του συγκριτικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του. Ο ΜΥ2 επεξηγεί επίσης την συγκριτική αναλυτική μέθοδο που ακολούθησε για τη γραφολογική εξέταση μετά το πέρας της οποίας κατέληξε με απόλυτη βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι καμιά από τις δύο αμφισβητούμενες υπογραφές που φαίνονται στο τιμολόγιο με αριθμό 24224 είναι γνήσια υπογραφή της Μαρίας Χατζηκυριάκου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι όλες οι υπογραφές έχουν βαθμό δυσκολίας και καμιά υπογραφή δεν είναι εύκολο να αντιγραφεί. Τα δείγματα λαμβάνονται πάντοτε αναλόγως του αμφισβητούμενου εγγράφου. Ο τρόπος λήψης δειγμάτων καθορίζεται από την Αστυνομική Διάταξη 3/14 την οποία ο ΜΥ2 ακολούθησε. Εκτός από τα δέκα δείγματα τα οποία έλαβε, ο ΜΥ2 κάλεσε την Μαρία Χατζηκυριάκου να προσκομίσει δείγματα ανύποπτου χρόνου τα οποία είναι πλησιόχρονα με την αμφισβητούμενη υπογραφή. Σε ερώτηση αν εξέτασε κατά πόσο το συγκεκριμένο έγγραφο που του έδωσαν να εξετάσει, είχε τη μονογραφή και όχι την πλήρη υπογραφή της Μαρίας Χατζηκυριάκου απάντησε ότι εξέτασε μόνο την υπογραφή αλλά από την εμπειρία του η μονογραφή ενός ατόμου περιέχει ατομικά γραφολογικά γνωρίσματα τα οποία κατά κανόνα περιέχονται και στην υπογραφή του. O MY2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας και τα προσόντα του τα οποία περιγράφονται στην έκθεση του, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Αποδέχομαι ότι είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να καταθέσει ως πραγματογνώμονας σε σχέση με το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης του. Περαιτέρω, κρίνω ότι ο μάρτυρας ήταν σαφής και κατανοητός στα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, τα οποία εν πάση περιπτώσει παρέμειναν αναντίλεκτα. Κρίνω περαιτέρω ότι ο εν λόγω μάρτυρας εφοδίασε το Δικαστήριο με τα επιστημονικά και πραγματικά εκείνα στοιχεία για εξαγωγή ευρημάτων. Έχοντας κατά νου την μαρτυρία του την οποία και αποδέχομαι, προβαίνω σε εύρημα ότι καμιά από τις υπογραφές που φαίνονται στο τιμολόγιο με αριθμό 24224 είναι γνήσια υπογραφή της Μαρίας Χατζηκυριάκου. Ανδρέας Χατζηκυριάκος (ΜΥ3) Τελευταίος μάρτυρας για την υπεράσπιση ήταν ο διευθυντής και ο μεγαλομέτοχος της Εναγομένης η οποία ως εταιρεία εμπορεύεται μεγάλη γκάμα προϊόντων όπως ηλεκτρικές συσκευές, εξοπλισμούς κουζίνας, εστιατορίου, ξενοδοχείων, έπιπλα, παιχνίδια και εποχιακά είδη. Η έδρα της εταιρείας είναι στα Λατσιά όπου βρίσκεται μεγάλος εκθεσιακός χώρος πολλών χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων. Η σχέση της Εναγομένης με την Ενάγουσα ξεκίνησε το 2007 με την ενοικίαση της αποθήκης στην βάση ενοικιαστηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με τον ΜΥ3 όλα τα εμπορεύματα που φυλάσσονταν στην εν λόγω αποθήκη ήταν κατασκευασμένα από εύφλεκτα υλικά και ήταν τοποθετημένα σε χάρτινα κιβώτια, ταξινομημένα σε μεταλλικά ράφια. Η αποθήκη ήταν κατασκευασμένη με μεταλλικό σκελετό, τσίγκινη οροφή και κλεισμένη με τσιμεντομπλόκ. Εκτός των πιο πάνω, η Ενάγουσα και Εναγομένη διατηρούσαν επίσης εμπορική συνεργασία. Ειδικότερα, η Εναγομένη αγόραζε από την Ενάγουσα ξυλεία και πάγκους κουζίνας για τους σκοπούς της επιχείρησης προκατασκευασμένων σπιτιών που ασκεί η Εναγομένη. Στις 27.8.2009, ο ΜΥ3 ειδοποιήθηκε από την Πυροσβεστική και την Αστυνομία ότι η αποθήκη καίγεται. Μετέβη αμέσως στο σημείο όπου αντίκρυσε την απόλυτη καταστροφή. Επρόκειτο για τρομαχτική φωτιά, η οποία διήρκησε για 3 μέρες. Τόση ήταν η ένταση που η οροφή κατέπεσε. Στον εξωτερικό χώρο της αποθήκης υπήρχαν εμπορευματοκιβώτια τα οποία εφάπτονταν των εξωτερικών τοίχων της αποθήκης και λόγω της θερμότητας που απελευθερώθηκε από την φωτιά, τα εμπορεύματα που βρίσκονταν σε αυτά καταστράφηκαν. Από την πρώτη στιγμή, όλη η αποθήκη είχε περιφραχτεί με ειδική ταινία και ο χώρος φρουρείτο καθ' όλο το 24ωρο από την αστυνομία. Κανείς δεν μπορούσε να εισέλθει μέχρι να τελειώσουν όλες οι έρευνες. Περαιτέρω, η ασφαλιστική εταιρεία της Εναγομένης, ήτοι οι Γενικές Ασφάλειες Κύπρου ανέθεσαν σε πραγματογνώμονες την διεξαγωγή έρευνας. Εν τέλει, η ασφαλιστική εταιρεία αποζημίωσε την Εναγομένη στο ακέραιο, ήτοι με το ποσό των €316.
  11. Δεν κατηγορήθηκε κανένας για τη φωτιά. Αφού λήφθηκε το τελικό πόρισμα των πραγματογνώμων των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου στις 17.12.2009, η Εναγομένη μετακίνησε τα εμπορευματοκιβώτια. Σε σχέση με το Τεκμήριο 8, ο ΜΥ3 αναγνώρισε ότι σε αυτό ανέγραψε ότι θα το δει τον επόμενο μήνα και μετά που θα τελειώσει το θέμα με τις ασφαλιστικές εταιρείες. Επεξηγώντας, ανέφερε ότι αυτό το τιμολόγιο βρέθηκε στην Εναγομένη με κάποιο τρόπο, πλην όμως ουδείς το υπόγραψε ή αποδέχτηκε εκ μέρους της Εναγομένης. Όταν τέθηκε ενώπιον του ΜΥ3, θέλησε να διερευνήσει το ζήτημα όπως πράττει πάντοτε με τιμολόγια τα οποία δεν αφορούν αγορά εμπορευμάτων. Για αυτό και έγραψε ότι θα το δει μετά την εν λόγω διερεύνηση. Ήταν κάθετος ότι δεν έκανε ποτέ οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα. Πρόσθεσε ότι η Εναγομένη εταιρεία είχε και έχει την απαιτούμενη ρευστότητα να πληρώνει όλες τις υποχρεώσεις της και δεν υπήρχε λόγος για συμφωνία οποιουδήποτε τύπου δανείου με την Ενάγουσα. Ο ΜΥ3 ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε συνάντησε ή μίλησε είτε προφορικώς είτε γραπτώς με τον Καμέρη και ήταν κατηγορηματικός ότι κανένας από την Εναγομένη δεν έκανε συμφωνία με τον Καμέρη. Τέλος, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι μετά την πυρκαγιά, η ενοικίαση δεν μπορούσε να συνεχιστεί καθότι δεν υπήρχε πλέον αποθήκη. Έτσι, η Εναγομένη έστειλε επιστολή τερματισμού της ενοικίασης και ζήτησε την επιστροφή των ενοικίων που αφορούν τον Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του
  12. Ο μάρτυρας αναγνώρισε την επιστολή τερματισμού η οποία είναι συνημμένη στο Τεκμήριο 6 και πρόσθεσε ότι η Ενάγουσα με έκπληξη ανέφερε ότι δεν είχε λάβει καμιά επιστολή τερματισμού και έτσι τους έστειλαν το αντίγραφο με φαξ στις 26.2.
  13. Η αντεξέταση του ΜΥ3 επεκτάθηκε σε ζητήματα άσχετα με τα επίδικα, όπως το ωράριο εργασίας της Εναγομένης, ποιοι ήταν παρόντες στον χώρο της πυρκαγιάς όταν ο ΜΥ3 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το σημείο, τι ώρα ο ΜΥ3 έλαβε το τηλεφώνημα από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, αν υπήρχε μόνιμο προσωπικό στην αποθήκη ή αν τα ράφια ήταν περιμετρικά της αποθήκης. Εν πάση περιπτώσει, κατά την αντεξέταση, ο ΜΥ3 παραδέχτηκε ότι δεν μετακίνησε τα τρία εμπορευματοκιβώτια αμέσως μετά την πυρκαγιά αλλά πρόσθεσε ότι δεν χρησιμοποιούσε την αποθήκη. Εξήγησε ότι κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου - Δεκέμβριου 2009 υπήρχαν παραλαβές εμπορευματοκιβωτίων με χριστουγεννιάτικα είδη τα οποία δεν αποθηκεύτηκαν στην αυλή της αποθήκης αλλά έγιναν άλλες διευθετήσεις και τοποθετήθηκαν σε άλλο χώρο Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ΜΥ3 από την έκθεση των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ολόκληρο το απόθεμα που υπήρχε μέσα στα εμπορευματοκιβώτια είχε καταστραφεί. Ο ΜΥ3 ανέφερε περαιτέρω ότι τα εμπορευματοκιβώτια καταλάμβαναν 48τ.μ, ήτοι αμελητέα έκταση μπροστά στα 1000τ.μ. της αποθήκης. Σε υποβολή ότι γνώριζε από τον Νοέμβριο του 2009 την ύπαρξη του τιμολογίου της Ενάγουσας και ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν δικής του παράκλησης, ο ΜΥ3 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν υπήρχε όρος στο συμβόλαιο με τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου για αποζημίωση τέτοιας εργασίας. Εν πάση περιπτώσει, είδε το τιμολόγιο και έγραψε σε αυτό ότι θα το δει μετά που θα τελειώσει με τις ασφάλειες. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η Ξένια Αντωνίου επισκεπτόταν την Εναγομένη κάθε βδομάδα για είσπραξη, ανέφερε ότι η τελευταία το 2009 πήγε για είσπραξη πέντε φορές ενώ το 2010 μόνο δύο φορές. Σε σχέση με την συμφωνία που έγινε με τον Καμέρη για καθαρισμό της αποθήκης, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι θα προτιμούσε να απευθυνθεί σε ειδικούς με τους οποίους ο ίδιος συνεργάζεται στα πλαίσια της επιχείρησης προκατασκευασμένων σπιτιών και δεν θα συνεργαζόταν με κάποιον άγνωστο προς αυτόν και την εταιρεία του. Ούτε ο ΜΥ3, ο οποίος ήταν ο βασικός μάρτυρας της Εναγομένης έπεισε ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του. Ομολογουμένως, ο εν λόγω μάρτυρας ήταν λαλίστατος, πλην όμως η μαρτυρία του αφήνει κενά και σκοτεινές πτυχές σε σχέση με σοβαρά επίδικα ζητήματα. Ξεκινώ με το γεγονός ότι ο ΜΥ3 ανέγραψε στο Τεκμήριο 8 ότι θα εξετάσει το ζήτημα καθαρισμού της αποθήκης μετά που θα τελειώσει το θέμα με τις ασφαλιστικές εταιρείες. Δεν έδωσε όμως σαφείς εξηγήσεις τι ήταν αυτό που θα εξέταζε ή τι ήταν αυτό που θα άλλαζε αναλόγως αποτελέσματος με την ασφαλιστική εταιρεία. Αν όντως, το εν λόγω τιμολόγιο αποτέλεσε έκπληξη για τον ΜΥ3, θα ανέμενε κανείς ότι θα επικοινωνούσε με τον μέχρι πρότινος συνεργάτη του Κώστα Κυριακίδη ή με την Ξένια Αντωνίου για να ζητήσει διευκρινίσεις. Έχω την εντύπωση ότι ο ΜΥ3 δεν αποκάλυψε την πλήρη αλήθεια σε σχέση με το τι προηγήθηκε της έκδοσης του επίδικου τιμολογίου. Μάλιστα σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγομένης το ότι το όλο ζήτημα θα εξεταζόταν μετά που θα ξεκαθάριζε το ζήτημα αποζημιώσεων από τις ασφαλιστικές εταιρείες ήταν μέρος συμφωνίας της Ενάγουσας με την Εναγομένη και όχι κάτι που απλά ο ΜΥ3 ανέγραψε στο σχετικό τιμολόγιο. Ο ΜΥ3 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν υπήρχε όρος στο συμβόλαιο με τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου για αποζημίωση εργασιών καθαρισμού, κάτι που υποδηλώνει ότι διερεύνησε το ζήτημα σε συσχετισμό με την απαίτηση που θα υπέβαλλε στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου. Ο ΜΥ3 ανέφερε περαιτέρω ότι μετά την πυρκαγιά είχε πληροφορηθεί από την Αστυνομία ότι απαγορευόταν στον ίδιο ή σε οποιοδήποτε μέλος της Εναγομένης να επισκεφτεί και να μπει στο χώρο της αποθήκης. Τούτος μάλιστα ήταν και ένας από τους λόγους που καθυστέρησε να μετακινήσει τα εμπορευματοκιβώτια. Αυτά μετακινήθηκαν λίγο μετά την παραλαβή του πορίσματος από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου στις 17.12.
  14. Πως είναι δυνατόν να ευσταθεί η θέση του μάρτυρα ότι δεν επιτρεπόταν η είσοδος στην αποθήκη μέχρι και τις 17.12.2009, ενώ ο Καμέρης είχε ήδη πριν τις 7.10.2009 (ημερομηνία έκδοσης του Τεκμηρίου 10) εισέλθει στην αποθήκη και προέβη σε γενικό καθαρισμό. Ενδεχομένως, όντως η έκθεση των Γενικών Ασφαλειών να εκδόθηκε στις 17.12.
  15. Τούτο όμως δεν αποδεικνύει ότι η διερεύνηση κράτησε μέχρι εκείνο τον χρονικό σημείο. Αντιθέτως, ο πλήρης καθαρισμός του χώρου και απομάκρυνση ακόμα και δομικών στοιχείων της αποθήκης καταδεικνύει ότι η διερεύνηση είχε ολοκληρωθεί αρκετό χρονικό διάστημα πριν την 17.12.
  16. Ο ΜΥ3 δεν ήταν σαφής ούτε σε σχέση με τον τερματισμό του ενοικιαστηρίου συμβολαίου με επιστολή τερματισμού που κατ' ισχυρισμό στάλθηκε στις 14.9.2009 με ταχυδρομείο. Ανέφερε ότι όλα όσα αφορούν τον τερματισμό του ενοικιαστηρίου συμβολαίου ή και τηλεφωνήματα για επιστροφή ενοικίου τα χειρίστηκε η μητέρα του, Έλλη Χατζηκυριάκου. Δεν έδωσε όμως καμιά εξήγηση για το ότι στην επιστολή δεν αναγράφεται διεύθυνση. Ανέφερε μόνο ότι η εν λόγω επιστολή στάλθηκε μετά που η Έλλη Χατζηκυριάκου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με το γραφείο της Ενάγουσας χωρίς να γνωρίζει όμως ακριβή ημερομηνία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η βάση της αγωγής, ως αυτή προκύπτει από τη δικογραφία και προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία είναι η ισχυριζόμενη συμφωνία μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης για ανάθεση του καθαρισμού της αποθήκης από ειδικό συνεργείο και η ανάληψη υποχρέωσης από την Εναγομένη να καταβάλει το ποσό που της αναλογεί. Επισημαίνεται ότι το κατά πόσο έχει συναφθεί σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δεδομένα κάθε ξεχωριστής περίπτωσης και τις αρχές που η νομολογία έχει αναγνωρίσει (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, παραγρ.41, σελ. 21). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles 27η έκδοση, παραγρ.12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Στην υπόθεση Οικονόμου Σολωμός και Άλλη ν Γεωργίου Α Ττοφινή και Άλλης
(1993)1 CLR 436 λέχθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σκοπό έχει την εισαγωγή στο Νόμο μας του Κανόνα του Κοινοδικαίου, ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ. Τα στοιχεία μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας αναφέρονται στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Saab and Αnother v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, στη σελ. 514, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση.» Επομένως η βεβαιότητα ως προς τους βασικούς όρους της σύμβασης αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση δεσμευτικής συμφωνίας. Το κριτήριο για τον προσδιορισμό των όρων της συμφωνίας καθορίστηκε στην υπόθεση Saab and Another (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα εξής: «Whether someone genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so.» Στη απόφαση Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(E) ΑΑΔ 170, στη σελ. 176 αναφέρονται τα εξής: «Είναι αξίωμα του δικαίου των συμβάσεων ότι οι όροι της σύμβασης καθορίζονται από τους συμβαλλόμενους, αρχή η οποία πηγάζει από την ελευθερία του συμβάλλεσθαι που στην Κύπρο κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Δεν είναι ευθύνη ή έργο του δικαστηρίου η συμπλήρωση ατελούς σύμβασης. Οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα .» Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καταλήγω ότι δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία σε σχέση με την σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και Εναγομένης, πόσω δε μάλλον σε σχέση με τους βασικούς όρους αυτής της συμφωνίας. Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ3 ως αναξιόπιστης δεν υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να ζυγιστεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με αν και ποιο ποσό οφείλει ο Εναγομένη στον Ενάγουσα. Σε σχέση με την ανταπαίτηση, πρέπει να επισημανθεί αρχικά ότι η Εναγομένη δεν έχει τεκμηριώσει επαρκώς ότι έχει παραδώσει την κατοχή της αποθήκης σε χρονικό σημείο πριν την 31.12.2009. Είναι παραδεκτό από την πλευρά της Εναγομένης ότι τα εμπορευματοκιβώτια παρέμειναν στον χώρο της αποθήκης τουλάχιστον μέχρι τις 17.12.2009, ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε το πόρισμα των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου. Ο ΜΥ3 ανέφερε ότι αυτά μετακινήθηκαν λίγο καιρό αργότερα χωρίς όμως να καθορίσει ακριβές χρονικό σημείο. Από την άλλη, η Εναγομένη δεν έχει αποδείξει ότι απέστειλε επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 14.9.2009 προς την Ενάγουσα. Στην υπόθεση Theodorou v. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9 είχε λεχθεί ότι υφίσταται τεκμήριο ότι αν αποδειχθεί ότι μια επιστολή έχει ταχυδρομηθεί και δεν έχει επιστραφεί από το ταχυδρομείο, αυτό συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη της παράδοσής της στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται. Αφ' ης στιγμής αποδειχθεί ότι μια επιστολή φέρει την ορθή διεύθυνση, ταχυδρομήθηκε και δεν επιστράφηκε, τεκμαίρεται ότι έφθασε στον προορισμό της. Το δε βάρος της απόδειξης ότι η επιστολή έφερε την ορθή διεύθυνση, ότι ταχυδρομήθηκε και ότι δεν επιστράφηκε, το φέρει ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Στην παρούσα περίπτωση κρίνω ότι η Εναγομένη δεν έχει αποσείσει αυτό το βάρος απόδειξης. Συνεπώς, η Εναγομένη ουδέποτε τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης ενώ συνέχισε να έχει την κατοχή αφού στον χώρο της αποθήκης υπήρχαν τοποθετημένα τα εμπορευματοκιβώτια της. Ομολογουμένως, η πυρκαγιά κατέστησε το κτίριο της αποθήκης άχρηστο και ενδεχομένως το αντικείμενο της συμφωνίας ενοικίασης πλέον ανούσιο. Πλην όμως, χωρίς σχετική ειδοποίηση από την πλευρά της Εναγομένης προς την Ενάγουσα, δεν μπορούσε η τελευταία να εισέλθει στον χώρο και να αναλάβει κατοχή, καθότι τούτο θα ισοδυναμούσε ενδεχομένως με παράνομη επέμβαση στην νόμιμη κατοχή του χώρου από την Εναγομένη. Με άλλα λόγια, στην απουσία οποιασδήποτε ειδοποίησης από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα, δεν μπορούσε η τελευταία να γνωρίζει τις προθέσεις της πρώτης σε σχέση με την συνέχιση της ενοικίασης. Περαιτέρω, δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η Εναγομένη ζήτησε από την Ενάγουσα την αποκατάσταση του κτιρίου της αποθήκης ώστε να συνεχιστεί η ενοικίαση μέχρι το τέλος της. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, η Ενάγουσα και Εναγομένη απέτυχαν να αποδείξουν στον βαθμό που επιβάλλεται, τις αντίστοιχες αξιώσεις τους. Κατά συνέπεια, η Αγωγή και η Ανταπαίτηση απορρίπτονται. Εν όψει του ότι η Αγωγή και η Ανταπαίτηση έχουν εκδικαστεί ταυτόχρονα και ενόψει του ότι τόσο η Αγωγή όσο και η Ανταπαίτηση είναι τοποθετημένες επί της ίδιας κλίμακας εξόδων κρίνω ορθότερο όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα σε σχέση με την Αγωγή και την Ανταπαίτηση. (Υπ.) .................................. Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.