ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΠΑΜΠΟΣ ΤΣΑΓΓΑΡΗ, Αρ. Αγωγής:3991/2009, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A59 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:3991/2009 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντα -και- ΠΑΜΠΟΣ ΤΣΑΓΓΑΡΗ, Λεμεσός Εναγόμενου Ημερομηνία: 31.1.17 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Χ. Αναστασίου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χρ. Συμεού) Για τον εναγόμενο : κ. Χ. Αδάμου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ι. Αδάμου) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον του εναγόμενου τα πιο κάτω διατάγματα: "A. Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος παράνομα κατακρατεί το διαμέρισμα επί της οδού Βουφαβέντο αρ. 4, διαμ.1, Κυβερνητικός Οικισμός Λινόπετρας στην Λεμεσό το οποίο ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή παράνομα επεμβαίνει επ΄ αυτού. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον εναγόμενο όπως κατακρατεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το πιο πάνω αναφερόμενο διαμέρισμα και/ή επεμβαίνει επί του αναφερόμενου διαμερίσματος. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως ο εναγόμενος άρει οποιαδήποτε παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση επί του πιο πάνω διαμερίσματος και παραδώσει αυτό στον ενάγοντα και/ή σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, εντός δέκα
(10)ημερών και/ή εντός του χρόνου που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο από της επιδόσεως του Διατάγματος. Δ. Γενικές αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση.» Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης ο πατέρας του εναγόμενου ήταν κάτοχος άδειας χρήσης ημερομηνίας 12.9.1979 του κυβερνητικού διαμερίσματος αριθμός 1 επί της οδού Βουφαβέντο αρ.4, στον οικισμό Λινόπετρας στη Λεμεσό το οποίο χρησιμοποιείτο ως κατοικία του ιδίου και των μελών της οικογένειας του συμπεριλαμβανομένου και του εναγόμενου. Η αξία του αναφερόμενου διαμερίσματος εκτιμάται στις € 65.
- Ο πατέρας του εναγόμενου απεβίωσε κατά ή περί το έτος 1990 και ο εναγόμενος κατακρατεί το εν λόγω διαμέρισμα κατά παράβαση των όρων της σχετικής άδειας χρήσης καθ΄ ότι δεν διαμένει σε αυτό. Με επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 31.10.96 o εναγόμενος κλήθηκε όπως μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου του 1996 επιστρέψει και κατοικήσει μόνιμα στο διαμέρισμα για να μην ληφθούν μέτρα ανάκτησης του. Ο εναγόμενος παρέλειψε να το πράξει και με την επιστολή ημερομηνίας 12.7.97 καθώς και με την επιστολή ημερομηνίας 23.11.2006 που αναρτήθηκε στην είσοδο του διαμερίσματος ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε ότι το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως θα λάμβανε τη κατοχή του διαμερίσματος και θα το παραχωρούσε σε άλλη οικογένεια. Ο εναγόμενος παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις όπως άρει την παράνομη κατακράτηση του διαμερίσματος μέχρι σήμερα αμελεί και ή αρνείται να συμμορφωθεί. Με τη τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης εγείρεται προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προσχωρήσει λόγω δεδικασμένου και συγκεκριμένα ότι με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 8.2.1995 στην αγωγή υπ' αριθμό 219/1992 την οποία ήγειρε ο εναγόμενος, είχε μεταξύ άλλων εκδοθεί διάταγμα που απαγορεύει και/ή παρεμποδίζει τον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, και/ή το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτών από του να επέμβουν καθ' οιονδήποτε τρόπον και/ή εισέλθουν στο επίδικο διαμέρισμα και επιπλέον διάταγμα που αναγνωρίζει τον εναγόμενο ως το μόνο πρόσωπο το οποίο νόμιμα δικαιούται να κατέχει και να κατοικά εντός αυτού. Ο εναγόμενος με τη τροποποιημένη υπεράσπιση του εγείρει και δεύτερη προδικαστική ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση και ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη υπόθεση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεως . Επί της ουσίας της υπόθεσης γίνεται παραδεκτό ότι ο πατέρας του εναγόμενου που απεβίωσε κατά ή περί το 1990 ήταν κάτοχος άδειας χρήσης του αναφερόμενου διαμερίσματος το οποίο χρησιμοποιείτο ως κατοικία του ιδίου και των μελών της οικογένειας του συμπεριλαμβανομένου και του εναγόμενου. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατέχει νόμιμα το αναφερόμενο διαμέρισμα και διαμένει σε αυτό ο ίδιος και μέλη της οικογένειας του. Προβάλλεται περαιτέρω με την υπεράσπιση πως έστω και εάν ο ενάγοντας απέστειλε την ισχυριζόμενη στην έκθεση απαίτησης επιστολή ουσιαστικά εγκατέλειψε και ή αποποιήθηκε οποιονδήποτε δικαιωμάτων του λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε χωρίς να λάβει οποιονδήποτε μέτρα. Επιπρόσθετα προβάλλεται πως ο ενάγοντας εγείρει καταχτητικά την παρούσα αγωγή αφού με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στον εναγόμενο την προσδοκία ότι το αναφερόμενο ακίνητο αποτελεί προσωπική του περιουσία. Περαιτέρω υπάρχει ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ο ενάγοντας ουδέποτε του ζήτησε να παραδώσει το επίδικο υποστατικό και συνακόλουθα ουδέποτε έχει θεωρηθεί ότι κατακρατεί αυτό παράνομα και ή ότι έχει καταστεί παράνομος επεμβασίας. Ο ενάγοντας με την απάντηση του στην υπεράσπιση αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου που δεν συνάδουν με την έκθεση απαίτησης και απορρίπτει τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις. Είναι η θέση του ότι η παρούσα υπόθεση αφορά άδεια χρήσης του αναφερόμενου ακινήτου και σε καμία περίπτωση σε ενοικίαση αυτού. Ισχυρίζεται ότι δυνάμει της δικαστικής απόφασης ημερ. 8.2.1995 δεν εμποδίζεται να λάβει μέτρα εναντίον του εναγόμενου εφόσον αυτός δεν συμμορφώνεται με τους όρους της άδειας χρήσης. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι επανειλημμένα κάλεσε νομότυπα τον εναγόμενο να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου ακινήτου χωρίς όμως οποιανδήποτε ανταπόκριση. Ο ενάγοντας για να αποδείξει την υπόθεση του κάλεσε τρείς μάρτυρες και ο εναγόμενος κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν συνολικά 20 τεκμήρια. Κατατέθηκαν επίσης από κοινού τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: -Το περιεχόμενο της απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 8.2.95 στην αγωγή υπ' αρ. 219/92 (Τεκμ. 1). -Το περιεχόμενο της συμφωνίας παροχής άδειας χρήσης του αναφερόμενου διαμερίσματος ημερομηνίας 12.9.79 (τεκμ. 2). -Το περιεχόμενο της κάρτας εκτοπισμένων του πατέρα του εναγόμενου Βασίλη Τσαγγάρη και των εξαρτώμενων αυτού μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος (τεκμ.3). - Ότι η επιστολή ημερομηνίας 2.6.95 της Υπηρεσίας Μέριμνας σε απάντηση συγκεκριμένου αιτήματος του εναγόμενου απεστάλη στη διεύθυνση του επίδικου διαμερίσματος. -Τα δικόγραφα της αγωγής του Ε.Δ. Λεμεσού υπ΄ αριθ. 219/92 (Τεκμ. 18 Α, 18 Β, 18 Γ και 19 Α και 19 Β). -Ότι η διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος στο αναφερόμενο διαμέρισμα έγινε στις 6.12.99 λόγω μη πληρωμής οφειλών προς την Αρχή Ηλεκτρισμού από τον καταναλωτή που αναγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμ. 15 και - Ότι ο εναγόμενος είναι κάτοχος ταυτότητας εκτοπισμένης οικογένειας με εξαρτώμενα πρόσωπα τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του Τεκμ.
- Στο περιεχόμενο των εγγράφων που δηλώθηκαν παραδεκτά θα γίνει αναφορά στην συνέχεια της απόφασης εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων που εγείρονται. Τα όσα οι μάρτυρες της κάθε πλευράς έχουν αναφέρει στο Δικαστήριο είναι πλήρως καταγραμμένα στα πρακτικά που τηρήθηκαν και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο μαζί με τα κατατεθέντα τεκμήρια στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να επαναληφθούν στην ολότητα τους. Σχετική αναφορά στην μαρτυρία γίνεται, εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις της πλευράς που ο καθένας εκπροσωπεί και ανέπτυξαν τις εισηγήσεις τους. Σημειώνεται πως η πλευρά της υπεράσπισης στο στάδιο των αγορεύσεων περιορίσθηκε μόνο σε τρία ζητήματα και αυτά ήταν σε σχέση με το κατά πόσο ο εναγόμενος δεσμεύεται από τους όρους της άδειας χρήσης που κατατέθηκε ως τεκμ. 2, η ύπαρξη δεδικασμένου και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Ο ΜΕ1 Βάσος Χαριτωνίδης ανέφερε ότι από το 1976 εργάζεται στο Υπουργείο Εσωτερικό στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και κατέχει τη θέση του Τεχνικού Επιθεωρητή. Ως τοπικός διαχειριστής των κυβερνητικών οικισμών μέσα στα καθήκοντα του είναι και ο έλεγχος των οικογενειών που διαμένουν στις οικιστικές μονάδες. Ανέφερε ότι ο κάτοχος της άδειας χρήσης του επίδικου διαμερίσματος, δηλαδή ο πατέρας του εναγόμενου, απεβίωσε το έτος 1990 ενώ σε προγενέστερο χρόνο είχε αποβιώσει η σύζυγος του και μητέρα του εναγόμενου. Δήλωσε πως ο εναγόμενος ενώ συμπεριλαμβάνεται στην άδεια χρήσης του διαμερίσματος ως μέλος της οικογένειας του αδειούχου δεν διαμένει σε αυτό για το λόγο ότι είναι μόνιμα εγκατεστημένος στο εξωτερικό. Ερωτηθείς αναφορικά με τις ενέργειες που έκανε το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως μετά από την έκδοση της δικαστικής απόφασης τεκμ.1, ανέφερε ότι ο εναγόμενος κλήθηκε με την επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ημερομηνίας 31.10.96, (Τεκμ. 4), να εγκατασταθεί και να κατοικήσει μόνιμα στο διαμέρισμα και προειδοποιήθηκε πως αν δεν το πράξει θα ληφθούν μέτρα για την ανάκτηση του χωρίς άλλη ειδοποίηση. Αφού ο εναγόμενος δεν το έπραξε με την επιστολή ημερ. 12.7.97, (τεκμ. 5), ειδοποιήθηκε πως εντός επτά ημερών το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως θα λάμβανε κατοχή του διαμερίσματος και θα το παραχωρούσε σε άλλη οικογένεια. Ο μάρτυρας διευκρίνισε πως οι επιστολές τεκμ. 4 και 5 απεστάλησαν στην διεύθυνση συγγενικού προσώπου του εναγόμενου και συγκεκριμένα στο σύζυγο της αδελφής του Σωφρόνη Πατσαλίδη. Ακολούθως με την επιστολή ημερομηνίας 23.11.2006 (Τεκμ. 6), η οποία αναρτήθηκε στη πόρτα του επίδικου διαμερίσματος δόθηκε εκ νέου ειδοποίηση προς τον εναγόμενο ότι το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως εντός τεσσάρων ημερών θα λάμβανε την κατοχή του διαμερίσματος και θα το παραχωρούσε σε άλλη οικογένεια. Σε απάντηση ο εναγόμενος με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 24.11.2006, (τεκμ. 9), δήλωσε ότι είναι ο δικαιούχος και/η αναγράφεται ως ο δικαιούχος του διαμερίσματος στη συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ της οικογένειας του και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με την ίδια επιστολή προειδοποιούσε για τη λήψη δικαστικών μέτρων υποστηρίζοντας πως η ανάκτηση της κατοχής του διαμερίσματος από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως προϋποθέτει την εξασφάλιση σχετικού δικαστικού διατάγματος. Ερωτηθείς ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι το διαμέρισμα εδώ και πολλά χρόνια παραμένει κλειστό και κατά τις επισκέψεις του εκεί διαπίστωσε ότι αυτό δεν είναι συντηρημένο. Ανέφερε επίσης ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού στο επίδικο ακίνητο έχει διακοπεί από το έτος
- Τέλος καταθέτοντας σχετικές επιστολές του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Τεκμ.7 και 8 δήλωσε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι η αξία του επίδικου διαμερίσματος είναι €65.
- Κατά την αντεξέταση του απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις υποστήριξε πως με τη δικαστική απόφαση τεκμ. 1 αναγνωρίζεται το δικαίωμα του εναγόμενου να κατέχει το επίδικο διαμέρισμα νοουμένου όμως ότι αυτός διαμένει σε αυτό. Αποδέχθηκε ότι η συμφωνία παροχής της άδειας χρήσης του επίδικου διαμερίσματος τεκμ.2, ουδέποτε υπογράφτηκε από τον εναγόμενο αλλά όπως ισχυρίσθηκε η άδεια χρήσης συμπεριελάμβανε και τον ίδιο ως μέλος της οικογένειας. Σύμφωνα με τις θέσεις του εάν ο εναγόμενος διέμενε στο επίδικο διαμέρισμα το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως δεν θα ζητούσε την ανάκτηση της κατοχής του αφού αυτός ως μέλος της οικογένειας είχε το δικαίωμα να διαμένει σε αυτό. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι από το 1995 και μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης τεκμ. 1 ο εναγόμενος ουδέποτε κατοίκησε στο επίδικο διαμέρισμα αλλά μέχρι και σήμερα διαμένει μόνιμα με την οικογένεια του στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Αμερική. Δήλωσε μάλιστα ότι στο παρελθόν έγιναν προσπάθειες ανεύρεσης της διεύθυνσης του εναγόμενου στο εξωτερικό μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών και προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές επιστολές Τεκμ. 10, 11 και
- Ο ΜΕ1 μου άφησε θετική εντύπωση ως ειλικρινής μάρτυρας που παρέθεσε τα γεγονότα όπως αυτά περιήλθαν σε γνώση του στο πλαίσιο των επαγγελματικών καθηκόντων του. Η μαρτυρία του δεν συγκρούεται με την μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων που κατέθεσαν για το ενάγοντα αλλά τα όσα ισχυρίσθηκε συνάδουν με αυτή. Ο ισχυρισμός του ότι ο εναγόμενος εδώ και πολλά χρόνια διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό ενισχύεται και από τη μαρτυρία του ίδιου του εναγόμενου όπως αυτή καταγράφεται πιο κάτω. Επίσης από τη μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτό ότι ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε γραπτώς πως εάν δεν εγκατασταθεί μόνιμα στο διαμέρισμα θα ληφθούν μέτρα για την ανάκτηση της κατοχής του. Σημειώνεται πως ο εναγόμενος κατά την ένορκη κατάθεση του δεν αμφισβήτησε ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου των επιστολών τεκμ. 4 και 5 οι οποίες απεστάλησαν στη διεύθυνση συγγενικού του προσώπου. Από το περιεχόμενο δε της απαντητικής επιστολής του δικηγόρου του τεκμ. 9 προκύπτει επίσης ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση και του περιεχομένου της επιστολής τεκμ. 6 που αναρτήθηκε στην είσοδο του διαμερίσματος. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο Χριστάκης Τσουλουπής ο οποίος εργάζεται ως τεχνικός μηχανικός στην Αρχή Ηλεκτρισμού. Ανέφερε ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο διαμέρισμα διακόπηκε από τις 6.12.99 λόγω μη πληρωμής οφειλών. Στις 17.2.15 υποβλήθηκε από τον εναγόμενο αίτηση επανασύνδεσης του ηλεκτρικού ρεύματος την οποία ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμ.
- Η αίτηση έγινε αποδεκτή με τους όρους οι οποίοι καταγράφονται στην προσφορά της ΑΗΚ ημερομ. 27.2.15 την οποία ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμ,.
- Η επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος δεν έγινε για το λόγο ότι δεν καταβλήθηκε το ποσό που απαιτήθηκε με την προσφορά. Ο ΜΕ 3 Ανδρέα Χατζηχριστοφή εργάζεται ως επιθεωρητής λογαριασμών στο Τμήμα της Υδατοπρομήθειας. Ανέφερε ότι η παροχή νερού στο επίδικο υποστατικό διακόπηκε την 1.9.99 λόγω μη πληρωμής χρεωστικού υπόλοιπου. Μέρος του οφειλόμενου ποσού εισπράχθηκε από το ντεπόζιτο ενώ παρέμεινε οφειλόμενο ένα μικρό υπόλοιπο. Η παροχή του νερού επανασυνδέθηκε στις 13.2.15 αφού εξοφλήθηκε από τον εναγόμενο το χρεωστικό υπόλοιπο και κατατέθηκε νέο ντεπόζιτο. Από την ημερομηνία της επανασύνδεσης ο λογαριασμός χρεώνεται μόνο με το πάγιο αφού έκτοτε μέχρι και σήμερα η ένδειξη κατανάλωσης νερού είναι μηδενική. Προς υποστήριξη των θέσεων του κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμ. 15, 16 και 17). Η μαρτυρία των ΜΕ 2 ΜΕ3 ήταν πλήρως αντικειμενική και γίνεται αποδεκτή. Και οι δύο κατέθεσαν τα γεγονότα που ήταν σε γνώση του μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του. Κατά την αντεξέταση τους πλην κάποιων διευκρινιστικών ερωτήσεων που τους υποβλήθηκαν δεν αμφισβητήθηκαν τα όσα ανέφεραν κατά την κυρίως εξέταση τους τα οποία άλλωστε συνάδουν και με τη μαρτυρία του ίδιου του εναγόμενου. Ο εναγόμενος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης που κατέθεσε στο δικαστήριο και σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Κατά την ένορκη κατάθεση του εξέφρασε ουσιαστικά το παράπονο του για το γεγονός ότι ο ενάγοντας ζητά ανάκτηση της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος το οποίο όπως ισχυρίσθηκε για τον ίδιο έχει συναισθηματική αξία. Παρά τη δικογραφημένη θέση του ότι ο ίδιος και η οικογένεια του διαμένουν στο επίδικο διαμέρισμα κατά την κυρίως εξέταση του απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί στο ζήτημα αυτό. Αρκέστηκε μόνο να πει ότι είναι πρόσφυγας και λίγα χρόνια μετά τη Τουρκική εισβολή μετέβηκε στο εξωτερικό για σπουδές όπου εκεί γνώρισε τη σύζυγο του. Στη συνέχεια όπως ανέφερε γεννήθηκαν τα παιδιά του και έτσι αναγκάστηκε να εργαστεί για να ζήσει ο ίδιος και η οικογένεια του. Εντούτοις κατά την αντεξέταση του και αφού του υποβλήθηκαν σχετικές ερωτήσεις ανέφερε ότι από το έτος 1987 που τέλεσε το γάμο του διαμένει στη Αμερική με τη σύζυγο και τα παιδιά του και έκτοτε επισκέπτεται την Κύπρο κατά καιρούς μόνο για διακοπές και παραμένει για ένα μήνα κάθε φορά. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε συγκεκριμένα πως επισκέφθηκε την Κύπρο για διακοπές και έμεινε στο επίδικο διαμέρισμα κατά τα έτη 1992, 1994 και
- Παραδέχθηκε επίσης ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο επίδικο διαμέρισμα διακόπηκε από το έτος 1999 λόγω μη εξόφλησης του λογαριασμού καθώς και ότι η επανασύνδεση δεν έγινε ποτέ κατόπιν της δικής του απόφασης να μην καταβάλει τα χρηματικό ποσό που ζητήθηκε με τους όρους της προσφοράς της ΑΗΚ. Με τον ίδιο τρόπο δεν αμφισβήτησε και τα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία του ο ΜΕ 3 σε σχέση με τη παροχή νερού στο επίδικο διαμέρισμα. Επιβεβαίωσε επίσης με τις δηλώσεις του τη θέση του ΜΕ 1 ότι το διαμέρισμα δεν είναι συντηρημένο αφού όπως ισχυρίσθηκε αυτό χρειάζεται αρκετές επισκευές. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του εναγόμενου γίνεται αποδεκτό δεδομένου ότι συνάδει και με τη μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν για το ενάγοντα. Δεν με έπεισε όμως για την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι η πρόθεση του είναι να επιστρέψει στην Κύπρο με την οικογένεια του για μόνιμη εγκατάσταση και θα κατοικήσει στο επίδικο διαμέρισμα. Για το ζήτημα αυτό η μαρτυρία του ήταν γενική, αόριστη και αντιφατική και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Αρχικά ισχυρίσθηκε ότι θα έρθει για να κατοικήσει στη Κύπρο μόνιμα με την οικογένεια του αλλά «επί του παρόντος» δεν μπορεί να το κάνει ένεκα του γεγονότος ότι τα παιδιά του φοιτούν στο πανεπιστήμιο. Στη συνέχεια ανέφερε πως τα παιδιά του αλλάζουν συνεχώς γνώμη και χωρίς να καθορίσει έστω ενδεικτικά κάποιο συγκεκριμένο χρόνο ισχυρίσθηκε γενικά και αόριστα πως άσχετα με το τι θα αποφασίσουν τα παιδιά του ο ίδιος θα επιστρέψει στην Κύπρο μαζί με τη σύζυγος του. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται ο εναγόμενος κατά την ένορκη κατάθεση του δεν αμφισβήτησε ότι έλαβε γνώση των ειδοποιήσεων του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Επίσης παρά το γεγονός ότι ανέφερε πως έπαψε να διαμένει έστω και προσωρινά στο επίδικο διαμέρισμα από το έτος 1999 από την προσκομισθείσα μαρτυρία και κυρίως τις δικές του δηλώσεις προκύπτει ότι η τελευταία φορά που διέμεινε στο επίδικο διαμέρισμα έστω και προσωρινά ήταν κατά την επίσκεψη του στη Κύπρο κατά το έτος
- Από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα, την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή αλλά και τα γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν προκύπτουν συνεπώς τα ακόλουθα συμπεράσματα που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο πατέρας του εναγόμενου ήταν κάτοχος ταυτότητα εκτοπισμένης οικογένειας με εξαρτώμενα πρόσωπα τη σύζυγο και τα παιδιά του. Με τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 12.9.1979 (τεκμ. 2) η Κυπριακή Δημοκρατία χορήγησε στον πατέρα του εναγόμενου, άδεια χρήσης του διαμερίσματος αριθμός 1 στην οδό Βουφαβέντο αρ.4, στον οικισμό Λινόπετρας στη Λεμεσό για να διαμένει ο ίδιος και τα μέλη της οικογένεια του μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος. Ο πατέρας του εναγόμενου απεβίωσε το έτος 1990 ενώ είχε προηγηθεί ο θάνατος της συζύγου του και μητέρας του εναγόμενου. O εναγόμενος είναι κάτοχος ταυτότητας εκτοπισμένης οικογένειας με εξαρτώμενα πρόσωπα τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 8.2.95 στα πλαίσια της απόφασης στην αγωγή υπ΄αριθ. 219/92 εξέδωσε Διάταγμα το οποίο αναγνωρίζει τον εναγόμενο ως το πρόσωπο που νόμιμα δικαιούται να κατέχει και να κατοικά εντός του επίδικου διαμερίσματος. Με την ίδια δικαστική απόφαση αναγνωρίζεται ότι ο ενάγοντας (εκεί εναγόμενος) δεν εμποδίζεται να λάβει μέτρα εναντίον του εναγόμενου (εκεί ενάγοντα) εφόσον αυτός δεν συμμορφώνεται με τους όρους της άδειας χρήσης. Ο εναγόμενος από το έτος 1987 που τέλεσε το γάμο του διαμένει μόνιμα με την οικογένεια του στη Αμερική και επισκέπτεται την Κύπρο κατά καιρούς μόνο για διακοπές παραμένοντας για ένα μήνα κάθε φορά. Η τελευταία φορά που διέμεινε στο επίδικο διαμέρισμα κατά την επίσκεψη του στη Κύπρο για διακοπές ήταν κατά το έτος
- Η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στο διαμέρισμα διακόπηκε από το έτος 1999 λόγω μη καταβολής οφειλών και ουδέποτε επανασυνδέθηκε. Η παροχή νερού διακόπηκε στις 1.9.99 για τον ίδιο λόγο και ενώ επανασυνδέθηκε στις 13.2.15 έκτοτε η ένδειξη κατανάλωσης μέχρι σήμερα είναι μηδενική. Με επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ημερομηνίας 31.10.96, Τεκμ.4, ο εναγόμενος κλήθηκε να εγκατασταθεί μόνιμα στο διαμέρισμα και προειδοποιήθηκε πως αν δεν το πράξει θα ληφθούν μέτρα για την ανάκτηση του διαμερίσματος χωρίς άλλη προειδοποίηση. Αφού ο εναγόμενος παρέλειψε να εγκατασταθεί στο διαμέρισμα με την επιστολή ημερ. 12.7.97, τεκμ. 5, ειδοποιήθηκε πως εντός επτά ημερών το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως θα λάμβανε κατοχή του διαμερίσματος και θα το παραχωρούσε σε άλλη οικογένεια. Ακολούθως το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως με νέα επιστολή ημερομηνίας 23.11.2006 Τεκμ. 6 η οποία αναρτήθηκε στη πόρτα του επίδικου διαμερίσματος έδωσε εκ νέου προειδοποίηση στον εναγόμενο ότι εντός τεσσάρων ημερών θα λάμβανε την κατοχή του διαμερίσματος και θα το παραχωρούσε σε άλλη οικογένεια. Ο εναγόμενος σε απάντηση απέστειλε την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 24.11.2006 τεκμ. 9 με την οποία προειδοποιεί για τη λήψη δικαστικών μέτρων και δηλώνει ότι ο ίδιος είναι δικαιούχος και/η αναγράφεται ως δικαιούχος του διαμερίσματος στη συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ της οικογένειας του και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αξία του επίδικου διαμερίσματος είναι €65.
- Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των δύο πλευρών. Η προδικαστική ένσταση της υπεράσπισης για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί στο στάδιο των αγορεύσεων. Εντούτοις προέχει να εξεταστεί αφού η δικαιοδοσία ή όχι του Δικαστηρίου αποτελεί θέμα που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Για σκοπούς εξέτασης της προδικαστικής αυτής ένστασης θεωρώ όμως ότι κρίνεται αναγκαίο να εξεταστεί παράλληλα η εισήγηση της πλευράς της υπεράσπισης που τέθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων και σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος δεν δεσμεύεται από τους όρους της άδειας χρήσης τεκμ.
- Αποτελεί γεγονός ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν φαίνεται η άδεια χρήσης του επίδικου υποστατικού να έχει μεταβιβασθεί στο όνομα του εναγόμενου μετά το θάνατο του πατέρα του. Συνεπώς υπό άλλες περιστάσεις θα μπορούσε να λεχθεί πως η άδεια χρήσης τεκμ 2 έχει τερματισθεί με το θάνατο του δικαιούχου που ήταν ο πατέρα του εναγόμενου και ότι ο εναγόμενος ουδέποτε κατέστη δικαιούχος χρήσης της επίδικης κατοικίας (βλ. Woodfall on Landlord And Tenant, 25η έκδοση, παραγρ. 19). Τα γεγονότα στην προκειμένη περίπτωση διαφοροποιούνται δεδομένου ότι είναι παραδεκτό πως ο εναγόμενος, μέσα στα πλαίσια της αγωγής 219/92 εξασφάλισε τη δικαστική απόφαση τεκμ. 1 με βάση την οποία αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα του να κατέχει και να κατοικεί στη επίδικη κατοικία. Ως αποτέλεσμα όμως των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης η πλευρά του εναγόμενου κατά την κρίση μου εμποδίζεται να αμφισβητεί την δέσμευση του από τους όρους της άδειας χρήση του επίδικου διαμερίσματος. Από το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης τεκμ.1 αλλά και της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή 219/92 Τεκμ.18Β είναι σαφές ότι η αναγνώριση του δικαιώματος του εναγόμενου στο επίδικο ακίνητο εδράζεται στην άδεια χρήσης Τεκ.
- Η δε επιφύλαξη στην εν λόγω απόφαση του δικαιώματος του ενάγοντα να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του εναγόμενου εφόσον αυτός δεν συμμορφώνεται με τους όρους της άδειας χρήσης λογικά δεν μπορεί να αναφέρεται σε άδεια χρήσης άλλη από την άδεια χρήσης τεκμ.
- Επιπρόσθετα των πιο πάνω θα πρέπει να σημειωθεί πως ακόμα και ο ίδιος ο εναγόμενος με την επιστολή που απέστειλε στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως τεκμ. 9 δηλώνει ότι είναι δικαιούχος του επίδικου διαμερίσματος με βάση τη συμφωνία που συνάφθηκε μεταξύ της οικογένειας του και της Κυπριακής Δημοκρατίας αναφερόμενος βέβαια στην άδεια χρήσης τεκμ.
- Συνεπώς η εν λόγω εισήγηση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης και λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα καθώς και το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, κρίνεται ότι δεν μπορεί να κριθεί ότι μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου υπήρξε ποτέ σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Τα όσα έχουν νομολογηθεί μέχρι σήμερα (βλέπε υποθέσεις Αγγελίδης και Φιλίππου Λτδ ν. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέϊτς Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 327 και Κωστάκης Καρεσίου ν. Χριστάλλας Καραπίττα κ.α.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 338), συνηγορούν πως η παρούσα υπόθεση δεν αφορά ενοικίαση αλλά άδεια χρήσης της επίδικης κατοικίας η οποία παραχωρήθηκε το 1979 στον πατέρα του Εναγόμενου για να χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως ιδιωτική κατοικία αυτού και των μελών της οικογένειας του. Στη άδεια χρήσης τεκμ. 2 επισημαίνεται η μη καταβολή ενοικίου οποτεδήποτε εκ μέρους του αδειούχου ο οποίος κατονομάζεται ως τέτοιος. Ρητά αναφέρεται στον όρο 6 του Τεκμηρίου 2 ότι ουδόλως δημιουργείται σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Όλο δε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 περιέχει τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την άδεια χρήσης. Συνακόλουθα, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της ουσίας της αγωγής. Η προδικαστική ένσταση του Εναγόμενου απορρίπτεται. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση που εγείρει ο εναγόμενος είναι η ύπαρξη δεδικασμένου βασιζόμενος στο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης Τεκμ. 1 η οποία ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης κατοχυρώνει το δικαίωμα του να κατέχει και να κατοικά στο επίδικο διαμέρισμα. Η αρχή του δεδικασμένου αναλύεται σε πλούσια νομολογία. Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσιδικία της απόφασης, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων. Στην προκειμένη όμως περίπτωση είναι σαφές από το περιεχόμενο της ότι η απόφαση τεκμ 1 διασφαλίζει το δικαίωμα του ενάγοντα να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του εναγόμενου εφόσον αυτός δεν συμμορφώνεται με τους όρους της άδειας χρήσης. Με αυτά τα δεδομένα η εισήγηση του εναγόμενου ότι δηλαδή ο ενάγοντας εμποδίζεται να εγείρει την παρούσα αγωγή λόγω δικασμένου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Μία ακόμη εισήγηση που ανέπτυξε η πλευρά της υπεράσπισης στο στάδιο των αγορεύσεων είναι ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω καθυστέρησης στην προώθηση της. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι γεγονός ότι παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Σημειώνεται πως το ζήτημα της ολιγωρίας ή της καθυστέρησης στην έγερση αγωγής μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση μόνον όπου ο ενάγων επιδιώκει θεραπεία επί τη βάσει του δικαίου της επιείκειας (equitableremeby) (Καρπασίτης κ.α. ν. Σιόκουρου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 472) και μόνον όπου ο εναγόμενος καταδείξει πως η παροχή της αξιούμενης θεραπείας θα καταλήξει άδικη για αυτόν. Στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. BenfleetEnterprises Ltd κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 280, 287 αναφέρεται πως «.η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερον, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλ. I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ. 223)». Στην υπόθεση Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου v. Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου ως διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλλου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1360, λέχθηκαν τα εξής σχετικά "Καταρχήν το ζήτημα της καθυστέρησης στην έγερση μιας αγωγής, ως λόγος υπεράσπισης, θα πρέπει να δικογραφείται με επαρκή λεπτομέρεια. Θα πρέπει δηλαδή, στην έκθεση υπεράσπισης, να εγείρεται αυτή η συγκεκριμένη υπεράσπιση του δικαίου της επιείκειας, δηλαδή θα πρέπει να αναφέρονται επαρκή στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο ενάγων, παρόλο που είχε πλήρη γνώση των γεγονότων, από τα οποία πηγάζει το αγώγιμο του δικαίωμα, καθυστέρησε την καταχώριση της αγωγής του με αποτέλεσμα να προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο (Δέστε: Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings 12η έκδοση, σελ 1154) Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει η υπεράσπιση της ολιγωρίας ή καθυστέρησης είναι να καταδείξει ο εκάστοτε εναγόμενος, επικαλούμενος συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα, πως η επιτυχία της αγωγής θα τον αδικούσε εξ αιτίας και του μεγάλου χρόνου που παρήλθε από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος έως και την καταχώρισή της. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος δεν παρουσίασε οιανδήποτε τέτοια μαρτυρία. Ούτε βέβαια έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο εκ μέρους του εναγόμενου ότι η καθυστέρηση είχε ως άμεσο αποτέλεσμα αυτός να βρίσκεται σε αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση του ενάγοντα. Έτσι, οι σχετικές εισηγήσεις του παρέμειναν γενικές και ατεκμηρίωτες. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι θέσεις που προβάλλονται στη έκθεση υπεράσπισης ότι λόγω του μεγάλου χρόνου που παρήλθε ο ενάγοντας εγκατέλειψε τα δικαιώματα του και με τη συμπεριφορά του έχει δημιουργήσει στον εναγόμενο την προσδοκία ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί προσωπική του περιουσία παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Οι θέσεις αυτές του εναγόμενου όχι μόνο δεν υποστηρίχθηκαν από οποιανδήποτε εκ μέρους του μαρτυρία αλλά καταρρίπτονται τόσο από το περιεχόμενο των προειδοποιητικών επιστολών τεκ. 4, 5 και 6 όσο και από την ένορκη κατάθεση του ίδιου κατά την οποία δήλωσε χαρακτηριστικά πως και μετά την έκδοση της απόφασης τεκμ. 1 « ο ενάγοντας εδώ και πολλά χρόνια παλεύει να ανακτήσει την επίδικη κατοικία». Υπό το φως των πιο πάνω κρίνονται συνεπώς αβάσιμες οι εισηγήσεις της υπεράσπισης σύμφωνα με τις οποίες η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και να εξεταστεί επί της ουσίας της . Παραμένει συνεπώς να εξεταστεί η αξίωση του ενάγοντα που βασίζεται σε παράνομη επέμβαση επί ακινήτου και ως εκ τούτου θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω στη συνέχεια τις νομικές διατάξεις και αρχές που διέπουν το εν λόγω αστικό αδίκημα. ΚΕΦ. 148:- Άρθρο «43.-
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.
(2)Αν η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή είναι επιτρεπτή κατά τοπικό έθιμο, αυτό αφού αποδειχθεί συνιστά υπεράσπιση αλλά σε αγωγή που εγείρεται για παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία το βάρος της απόδειξης ότι η πράξη για την οποία εγείρεται η αγωγή δεν ήταν παράνομη φέρει ο Εναγόμενος.» Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1843: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se. Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο Ενάγων να καταβάλει έξοδα στον Εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttanis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.,
(1998)1Β Α.Α.Δ 1059 . Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από την επέμβαση.» Όσον αφορά δε το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης είναι προφανές ότι το φέρει ο Ενάγοντας, ωστόσο μετατίθεται στον Εναγόμενο το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη και αυτό προκύπτει από το άρθρο 43§2 του Κεφ. 148 και όπως έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1653. Επιπρόσθετα έχει καθιερωθεί μέσα από τη νομολογία, (βλέπε υπόθεση Αγγελίδης ν. Φιλίππου και Κολοκασίδης Estates Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ. 327), ότι σε περίπτωση απόδειξης παράνομης επέμβασης δικαιωματικά εκδίδεται διάταγμα για άρση της επέμβασης προκειμένου να τερματιστεί η παρανομία ή απαγόρευση για το μέλλον. Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (βλέπε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou και άλλος
(1998)1(Α) Α.Α.Δ.). Γενικά θα μπορούσε να ειπωθεί πως η επέμβαση συνίσταται στην παράνομη πράξη ή ενέργεια με την οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η κυριότητα ή η νόμιμη κατοχή περιουσίας από κάποιο πρόσωπο και προκαλείται ενόχληση χωρίς βέβαια τη συγκατάθεση του. Στην παρούσα υπόθεση αποτελεί μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο που απεστάλησαν οι ειδοποιήσεις τεκμ. 4, 5 και 6 ο εναγόμενος ασκούσε επέμβαση στο επίδικο υποστατικό και/η το κατακρατούσε γεγονός που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αποδεικτικό τούτου είναι και το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου του τεκμ.9 με την οποία δηλώνει ότι είναι δικαιούχος του επίδικου υποστατικού και υποστηρίζει πως η ανάκτηση κατοχής του διαμερίσματος από τον ενάγοντα προϋποθέτει την έκδοση σχετικού δικαστικού διατάγματος. Ο εναγόμενος επικαλείται περαιτέρω την δικαστική απόφαση τεκμ. 1 η οποία όμως, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, διασφαλίζει το δικαίωμα του ενάγοντα να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον του εφόσον αυτός δεν συμμορφώνεται με τους όρους της άδειας χρήσης τεκμ.
- Ουσιώδεις όροι μεταξύ άλλων της άδειας, τεκμήριο 2, είναι οι παράγραφοι 2(ι) «ο ιδιοκτήτης δικαιούται να εισέλθει στην οικία και αποκτήσει ελευθέρα κατοχή ταύτης εάν ο αδειούχος και η οικογένεια του παραλείπουν να διαμένουν εντός της οικίας διά συνεχή περίοδο τριών μηνών», 4 «ο αδειούχος και η οικογένεια αυτού αναλαμβάνουν όπως εκκενώσουν το ακίνητο και παραδώσουν τούτο εις τον ιδιοκτήτη εις οίαν καλήν κατάστασιν παρέλαβαν τούτο εντός τριάκοντα ημερών αφ΄ ότου ζητηθή παρ΄ αυτού», και 5 «Η παρούσα Άδεια δύναται να τερματισθή υπό του Ιδιοκτήτου εάν ο Αδειούχος παραβιάση οιονδήποτε όρον της Αδεία». Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά περιγράφονται πιο πάνω ο εναγόμενος από το έτος 1987 διαμένει μόνιμα στην Αμερική με την οικογένεια του. Στην επίδικη κατοικία διέμενε όταν επισκεπτόταν την Κύπρο για διακοπές για ένα μήνα κάθε φορά γεγονός που σαφώς δεν δηλώνει μόνιμη διαμονή. Περαιτέρω η τελευταία φορά που ο εναγόμενος παρέμεινε στο διαμέρισμα έστω και προσωρινά όταν επισκέφθηκε την Κύπριο για διακοπές ήταν κατά το έτος
- Ο ενάγοντας διά της αρμοδίου υπηρεσίας με την επιστολή ημερομηνίας 31.10.96 ( τεκμ. 4) ζήτησε από τον εναγόμενο να επιστρέψει και να κατοικήσει μόνιμα στην επίδικη κατοικία κάτι που ο εναγόμενος παρέλειψε να πράξει αφού σύμφωνα και με τη μαρτυρία του κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και μέχρι σήμερα διαμένει μόνιμα με την οικογένεια του στο εξωτερικό. Στην βάση συνεπώς των πιο πάνω ο ενάγοντας έχει αποδείξει ότι σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο της συμφωνίας, τεκμήριο 2 παράγραφος 2(ι), ο εναγόμενος και η οικογένεια του παραλείπουν να διαμένουν στην επίδικη οικία για συνεχή περίοδο τριών μηνών κατά παράβαση των όρων της άδειας χρήσης του υποστατικού και συνεπώς έπαψε να είναι αδειούχος χρήσης αυτού. Ως αποτέλεσμα τούτου με βάση τους όρους της άδειας χρήσης ο ενάγοντας έχει δικαίωμα και νόμιμα αξιώνει με την παρούσα αγωγή την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού το οποίο παράνομα κατέχεται από τον εναγόμενο. Η θέση της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας ουδέποτε ζήτησε από τον εναγόμενο να παραδώσει το επίδικο υποστατικό και συνεπώς αυτός δεν θεωρείται παράνομος επεμβασίας είναι αβάσιμη και καταρρίπτεται από την μαρτυρία του ίδιου του εναγόμενου αλλά και από τις προειδοποιητικές επιστολές τεκμ. 4, 5 και 6 το περιεχόμενο των οποίων αποδεικνύει χωρίς αμφιβολία την απαίτηση της Κυπριακής Δημοκρατίας για την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου υποστατικού. Ενόψει όλων των πιο πάνω, εκδίδονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της έκθεσης απαίτησης. Το διάταγμα της παραγράφου Γ να έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: «Ο Εναγόμενος και/ή αντιπρόσωποι αυτού διατάσσονται να άρουν την παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση επί της πιο πάνω οικίας και παραδώσουν αυτή στην Κυπριακή Δημοκρατία, με την παράδοση των κλειδιών της εν λόγω οικίας που βρίσκεται στην οδό Βουφαβέντο αρ.4, διαμέρισμα 1 στο Κυβερνητικό Οικισμό Λινόπετρας στη Λεμεσό, στον εκάστοτε Τοπικό Διαχειριστή Κυβερνητικών Οικισμών Λεμεσού, στα γραφεία του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού εντός 30 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης πιστού αντιγράφου του παρόντος διατάγματος». Αναφορικά με τη διεκδίκηση αποζημιώσεων, απορρίπτεται η αξίωση του ενάγοντα καθότι δεν προσκομίστηκε εκ μέρους του μαρτυρία για την αγοραία ενοικιαστική αξία του επίδικου ακινήτου και η πρόκληση ζημιάς. Επιδικάζονται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €100,00 εναντίον του Εναγόμενου και προς όφελος του Ενάγοντα. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Tελική απόφαση - Παράνομη επέμβαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο