Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου ν. Χριστάκη Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2270/2008, 7/12/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A371 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2270/2008 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου Ενάγοντος και
- Χριστάκη Γεωργίου
- Μελή Ιωάννου Κυριάκου
- Παναγιώτη Ιωάννου Κυριάκου
- Κώστα Ευσταθίου Λουκά
- Γεωργίου Μιχαήλ Κίκα
- Ειρήνης Σπύρου Γρούτα
- Μάριου Γεωργίου Κουπεπίδη
- Παναγιώτη Νικολάου Σάββα Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.1.2010 Μεταξύ: Χαράλαμπου Κύπρου Χωματένου υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Ελέγκως Κύπρου Χωματένου Ενάγοντος και
- Χριστάκη Γεωργίου
- Μελή Ιωάννου Κυριάκου
- Παναγιώτη Ιωάννου Κυριάκου
- Κώστα Ευσταθίου Λουκά
- Γεωργίου Μιχαήλ Κίκα
- Ειρήνης Σπύρου Γρούτα
- Μάριου Γεωργίου Κουπεπίδη
- Σωτήρη Νικολάου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του Παναγιώτη Νικολάου Σάββα Εναγομένων Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Μ. Κυριακίδης Για Εναγόμενο 1: κ. Χ Τσαγγαρός Για Εναγόμενο 2: Καμία Εμφάνιση Για Εναγόμενο 3: κα Σ. Ανδρέου Για Εναγόμενο 4: κ. Σ. Καραολής Για Εναγόμενο 5: κ. Π. Λάμνησος Για Εναγόμενο 7: κα Ζ. Σουρουλλά Για Εναγόμενο 8: κ. Κ. Παπαϊωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό της επίδικης διαφοράς ανάγεται στα έτη 1986 και
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Ελέγκω Κύπρου Χωματένου ήταν ιδιοκτήτρια κατά 1/6 εξ αδιαιρέτου 6 διαφορετικών ακινήτων στο Πέρα Χωρίο Νήσου της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο Εναγόμενος 1, σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των ετών 1986 και 1987 εμφανίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας ως πληρεξούσιος της Ελέγκως και κατόρθωσε σε συνεργασία με τους λοιπούς Εναγομένους να μεταβιβάσει σε κάθε ένα από αυτούς τα εν λόγω ακίνητα. Ειδικότερα: - Με την δήλωση πώλησης Π10521/86 ημερομηνίας 16.10.1986 μεταβιβάστηκαν στον Εναγόμενο 2 και στον Εναγόμενο 3 από 1/12 μερίδιο ιδιοκτησίας της Ελέγκως επί του του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής Β726 τεμάχιο 741 Φ/Σχ 39/15/Ε1, Τμήμα Β στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου - Με την δήλωση πώλησης Π13349/86 ημερομηνίας 17.12.1986 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 4 το 1/6 μερίδιο ιδιοκτησίας της Ελέγκως επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής C27 τεμάχιο 9 Φ/Σχ 39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου - Με την δήλωση πώλησης Π5482/86 ημερομηνίας 16.6.1986 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 5 το 1/6 μερίδιο ιδιοκτησίας της Ελέγκως επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής C70 τεμάχιο 49 Φ/Σχ 39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου - Με την δήλωση πώλησης Π1232/86 ημερομηνίας 11.2.1986 μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 6 το 1/6 μερίδιο ιδιοκτησίας της Ελέγκως επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής C152 τεμάχιο 130 Φ/Σχ39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου - Με την δήλωση πώλησης Π3283/87 ημερομηνίας 13.5.1987 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 7 το 1/6 μερίδιο ιδιοκτησίας της Ελέγκως επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής C241 τεμάχιο 219 Φ/Σχ39/7/W2, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου - Με την δήλωση πώλησης Π2824/87 ημερομηνίας 24.4.1987 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 8 το 1/6 μερίδιο ιδιοκτησίας της Ελέγκως επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής C474 τεμάχιο 457 Φ/Σχ39/7/W2, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε ψευδώς ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Ελέγκως με σκοπό καταδολίευση και εξαπάτηση της Ελέγκως και/ή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Προς τούτο, οι Εναγόμενοι προσκόμισαν πλαστά πληρεξούσια δια των οποίων ο Εναγόμενος 1 εξουσιοδοτείτο να προβεί στις εν λόγω μεταβιβάσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να διαπιστώσουν την γνησιότητα της υπογραφής της Ελέγκως καθώς και την ύπαρξη εξουσιοδοτήσεως ενώ όφειλαν εκ των περιστάσεων να το πράξουν. Είναι περαιτέρω η θέση του Ενάγοντα ότι η Ελέγκω ουδέποτε έδωσε εντολή στον Εναγόμενο 1 ή σε οιονδήποτε άλλο πρόσωπο να μεταβιβάσει τα εν λόγω ακίνητα, οι μεταβιβάσεις των οποίων έγιναν άνευ της γνώσης της και χωρίς να λάβει οιονδήποτε αντίτιμο. Η Ελέγκω έλαβε γνώση ότι ο Εναγόμενος 1 ενήργησε εκ μέρους της μόνον μετά το
- Η Ελέγκω απεβίωσε στις 20.10.
- Ο Ενάγοντας διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας της. Τόσο η Ελέγκω όσο και ο Ενάγοντας μετά τον θάνατο της τελευταίας, αποτάθηκαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο για ακύρωση των μεταβιβάσεων πλην όμως το τελευταίο ενημέρωσε μετά πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος ότι τούτο μπορεί να γίνει μόνο με διάταγμα Δικαστηρίου. Εν όψει των ανωτέρω, με την παρούσα αγωγή ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ως άνω πωλήσεις και μεταβιβάσεις είναι άκυρες και/ή χωρίς αποτέλεσμα και/ή είναι παράνομοι και/ή έγιναν κατόπιν παρανομίας και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή πλαστογραφίας και/ή χρήσεως πλαστών πληρεξουσίων εγγράφων και ζητείται περαιτέρω διάταγμα για επανεγγραφή των ακινήτων επ' ονόματι του Ενάγοντος. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 και 6 δεν προωθήθηκε. Όλοι οι εναπομείναντες Εναγόμενοι, ήτοι οι Εναγόμενοι 1, 3, 4, 5, 7 και 8 (στο εξής «οι Εναγόμενοι») και ο κάθε ένας από αυτούς ξεχωριστά, εκπροσωπούμενοι από διαφορετικούς συνηγόρους, καταχώρησαν Υπεράσπιση στην Αγωγή. Με τις υπερασπίσεις τους, όλοι οι Εναγόμενοι εγείρουν υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω καθυστέρησης και/ή ολιγωρίας (laches) και/ή παραίτησης δικαιωμάτων (waiver of rights) καθότι ενώ η Ελέγκω και/ή ο Ενάγοντας γνώριζαν για τα εκτιθέμενα με την αγωγή γεγονότα, εντούτοις δεν έλαβαν τα αναγκαία δικαστικά διαβήματα. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι μεταβιβάσεις που αφορούν τον καθένα ξεχωριστά έλαβαν χώρα νόμιμα και τηρήθηκαν όλες οι δέουσες διαδικασίες. Αρνούνται δε τις λεπτομέρειες δόλου και απάτης και αμέλειας τις οποίες ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 1 με την υπεράσπιση του, ισχυρίζεται ότι η Ελέγκω υπέγραψε σχετικά πληρεξούσια έγγραφα στην παρουσία εγκεκριμένου πιστοποιούντα υπαλλήλου καθιστώντας έτσι τον Εναγόμενο 1 νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για μεταβίβαση των μεριδίων της επί των επίδικων κτημάτων στους Εναγομένους. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ίδιος ενεργούσε πάντοτε με τις εντολές και οδηγίες της Ελέγκως και ότι η επιθυμία της τελευταίας ήταν να πωλήσει τα μερίδια της επί των επίδικων ακινήτων. Όμοια ήταν και η επιθυμία των ιδιοκτητών των υπόλοιπων μεριδίων (τα λοιπά 5/6) επί των εν λόγω ακινήτων. Μάλιστα δε, η Ελέγκω και ο σύζυγός της Κύπρος Χωματένος, επιθυμούσαν όπως τα μερίδια της Ελέγκως πωλούνται μετά την πώληση των λοιπών μεριδίων ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερη προσφορά από τους επίδοξους αγοραστές. Μετά την μεταβίβαση η Ελέγκω παρέλαβε το αντίτιμο το οποίο δικαιούτο με βάση την πώληση. Είναι τέλος η θέση του Εναγομένου 1 ότι τόσο η Ελέγκω όσο και ο σύζυγος της, ήταν ενήμεροι για τις γενόμενες μεταβιβάσεις. Οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 7 μέσω των υπερασπίσεων που καταχώρησαν ο καθένας ξεχωριστά ισχυρίζονται ότι αποτάθηκαν στον τότε σταθμάρχη του Αστυνομικού Σταθμού Πέρα Χωρίου, Κλεόπα Ευθυμίου, ο οποίος βοηθούσε την θυγατέρα του σε κτηματομεσιτικό γραφείο. Επέλεξαν ο καθένας το ακίνητο που εν τέλει μεταβιβάστηκε επ' ονόματι τους έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος. Οι Εναγόμενοι 4, 5 και 7 υπέγραψαν πληρεξούσιο έγγραφο προς τον Κλεόπα Ευθυμίου προκειμένου ο τελευταίος να τους εκπροσωπήσει στην μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος 3 μετέβη μαζί με τον Κλεόπα Ευθυμίου στο Κτηματολόγιο. Κανένας εκ των εν λόγω Εναγομένων συνάντησε ή γνώρισε τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα στην πώληση μέρη. Τέλος σε σχέση με την σημερινή αξία των ακινήτων όλοι οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται αύξηση σε αυτή. Ειδικότερα, σε σχέση με το ακίνητο του Εναγομένου 3, τούτο έχει σήμερα ενταχθεί σε οικιστική ζώνη με κατακόρυφη αύξηση της αξίας του. Ο Εναγόμενος 5 ανέπτυξε το επίδικο τεμάχιο ενοποιώντας το αρχικά με βορείως εφαπτόμενο τεμάχιο το οποίο επίσης αγόρασε και ανεγείροντας στην συνέχεια την κατοικία του. Ο Εναγόμενος 8, στις 3.6.1987 έχει μεταβιβάσει το ακίνητο στην θυγατέρα του Νίκη Ιωάννου Σάββα. Οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 7 ήγειραν περαιτέρω Ανταπαίτηση με την οποία ουσιαστικά ζητείται όπως στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διατάξει την ακύρωση των επίδικων μεταβιβάσεων, τότε να αποδοθεί σε αυτούς η διαφορά της σημερινής αξίας του ακινήτου από την αξία αγοράς του τα έτη 1986 - 1987 και/ή κατά το 1992 που η Ελέγκω έλαβε γνώση της μεταβίβασης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν 5 μάρτυρες περιλαμβανομένου του Ενάγοντα. Για τον Εναγόμενο 1 κατέθεσαν 2 μάρτυρες (ΜΥ1 και ΜΥ2). Κατέθεσαν επίσης στο Δικαστήριο οι Εναγόμενοι 3, 4, 5, 7 και
- Πιο κάτω παραθέτω όσο το δυνατόν πληρέστερα την μαρτυρία κάθε μάρτυρα. Αιμίλιος Τσίγκης (ΜΕ1) Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Αιμίλιος Τσίγκης ο οποίος υπηρετεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας (στο εξής «ΕΚΓΛ»). Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο του φακέλους που τηρούνται στο ΕΚΓΛ σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 παρουσίασε την δήλωση πωλήσεως Π10521/86 ημερομηνίας 16.10.1986 (Τεκμήριο 1) δια της οποίας μεταβιβάστηκαν στον Εναγόμενο 2 και στον Εναγόμενο 3 από 1/2 μερίδιο επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής Β726 τεμάχιο 741 Φ/Σχ 39/15/Ε1, Τμήμα Β στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει πληρεξουσίου υπ. αρ. 64/86 το οποίο βρίσκεται εντός της δήλωσης πώλησης Π10520/86 (βλ. τεκμήριο 9). Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εκπροσωπήθηκαν από τον Κλεόπα Ευθυμίου. Παρουσιάστηκε επίσης η δήλωση πωλήσεως Π13349/86 ημερομηνίας 17.12.1986 (Τεκμήριο 5) δια της οποίας μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 4 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C27 τεμάχιο 9 Φ/Σχ 39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει πληρεξουσίου υπ' αρ. 668/86 (βλ. Τεκμήριο 10). Ο Εναγόμενος 4 εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Ευθυμίου. Περαιτέρω, με την δήλωση πώλησης Π5482/86 ημερομηνίας 16.6.1986 (Τεκμήριο 4) μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 5 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C70 τεμάχιο 49 Φ/Σχ 39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου. Η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει πληρεξουσίου υπ' αρ. 62/86 (βλ. Τεκμήριο 3). Ο Εναγόμενος 5 εκπροσωπήθηκε από τον Κλεόπα Ευθυμίου. Δια της δηλώσεως πωλήσεως Π1232/86 ΕΚΓΛ ημερομηνίας 11.2.1986 (Τεκμήριο 7) μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 6 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C152 τεμάχιο 130 Φ/Σχ 39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει πληρεξουσίου υπ' αρ. 66/86 (βλ. Τεκμήριο 6). Η Εναγόμενη 6 εκπροσωπήθηκε από τον Θεοδόση Μιχαήλ. Δια της δηλώσεως πωλήσεως Π3283/87 ημερομηνίας 13.5.1987 (Τεκμήριο 8) μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 7 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C241 τεμάχιο 219 Φ/Σχ 39/7/W2, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.950 Η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε από τον Εναγόμενο 1 δυνάμει πληρεξουσίου υπ' αρ. 164/87 (βλ. Τεκμήριο 11). Ο Εναγόμενος 7 εκπροσωπήθηκε από τον Κλεόπα Ευθυμίου. Τέλος, διά της δηλώσεως πωλήσεως Π2824/87 ημερομηνίας 24.4.1987 (Τεκμήριο 12) μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 8 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C474 τεμάχιο 457 Φ/Σχ 39/7/W2, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε δυνάμει πληρεξουσίου υπ' αρ. 165/87 που βρίσκεται εντός της δήλωσης πώλησης. Σε όλες τις πιο πάνω πωλήσεις, δικαιοπάροχοι ήταν 6 πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η Ελέγκω Κύπρου Χωματένου ούσα ιδιοκτήτρια 1/6 μεριδίου επί των εν λόγω ακινήτων. Όλοι οι δικαιοπάροχοι εκπροσωπήθηκαν στο ΕΚΓΛ από τον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα πληρεξούσια, ήτοι τα πληρεξούσια υπ' αρ. 64/86, 668/86, 62/86, 66/86, 164/87 και 165/87 φέρουν βεβαίωση της υπογραφής της Ελέγκως Κύπρου Χωματένου υπογεγραμμένη από τον πιστοποιούντα υπάλληλο Ελευθέριο Γαληνιώτη. Ο ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο προγενέστερες δηλώσεις μεταβίβασης στις οποίες είχε προβεί η Ελέγκω Κύπρου Χωματένου δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων τα οποία είχε παραχωρήσει στον σύζυγό της Κύπρο Χωματένο. Πρόκειται για τις δηλώσεις πώλησης Π8542/1982, Π8543/1982, Π8546/1982 και Π1410/1982 (Τεκμήρια 13, 14, 15 και 16 αντίστοιχα). Εντός αυτών υπάρχουν πληρεξούσια τα οποία φέρονται να έχουν υπογραφεί από την Ελέγκω Κ. Χωματένου, η υπογραφή της οποίας πιστοποιείται από τον πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Κόρνου. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι όλα τα πληρεξούσια που παρουσιάστηκαν στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκαν από τον κλάδο αποδοχής του ΕΚΓΛ, ότι πληρούν της προϋποθέσεις αποδοχής τους καθότι είναι πιστοποιημένα από πιστοποιούντα υπάλληλο και δεόντως χαρτοσημασμένα. Σε σχέση με τους λοιπούς δικαιοπαρόχους, ανέφερε ότι αν είχε γίνει οποιοδήποτε παράπονο στο ΕΚΓΛ θα το γνώριζε καθότι θα υπήρχε σχετική αλληλογραφία στους φακέλους. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε επίσης σε επιστολή ημερομηνίας 28.6.2001 (Τεκμήριο 2) με την οποία το ΕΚΓΛ απαντά στον Ενάγοντα με αναφορά στις επιστολές του τελευταίου ημερομηνίας 15.7.2000, 13.8.2000, 29.10.2000 και 20.1.
- Στην εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 2) γίνεται αναφορά σε μια επιστολή που στάλθηκε από την Ελέγκω προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας στις 26.8.1992 και η οποία αφορούσε τον φάκελο ΕΚΓΛ 32/98 σε σχέση μόνο με το ακίνητο με αρ. Εγγραφής L116 στο χωριό Δάλι. Περαιτέρω, σε σχέση με τις μεταβιβάσεις που αφορά η παρούσα αγωγή ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός πληροφορεί τον Ενάγοντα ότι κατά την μεταβίβαση των ακινήτων δεν υπήρχαν εμπράγματα βάρη και απαγορεύσεις. Εκτός από την επιστολή αυτή δεν υπάρχει άλλη επιστολογραφία μεταξύ του Ενάγοντα και του ΕΚΓΛ σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα. Τέλος, ο ΜΕ1 σε σχέση με το ακίνητο το οποίο είχε μεταβιβαστεί αρχικά επ' ονόματι του Παναγιώτη Νικολάου (Εναγομένου 8) ανέφερε ότι στις 3.6.1987 αυτό μεταβιβάστηκε στην θυγατέρα του Νίκη Ιωάννου Σάββα δυνάμει δωρεάς. Την 1.9.2015 το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε σε κάποιον Σάββα Ιωάννου επίσης δυνάμει δωρεάς. Ιωάννης Γιωρκάτζης (ΜΕ2) Ο ΜΕ2 είναι υπαστυνόμος στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Αυτός ανέφερε ότι ο Ενάγοντας υπέβαλε καταγγελία η οποία αφορούσε πλαστογραφία της υπογραφής της μητέρας του σε διάφορα πληρεξούσια με τα οποία διενεργήθηκαν μεταβιβάσεις ακινήτων. Ο ΜΕ2 ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης συλλέγοντας από το Κτηματολόγιο τα αμφισβητούμενα πληρεξούσια. Στα πλαίσια των ενεργειών του έλαβε στις 3.3.2003 ανακριτική κατάθεση από τον Εναγόμενο 1 στην οποία ανέφερε ότι δεν αναγνωρίζει τη γραφή του στα πληρεξούσια. Ο ΜΕ2 έλαβε επίσης δέκα δείγματα γραφής από τον Εναγόμενο 1 (βλ. Τεκμήριο 22) και εξήγησε τους κανόνες που ακολουθούνται για την λήψη γραφολογικών δειγμάτων. Επίσης παραλήφθηκαν από τον Ενάγοντα πλησιόχρονα δείγματα της κατ' ισχυρισμό αυθεντικής γραφής της Ελέγκως Χωματένου (Τεκμήρια 19, 20 και 21). Ακολούθως, τα επίμαχα πληρεξούσια μαζί με τα δείγματα γραφής δόθηκαν στον γραφολόγο Ελευθέριο Χριστοδούλου. Κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δύο εκθέσεις του εν λόγω γραφολόγου σε σχέση με την υπό αναφορά υπόθεση (Τεκμήρια 23 και 24). Στις 12.3.2003 ο Εναγόμενος 1 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και την ίδια μέρα έδωσε θεληματική κατάθεση (βλ. Τεκμήριο 17) στην οποία παραδέχτηκε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της Ελέκγως Χωματένου. Επίσης στις 13.3.2003 λήφθηκε θεληματική κατάθεση από τον πιστοποιούντα υπάλληλο Ελευθέριο Γαληνιώτη (βλ. Τεκμήριο 18) στην οποία ο τελευταίος ανέφερε ότι η Ελέκγω Χωματένου δεν υπέγραψε στην παρουσία του τα πληρεξούσια. Στις 16.04.2003 ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε γραπτώς και η υπόθεση προωθήθηκε στη Νομική Υπηρεσία για ποινική δίωξη. Όντως, η υπόθεση καταχωρήθηκε και ο Εναγόμενος 1 παραπέμφθηκε σε δίκη στο Κακουργιοδικείο στις 28.8.
- Σε κάποια στιγμή η ποινική δίωξη αναστάληκε. Ο ΜΕ2 ανέφερε επίσης ότι η έρευνα και η δίωξη αφορούσε τις δηλώσεις πώλησης Π1232/86, Π5482/86, Π13349/86, Π10521/86, Π282487, Π3283/
- Αναγνώρισε ότι τα τεκμήρια 4, 6, 9, 10, 11 και 12 βρίσκονταν ανάμεσα στα έγγραφα τα οποία αφορούσε η διερεύνηση. Ήταν η θέση του ότι όλα τα πληρεξούσια που περιέχονται στα τεκμήρια 4, 6, 9, 10 11, 12 είχαν επιδειχθεί στον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, στη γραπτή κατηγορία κατηγορήθηκε για όλα τα πληρεξούσια που αφορούν οι πιο πάνω μεταβιβάσεις. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΕ2 αναφέρθηκε στην ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Εναγόμενο 1 και ειδικότερα στο ότι ο Εναγόμενος 1 είχε αναφέρει ότι συνεργάστηκε με τον Τάκη Χριστοδουλίδη διαχειριστή της περιουσίας του Μιχαήλ Παπαδόπουλου για τα ακίνητα που ήθελαν να πουλήσουν οι κληρονόμοι του τελευταίου. Ο Εναγόμενος 1 γνώρισε όλους τους κληρονόμους του Μιχαήλ Παπαδόπουλου μεταξύ των οποίων και η Ελέγκω. Με την τελευταία όμως, δεν ανέπτυξε οποιαδήποτε σχέση καθώς οι υιοί της δεν την άφηναν να βγει από το σπίτι. Τα πληρεξούσια τα έδινε ο Εναγόμενος 1 στον σύζυγο της Ελέγκως, τον Κύπρο Χωματένο και ο τελευταίος τα επέστρεφε στον Εναγόμενο 1 υπογεγραμμένα. Ακολούθως, ο ΜΕ2 ρωτήθηκε τι μεσολάβησε μεταξύ της ανακριτικής κατάθεσης που λήφθηκε στις 3.3.2003 και της θεληματικής κατάθεσης του ιδίου ημερομηνίας 12.3.3003 που ώθησε τον Εναγόμενο 1 να παραδεχτεί πλαστογραφία. Ο ΜΕ2 ανέφερε ότι στο μεσοδιάστημα και ειδικότερα στις 11.3.2003 παραλήφθηκε η έκθεση του γραφολόγου οπότε υπήρχε πλέον μαρτυρία που δημιουργούσε εύλογη υποψία ότι ο Εναγόμενος 1 συνδεόταν. Πιθανολόγησε ότι αυτή η μαρτυρία ώθησε και τον Εναγόμενο 1 να αλλάξει στάση. Δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Εναγόμενος 1 έπασχε από ψυχικά προβλήματα ή αλκοολισμό. Στον ίδιο φαινόταν μια χαρά και δεν ανέφερε ότι δεν αντιλαμβανόταν τι ήταν αυτό που αντιμετώπιζε. Αναφορικά με τα δείγματα γραφής (Τεκμήριο 22) που λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1, ο ΜΕ2 συμφώνησε ότι τα δείγματα λήφθηκαν πολλά χρόνια μετά τα αμφισβητούμενα έγγραφα. Ανέφερε ότι ο ελάχιστος αριθμός δειγμάτων που πρέπει να ληφθούν είναι 10, αλλά αν ο ανακριτής αντιληφθεί ότι ο υπογράφων προσπαθεί να παραλλάξει τη γραφή του τότε πρέπει να συνεχιστεί η λήψη δειγμάτων μέχρι να αντιληφθεί ο ανακριτής ότι το υποκείμενο γράφει πλέον μηχανικά. Σε κάθε περίπτωση το ελάχιστο δειγμάτων θα ήταν 10 ασχέτως αν η έρευνα αφορούσε περισσότερα από 1 αμφισβητούμενα έγγραφα. Ο ΜΕ2 συμφώνησε τέλος ότι κατά τη λήψη των δειγμάτων για σύγκριση πρέπει να δημιουργούνται παρόμοια δεδομένα. Υποδείχθηκε στον ΜΕ2 ότι στα Τεκμήρια 9, 10, 12 και 16 η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι γραμμένη πάνω σε χαρτόσημο. Ο ΜΕ2 συμφώνησε ότι δεν ζήτησαν από τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει σε χαρτόσημο, αλλά εξήγησε ότι το χαρτόσημο είναι χαρτί και ότι ο χώρος υπογραφής ήταν περιορισμένος όπως και στο αμφισβητούμενο δείγμα. Αντεξεταζόμενος από τους συνηγόρους των Εναγομένων 2 και 5, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το παράπονο που έδωσε έναυσμα για την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης έγινε από τον Ενάγοντα το
- Ειδικότερα, στις 8.1.2003 στάλθηκε στο ΤΑΕ Αρχηγείου επιστολή από την Νομική Υπηρεσία με συνημμένη την καταγγελία του Ενάγοντα. Την επόμενη ημέρα, ο ΜΕ2 μετέβη στο Κτηματολόγιο, όπου αναζήτησαν τους φακέλους των υποθέσεων, οι οποίοι παραλήφθηκαν στις 16.1.
- Στις 21.1.2003 η Ρίτα Σούπερμαν ανέθεσε σε αστυνομικό της Αθηένου να εντοπίσει τον παραπονούμενο ο οποίος εντοπίστηκε και του λήφθηκε κατάθεση στις 4.2.
- Η διερεύνηση κατέληξε στην διατύπωση 51 Κατηγοριών εναντίον του Χριστάκη Γεωργίου. Για κάθε πλαστογραφία υπήρχε επιπλέον κατηγορία κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατηγορία απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και έκδοση πιστοποιητικού εγγραφής ακινήτου με ψευδείς παραστάσεις. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Παπαϊωάννου, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι τα πρόσωπα τα οποία είχαν αγοράσει τα επίδικα ακίνητα ήταν επίσης παραπονούμενοι για το αδίκημα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (βλ. Τεκμήριο 25). Αν και ο μάρτυρας ανέφερε ότι από τα εν λόγω πρόσωπα λήφθηκαν καταθέσεις, εντούτοις δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε από αυτές. Μαρία Τσιάππα (ΜΕ3) Η ΜΕ3 είναι Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας και έχει υπό τη φύλαξη της τους φακέλους της αγωγής υπ' αρ. 221/10 και της διαχείρισης με αριθμό 236/
- Παρουσίασε στο Δικαστήριο πρωτότυπο εγγράφου με τίτλο "Συναίνεση Κληρονόμου" το οποίο βρίσκεται στον φάκελο της διαχείρισης αρ. 236/87 (βλ. Τεκμήριο 26). Παρουσιάστηκε επίσης η κατάθεση του Ελευθέριου Γαληνιώτη στην Αστυνομία (βλ. Τεκμήριο 27) καθώς και η πρωτότυπη κατάθεση του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 12.3.2003 (βλ. Τεκμήριο 28). Τέλος, η ΜΕ3 παρουσίασε διάφορα έγγραφα τα οποία φέρουν την υπογραφή της Ελέγκως Κύπρου Χωματένου (βλ. Τεκμήρια 29, 30 και 31 Α, Β, Γ). Κατατέθηκε επίσης το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 22 ήτοι δέσμη εγγράφων που αφορούν δείγματα για γραφολογική εξέταση (βλ. Τεκμήριο 32) καθώς και τετράδιο με εξώφυλλο που φέρει τίτλο "Ε. Χριστοδούλου" (βλ. Τεκμήριο 33). Ελευθέριος Χριστοδούλου (ΜΕ4) Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Ελευθέριος Χριστοδούλου ο οποίος παρουσιάστηκε ως πραγματογνώμονας. Σε σχέση με την μαρτυρία πραγματογνωμόνων γίνεται εκτεταμένη αναφορά σε ειδική ενότητα κατωτέρω. Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος (Ενάγοντας) Ο Ενάγοντας είναι ο γιος της Ελέγκως Κύπρου Χωματένου και έχει διοριστεί διαχειριστής της περιουσίας της δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην αίτηση υπ' αρ. 231/94 (βλ. Τεκμήριο 35). Ο Ενάγοντας αναγνώρισε την υπογραφή της μητέρας του στα Τεκμήρια 13, 14, 15, 16, 26, 29 και 30 λέγοντας ταυτόχρονα ότι έχει δει την μητέρα του να υπογράφει και έχει δει την υπογραφή της τόσες πολλές φορές που είναι σε θέση να αναγνωρίσει την γνησιότητα της. Ειδικότερα, σε σχέση με το Τεκμήριο 26 ο Ενάγοντας ανέφερε ότι αυτό υπεγράφη από την Ελέγκω ενώπιον του πρωτοκολλητή διαχειρίσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και βρισκόταν και ο ίδιος παρών. Περαιτέρω, η Ελέγκω Χωματένου υπέγραψε το Τεκμήριο 30 ενώπιον του κοινοτάρχη Αθηένου και ενώπιον του ιδίου του Ενάγοντα. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 3, 6, 9, 10, 11 και 12, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι σε αυτά παρουσιάζονται υπογραφές που φέρονται να ανήκουν στην Ελέγκω, πλην όμως είναι εντελώς διαφορετικές από τη δική της υπογραφή. Τα εν λόγω πληρεξούσια φαίνεται να έχουν πιστοποιηθεί από τον πιστοποιών υπάλληλο, Ελευθέριο Γαληνιώτη, τον οποίο γνωρίζει και ο οποίος εργάζεται μπροστά από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας. Έτσι, αν η Ελέγκω Χωματένου είχε την ευχέρεια να πάει στον Γαληνιώτη για να της πιστοποιήσει την υπογραφή της θα είχε εξίσου την ευχέρεια να κάνει η ίδια τη μεταβίβαση και δεν θα έστελνε κανένα αντιπρόσωπο. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι κανένας από τους αγοραστές μεριδίων της Ελέγκως Χωματένου αλλά ούτε και ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε με οποιονδήποτε τρόπο μαζί με την Ελέγκω πριν από τις μεταβιβάσεις. Η Ελέγκω δεν γνώριζε ότι έγιναν αυτές οι μεταβιβάσεις παρά μόνο όταν το 1992 όταν διαπιστώθηκε ότι ένα κτήμα το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Ιδαλίου και στο οποίο η Ελέγκω ήταν συνιδιοκτήτρια, μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο δια πληρεξούσιου το οποίο δόθηκε στον Χριστάκη Γεωργίου. Όταν ο Ενάγοντας ενημέρωσε την μητέρα του σχετικά, η τελευταία θύμωσε πολύ και ανέφερε ότι ουδέποτε έδωσε πληρεξούσιο σε οποιονδήποτε πέρα από τον πατέρα του Ενάγοντα. Τότε, η Ελέγκω υπέβαλε αίτηση στο ΕΚΓΛ για να ακυρωθούν οι μεταβιβάσεις οι οποίες έγιναν από τον Εναγόμενο 1 και αφορούσαν δικά της κτήματα χωρίς όμως ανταπόκριση (βλ. επιστολή ημερομηνίας 23.1.1994 Τεκμήριο 36). Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η Ελέγκω δεν εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από τη φερόμενη πώληση των επίδικων ακινήτων. Όταν πέθανε η Ελέγκω και ανέλαβε ο Ενάγοντας τη διαχείριση της περιουσίας της, ξεκίνησε να στέλνει επιστολές στο Κτηματολόγιο για να του δώσουν μια απάντηση. Το Κτηματολόγιο δεν απαντούσε και για να λάβει τελικώς απάντηση κατέφυγε στον Επίτροπο Διοικήσεως. Ακολούθως, ο Ενάγοντας αποφάσισε να καταφύγει στην Αστυνομία. Η Αστυνομία αφού διαπίστωσε ότι ο πλαστογράφος είναι ο Εναγόμενος του συνέστησαν να καταχωρίσει αγωγή για να διεκδικήσει τα ακίνητα. Προτού κινήσει όμως την αγωγή περίμενε να δει το αποτέλεσμα της ποινικής δίωξης. Όταν τελικώς δεν προχώρησε η ποινική δίωξη, καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Ο Ενάγοντας αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν τα επίδικα μερίδια καταλήξουν επ' ονόματι της Ελέγκως. Ειδικότερα, ανέφερε ότι περί το 1985 είχε γίνει συμφωνία μεταξύ των κληρονόμων του Μιχαήλ Παπαδοπούλου, πατέρα της Ελέγκως, να γίνει διανομή των ακινήτων της κληρονομίας, όπερ και έγινε με τον κάθε ένα από τους έξι κληρονόμους να παίρνει ξεχωριστά ακίνητα (άλλα από τα επίδικα). Μερικά ακίνητα όμως, μεταξύ των οποίων και τα επίδικα για κάποιο λόγο έμειναν εκτός διανομής. Η Ελέγκω Χωματένου νόμιζε ότι αυτά τα ακίνητα (τα επίδικα) είχαν δοθεί στους άλλους συνιδιοκτήτες κατά την διανομή. Αργότερα όμως διαπίστωσε ότι τα εν λόγω ακίνητα μεταβιβάστηκαν κατά 1/6 μερίδιο σε όλους τους κληρονόμους και ότι το μερίδιο της είχε πωληθεί. Αντεξεταζόμενος, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι αρχικά διαχειριστής της περιουσίας του Μιχαήλ Παπαδόπουλου ήταν ο πατέρας του Κύπρος Χωματένος, μαζί με άλλους κληρονόμους. Αργότερα διορίστηκε ως διαχειριστής ο Χριστάκης Χριστοδουλίδης διότι οι κληρονόμοι είχαν διαφωνίες μεταξύ τους. Η διαφωνία συνίστατο στο ότι ο πατέρας και η μητέρα του Ενάγοντα ενίσταντο στις πωλήσεις και προσπαθούσαν να τις εμποδίσουν. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε ότι με απόφαση Δικαστηρίου αποφασίστηκε ότι όσα ακίνητα δεν διανεμήθηκαν να πωληθούν. Σε υποβολή ότι ο Κύπρος Χωματένος, αντιπροσώπευε πάντα την Ελέγκω σε ότι αφορούσε τα ζητήματα της κληρονομιάς του Μιχαήλ Παπαδόπουλου, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι η μητέρα του αποφάσιζε η ίδια για όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ανέθετε στον σύζυγο της να την αντιπροσωπεύσει. Ο Ενάγοντας διαφώνησε ότι όλοι οι κληρονόμοι συμφώνησαν να διορίσουν τον Εναγόμενο 1 ως μεσάζοντα για να βρει αγοραστές για τα ακίνητα. Ο πατέρας του δεν είχε καθόλου σχέσεις με τον Εναγόμενο
- Ο Εναγόμενος 1 είχε αναλάβει ως επάγγελμα την εκποίηση της περιουσίας του Μιχαήλ Παπαδόπουλου και χρησίμευε ως βοηθός του Τάκη Χριστοδουλίδη. Ο Ενάγοντας, αρνήθηκε ότι τα πληρεξούσια τα ετοίμαζε ο πατέρας του μαζί με τον Εναγόμενο 1 και ενημέρωναν την Ελέγκω. Σε σχέση με τον λόγο που αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο παρά στην αστυνομία, ο Ενάγοντας είπε ότι θεωρούσε ότι το Κτηματολόγιο είχε το δικαίωμα να ακυρώσει μια μεταβίβαση που έγινε δια ψευδών παραστάσεων. Επίσης το Κτηματολόγιο θα μπορούσε να διευθετήσει την υπόθεση χωρίς έξοδα. Περαιτέρω, ο πλαστογράφος ήτο άγνωστος και η Αστυνομία δεν θα μπορούσε να διαπιστώσει ποιος είναι ο πλαστογράφος. Σε ερώτηση αν ως δικηγόρος, γνώριζε εξ αρχής ότι επρόκειτο για αδίκημα που μπορούσε να εξεταστεί από την Αστυνομία, απάντησε θετικά. Το Κτηματολόγιο απάντησε το 2001 αλλά ο Ενάγοντας δεν αποτάθηκε άμεσα στην αστυνομία καθότι περίμενε να συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία. Όταν είδε ότι δεν προχώρησε η ποινική δίωξη προσπάθησε να βρει τις διευθύνσεις των Εναγομένων, αλλά το Κτηματολόγιο ηρνείτο να τις δώσει. Υποβλήθηκε επίσης στον Ενάγοντα ότι ενόσω ζούσε, η Ελέγκω έστειλε μόνο μια επιστολή στις 26.8.1992 η οποία αφορά μόνο την εγγραφή L116 στο Δάλι. Ο Ενάγοντας απάντησε ότι η αίτηση εκείνη ήταν μια από τις αιτήσεις που έκανε η Ελέγκω. Το κτήμα στο Δάλι ήταν το πρώτο που είχε ανακαλύψει. Ύστερα ανακάλυψε τα υπόλοιπα ακίνητα και έστειλε κι άλλες επιστολές με τις οποίες τα συγκεκριμενοποιούσε. Επίρριψε την ευθύνη στο Κτηματολόγιο για την μη παρουσίαση των επιστολών της Ελέγκως. Σε υποβολή ότι η Ελέγκω έπρεπε από το 1992 να βρει τους αγοραστές και να τους σταματήσει απάντησε ότι ήταν ηλικιωμένη γυναίκα. Επίσης τα κτήματα ήταν μικρά και δεν σκέφτηκε ποτέ ότι θα κτιζόταν οποιοδήποτε σπίτι. Μάριος Μαρκίδης (ΜΥ1) Πρώτος μάρτυρας για τον Εναγόμενο 1 ήταν ο Μάριος Μαρκίδης. Στην μαρτυρία του θα αναφερθώ με λεπτομέρεια πιο κάτω στην ενότητα που αφορά την μαρτυρία πραγματογνωμόνων. Τάκης Χριστοδουλίδης (ΜΥ2) Ο Τάκης Χριστοδουλίδης είναι δικηγόρος και διατηρεί δικηγορικό γραφείο στην Λευκωσία. Υπήρξε Έφορος Εταιρειών και Επίσημος παραλήπτης μέχρι τις 30.9.
- Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, κήρυξε πτώχευση κάποιος Αγησίλαος Παπαδόπουλος ο οποίος ήταν κατά 1/6 μερίδιο κληρονόμος στην περιουσία του Μιχαήλ Παπαδόπουλου ο οποίος απεβίωσε το
- Αρχικά η περιουσία του Μιχαήλ Παπαδόπουλου ήταν υπό τη διαχείριση του Κύπρου Χωματένου, ενώ αργότερα λόγω προστριβών μεταξύ των κληρονόμων, διορίστηκαν τέσσερα πρόσωπα ως διαχειριστές. Οι έριδες μεταξύ των κληρονόμων συνεχίστηκαν καθότι δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στο διαχωρισμό της περιουσίας η οποία ήταν τεράστια και περιλάμβανε περίπου 800-1000 ακίνητα σε διάφορα χωριά της Λευκωσίας και της Λάρνακας. Λόγω της πτώχευσης του Αγησίλαου Παπαδοπούλου, ο ΜΥ2 ερχόταν σε συχνή επαφή και με τους έξι κληρονόμους με τους οποίους διατηρούσε άριστες σχέσεις. Λόγω των φιλονικιών μεταξύ τους, καθυστερούσε και η διαχείριση της περιουσίας του Αγησίλαου Παπαδοπούλου και έτσι δεν μπορούσε να πουληθεί το μερίδιο του Αγησίλαου και να πληρωθούν οι πιστωτές. Σε κάποια στιγμή, στα πλαίσια μιας αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, οι έξι κληρονόμοι συμφώνησαν να παύσουν τους τέσσερις διαχειριστές και διόρισαν τον ίδιο υπό την προσωπική του ιδιότητα ως διαχειριστή με εντολή να διαμοιράσει την περιουσία μεταξύ των έξι κληρονόμων και όση δεν μπορούσε να διαμοιραστεί, να πωληθεί. Προς τούτο κάλεσε τους έξι κληρονόμους στο γραφείο του και ήρθαν όλοι εκτός από τον Κύπρο Χωματένο που αντιπροσώπευε την Ελέγκω Χωματένου. Ο ΜΥ2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Χωματένο στην παρουσία των άλλων κληρονόμων και ο τελευταίος είπε ότι ήταν ασθενής και δεν θα ερχόταν, αλλά έδωσε τη συγκατάθεση του να προχωρήσουν στη δια κλήρου διανομή, όπερ και έγινε. Μετά τη διαδικασία αυτή, ο ΜΥ2 έκανε αίτηση ως διαχειριστής στο Κτηματολόγιο για την εγγραφή των ακινήτων στο όνομά του καθενός. Στην περίπτωση των ακινήτων που δεν περιλήφθηκαν στη διανομή και έπρεπε να πωληθούν μέσω του ιδίου, πωλούνταν με την βοήθεια του Εναγομένου 1 τον οποίο κάποιοι από τους κληρονόμους σύστησαν στον ΜΥ2 ως γνώστη των ακινήτων και ως έμπιστο πρόσωπο. Έτσι μέσω του Εναγομένου 1 έγιναν πωλήσεις για τις οποίες ο τελευταίος έπαιρνε προμήθεια. Όσα κτήματα δεν περιλήφθηκαν στη διανομή αλλά ήταν γραμμένα από 1/6 στον κάθε κληρονόμο τα πουλούσαν οι ίδιοι οι κληρονόμοι χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή του ΜΥ
- Εναγόμενος 3 Ο Εναγόμενος 3 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά τον Ενάγοντα ούτε και τον Εναγόμενο
- Περί το 1985 αποφάσισε μαζί με τον αδελφό του (Εναγόμενο 2) να αγοράσουν ένα ακίνητο ως μελλοντική επένδυση για τα παιδιά τους. Προς τούτο αποτάθηκαν σε κτηματομεσιτικό γραφείο στο Πέρα Χωριό Νήσου. Εκεί ο Κλεόπας Ευθυμίου ο οποίος ήταν Σταθμάρχης στο αστυνομικό τμήμα Πέρα Χωριού Νήσου και πατέρας της ιδιοκτήτριας του μεσιτικού γραφείου, ενεργώντας εκ μέρους του μεσιτικού γραφείου τους ενημέρωσε για ένα ακίνητο που ήταν προς πώληση έναντι Λ.Κ.5.
- Έπειτα το ποσό αυτό αυξήθηκε στις Λ.Κ 6.000 λόγω του ότι υπήρχαν πολλοί δικαιούχοι και ένας από αυτούς ζήτησε περισσότερα χρήματα. Λόγω της θέσης του κ. Ευθυμίου στην αστυνομία και λόγω της μεσολάβησης μεσιτικού γραφείου, έδειξαν εμπιστοσύνη και αποφάσισαν να αγοράσουν από κοινού το επίδικο ακίνητο καταβάλλοντας Λ.Κ.3.000 ο καθένας. Τόσο ο Εναγόμενος 3 όσο και ο αδελφός του εξουσιοδότησαν τον Ευθυμίου όπως προβεί στην μεταβίβαση εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε γνώρισε ή ήλθε σε επαφή με τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη. Μετά την μεταβίβαση, ο Ευθυμίου προσκόμισε τον τίτλο ιδιοκτησίας. Το εν λόγω ακίνητο σήμερα είναι υποθηκευμένο για εξασφάλιση δανείων αξίας €26 000 και είναι η μοναδική περιουσία που κατέχει ο Εναγόμενος
- Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο έχει γίνει οικιστική από αγροτική που ήταν όταν αγοράστηκε. Η αγοραστική αξία του μεριδίου που του ανήκει ανέρχεται σε €201.
- Επίσης, από το 1987 που μεταβιβάστηκε στο όνομα του το ακίνητο, καταβάλλει όλους τους απαιτούμενους φόρους. Επίσης, το μερίδιο του αδελφού του, μεταβιβάστηκε στον υιό του τελευταίου ο οποίος το έχει αξιοποιήσει κτίζοντας κατοικία. Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος 3, ανέφερε ότι το μόνο που γνώριζε μέσω του Κλεόπα Ευθυμίου ήταν ότι το ακίνητο ήταν κληρονομικό αλλά δεν έμαθε ποτέ ποιοι ήταν οι κληρονόμοι. Πλήρωσε τα χρήματα στον Ευθυμίου και δεν ασχολήθηκε περαιτέρω σε σχέση με το που θα κατέληγαν τα χρήματα. Επανέλαβε ότι έδειξε εμπιστοσύνη στο κτηματομεσιτικό γραφείο. Από την στιγμή που του παραδόθηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας θεώρησε ότι όλα εξελίχθηκαν ορθά και νόμιμα. Εναγόμενος 4 Ο Εναγόμενος 4 ανέφερε ότι του άρεσε να ασχολείται με την γη και έτσι προσπαθούσε να αγοράσει κτήμα στο Πέρα Χωριό Νήσου. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 1986 γνώρισε τον Κλεόπα Ευθυμίου ο οποίος του ανέφερε ότι ασχολείται με αγοραπωλησίες ακινήτων στην εν λόγω περιοχή. Αφού ο Εναγόμενος 4 τον πληροφόρησε για το ενδιαφέρον του, ο Κλεόπας Ευθυμίου τον επισκέφτηκε μετά πάροδο ενός μηνός και του ανέφερε ότι βρήκε ένα ακίνητο λίγο έξω από το Πέρα Χωριό. Πράγματι, επισκέφτηκαν το ακίνητο το οποίο ήταν αγροτικό τεμάχιο και γεμάτο πέτρες. Η τιμή συμφωνήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.1,200 και Εναγόμενος 4 ζήτησε λίγο χρόνο για να το διευθετήσει. Όταν ο Εναγόμενος 4 εξασφάλισε τα χρήματα, τηλεφώνησε στον Κλεόπα Ευθυμίου ο οποίος πέρασε από το σπίτι του και πήρε το ποσό των Λ.Κ.1.
- Επίσης, ο Εναγόμενος 4 υπέγραψε Ειδικό Πληρεξούσιο με το οποίο εξουσιοδότησε τον Κλεόπα Ευθυμίου να προβεί σε όλες τις απαραίτητες έρευνες και ενέργειες για την αγορά και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του. Με τη παράδοση του ακινήτου, ο Εναγόμενος 4 άρχισε βελτιωτικές εργασίες. Ειδικότερα, το καθάρισε από τις πέτρες, το καλλιέργησε, φύτεψε ελαιόδεντρα, έκανε διατρήσεις για νερό, το περίφραξε και έκανε έξοδα για μεταφορά ρεύματος. Στις 4.5.1987 ο Κλεόπας Ευθυμίου πέρασε από το σπίτι του και του έφερε τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ο Εναγόμενος 4 πρόσθεσε ότι ουδέποτε συνάντησε ή γνώρισε τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη. Ούτε έγινε δέκτης αντιδράσεων από την Ελέγκω Χωματένου ή τον Ενάγοντα. Από το έτος 1987, ο Εναγόμενος 4 πληρώνει όλους τους φόρους που αφορούν το επίδικο ακίνητο. Σήμερα, η περιοχή όπου βρίσκεται το ακίνητο έχει γίνει οικιστική. Η εκτιμημένη αξία του ακινήτου είναι €300.
- Περαιτέρω, το ακίνητο έχει μεταβιβαστεί στον υιό του και είναι υποθηκευμένο. Επίσης στο ακίνητο έχει κτιστεί μία κατοικία περίπου 100 τ.μ. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι θεωρεί τον εαυτό του καλόπιστο αγοραστή καθότι είχε αποταθεί σε έναν άνθρωπο του νόμου όπως τον Κλεόπα Ευθυμίου και δεν πίστευε ότι ο τελευταίος θα τον ξεγελούσε. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η αγοραπωλησία, ο Εναγόμενος 4 ανέφερε ότι δεν του υποδείχθηκε οποιοδήποτε πληρεξούσιο από τον Κλεόπα Ευθυμίου αλλά ο τελευταίος μιλούσε για λογαριασμό των πωλητών τους οποίους ο ίδιος δεν γνώριζε. Τέλος, δεν έλαβε απόδειξη είσπραξης για τα χρήματα που έδωσε στον Κλεόπα Ευθυμίου και δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει κατά πόσον τα χρήματα αυτά δόθηκαν όντως στους πωλητές καθώς έδειξε εμπιστοσύνη στον Ευθυμίου. Ο Εναγόμενος 4 δεν γνώριζε ότι η Αστυνομία προώθησε ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 1 για πλαστογραφία. Εναγόμενος 5 Ο Εναγόμενος 5 κατάγεται από το Δάλι. Περί τις αρχές του 1986, ενδιαφέρθηκε να αγοράσει κάποιο αγροτεμάχιο κοντά στο χωριό του και έτσι αποτάθηκε στον Κλεόπα Ευθυμίου ο οποίος του έδειξε μερικά αγροτεμάχια και συμφώνησε να αγοράσει το επίδικο τεμάχιο στο Πέρα Χωριό για το ποσό των ΛΚ1.
- Λόγω των πολλαπλών επαγγελματικών του υποχρεώσεων, υπέγραψε πληρεξούσιο στον Ευθυμίου ώστε ο τελευταίος να τον εκπροσωπήσει στο κτηματολόγιο. Του κατέβαλε το τίμημα και λίγες μέρες μετά, ο Ευθυμίου τον εφοδίασε με τίτλο ιδιοκτησίας. Μετά την αγορά του πιο πάνω ακινήτου, ο Εναγόμενος 5 άρχισε να το δεντροφυτεύει. Περί το 1988 αγόρασε έναντι ΛΚ1.200 το βορείως εφαπτόμενο αγροτεμάχιο και περί το 1989 ενοποίησε τα 2 ακίνητα σε ένα. Μετά την ενοποίηση, αγόρασε δίοδο για το ακίνητο του, εξόρυξε γεώτρηση και μετέφερε ηλεκτρισμό και πόσιμο νερό. Περί το 1995 περίφραξε το ενιαίο πλέον ακίνητο και ανήγειρε εντός αυτού την μόνιμη του κατοικία η οποία χωροταξικά ανεγέρθηκε και επί των 2 τεμαχίων. Η ζώνη παρέμεινε αγροτική και ο συντελεστής δόμησης δεν έχει αλλάξει. Η κατοικία ανεγέρθηκε, με βάση τον συντελεστή δόμησης του ενοποιημένου κτήματος. Τέλος, το ακίνητο είναι σήμερα υποθηκευμένο για το ποσό των €60.
- Από το 1986, πληρώνει κανονικά τους φόρους του επιδίκου κτήματος χωρίς διακοπή ή παρεμβολή. Η σημερινή αξία του ακινήτου, με βάση την εκτίμηση του κτηματολογίου, ανέρχεται σε €165.
- Το επίδικο μερίδιο εκτιμάται περί τις €15.000 ενώ την 16.6.86 είχε αγοραστεί προς ΛΚ166 ήτοι €
- Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος 5 εξέφρασε την θέση ότι η επιστολή Τεκμήριο 36 είναι κατασκεύασμα του Ενάγοντος και ότι η Ελέγκω Χωματένου η οποία ήταν αγράμματη δεν θα μπορούσε να συντάξει μια περιπλοκή επιστολή στην καθαρεύουσα. Επέμεινε ότι η πρώτη κρούση που ο ίδιος είχε σε σχέση με το ακίνητο που αγόρασε έγινε το 2008 μέσω της παρούσας αγωγής. Αρνήθηκε ότι το 2003 έδωσε κατάθεση στην αστυνομία σχετικά με το θέμα που αφορά η παρούσα αγωγή. Ανέφερε επίσης ότι μέσω του Κλεόπα Ευθυμίου, έμαθε ότι η Ελέγκω εισέπραξε το τίμημα της πώλησης αφού ο Ευθυμίου το παρέδιδε στο σύζυγο της. Εναγόμενος 7 Ο Εναγόμενος 7 είχε εκφράσει περί τις αρχές του έτους 1987 την επιθυμία να αγοράσει χωράφι στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου στον φίλο του Γρηγόρη Θεοδοσίου ο οποίος ήταν αστυνομικός. Έτσι, επισκέφτηκε μαζί με τον Γρηγόρη Θεοδοσίου τον Κλεόπα Ευθυμίου στον οποίο έδειξε εμπιστοσύνη καθότι ήταν αστυνομικός και η κόρη του ήταν ιδιοκτήτρια κτηματομεσιτικού γραφείου. Όταν υπεδείχθη στον Εναγόμενο 7 το επίδικο ακίνητο αποφάσισε να το αγοράσει έναντι του ποσού των Λ.Κ.
- Προς τούτο, υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον Κλεόπα Ευθυμίου να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες έρευνες και ενέργειες για αγορά και μεταβίβαση του. Ουδέποτε συνάντησε ή γνώρισε τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη. Το τίμημα της πώλησης το κατέβαλε στον ως άνω πληρεξούσιο αντιπρόσωπό ο οποίος του παρέδωσε αργότερα τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ουδέποτε περιήλθε στη γνώση του οτιδήποτε μεμπτό ή παράνομο. Επίσης, από το έτος 1987 πληρώνει όλους τους φόρους που αφορούν το επίδικο ακίνητο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο Κλεόπας έχαιρε εκτίμησης σε όλη την περιοχή και ανέθεσε σε αυτόν την διαδικασία. Όταν έδωσε πληρεξούσιο στον Κλεόπα ήξερε ότι αυτό θα καταλήξει στο κτηματομεσιτικό γραφείο της κόρης του και όντως έτσι έγινε. Δεν θυμάται αν ο Κλεόπας του έδειξε πληρεξούσιο με το οποίο να φαίνεται ότι εκπροσωπούσε τον ιδιοκτήτη. Ούτε θυμάται σε ποιον έδωσε το τίμημα της πώλησης και αν πήρε απόδειξη. Κατά την επανεξέταση διευκρίνισε ότι τα χρήματα τα έδωσε στον Κλεόπα και δεν γνωρίζει σε ποιον δόθηκαν μετά. Από την στιγμή που έλαβε τον τίτλο ιδιοκτησίας υπέθεσε ότι το τίμημα πληρώθηκε στον πωλητή. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε στις 16.4.03 για πλαστογραφία το έμαθε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Παλαιότερα είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία σε σχέση με το ακίνητο αλλά δεν του ανέφεραν οτιδήποτε ούτε για τον Εναγόμενο 1 ούτε για πλαστογραφία. Του ανέφεραν απλά ότι ήθελαν να μάθουν κατά πόσον αγόρασε το επίδικο ακίνητο και με ποιο τρόπο. Ο ίδιος δεν έκανε παράπονο στην Αστυνομία. Εναγόμενος 8 Ο Σωτήρης Νικολάου είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του, ήτοι του Παναγιώτη Νικολάου Σάββα. Ως διαχειριστής της περιουσίας του ως άνω προσώπου, προέβη σε διάφορες έρευνες για να διαπιστώσει την περιουσία που κατέλειπε ο πατέρας του κατά την ημερομηνία του θανάτου του, ήτοι την 27.3.
- Διαπιστώθηκε ότι ανάμεσα στην περιουσία δεν περιλαμβανόταν το επίδικο ακίνητο Πέραν των πιο πάνω, Εναγόμενος 8 ανέφερε ότι δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν την αγορά του επίδικου κτήματος κατά το έτος
- Η γνώση του προέρχεται μέσω προφορικών συζητήσεων που είχε με τον πατέρα του κατά την περίοδο αγοράς του ακινήτου. Ειδικότερα, ο πατέρας του Εναγόμενου 8 του ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί από τον Εναγόμενο 1 ότι το επίδικο ακίνητο είχε τεθεί προς πώληση και αφού επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά του συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 να το αγοράσει για το ποσό των £1,700 το οποίο θα καταβαλλόταν στον Εναγόμενο 1 στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, ταυτόχρονα με την μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου κτήματος επ' ονόματι του. Εξ' όσων του είπε ο Εναγόμενος 1, ο ίδιος θα ενεργούσε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των 6 συνιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου. Περί τον Μάρτιο του 1987 ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε στο ΕΚΓΛ πληρεξούσιο έγγραφο δεόντως υπογραμμένο από τους 6 συνιδιοκτήτες. Ο πατέρας του κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το συμφωνηθέν τίμημα και αφού κατατέθηκαν τα αναγκαία έγγραφα, το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε και εγγράφηκε επ' ονόματι του πατέρα του. Κατά τον Ιούνιο του 1987, ο πατέρας του μεταβίβασε και ενέγραψε δυνάμει δωρεάς ολόκληρο το ως άνω επίδικο ακίνητο επ' ονόματι της θυγατέρας του Νίκης Ιωάννου Σάββα, η οποία πρόσφατα, το μεταβίβασε επ' ονόματι του υιού της. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε ακριβώς ο πατέρας του, πληροφορήθηκε ότι το επίδικο κτήμα είχε διατεθεί προς πώληση. Ανέφερε επίσης ότι στα έγγραφα που άφησε ο πατέρας του, δεν εντόπισε κάποια απόδειξη είσπραξης από τον Χριστάκη Γεωργίου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μου, προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ1 δημιούργησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ήταν σταθερός στις θέσεις του ενώ δεν επιχειρήθηκε ο κλονισμός της αξιοπιστίας του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις στις οποίες ο ΜΕ1 απαντούσε με σαφήνεια Θεωρώ ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Εξάλλου όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου συμβαδίζουν με τα τεκμήρια που παρουσίασε. Ο ΜΕ2 θεωρώ ότι ανέφερε την αλήθεια στο Δικαστήριο σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη για την διερεύνηση της υπόθεσης εναντίον του Εναγομένου
- Η ΜΕ3 επίσης μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Εξάλλου, δεν επιχειρήθηκε μέσω της αντεξέτασης, ο κλονισμός της αξιοπιστίας του. Έγιναν απλώς διάφορες διευκρινιστικές ερωτήσεις, στις οποίες η ΜΕ3 απάντησε με αμεσότητα και ευθύτητα. Αντιθέτως, ο Ενάγοντας δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση του, προβαίνοντας σε δικά του συμπεράσματα τα οποία όμως δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει με γεγονότα. Ήταν η θέση του ότι οι Εναγόμενοι έπρεπε να είχαν αντιληφθεί ότι τα πληρεξούσια δεν ήταν γνήσια και υποστήριξε ότι ενήργησαν είτε εσκεμμένα ή με βαριά αμέλεια. Τα πιο πάνω έρχονται σε αντίθεση με την μαρτυρία που ο ίδιος ο Ενάγοντας παρουσίασε, ότι τα επίδικα πληρεξούσια έφεραν όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ώστε ακόμα και το ΕΚΓΛ να τα θεωρήσει ως γνήσια και να προχωρήσει στις μεταβιβάσεις. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας προσπάθησε να πείσει ότι η Ελέγκω δεν γνώριζε ότι έγιναν οι επίδικες μεταβιβάσεις και έμαθε για αυτές όταν το 1992 διαπίστωσε ότι ένα κτήμα της το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Ιδαλίου, μεταβιβάστηκε σε τρίτο πρόσωπο δια πληρεξούσιου το οποίο δόθηκε στον Χριστάκη Γεωργίου. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα η Ελέκγω υπέβαλε αίτηση στο ΕΚΓΛ για να ακυρωθούν οι μεταβιβάσεις οι οποίες έγιναν από τον Χριστάκη Γεωργίου και αφορούσαν δικά της κτήματα χωρίς όμως ανταπόκριση. Παρουσίασε προς τούτο επιστολή ημερομηνίας 23.1.1994 (Τεκμήριο 36) η οποία δεν φέρει υπογραφή και δεν βρίσκεται στους φακέλους του Κτηματολογίου. Στην απαντητική επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 28.6.2001 (Τεκμήριο 2) δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 23.1.1994 αφήνοντας έτσι ανεξήγητο κενό στο ζήτημα κατά πόσον όντως η εν λόγω επιστολή αποστάλθηκε. Πέραν τούτου, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι η Ελέγκω έστειλε πολλές επιστολές με τις οποίες συγκεκριμενοποιούσε τα ακίνητα τις μεταβιβάσεις των οποίων ήθελε να ακυρωθούν. Καμία τέτοια επιστολή δεν παρουσιάστηκε, τουλάχιστον σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα. Ο Ενάγοντας ανέφερε περαιτέρω ότι όταν πέθανε η Ελέγκω Χωματένου και ανέλαβε ο ίδιος ο Ενάγοντας τη διαχείριση της περιουσίας της, ξεκίνησε να στέλνει επιστολές στο Κτηματολόγιο για να δώσουν μια απάντηση. Και πάλι, δεν παρουσίασε οποιαδήποτε τέτοια επιστολή. Οι μόνες αναφορές σε επιστολές του Ενάγοντος γίνονται στο Τεκμήριο 2 και αφορούν επιστολές που έγιναν πολύ αργότερα από τον θάνατο της Ελέγκως και ειδικότερα περί το
- Ολόκληρη η μαρτυρία του Ενάγοντα βασίζεται σε πεποιθήσεις που έχει ο ίδιος και ήταν εμφανής ο συναισθηματικός τρόπος που αντιμετώπιζε το ζήτημα. Εξήγαγε τα δικά του συμπεράσματα δια της αφαιρετικής μεθόδου λέγοντας για παράδειγμα ότι οι γονείς του δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα έτσι δεν είχαν ανάγκη να πωλήσουν τα επίδικα ακίνητα. Πιθανολόγησε, χωρίς καμιά τεκμηρίωση ότι μερικοί από τους λοιπούς κληρονόμους ίσως να βρίσκονταν στα πρόθυρα πτώχευσης για αυτό και ήθελαν να πωληθούν τα ακίνητα. Ο Ενάγοντας δεν έδωσε επίσης πειστικές εξηγήσεις ούτε σε σχέση με την καθυστέρηση να καταφύγει στην Αστυνομία και να ζητήσει την ποινική δίωξη των ενόχων ούτε σε σχέση με την μετέπειτα καθυστέρηση να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Σε σχέση με τον λόγο που αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο παρά στην αστυνομία, ο Ενάγοντας είπε ότι θεωρούσε ότι το Κτηματολόγιο είχε το δικαίωμα νομικά να ακυρώσει χωρίς έξοδα μια μεταβίβαση που έγινε δια ψευδών παραστάσεων. Ειρήσθω εν παρόδω, ο Ενάγοντας είναι νομικός και είχε εργαστεί σε δικηγορικό γραφείο. Γνώριζε για την σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων που ενδεχομένως να είχαν διαπραχθεί. Η αιτιολογία που πρόβαλε ο Ενάγοντας ότι ο πλαστογράφος ήτο άγνωστος και η Αστυνομία δεν θα μπορούσε να τον εντοπίσει, δεν πείθει. Παρά την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο Ενάγοντας δεν ενήργησε με σπουδή ούτε μετά που το Κτηματολόγιο απάντησε με την επιστολή ημερομηνίας 28.6.2001 (Τεκμήριο 2). Προέβαλε την αιτιολογία ότι περίμενε να συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία. Μα ήδη η θέση του Ενάγοντος ήταν ότι η υπογραφή της μητέρας του είχε πλαστογραφηθεί. Τίποτε δεν τον εμπόδιζε να υποβάλει καταγγελία ώστε να αναλάβει η αστυνομία της συγκέντρωση των στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, όταν ο Ενάγοντας είδε ότι δεν προχώρησε η ποινική δίωξη εναντίον του Εναγομένου 1 προσπάθησε να βρει τις διευθύνσεις των Εναγομένων. Διερωτάται κανείς τι ήταν αυτό που τον εμπόδιζε να το πράξει νωρίτερα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική παρουσία του Ενάγοντα στο εδώλιο θεωρώ ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αοριστία και αντιφατικότητα και δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή για εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων. Ο ΜΥ2 κατάθεσε στο Δικαστήριο με ευθύτητα, πειστικότητα, αμεσότητα και αυθορμητισμό. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητός στα όσα ανέφερε. Τέλος, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του. Συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του. Οι Εναγόμενοι 3, 4, 5, 7 και 8 θεωρώ ότι ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Παρουσίασαν συνοχή στις απαντήσεις τους και δεν υπέπεσαν σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Έχοντας ακούσει τα συγκεκριμένα πρόσωπα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχω πεισθεί για την φιλαλήθεια τους. Πέραν των πιο πάνω, πρέπει να λεχθεί ότι κάποιες ανακολουθίες και μικροαντιφάσεις, σε σχέση όμως με επουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας τους, όπως για παράδειγμα αν δόθηκαν γραπτές καταθέσεις στην αστυνομία, ουδόλως πλήττουν την εν γένει αξιοπιστία τους. Εκτός αυτού, ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, οι μικροαντιφάσεις, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που έχει παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, όχι απλώς δεν είναι επιλήψιμες αλλά αναμένονται (βλ. Παπακοκκίνου κα ν. Σμυρλή κα
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Η γενική προκύπτουσα εικόνα εκ της μαρτυρίας των εν λόγω Εναγομένων είναι ότι προσπάθησαν να μεταφέρουν αρκετά χρόνια μετά, όσα βίωσαν σε σχέση με τις επίδικες μεταβιβάσεις. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι Εναγόμενοι 3, 4, 5 και 7 είναι τα μόνα πρόσωπα τα οποία μετέφεραν στο Δικαστήριο άμεση μαρτυρία σε σχέση με όσα συνέβησαν τα έτη 1986 - 1987 σε σχέση με τις επίδικες μεταβιβάσεις. ΠΡΑΓΜΑΤΟΓΝΩΜΟΝΕΣ/ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΕΣ Η προσκόμιση μαρτυρίας πραγματογνώμονα παρακάμπτει τον γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα. Ένας πραγματογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (βλ.Georghios Constantinides (Akinita) Ltd ν. Mavrogenis
(1983)1C.L.R. 663, Χαραλάμπους ν. Σάββα
(1996)1A.A.Δ. 576). Ο πραγματογνώμονας πρέπει όμως να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα γεγονότα εκείνα που θα τον καθιστούν ως ειδικό να εκφράσει γνώμη για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Το ότι σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας διαθέτει τα απαραίτητα προσόντα ή γνώσεις για να εκφέρει γνώμη δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αφού όπως λέχθηκε κατ' επανάληψη στη νομολογία και επαναλήφθηκε στην Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011 ημερομηνίας 24.1.2013 το δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Όλα τα πιο πάνω ισχύουν και για εμπειρογνώμονες, ήτοι αυτούς που για να εκφέρουν γνώμη βασίζονται στην εμπειρία τους και όχι στα ακαδημαϊκά τους προσόντα. Βεβαίως, η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων και εμπειρογνωμόνων υπόκειται σε αξιολόγηση. Στην Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή,
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298) λέχθηκαν τα εξής: «Σε σχέση με τα εν λόγω πλαίσια, είναι πιστεύουμε αρκετό να υπενθυμίσουμε τη βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Νικολάου (πιο πάνω), Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Στην υπόθεση Κώστα Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη
(2003)1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ.Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.». Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, επισημαίνω κατ' αρχήν ότι από όσα ανέφεραν οι ΜΕ4 και ΜΥ1 σε σχέση με την εμπειρία και την εκπαίδευση τους, έχω ικανοποιηθεί ότι πρόκειται για εμπειρογνώμονες γραφολόγους. Ειδικότερα, ο ΜΕ4 είναι διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών και εμπειρογνώμονας στην εξέταση χειρόγραφων ή δακτυλογραφημένων κειμένων εντύπων με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου Κ.Δ.Π. 152/
- Τα καθήκοντα του σε μεγάλο βαθμό αναλώνονται σε θέματα διοίκησης, αλλά λόγω της ειδικότητας του έχει την επίβλεψη και του εργαστηρίου γραφολογίας. Έχει τύχει εγκρίσεως μέσω των διαδικασιών πρότυπου ποιότητας ISO 17025 ώστε να μπορεί να εξετάζει υποθέσεις ως γραφολόγος. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, επιβλέπει υποθέσεις συναδέλφων του οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις θέλουν δεύτερη γνώμη, εξετάζει έγγραφα, συγκρίνει γραφή και υπογραφές. Από την άλλη ο ΜΥ1 διορίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο ως εμπειρογνώμονας δικαστικός γραφολόγος δυνάμει της Κ.Δ.Π 152/
- Ο ΜΥ1 παρουσίασε και υιοθέτησε έκθεση που ετοίμασε ο ίδιος για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήριο 37). Σε αυτή περιγράφονται αναλυτικά τα προσόντα του τα οποία δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης. Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι και οι δύο πιο πάνω μάρτυρες προσήλθαν στο Δικαστήριο με καλή πρόθεση ώστε να βοηθήσουν το Δικαστήριο, μέσω των ειδικών γνώσεων τους, να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα. Το αποτέλεσμα της γραφολογικής τους εξέτασης κινείται στην ουσία στο ίδιο μήκος κύματος. Αυτό που διαφέρει είναι ο βαθμός ταξινόμησης καθότι ο ΜΕ4 ανέφερε ότι υπάρχει ισχυρή υποψία ότι οι υπογραφές στα Τεκμήρια 3, 6, 9, έγιναν από τον Εναγόμενο 1, ενώ όσον αφορά τις υπογραφές στα Τεκμήρια 10, 11, 12, είπε ότι έχει πλήρη βεβαιότητα ότι έγιναν από τον Εναγόμενο
- Από την άλλη, η θέση του ΜΥ1 είναι ότι δεν επιτρέπεται σε έναν αντικειμενικό γραφολόγο να εκφέρει κάτι περισσότερο από απλή υποψία. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των δυο εμπειρογνωμόνων προτιμώ ως πιο τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη σε κάθε της σημείο, την μαρτυρία του ΜΥ
- Η μαρτυρία του ΜΕ4 δεν ήταν αρκετά σαφής ενώ αφήνει κενά τα οποία δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή ευρήματα. Ειδικότερα ΜΕ4 αναφέρθηκε στα συμπεράσματά του, χωρίς όμως να εξηγεί με επάρκεια πώς κατέληξε σε αυτά, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να αδυνατεί να ελέγξει την ακρίβεια τους προκειμένου να σχηματίσει τη δική του κρίση. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του ΜΥ1 είναι πιο πειστική σε σχέση με την ανεπάρκεια των δειγμάτων που λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 καθώς και σε σχέση με όλα τα δεδομένα που συνηγορούν στο ότι δεν είναι ασφαλές κάποιος να καταλήξει σε εύρημα πέραν της απλής υποψίας. Πιο κάτω συνοψίζω την μαρτυρία των εν λόγω προσώπων. Ο ΜΕ4 σε σχέση με τις υπογραφές στα πληρεξούσια έγγραφα με τα οποία έγιναν οι επίδικες μεταβιβάσεις, ανέφερε ότι για να καταλήξει στα ευρήματα του σύγκρινε τις υπογραφές μεταξύ τους και εντόπισε ότι παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά, κάτι που τον οδήγησε στο αποτέλεσμα ότι οι εν λόγω υπογραφές έγιναν από ένα πρόσωπο. εξέταση. Κατά την σύγκριση των αμφισβητούμενων υπογραφών και των δειγμάτων που αποδίδονται στον Χριστάκη Γεωργίου (Τεκμήριο 32) κατέληξε ότι οι 3 υπογραφές στα Τεκμήρια 10, 11 και 12 παρουσιάζουν ουσιώδεις ομοιότητες, σε σχέση με τα δείγματα που αποδίδονται στον Χριστάκη Γεωργίου και κατά τη γνώμη του οι εν λόγω υπογραφές έγιναν από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Όσον αφορά τις υπογραφές στα Τεκμήρια 3, 6 και 9, το γραφικό μέσο το οποίο χρησιμοποιήθηκε ήταν τέτοιο, που αλλοιώνει σε κάποιο βαθμό τα ατομικά χαρακτηριστικά αλλά η αλλοίωση δεν είναι τέτοια που να αποκλείει τον εξεταστή από του να καταλήξει σε συμπέρασμα. Έτσι σε σύγκριση με τα δείγματα που αποδίδονται στον Χριστάκη Γεωργίου, οι αναφερόμενες υπογραφές παρουσιάζουν τέτοιες ομοιότητες, που δημιουργούν ισχυρή πεποίθηση ότι γράφτηκαν επίσης από τον Χριστάκη Γεωργίου. Ιεραρχώντας τα αποτελέσματα μιας εξέτασης, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι υπάρχει το αρνητικό αποτέλεσμα, το θετικό αποτέλεσμα, η εκφορά απόλυτης γνώμης και η απλή υποψία η οποία αφορά κάποιες ενδείξεις και δεν είναι ικανοποιητική μαρτυρία για σκοπούς Δικαστηρίου. Μεταξύ της απλής υποψίας και της απόλυτης γνώμης τοποθετείται η ισχυρή πεποίθηση, η οποία κατά την γνώμη του είναι θετικό αποτέλεσμα για τους σκοπούς της γραφολογίας, πλην όμως χρησιμοποιείται για να καταδείξει είτε ότι υπάρχουν κάποιες διαφορές στα συγκρινόμενα δείγματα είτε διότι το γραφικό μέσο το οποίο χρησιμοποιήθηκε ήταν τέτοιο, που αλλοιώνει σε κάποιο βαθμό τα ατομικά χαρακτηριστικά που από μόνο του δεν είναι ικανό να αλλοιώσει την πεποίθηση ότι η συγκεκριμένη γραφή ή υπογραφή ανήκει σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Τα κοινά χαρακτηριστικά που ο ΜΕ4 εντόπισε αφορούν τον τρόπο σχηματισμού των γραμμάτων, τον τρόπο έναρξης και κατάληξης τους, τις μεσογραμματικές και μεσολεκτικές αποστάσεις, αποστάσεις δηλαδή μεταξύ γραμμάτων και μεταξύ λέξεων, η κλίση της γραφής, κατά πόσο η γραφή είναι συνδεδεμένη μεταξύ της ή είναι ασύνδετη. Έλαβε επίσης υπόψη τον τονισμό και κάποια άλλα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τα οποία άπτονται της εμπειρίας του εξεταστή. Πέραν από τις γενικές αναφορές του, ο ΜΕ4 δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός σε σχέση με την μεθοδολογία που ακολούθησε κατά την γραφολογική του εξέταση ούτε κατά την προφορική του εξέταση στο Δικαστήριο ούτε μέσα από τις εκθέσεις (Τεκμήρια 23 και 24) ή τις σημειώσεις του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι η αναλυτική συγκριτική μέθοδος εστιάζεται στο γεγονός της ανάλυσης και σύγκρισης των αμφισβητούμενων και των δειγματικών υπογράφων ή γραφής. Η ετοιμασία συγκριτικού πίνακα είναι παρεμφερές ζήτημα και δεν αποτελεί προϋπόθεση της αναλυτικής, συγκριτικής μεθόδου. Καταληκτικά, ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει ετοιμάσει συγκριτικούς πίνακες όταν πήρε κλήση για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αρ. 15875/
- (βλ. Τεκμήριο 34). Σε σχέση με τον τρόπο λήψης των δειγμάτων, ο ΜΕ4 ανέφερε ότι δίδονται κατά καιρούς σχετικές οδηγίες στους ανακριτές. Σε κάθε περίπτωση, αναλόγως της ιδιομορφίας ή ιδιαιτερότητας, οι γραφολόγοι μιλούν με τους ανακριτές ούτως ώστε να τους καθοδηγήσουν στο να λάβουν τα καλύτερα δυνατά δείγματα. Δεν γνωρίζει αν στην παρούσα περίπτωση, ο ανακριτής έβαλε τον Εναγόμενο 1 να αντιγράφει όσα έβλεπε στα αμφισβητούμενα έγγραφα. Πιθανολόγησε ότι οι ανακριτές είναι έμπειροι και αδυνατεί να πιστέψει ότι έγινε κάτι τέτοιο από οποιονδήποτε ανακριτή. Αρνούμενος σχετική υποβολή, υποστήριξε τέλος ότι τα δείγματα ήταν τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά επαρκή. Αν και τα δείγματα λήφθηκαν σε άσπρο χαρτί ενώ οι αμφισβητούμενες υπογραφές σε διαφορετικού τύπου χαρτί και πολλές φορές σε χαρτόσημο, εντούτοις ο ΜΕ4 ανέφερε ότι οι εν λόγω διαφορές δεν επηρεάζουν την σύγκριση. Εκείνο που μπορεί να επηρεάσει είναι η ύπαρξη γραφής ή γράμματος στην άκρη του χαρτοσήμου που επηρεάζει τη φυσική ροή της γραφής. Ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρχαν προβλήματα επιφάνειας ή χρώματος. Από την άλλη, ο ΜΥ1 μέσα από την έκθεσή του, έχει δώσει στο Δικαστήριο τα εφόδια για να μπορεί να ελέγξει την γνώμη του και να διαμορφώσει ιδίαν άποψη. Μέσα από την έκθεσή του βοήθησε στην πλήρη κατανόηση της μεθοδολογίας που ακολούθησε, όσο και των λόγων για τους οποίους κατέληξε σε συγκεκριμένη άποψη. Ειδικότερα, ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στην επιστημονική θεώρηση του θέματος της γραφολογικής εξέτασης υπογραφών και γραφής καθώς επίσης στη μέθοδο που ακολούθησε. Για τη γραφολογική του εξέταση, εφάρμοσε τη αναλυτική συγκριτική μέθοδο βασική αρχή της οποίας είναι ότι αν ο συνδυασμός των ιδιαίτερων ατομικών γραφολογικών γνωρισμάτων των συγκρινόμενων γραφικών χαράξεων συμφωνεί, τότε όλα πρέπει να έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. Αντίθετα, αν μεταξύ των συγκρινόμενων χαράξεων υπάρχουν διαφορές ουσίας ως προς τον συνδυασμό των ιδιαίτερων ατομικών γραφολογικών γνωρισμάτων, τότε αυτές πρέπει να έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο. Κατά την συγκριτική αναλυτική μέθοδο πρέπει να ετοιμάζονται συγκριτικοί πίνακες μέσω των οποίων να αντιπαραβάλλεται ο συνδυασμός των ιδιαίτερων γραφολογικών γνωρισμάτων και να γίνεται λεπτομερής επεξήγηση τους. Περαιτέρω, οι φωτογραφικές μεγεθύνσεις πρέπει να είναι τέτοιες ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να δει τις διαφορές ή ομοιότητες χωρίς την χρήση μεγεθυντικού φακού. Προτού προβεί σε συγκριτική αξιολόγηση, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι το γεγονός ότι ένα μέρος των αμφισβητούμενων υπογραφών είναι γραμμένο σε χαρτόσημο, δημιουργεί δυσκολία στην απρόσκοπτη ροή του γραφικού μέσου. Περαιτέρω, η χρονολογική διαφορά 30 χρόνων ανάμεσα στις αμφισβητούμενες υπογραφές και στον χρόνο γραφολογικής εξέτασης, σε συνάρτηση με την μεγάλη χρήση των εγγράφων αλλά και η χρήση στυλό ρευστής μελάνης σε κάποιες περιπτώσεις (Τεκμήρια 3, 6 και 9) έχει ως αποτέλεσμα να μην αποτυπώνονται με απόλυτη ευκρίνεια τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα των αμφισβητούμενων υπογραφών. Σε σχέση με τα δείγματα γραφής που δόθηκαν από τον Εναγόμενο 1, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η μεγάλη χρονολογική διαφορά χρόνων ανάμεσα στις αμφισβητούμενες υπογραφές και στα δείγματα που έδωσε ο Εναγόμενος 1 (16 με 17 χρόνια) σε συνάρτηση με τον αριθμό των αμφισβητούμενων υπογραφών, τον οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός των 10 δειγμάτων που λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 δεν είναι επαρκής και θα έπρεπε να είχαν ληφθεί τουλάχιστον 60 δείγματα. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 ανέφερε μεταξύ άλλων ότι θεωρεί ότι τα δείγματα δεν λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 με τον ενδεδειγμένο τρόπο αφού κατά την λήψη θα έπρεπε να δημιουργηθούν παρόμοια δεδομένα. Επίσης, ο χρόνος που χρειάστηκε για να δοθούν τα 10 δείγματα, δημιουργεί ισχυρή υποψία ότι δυνατό τα συγκεκριμένα δείγματα να μην υπαγορεύθηκαν στον Χριστάκη Γεωργίου, αλλά τέθηκαν ενώπιον του τα αμφισβητούμενα έγγραφα και αφέθηκε να αντιγράφει κατά τον τρόπο και στον χρόνο που ο ίδιος θεώρησε καλύτερο (βλ. Αστυνομική Διάταξη 3/14) Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και αξιολογώντας το συγκριτικό υλικό που είχε στην διάθεση του, ο ΜΥ1 κατέληξε στο ότι δεν επιτρέπεται σε έναν αντικειμενικό δικαστικό γραφολόγο να καταλήξει σε απόλυτο και ασφαλές συμπέρασμα. Μπορεί απλά να διατυπώσει απλή υποψία ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δυνατό να έγιναν από το Εναγόμενο
- Τέλος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι οι συγκριτικοί πίνακες που ετοίμασε ο ΜΕ4 (Τεκμήριο 34) παρουσιάζουν ελλείψεις και η χρήση τους μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι σε κάποια σημεία γίνεται σύγκριση υπογραφών με γραφή κάτι που αντίκειται στους κανόνες δικαστικής γραφολογίας και δεν υπάρχει επαρκής επεξήγηση ομοιοτήτων και διαφορών μεταξύ του συγκριτικού υλικού. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν οι υπογραφές επί των τεκμηρίων 3, 6, 9, 10, 11 και 12 ανήκουν στην Ελέγκω Χωματένου ή όχι καθότι δεν είχε λάβει τέτοια εντολή. Η εντολή που έλαβε ο ΜΥ1 μέσω του δικηγόρου του Εναγομένου 1 ήταν να διενεργήσει γραφολογική εξέταση με αντικείμενο τη γραφολογική εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών που αποδίδονται στην Ελέγκω Χωματένου επί των Τεκμηρίων 3, 6, 9, 10, 11 και 12 και σύγκριση τους με αντίστοιχα δείγματα γραφής που λήφθηκαν από τον Εναγόμενο 1 και φαίνονται στο Τεκμήριο
- Εξήγησε εκ νέου ότι η χρήση χαρτοσήμου στις αμφισβητούμενες υπογραφές δημιουργεί πρόβλημα στην απρόσκοπτη ροή του γραφολογικού μέσου με αποτέλεσμα να δημιουργούνται γραφολογικά δεδομένα και ευρήματα που σίγουρα δεν θα υπήρχαν αν κληθεί το ίδιο πρόσωπο να υπογράψει σε έγγραφα στα οποία δεν υπάρχουν χαρτόσημα. Παρέπεμψε εκ νέου στην Αστυνομική Διαταγή 3/14 (σελ. 42 Τεκμηρίου 37). Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα του χαρτοσήμου δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που έλαβε υπόψη προκειμένου να καταλήξει σε συμπέρασμα περί ανεπάρκειας των δειγμάτων που λήφθηκαν από τον Χριστάκη Γεωργίου. Σε σχέση με τον αριθμό των 10 δειγμάτων που λήφθηκαν από τον Χριστάκη Γεωργίου, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είναι άσχετο το γεγονός ότι οι υπογραφές επί των τεκμηρίων 3, 6, 9, 10, 11 και 12 ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο. Επίσης, ο παράγοντας χρόνος καθώς και η ηλικία του προσώπου από το οποίο λήφθηκαν τα δείγματα είναι πολλές φορές καθοριστικός. Η γραφή κάθε ανθρώπου εξελίσσεται αρχικά προς το καλύτερο και ακολούθως προς το χειρότερο. Για αυτό και κατά την λήψη των δειγμάτων επιβάλλεται και η εύρεση πλησιόχρονων δειγμάτων για σύγκριση. Σε υποβολή ότι ο Ελευθέριος Χριστοδούλου είχε πλούσιο υλικό ενώπιον του προκειμένου να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι η γραφή η οποία στο Τεκμήριο 32 βρίσκεται τοποθετημένη σε διακεκομμένες γραμμές είναι γραφή συμπλήρωσης. Η γραφή όμως που πρέπει να συγκρίνει ο γραφολόγος είναι μόνο εκείνη η οποία περιλαμβάνεται στο σημείο όπου βρίσκεται και η αντίστοιχη αμφισβητούμενη. Οι αμφισβητούμενες υπογραφές στα συγκεκριμένα Τεκμήρια 3, 6, 9, 10, 11 και 12, είναι προς το τέλος του εγγράφου, σε περιορισμένο χώρο. Παρέπεμψε ξανά στην Αστυνομική Διαταγή 3/14 (παράγραφοι 5
(2)(ε)). Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτενώς σε σχέση με τις ομοιότητες και διαφορές που εντόπισε ανάμεσα στα αμφισβητούμενα δείγματα και τα δείγματα γραφής που λήφθηκαν από τον Χριστάκη Γεωργίου. Επέμεινε ότι δεν πρέπει να συγκρίνονται ανόμοια στοιχεία όπως λ.χ γραφή με υπογραφή, ή γραφή συμπλήρωσης κενών με ελεύθερη γραφή. Τόνισε μεταξύ άλλων, ότι ένα γραφολογικό γνώρισμα από μόνο του δεν προσδίδει ατομικότητα αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ένας ικανοποιητικός συνδυασμός γραφολογικών γνωρισμάτων. Ο ΜΥ1 ανέφερε τέλος ότι το ανθρώπινο χέρι δεν είναι μηχανισμός που παράγει προϊόντα ακριβείας, αλλά σίγουρα δημιουργεί φυσιολογικές παραλλαγές ή διακυμάνσεις. Η δουλειά ενός γραφολόγου είναι να εντοπίσει τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα, τα οποία παραμένουν σταθερά και επαναλαμβάνονται. Ο συνδυασμός των ιδιαίτερων αυτών γραφολογικών γνωρισμάτων είναι αυτός ο οποίος προσδίδει ατομικότητα στη γραφή ενός προσώπου, πάντοτε σε συνάρτηση με το στοιχείο της επανάληψης. Ως εκ τούτου, από μόνο του ένα γραφολογικό γνώρισμα δεν σημαίνει τίποτα, θα πρέπει να ληφθεί ένας συνδυασμός γραφολογικών ευρημάτων για να οδηγήσει σε αποτέλεσμα. Στην έκθεση του αναφέρθηκε σε μια σειρά ομοιοτήτων και διαφορών. Έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας που δόθηκε από τα δύο πιο πάνω πρόσωπα, καταλήγω στο ότι δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα πέραν της απλής υποψίας ότι η υπογραφή στα επίδικα πληρεξούσια τέθηκε από τον Εναγόμενο 1. Παρά τα πιο πάνω, πρέπει να επισημανθεί ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των εμπλεκομένων μερών της διαφοράς. Θεμελιώνει επιστημονικά τη μία ή την άλλη εκδοχή των διαδίκων αλλά το πράττει συμπληρωματικά και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (βλ. Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 A.A.Δ. 1682). Στην προκειμένη περίπτωση, έχω την άποψη ότι ούτε μέσα από την υπόλοιπη μαρτυρία προκύπτει με σαφήνεια ότι τα επίδικα πληρεξούσια ήταν ανάμεσα σε αυτά στα οποία ο Εναγόμενος 1 κατά δική του παραδοχή, έθεσε την υπογραφή της Ελέγκως. Ως ανέφερε ο ΜΕ2 η έρευνα και η δίωξη εναντίον του Εναγομένου 1 αφορούσε τις δηλώσεις πώλησης Π1232/86, Π5482/86, Π13349/86, Π10521/86, Π282487, Π3283/
- Αναγνώρισε ότι τα τεκμήρια 4, 6, 9, 10, 11 και 12 βρίσκονταν ανάμεσα στα έγγραφα τα οποία αφορούσε η διερεύνηση. Ήταν η θέση του ότι όλα τα πληρεξούσια που περιέχονται στα τεκμήρια 4, 6, 9, 10 11, 12 είχαν επιδειχθεί στον Εναγόμενο
- Παρά τα πιο πάνω, ο Εναγόμενος 1 στην θεληματική του κατάθεση δεν αναφέρθηκε σε κάθε πληρεξούσιο ξεχωριστά. Ανέφερε γενικά ότι στα περισσότερα από τα έγγραφα που του επιδείχθηκαν είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή της Ελέγκως. Του είχαν επιδειχθεί και άλλα στα οποία δεν είχε θέσει ο ίδιος υπογραφή. Παρέμεινε συνεπώς άγνωστο ποια από τα πληρεξούσια αφορά η θεληματική κατάθεση του Εναγομένου
- Συνεπώς, θεωρώ ότι είναι επισφαλές να καταλήξει κάποιος σε εύρημα ότι ο Εναγόμενος 1 στην θεληματική του κατάθεση αναφερόταν στα επίδικα πληρεξούσια ή εν πάση περιπτώσει σε όλα ή σε κάποια εξ αυτών. Έστω και ένα εκ των επίδικων πληρεξουσίων να μην εμπίπτει ανάμεσα σε εκείνα για τα οποία ο Εναγόμενος 1 δήλωσε παραδοχή, η γενική αποδοχή ότι τα επίδικα πληρεξούσια είναι πλαστογραφημένα θα οδηγούσε σε αδικία εις βάρος του προσώπου το οποίο επωφελήθηκε της μεταβίβασης που έγινε με πληρεξούσιο το οποίο ενδεχομένως ο Εναγόμενος 1 να μην παραδέχτηκε ότι πλαστογράφησε. Συν τοις άλλοις, πρέπει να επισημανθεί ότι κανένας από τους δύο γραφολόγους δεν έλαβε εντολή να διαπιστώσει κατά πόσον οι υπογραφές στα επίδικα πληρεξούσια είναι ή όχι της Ελέγκως Χωματένου κάτι που ενδεχομένως να έριχνε περισσότερο φως. Μοναδική μαρτυρία ως προς τούτο προήλθε από τον Ενάγοντα, η μαρτυρία του οποίου όμως για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω δεν έγινε αποδεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και αφού έλαβα υπόψη μου το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχοντας κατά νου τις μη αμφισβητούμενες θέσεις καθώς και τις δικογραφημένες τους θέσεις των διαδίκων, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ελέγκω Κύπρου Χωματένου ήταν μια εκ των έξι κληρονόμων του Μιχαήλ Παπαδοπούλου ο οποίος απεβίωσε το
- Αρχικά η περιουσία του Μιχαήλ Παπαδόπουλου ήταν υπό τη διαχείριση του συζύγου της Ελέγκως, ήτοι του Κύπρου Χωματένου. Αργότερα, λόγω προστριβών μεταξύ των κληρονόμων, διορίστηκαν τέσσερα πρόσωπα ως διαχειριστές. Οι έριδες μεταξύ των κληρονόμων συνεχίστηκαν καθότι δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στο διαχωρισμό της περιουσίας η οποία ήταν τεράστια και περιλάμβανε περίπου 800-1000 ακίνητα. Σε κάποια στιγμή, οι έξι κληρονόμοι διόρισαν τον ΜΥ2 ως διαχειριστή της περιουσίας του Μιχαήλ Παπαδόπουλου με εντολή να διαμοιράσει την περιουσία μεταξύ των έξι κληρονόμων και όση δεν μπορούσε να διαμοιραστεί, να πωληθεί. Προς τούτο, ο ΜΥ2 κάλεσε τους έξι κληρονόμους στο γραφείο του. Ο Κύπρος Χωματένος ο οποίος εκπροσωπούσε την Ελέγκω, δεν παρουσιάστηκε στην συνάντηση, αλλά έδωσε τη συγκατάθεση του να προχωρήσουν στην απουσία του με διανομή δια κλήρου. Έτσι, όλοι τράβηξαν τους κλήρους τους και ότι απέμεινε ανήκε στην Ελέγκω. Μερικά ακίνητα έμειναν εκτός διανομής. Κάποια από αυτά πωλούνταν μέσω της διαχείρισης από τον ΜΥ2 με την βοήθεια του Εναγόμενου 1, ενώ άλλα μεταξύ των οποίων και τα επίδικα ενεγράφησαν ή παρέμειναν εγγεγραμμένα από 1/6 στον κάθε κληρονόμο. Περί τα έτη 1986 -1987 τα πιο κάτω ακίνητα, ιδιοκτήτες των οποίων ήταν κατά 1/6 μερίδιο οι έξι κληρονόμοι του Μιχαήλ Παπαδόπουλου, μεταβιβάστηκαν ως ακολούθως: Στις 16.10.1986 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 3, το ½ μερίδιο επί του του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής Β726 τεμάχιο 741 Φ/Σχ 39/15/Ε1, Τμήμα Β στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Ο Εναγόμενος 3 είχε νωρίτερα εκφράσει την επιθυμία να αγοράσει μαζί με τον αδελφό του (Εναγόμενο 2) ένα ακίνητο ως μελλοντική επένδυση για τα παιδιά του. Προς τούτο αποτάθηκε στον Κλεόπα Ευθυμίου ο οποίος ήταν σταθμάρχης στο αστυνομικό τμήμα Πέρα Χωριού Νήσου και πατέρας της ιδιοκτήτριας ενός μεσιτικού γραφείου. Τόσο ο Εναγόμενος 3 όσο και ο αδελφός του εξουσιοδότησαν τον Ευθυμίου όπως προβεί στην μεταβίβαση του εν λόγω ακίνητου εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Θεώρησαν ότι όλα θα γίνονταν ορθά και νόμιμα αφού προέβησαν στην δέουσα έρευνα και αφού αποτάθηκαν σε ειδικούς. Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε γνώρισε ή ήλθε σε επαφή με τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα στην μεταβίβαση μέρη. Σήμερα, το εν λόγω ακίνητο είναι υποθηκευμένο για εξασφάλιση δανείων αξίας €26000 και είναι η μοναδική περιουσία που κατέχει ο Εναγόμενος
- Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο έχει γίνει σήμερα οικιστική από αγροτική. Στις 17.12.1986 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 4 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C27 τεμάχιο 9 Φ/Σχ 39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Ο Εναγόμενος 4 κατά τον επίδικο χρόνο ήταν στρατιωτικός και ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ακίνητο στο Πέρα Χωριό Νήσου. Αποτάθηκε έτσι στον Κλεόπα Ευθυμίου ο οποίος του υπέδειξε το πιο πάνω ακίνητο, το οποίο ήταν αγροτικό τεμάχιο και γεμάτο πέτρες. Αφού συμφωνήθηκε το τίμημα, ο Εναγόμενος 4 εξουσιοδότησε τον Κλεόπα Ευθυμίου να προβεί σε όλες τις απαραίτητες έρευνες και ενέργειες για την αγορά και μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του. Με τη παράδοση του ακινήτου, ο Εναγόμενος 4 το καθάρισε από τις πέτρες, το καλλιέργησε, φύτεψε ελαιόδεντρα, έκανε διατρήσεις για νερό, το περίφραξε και έκανε έξοδα για μεταφορά ρεύματος. Στις 4.5.1987 ο Κλεόπας Ευθυμίου του έφερε τον τίτλο ιδιοκτησίας. Ο Εναγόμενος 4 ουδέποτε συνάντησε ή γνώρισε τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη. Σήμερα, η περιοχή όπου βρίσκεται το ακίνητο έχει γίνει οικιστική. Περαιτέρω, το ακίνητο έχει μεταβιβαστεί στον υιό του Εναγομένου 4 και είναι υποθηκευμένο. Επίσης στο ακίνητο έχει κτιστεί μία κατοικία περίπου 100 τ.μ. Στις 16.6.1986 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 5 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C70 τεμάχιο 49 Φ/Σχ 39/7/W1, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου. Ο Εναγόμενος 5 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει κάποιο αγροτεμάχιο κοντά στο χωριό του και έτσι αποτάθηκε στον Κλεόπα Ευθυμίου. Ο Κλεόπας Ευθυμίου του έδειξε μερικά αγροτεμάχια και συμφώνησε να αγοράσει το επίδικο τεμάχιο στο Πέρα Χωριό για το ποσό των ΛΚ1.
- Υπέγραψε πληρεξούσιο στον Κλεόπα Ευθυμίου ώστε ο τελευταίος να τον εκπροσωπήσει στο κτηματολόγιο. Του κατέβαλε το τίμημα και λίγες μέρες μετά, ο Ευθυμίου τον εφοδίασε με τον τίτλο ιδιοκτησίας. Περί το 1988 ο Εναγόμενος 5 αγόρασε το βορείως εφαπτόμενο αγροτεμάχιο και περί το 1989 ενοποίησε τα 2 ακίνητα σε ένα. Μετά την ενοποίηση, αγόρασε δίοδο για το ακίνητο, εξόρυξε γεώτρηση και μετέφερε ηλεκτρισμό και πόσιμο νερό. Περί το 1995 περίφραξε το ενιαίο ακίνητο και ανήγειρε εντός αυτού την μόνιμη του κατοικία η οποία χωροταξικά ανεγέρθηκε και επί των 2 τεμαχίων. Η ζώνη παρέμεινε αγροτική και ο συντελεστής δόμησης δεν έχει αλλάξει. Η κατοικία ανεγέρθηκε, με βάση τον συντελεστή δόμησης του ενοποιημένου κτήματος. Τέλος, το ακίνητο είναι σήμερα υποθηκευμένο για το ποσό των €60.
- Στις 13.5.1987 μεταβιβάστηκε στον Εναγόμενο 7 το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C241 τεμάχιο 219 Φ/Σχ 39/7/W2, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Ο Εναγόμενος 7 είχε εκφράσει την επιθυμία του να αγοράσει χωράφι στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου στον φίλο του Γρηγόρη Θεοδοσίου ο οποίος ήταν αστυνομικός. Περί τις αρχές του έτους 1987 μαζί με τον Γρηγόρη Θεοδοσίου επισκέφτηκαν τον Κλεόπα Ευθυμίου ο οποίος του υπέδειξε το επίδικο ακίνητο και αποφάσισε να το αγοράσει. Προς τούτο, υπέγραψε ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο εξουσιοδοτούσε τον Κλεόπα Ευθυμίου να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες έρευνες και ενέργειες για αγορά και μεταβίβαση του. Ουδέποτε συνάντησε ή γνώρισε τα υπόλοιπα εμπλεκόμενα μέρη. Το τίμημα της πώλησης το κατέβαλε στον ως άνω πληρεξούσιο αντιπρόσωπό ο οποίος του παρέδωσε αργότερα τον τίτλο ιδιοκτησίας. Τέλος, στις 24.4.1987 μεταβιβάστηκε στον Παναγιώτη Νικολάου Σάββα το ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής C474 τεμάχιο 457 Φ/Σχ 39/7/W2, Τμήμα C στην περιοχή Πέρα Χωρίου Νήσου έναντι Λ.Κ.
- Ο Παναγιώτης Νικολάου Σάββα είχε ενημερωθεί από τον Εναγόμενο 1 ότι το πιο πάνω ακίνητο είχε τεθεί προς πώληση. Έτσι επέδειξε ενδιαφέρον για την αγορά του και συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 να το αγοράσει για το ποσό των £1,
- Κατά ή περί τον Μάρτιο του 1987 στο ΕΚΓΛ, ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε πληρεξούσιο έγγραφο δεόντως υπογεγραμμένο από τους 6 συνιδιοκτήτες. Ο Παναγιώτης κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το συμφωνηθέν τίμημα και αφού κατατέθηκαν τα αναγκαία έγγραφα, το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε και εγγράφηκε επ' ονόματι του. Κατά τον Ιούνιο του 1987, ο Παναγιώτης μεταβίβασε και ενέγραψε δυνάμει δωρεάς ολόκληρο το ως άνω επίδικο ακίνητο επ' ονόματι της θυγατέρας του Νίκης Ιωάννου Σάββα, η οποία πρόσφατα, το μεταβίβασε επ' ονόματι του υιού της. Ο Παναγιώτης Νικολάου Σάββα απεβίωσε την 27.3.
- Σε όλες τις πιο πάνω μεταβιβάσεις, όλοι οι δικαιοπάροχοι εκπροσωπήθηκαν στο ΕΚΓΛ από τον Εναγόμενο
- Ειδικότερα, η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε δυνάμει πληρεξουσίων υπ' αρ. 64/86, 668/86, 62/86, 66/86, 164/87 και 165/87 τα οποία φέρουν βεβαίωση της υπογραφής της υπογεγραμμένη από τον πιστοποιούντα υπάλληλο Ελευθέριο Γαληνιώτη. Όλα τα πληρεξούσια που παρουσιάστηκαν κρίθηκαν από τον κλάδο αποδοχής του ΕΚΓΛ, ότι πληρούν της προϋποθέσεις αποδοχής τους καθότι είναι πιστοποιημένα από πιστοποιούντα υπάλληλο και δεόντως χαρτοσημασμένα. Πλην όμως τα εν λόγω πληρεξούσια δεν φέρουν την γνήσια υπογραφή της Ελέγκως αλλά υπογράφτηκαν από τον Εναγόμενο
- Η Ελέγκω απεβίωσε στις 20.10.
- Ο Κύπρος Χωματένος είχε προαποβιώσει. Πριν τον θάνατο της, η Ελέγκω είχε αποστείλει απέστειλε επιστολή προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας στις 26.8.1992 με την οποία εξέφραζε παράπονο σε σχέση μόνο με την μεταβίβαση ενός ακινήτου στο χωριό Δάλι. Μετά τον θάνατο της Ελέγκως, ο ένας εκ των υιών της τελευταίας, ήτοι ο Ενάγοντας διορίστηκε ως διαχειριστής της περιουσίας της. Ο Ενάγοντας υπέβαλε το 2003 καταγγελία η οποία αφορούσε πλαστογραφία της υπογραφής της μητέρας του. Ο ΜΕ2 ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Στις 12.3.2003 ο Εναγόμενος 1 συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και την ίδια μέρα έδωσε θεληματική κατάθεση με την οποία παραδέχτηκε ότι πλαστογράφησε την υπογραφή της Ελέκγως Χωματένου σε διάφορα πληρεξούσια. Επίσης, σε θεληματική κατάθεση του Ελευθέριου Γαληνιώτη, ο τελευταίος ανέφερε ότι η Ελέκγω Χωματένου δεν υπέγραψε στην παρουσία του τα πληρεξούσια. Στις 16.04.2003 ο Εναγόμενος 1 κατηγορήθηκε γραπτώς και η υπόθεση προωθήθηκε στη Νομική Υπηρεσία για ποινική δίωξη. Όντως, καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση και ο Εναγόμενος 1 παραπέμφθηκε σε δίκη στο Κακουργιοδικείο στις 28.08.
- Σε κάποια στιγμή όμως η ποινική δίωξη αναστάληκε. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας αγωγής στις 2.5.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Πρέπει κατ' αρχήν να επισημανθεί ότι σε αγωγές που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία και στις οποίες επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων ακύρωσης μεταβιβάσεων και επανεγγραφής ακινήτων, όπως και η παρούσα, πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Στην υπόθεση Πιττάρα κ.α. ν Γεωργίου κ.α.
(2011)1 Γ Α.Α.Δ. 2312 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι πασιφανές ότι δεν θα μπορούσε να στερηθεί ένας διάδικος της ιδιοκτησίας κτήματος χωρίς, όχι μόνο, να ακουστεί αλλά κατ' επέκταση να μη λάβει γνώση της υπάρχουσας εναντίον του δικαστικής διαδικασίας. [Θ]α ήταν οξύμωρο, σε αγωγή για ακύρωση εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας βασιζόμενης σε, μεταξύ άλλων, πλάνη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις, να προχωρήσει η εκδίκαση σε συνάρτηση με τους νέους ιδιοκτήτες (εναγόμενους 36) και να μην προωθηθεί η αγωγή, ελλείψει επίδοσης, στους προγενέστερους ιδιοκτήτες.» Στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 4 μεταβίβασε το ακίνητο στον υιό του ενώ ο Παναγιώτης Νικολάου Σάββα μεταβίβασε το δικό του επίδικο ακίνητο επ' ονόματι της θυγατέρας του Νίκης Ιωάννου Σάββα, η οποία πρόσφατα, το μεταβίβασε επ' ονόματι του υιού της. Οι νέοι ιδιοκτήτες των εν λόγω ακινήτων δεν είναι διάδικοι στην αγωγή. Τυχόν έκδοση διατάγματος επηρεασμού της ιδιοκτησίας του χωρίς να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν θα επηρέαζε τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Η μεταβίβαση των πιο πάνω ακινήτων από τον Εναγόμενο 4 και τον Παναγιώτη Νικολάου Σάββα σε τρίτα πρόσωπα, ηγέρθη στις εκθέσεις υπεράσπισης που καταχωρήθηκαν εκ μέρους τους στο Δικαστήριο. Εντούτοις, ο Ενάγοντας δεν επιδίωξε την προσθήκη τους ως συνεναγομένων. Δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την Δ.9 θ.10 καμιά αιτία αγωγής δεν αποτυγχάνει λόγω της κακής συνένωσης ή μη συνένωσης διαδίκων, και το Δικαστήριο δύναται σε κάθε υπόθεση να ενασχοληθεί με το επίδικο ζήτημα στην έκταση που αφορά στα δικαιώματα και συμφέροντα των διαδίκων που πράγματι βρίσκονται ενώπιον του. Παρέχεται, βέβαια, από τον ίδιο θεσμό εξουσία στο Δικαστήριο, ακόμα και χωρίς αίτημα από οιοδήποτε, να διατάξει την προσθήκη διαδίκων που θα έπρεπε να προστεθούν, ώστε να μπορέσει πλήρως και αποτελεσματικά να αποφασίσει επί όλων των ζητημάτων που εγείρονται με την αγωγή. (βλ. Αλεξάνδρου Αναστασία Κώστα ν. Alexander Keith Edward
(2013)1 ΑΑΔ 2387). Παρά τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τις βάσεις αγωγής που προώθησε ο Ενάγοντας. Ο Ενάγοντας στηρίζει την παρούσα αγωγή στην διαγωγή των Εναγομένων και υποστηρίζει ότι αυτοί συνωμότησαν ο καθένας ξεχωριστά με τον Εναγόμενο 1 με σκοπό καταδολίευση και εξαπάτηση της Ελέγκως και/ή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή βαρείας αμέλειας και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή άλλως πως του Εναγομένου 1 και των υπολοίπων συμμετεχόντων στις πωλήσεις. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας διατείνεται ότι οι Εναγόμενοι παρέστησαν ψευδώς τον Εναγόμενο 1 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Ελέγκως με σκοπό την καταδολίευση και εξαπάτηση του ΕΚΓΛ. Προσκόμισαν πλαστά πληρεξούσια ή εν πάση περιπτώσει παρέλειψαν να διαπιστώσουν την γνησιότητα της υπογραφής της Ελέγκως ή να έλθουν σε επαφή μαζί της ενώ όφειλαν εκ των περιστάσεων να πράξουν. Σε σχέση με το αστικό αδίκημα της απάτης, αυτό στοιχειοθετείται στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του Ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενήργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον Εναγόμενο.» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14th edition, παρ. 1640 αναφέρεται ότι: «In order to give a cause of action in deceit not only must the statement complained of be untrue to the defendant's knowledge, it must be made with intent to deceive the plaintiff, with intent, that is to say, that it shall be acted upon by him». Σε σχέση με τον ισχυριζόμενο δόλο, υπογραμμίζεται ότι είναι αρκετό αν αποδειχθούν μερικές από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες δόλου (βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547, 552). Κάθε πράξη ή έγγραφο το οποίο είναι αποτέλεσμα ή προϊόν δόλου ακυρώνεται σε περίπτωση που θα αποδειχθεί η ύπαρξη δόλου. Στην υπόθεση Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992, στη σελ. 1003 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το δόλο: «Το τρίτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα όσα έχει αποδείξει η εφεσείουσα συνιστούν δόλο. Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Τόμος 18, σελ. 189, συνήθως ο όρος αναφέρεται σε κατ΄ ανέντιμο ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Βλ. και Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255, 270: «Ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοια του όρου όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα». Βλ., επίσης, Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, 309: «Δόλος είναι ένας όρος που πρέπει να αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ως ανάρμοστο».» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Τσιάρτας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1523 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου». Υπό το φως των πιο πάνω, καθίσταται εμφανές ότι το βάρος για να αποδείξει τον ισχυρισμό περί απάτης και δόλου βαραίνει τον Ενάγοντα ο οποίος πρέπει να το αποσείσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Ενάγοντας δεν έχει καταφέρει το πράξει. Εν όψει της απόρριψης της μαρτυρίας του Ενάγοντος, τέτοια μαρτυρία ελλείπει παντελώς. Από την άλλη, η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή και κρίθηκε αξιόπιστη δείχνει ότι με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είναι πιο πιθανό παρά όχι η Ελέγκω Χωματένου να γνώριζε ότι τα επίδικα ακίνητα θα μεταβιβάζονταν σε τρίτα πρόσωπα. Ειδικότερα, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του Τάκη Χριστοδουλίδη (ΜΥ2) οι έξι κληρονόμοι διόρισαν τον ίδιο υπό την προσωπική του ιδιότητα ως διαχειριστή με εντολή να διαμοιράσει την περιουσία μεταξύ των έξι κληρονόμων και όση δεν μπορούσε να διαμοιραστεί, να πωληθεί. Συνεπώς, η πρόθεση των έξι κληρονόμων δεν ήταν ποτέ να γίνουν συγκύριοι κατ΄1/6 εξ αδιαιρέτου σε διάφορα ακίνητα. Η δικαιολογία ότι η Ελέγκω δεν γνώριζε ότι ήταν συγκύριος των εν λόγω ακινήτων δεν πείθει. Πέραν τούτου, από τον χρόνο της μεταβίβασης των εν λόγω ακινήτων επ' ονόματι των αγοραστών έπαψε να είναι υπόλογος για οποιαδήποτε φορολογία αφορούσε τα επίδικα ακίνητα, κάτι το οποίο θα έπρεπε να την είχε θέσει σε εγρήγορση. Περαιτέρω, μόνο το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 έθεσε την υπογραφή της Ελέγκως στα πληρεξούσια έγγραφα, αν τούτο ήθελε αποδειχθεί, δεν αποδεικνύει δίχως άλλο δόλο του πρώτου. Πόσο δε μάλλον δόλο των λοιπών Εναγομένων. Η έννοια της πλαστογραφίας καλύπτεται από το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με αυτό είναι «ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης». Στο σύγγραμμα Bowstead on Agency, 13th Edition σελ. 314 καταγράφεται: «
(3)Forgery. No right can be acquired directly through a forgery. A person whose signature is forged makes no representation thereby, and in general owes no duty to prevent forgery. But there may be cases where such a duty exists: and a person may be estopped from setting up forgery by his conduct on learning of it». Από μαρτυρία που δόθηκε από τον ενάγοντα, δεν αναδεικνύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε πρόθεσης δόλου εκ μέρους του Εναγομένου 1 σε σχέση πάντοτε με τις επίδικες μεταβιβάσεις. Επαναλαμβάνω ότι στην θεληματική κατάθεση που έδωσε ο Εναγόμενος 1 δεν αναφέρθηκε στις επίδικες μεταβιβάσεις ούτε διευκρίνισε ότι τα πληρεξούσια στα οποία έθεσε την υπογραφή του αφορούν τα πληρεξούσια της παρούσας υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση, έστω κι αν ήθελε αποδειχθεί ότι όντως στα επίδικα πληρεξούσια δεν περιλαμβάνεται η γνήσια υπογραφή της Ελέγκως, το ερώτημα που εγείρεται είναι εάν το μη γνήσιο της υπογραφής καθιστά άνευ ετέρου ακόμη άκυρες τις επίδικες μεταβιβάσεις. Έχω την άποψη ότι η απάντηση είναι αρνητική. Στην προκειμένη περίπτωση, η συμπεριφορά της Ελέγκως αποδεικνύει γνώση και έγκριση των διενεργηθεισών μεταβιβάσεων και δημιουργεί περαιτέρω κώλυμα στη διεκδίκηση των αξιώσεων όπως αυτές προβάλλονται. Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency (ανωτέρω) αναφέρεται η απόφαση Greenwood v. Martin's Bank Ltd
(1932)H.L.
- Σε εκείνη την υπόθεση, ο ενάγων πελάτης της εναγομένης τράπεζας, αξίωσε ανάκτηση ποσού το οποίο καταβλήθηκε στη σύζυγο του, η οποία πλαστογράφησε την υπογραφή του, σε επιταγές που αφαίρεσε από το βιβλιάριο επιταγών. Εκρίθη πως, δεδομένου ότι πληροφορήθηκε και έμαθε για την πλαστογραφία αυτή και δεν καταχώρησε αγωγή παρά μόνο αρκετό καιρό μετά τον θάνατο της γυναίκας του, αυτό αποτελούσε κώλυμα για τις όποιες διεκδικήσεις του. Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση η καθυστέρηση της Ελέγκως στο να λάβει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του προσώπου το οποίο κατ' ισχυρισμό πλαστογράφησε την υπογραφή της, δημιουργεί κώλυμα στις διεκδικήσεις της. Οι αιτιολογίες που πρόβαλε ο Ενάγοντας ότι δήθεν ο πλαστογράφος ήταν άγνωστος και ότι η Ελέγκω δεν γνώριζε ποια κτήματα ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι της στερούνται κάθε λογικής και πειστικότητας. Ήδη από το 1992 η Ελέγκω έστειλε μια επιστολή αναφερόμενη σε μια μεταβίβαση που έγινε λόγω πλαστογραφίας της υπογραφής της από τον Χριστάκη Γεωργίου. Πως ισχυρίζεται ο μετέπειτα κληρονόμος και διαχειριστής της περιουσίας της ότι ο πλαστογράφος ήταν άγνωστος; Σε κάθε περίπτωση, έστω κι αν θεωρήσω τις πιο πάνω αιτιολογίες αληθείς, διερωτάται κανείς γιατί η Ελέγκω ή οι κληρονόμοι της δεν έκαναν οποιαδήποτε ενέργεια για να διαλευκάνουν την υπόθεση. Θα μπορούσε για παράδειγμα να υπάρξει επικοινωνία με τον διαχειριστή της περιουσίας του Μιχαήλ Παπαδόπουλου, ήτοι του ΜΥ
- Θα μπορούσε η Ελέγκω να επικοινωνήσει με ένα από τα αδέλφια της για να ενημερωθεί σχετικά με μεταβιβάσεις μεριδίων της. Κανένα από τα πιο πάνω δεν έπραξε. Το ζήτημα τούτο σχετίζεται και με το ζήτημα της ολιγωρίας (laches) στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω. Παρά το ότι τα πιο πάνω σφραγίζουν κατά την γνώμη μου την τύχη της αγωγής, προχωρώ να εξετάσω αυτό που όλοι οι Εναγόμενοι προέβαλαν στις Υπερασπίσεις τους, ήτοι τον ισχυρισμό ότι κατά την αγορά των ακινήτων, οι ίδιοι ενεργούσαν ως καλόπιστοι αγοραστές. Αν ήθελε κριθεί ότι όντως η πώληση των επίδικων ακινήτων είναι προϊόν παράνομης πράξης με την οποία παρακάμφθηκε η βούληση της ιδιοκτήτριας, τούτο θα οδηγούσε σύμφωνα με τη νομολογία στην ανάγκη ακύρωσης της πώλησης. Εξαίρεση όμως στον κανόνα αποτελεί η περίπτωση καλόπιστου αγοραστή. Στην υπόθεση Orams κ.α. ν Αποστολίδη
(2006)1 Β Α.Α.Δ. 1402, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Αποτελεί βασικό κανόνα του δικαίου ότι ουδείς μπορεί να δώσει καλύτερο τίτλο (περιουσιακό δικαίωμα) από εκείνο που έχει - nemo dat quod non habet. Στον κανόνα αυτό όμως υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις και μεταξύ των βασικών εξαιρέσεων είναι ότι ο κανόνας δεν ισχύει όταν ο αγοραστής είναι καλόπιστος αγοραστής ο οποίος κατέβαλε τίμημα για να αποκτήσει την περιουσία.» Επίσης, στην υπόθεση Τσιάρτας Ανδρέας και Άλλος ν. Alocay Holdings Ltd και Άλλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523 λέχθηκαν τα εξής: «Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη υπήρξε καλόπιστος αγοραστής του οικοπέδου έναντι ανταλλάγματος. Για να θεωρηθεί κάποιος ως καλόπιστος αγοραστής οφείλει να καταβάλει εύλογη φροντίδα και να προβεί στη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας. Η εφεσίβλητη δήλωσε το ποσό των Λ.Κ.75.000 και δέχθηκε την επ' ονόματί της μεταβίβαση του οικοπέδου στηριζόμενη στην γνησιότητα και εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου που είχε στα χέρια του ο δήθεν αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας, όπως αναμενόταν κάτω από παρόμοιες συνθήκες να έπραττε και οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος αγοραστής. Ανάλογη όμως ήταν και η στάση που τήρησαν και οι εφεσείοντες και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν τον φερόμενο αντιπρόσωπο της ιδιοκτήτριας του οικοπέδου. Δεν αποδείχθηκε ότι η τιμή του οικοπέδου ήταν παράλογα χαμηλή πράγμα που θα μπορούσε να κινήσει υποψίες ούτε υπήρξε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για οτιδήποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολία από πλευράς εφεσειόντων αναφορικά με την εγκυρότητα και τις προθέσεις του δήθεν πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ιδιοκτήτριας. Οι εφεσείοντες ενήργησαν υπό τις περιστάσεις όπως κάθε άλλος μέσος λογικός αγοραστής στα πλαίσια της συνήθους πορείας των πραγμάτων σχετικά με τέτοιου είδους συναλλαγές. . . . Δεν ήταν λοιπόν δυνατό κάτω από αυτές τις συνθήκες και όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα να αποδοθεί στους εφεσείοντες οποιαδήποτε ευθύνη ότι γνώριζαν ή ότι έπρεπε να υποψιαστούν οτιδήποτε που θα μπορούσε να οδηγήσει στο γνωστό αποτέλεσμα. Ούτε βέβαια έχουν προκύψει στοιχεία μαρτυρίας στη βάση των οποίων θα μπορούσε να καταλογισθεί ευθύνη στους εφεσείοντες ότι γνώριζαν για την απάτη που εκπορεύθηκε από τον Αντώνη Βασιλείου και δεν το αποκάλυψαν» Με βάση τα πιο πάνω, για να θεωρηθεί κάποιος ως καλόπιστος αγοραστής οφείλει να καταβάλει εύλογη φροντίδα και να προβεί στη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας (βλ. επίσης Παναγιώτου ν. Χ''Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362). Το ερώτημα που πρέπει συνεπώς να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι μπορούν να θεωρηθούν ως καλόπιστοι αγοραστές. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους τους να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι είναι καλόπιστοι αγοραστές και δεν είχαν λόγους να υποψιαστούν δόλο από την πλευρά του εναγομένου 1 και την πλαστότητα των πληρεξουσίων εγγράφων με τα οποία έγιναν οι επίδικες μεταβιβάσεις. Ο εκάστοτε προτιθέμενος αγοραστής οφείλει να διερευνήσει, ειδικά εάν η τιμή πώλησης είναι ιδιαίτερα χαμηλή, κατά πόσο το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο είναι γνήσιο και εκφράζει την πραγματικότητα βούλησης του ιδιοκτήτη του κτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση έχω την άποψη ότι οι Εναγόμενοι υπήρξαν καλόπιστοι αγοραστές των ακινήτων έναντι καλής αξίας. Ειδικότερα, όλοι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι της αγοράς των ακινήτων χρηματικά ποσά τα οποία έγιναν αποδεκτά από το Τμήμα Κτηματολογίου ως ανταποκρινόμενα την πραγματική αξία των ακινήτων κατά τον επίδικο χρόνο. Συν τοις άλλοις, ο Ενάγοντας ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι το ποσό που ο κάθε Εναγόμενος κατέβαλε για αγορά των ακινήτων ήταν υπέρμετρα χαμηλό πράγμα που θα μπορούσε να κινήσει υποψίες. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για οτιδήποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολία από πλευράς Εναγομένων αναφορικά με τις προθέσεις του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ιδιοκτήτριας ή στην περίπτωση των Εναγομένων που κινήθηκαν μέσω του Κλεόπα Ευθυμίου, ότι ο τελευταίος θα μπορούσε να τους ξεγελάσει. Επιπρόσθετα, ο Κλεόπας Ευθυμίου ενεργούσε ως βοηθός της θυγατέρας του η οποία διατηρούσε κτηματομεσιτικό γραφείο. Θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις όπως κάθε άλλος μέσος λογικός αγοραστής στα πλαίσια της συνήθους πορείας των πραγμάτων σχετικά με τέτοιου είδους συναλλαγές. Λίγο χρονικό διάστημα μετά που οι Εναγόμενοι κατέβαλαν το τίμημα αγοράς των ακινήτων, όλοι παρέλαβαν τον αντίστοιχο τίτλο ιδιοκτησίας. Εύλογη ήταν η πεποίθηση τους ότι όλα εκτυλίχθηκαν ορθά και νόμιμα. Απολάμβαναν έκτοτε την ακίνητη αυτή περιουσία ανεμπόδιστοι και ανενόχλητοι. Δεν μπορεί επομένως, κάτω από τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης και όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα να αποδοθεί στους Εναγόμενους οποιαδήποτε ευθύνη ότι γνώριζαν ή ότι έπρεπε να υποψιαστούν οτιδήποτε μεμπτό. Πέραν των πιο πάνω, όλοι οι Εναγόμενοι, και ο κάθε ένας από αυτούς ξεχωριστά, με τις υπερασπίσεις τους, εγείρουν υπό μορφή ένστασης ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω καθυστέρησης και/ή ολιγωρίας (laches) και/ή παραίτησης δικαιωμάτων (waiver of rights) καθότι ενώ η Ελέγκω και/ή ο Ενάγοντας γνώριζαν για τα εκτιθέμενα με την αγωγή γεγονότα, εντούτοις δεν έλαβαν τα αναγκαία δικαστικά διαβήματα. Το διάταγμα επανεγγραφής ακινήτου είναι θεραπεία η οποία εκπηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Γενικά τα απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα αποτελούσαν, πριν την ενοποίηση των δύο κλάδων της αγγλικής δικαιοσύνης, θεραπείες του δικαίου της επιείκειας (Γιάβρη v. Πάσιου
(2004)1 Α.Α.Δ. 125). Αρχή της επιείκειας είναι και ότι «το δίκαιο βοηθά όσους γρηγορούν και όχι όσους υπνώττουν». Έτσι, στην περίπτωση που κάποιος Ενάγοντας αναζητά θεραπεία που εκπηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας είναι υποχρεωμένος να προσάγει την απαίτηση του χωρίς καθυστέρηση. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα "Halsbury's Laws of England" 5th Edition, "Equity" Volume 16
(2)(Reissue) par. 910 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «A claimant in equity is bound to prosecute his claim without undue delay. This is in pursuance of the principle which has underlain the statutes of limitation 'equity aids the vigilant, not the indolent' or 'delay defeats equities'. A court of equity refuses its aid to stale demands, where the claimant has slept upon his right and acquiesced for a great length of time. He is then said to be barred by his unconscionable delay ('laches').» Στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 280, 287 αναφέρεται πως «η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερον, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλ. Ι.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ. 223)». Στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Αντώνη Κλεάνθους
(2013)1 ΑΑΔ 158 αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την αρχή του δικαίου που ονομάζεται ως laches: «Το κατά πόσο η συγκεκριμένη αρχή του δικαίου της επιείκειας τυγχάνει εφαρμογής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστά θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, εξουσία η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και σε ουσιαστικό βαθμό εξαρτάται από το κατά πόσο θα ήταν ή όχι πρακτικά άδικο να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ο εναγόμενος, πέραν της καθυστέρησης, θα πρέπει να επιδείξει και τέτοιες ενέργειες στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας.» Στην προκειμένη περίπτωση, οι μεταβιβάσεις του 1/6 μεριδίου που κατείχε η Ελέγκω επί των ακινήτων που αφορά η παρούσα υπόθεση, έλαβαν χώρα τα έτη 1986 -
- Η Ελέγκω εκπροσωπήθηκε δυνάμει πληρεξουσίων που φέρονται να έγιναν επίσης κατά τα έτη 1986 -1987 (πληρεξούσια υπ' αρ. 64/86, 668/86, 62/86, 66/86, 164/87 και 165/87). Η πρώτη ενέργεια της Ελέγκως σε σχέση με μεταβίβαση ακινήτου που έγινε από τον Χριστάκη Γεωργίου έγινε με επιστολή προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας στις 26.8.1992 σε σχέση μόνο με το ακίνητο με αρ. Εγγραφής L116 στο χωριό Δάλι. Δύο χρόνια αργότερα, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, αποστάληκε επιστολή με την οποία η Ελέγκω ζητούσε από το ΕΚΓΛ η ακύρωση όλων των μεταβιβάσεων που έγιναν από τον Χριστάκη Γεωργίου (βλ. Τεκμήριο 36). Έστω κι αν γινόταν δεκτή η θέση του Ενάγοντος ότι η εν λόγω επιστολή στάλθηκε, διερωτάται κανείς γιατί αφέθηκε ο χρόνος να παρέλθει χωρίς περαιτέρω ενέργειες και δη ενέργειες μέσω της αστυνομίας ή και του Δικαστηρίου. Σε κάποιο χρονικό σημείο, (προφανώς περί το έτος 2000), ο Ενάγοντας κατέφυγε στην επίτροπο διοικήσεως για να λάβει την απάντηση του Κτηματολογίου με την επιστολή ημερομηνίας 28.6.2001 (Τεκμήριο 2). Στην τελευταία αυτή επιστολή το ΕΚΓΛ γίνεται αναφορά στις επιστολές του Ενάγοντα ημερομηνίας 15.7.2000, 13.8.2000, 29.10.2000 και 20.1.2001 καθώς και στην επιστολή που στάλθηκε από την Ελέγκω προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας στις 26.8.
- Καμία άλλη επιστολογραφία δεν υπάρχει στους φακέλους του κτηματολογίου που αφορά τα επίδικα ακίνητα. Από της επιστολής του Κτηματολογίου και έπειτα, ήτοι από 28.6.2001, ο Ενάγοντας ανέμενε σχεδόν άλλα δύο χρόνια για να υποβάλει εν τέλει, το έτος 2003 καταγγελία η οποία αφορούσε πλαστογραφία της υπογραφής της μητέρας του. Καμία πειστική αιτιολογία δεν δόθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση αυτή. Καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου
- Ο Ενάγοντας αδράνησε για άλλα πέντε χρόνια προτού καταχωρήσει εν τέλει την παρούσα αγωγή στις 2.5.
- Όσα ο Ενάγοντας ανέφερε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του σε μια προσπάθεια να αιτιολογήσει την καθυστέρηση δεν αποτελούν έστω και στο ελάχιστο ικανή δικαιολογία για την παρέλευση 20 και πλέον ετών από τα γεγονότα που αφορά η παρούσα υπόθεση μέχρι και την καταχώριση της αγωγής. Στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από τις επίδικες μεταβιβάσει μέχρι και την καταχώριση της αγωγής, οι Εναγόμενοι 3, 4, 5, 7 και 8 απολάμβαναν την περιουσία που είχαν αγοράσει, και κάποιοι εξ αυτών επένδυσαν χρήματα σε αυτή προβαίνοντας σε βελτιωτικές εργασίες. Όπως ήδη αναφέρθηκε δύο εκ των εναγομένων έχουν ήδη μεταβιβάσει τα εν λόγω ακίνητα στα παιδιά τους (Εναγόμενος 4 και ο πατέρας του Εναγόμενου 8). Ο Εναγόμενος 3 έχει υποθηκεύσει το ακίνητο για εξασφάλιση δανείων αξίας €26000 και είναι η μοναδική περιουσία που κατέχει. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο του έχει γίνει σήμερα οικιστική από αγροτική. Το ακίνητο που έχει αγοράσει ο Εναγόμενος 4, πέρα του ότι έχει μεταβιβαστεί στον υιό του είναι υποθηκευμένο και εντός αυτού έχει κτιστεί μία κατοικία. Ο Εναγόμενος 5 αγόρασε το βορείως εφαπτόμενο αγροτεμάχιο και περί το 1989 ενοποίησε τα 2 ακίνητα σε ένα. Μετά την ενοποίηση, προέβη σε πολλές βελτιωτικές εργασίες και ανήγειρε εντός αυτού την μόνιμη του κατοικίας. Το ακίνητο του είναι σήμερα υποθηκευμένο. Εν όψει όλων των πιο πάνω, θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση, η υπεράσπιση της ολιγωρίας έχει αποδειχθεί από όλους τους Εναγομένους. Συνεπώς, έστω και αν ο Ενάγοντας είχε επιτύχει να αποδείξει αιτία αγωγής θεωρώ ότι θα έπρεπε να εμποδιστεί από τη διεκδίκηση των διαταγμάτων για επανεγγραφή των ακινήτων επ' ονόματι του ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης μητέρας του, λόγω της αδικαιολόγητης και υπέρμετρης ολιγωρίας που επέδειξε τόσο η Ελέγκω όσο και ο ίδιος για την προώθηση των αξιώσεων τους. Εκτός από την απαίτηση για ακύρωση των επίδικων μεταβιβάσεων και επανεγγραφή των ακινήτων επ' ονόματι του Ενάγοντος, ούτε η απαίτηση του τελευταίου για αποζημιώσεις θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να επιτύχει. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κεφ. 148 οποιοδήποτε πρόσωπο υφίσταται βλάβη λόγω αστικού αδικήματος δικαιούται να αναζητήσει από τo πρόσωπο το οποίο διέπραξε ή ευθύνεται για το αστικό αδίκημα τις θεραπείες τις οποίες το δικαστήριο έχει εξουσία να χορηγήσει. Είναι ξεκάθαρο στη νομολογία ότι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρά (βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Περαιτέρω στην Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673 αναφέρθηκε ότι είναι πρωτίστως καθήκον του ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον εναγόμενο να την αντικρούσει. Στην παρούσα περίπτωση, ο Ενάγοντας καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης του ότι η Ελέγκω Χωματένου και γενικότερα η περιουσία της ζημιώθηκε κατά 12 λίρες ανά στρέμμα εξ αιτίας των παράνομων μεταβιβάσεων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ζημιώνεται την αξία του μεριδίου της επί των επίδικων ακινήτων την οποία καταγράφει στην Έκθεση Απαίτησης. Παρά την καταγραφή έστω και υποτυπωδώς κάποιων ποσών στο δικόγραφο του Ενάγοντα, εντούτοις καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί προς απόδειξη της συγκεκριμένης αξίωσης η οποία παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτη. Εν όψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας δεν βρίσκω λόγο να αποκλίνω από τον κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι ανταπαιτήσεις των Εναγομένων 3, 4, 5 και 7 είχαν ως υπόβαθρο την πιθανή επιτυχία των αξιώσεων του Ενάγοντος. Εν όψει της αποτυχίας της Αγωγής απορρίπτονται συνακόλουθα και οι Ανταπαιτήσεις. Ένεκα του ότι η απόρριψη των Ανταπαιτήσεων οφείλεται κατά κύριο και μοναδικό λόγο στην απόρριψη της Αγωγής, θεωρώ ότι δεν πρέπει να εκδοθεί και δεν εκδίδεται οποιαδήποτε ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα. (Υπ.) Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο