S & G GREGORIOU MOTORS LTD ν. Επίσημος παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας ΝΙΚΟΣ ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2230/15, 13/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2230/15 Μεταξύ: S & G GREGORIOU MOTORS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- Επίσημος παραλήπτης ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας ΝΙΚΟΣ ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ
- ΝΙΚΟΣ ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ, από τη Λάρνακα Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 08.09.2016 για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου 2 Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή - εναγόμενο 2: κ. Ποσνακίδης για ΚΥΠΡΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΔΕΠΕ (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Αιμ. Κώστα) Για τους καθ' ων η Αίτηση - ενάγοντες: κ. Κ. Θωμά για YIANNAKIS K. THOMA LAW FIRM LLC (Για ν' ακούσει απόφαση ο ίδιος) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, οι Ενάγοντες αξιούν από τους εναγόμενους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την πληρωμή του ποσού των €207.000,00 πλέον τόκους και έξοδα, στη βάση «συναλλαγματικής και/ή γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή γραπτής αναγνώρισης χρέους». Η εταιρεία ΝΙΚΟΣ ΤΤΟΦΑΛΛΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ (στις 27.12.2011 εκδόθηκε διάταγμα διάλυσης της και διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της) ενάγεται ως πρωτοφειλέτης ενώ ο εναγόμενος 2 ως ο εγγυητής των υποχρεώσεών του. Ο εναγόμενος 1 δεν καταχώρησε Εμφάνιση και στις 21.10.2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του, ως η Απαίτηση. Ο εναγόμενος 2 στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε, αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Είναι η θέση του πως το επίδικο γραμμάτιο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη εννοία του άρθρου 78 του Κεφ. 149, επειδή «δεν αποκαλύπτεται καμία αντιπαροχή επί του γραμματίου». Διαζευκτικά ισχυρίζεται πως «το γραμμάτιο υπεγράφη ως αποτέλεσμα απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από τους Ενάγοντες». Ισχυρίζεται επίσης πως «το ρηθέν έγγραφο υπογράφτηκε ως εξασφάλιση της υποχρέωσης της εναγόμενης 1 να καταβάλει το ποσό των €207.000,00 για την αγορά μιας καινούριας μπουλντόζας από τους Ενάγοντες για εκτέλεση χωματουργικών εργασιών». Διατείνεται πως τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες τον Ιούλιο του 2010, πώλησαν και παρέδωσαν στην εναγόμενη 1 εταιρεία, το προαναφερόμενο μηχάνημα για το ποσό των €207.000,
- Έναντι του τιμήματος, κατεβλήθη το ποσό των €60.000,00 και για το υπόλοιπο ποσό των €147.000,00 η εταιρεία παρέδωσε στους Ενάγοντες, 14 μεταχρονολογημένες επιταγές ύψους €10.000,00 η κάθε μία. Τον Νοέμβριο του 2010 το μηχάνημα παρουσίασε πρόβλημα και οι Ενάγοντες κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων αρνήθηκαν να το επιδιορθώσουν. Η στάση των εναγόντων οδήγησε την εταιρεία να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών, με αποτέλεσμα να καταχωρηθούν το 2011 τόσο εναντίον της εταιρείας όσο και εναντίον του εναγόμενου 2, τέσσερις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις στις οποίες οι τελευταίοι αντιμετώπιζαν την κατηγορία της «πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγών». Παράλληλα, καταχωρήθηκαν, επίσης το 2011, εναντίον της εταιρείας και του εναγόμενου 2, πέντε πολιτικές αγωγές (στη βάση επιταγών) με τις οποίες οι Ενάγοντες αξιούν τα ίδια ποσά που αξιώνουν με την παρούσα αγωγή (στη βάση γραμματίου). Οι εν λόγω ποινικές υποθέσεις αποσύρθησαν και οι κατηγορούμενοι απηλλάγησαν των κατηγοριών. Στα μέσα του 2015, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την ποινική υπόθεση με αρ. 12128/15 η οποία ακόμη εκκρεμεί. Ο εναγόμενος 2 παραθέτει στην Υπεράσπισή του και λεπτομέρειες της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων στις οποίες, κατά τον ίδιο, προέβησαν οι Ενάγοντες. Σ' αυτούς αποδίδει ότι κατά την υπογραφή του γραμματίου, έπεισαν τους εναγόμενους πως σε περίπτωση βλάβης του μηχανήματος, διέθεταν τα εξαρτήματα και/ή είχαν τη δυνατότητα εισαγωγής των για την επιδιόρθωση και/ή τη συντήρηση του, ενώ τούτο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Ανταπαιτητικώς αξιώνει δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αποφασίζεται, πρώτον, ότι το επίδικο έγγραφο δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου εν τη εννοία του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 και δεύτερο, πως οι Ενάγοντες παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω, αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, και/ή τιμωρητικές και/ή «για απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις». Με την υπό κρίση Αίτηση, ο εναγόμενος 2 αιτείται την τροποποίηση του δικογράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, ώστε να περιλάβει σ' αυτό, τους ισχυρισμούς: (α) ότι το γραμμάτιο ουδέποτε υπεγράφη από τον εναγόμενο 2 και ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο πλαστογραφίας από τους ενάγοντες. (β) ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις, πριν αλλά και κατά τη σύνταξη της συμφωνίας για την αγορά του επίδικου «τρακτέρ». (γ) ότι κατά ή περί τις 28.08.2016, κατόπιν επιθεώρησης στο χώρο όπου ήταν «σταθμευμένο» το επίδικο «τρακτέρ», ο εναγόμενος 2 διαπίστωσε ότι τούτο δεν «ήτο εκεί και είχε κλαπεί» και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον διευθυντή των εναγόντων κατά/ή περί την 29.08.2016, ο τελευταίος παραδέχθηκε πως το επίδικο «τρακτέρ» το πήρε ο ίδιος και/ή υπαλλήλοι και/ή αντιπρόσωποι του. (δ) ότι οι Ενάγοντες παράνομα ιδιοποιήθηκαν το επίδικο «τρακτέρ» το οποίο αποτελεί περιουσία της εναγόμενης 1 και γι' αυτό ο εναγόμενος 2 αξιεί ανταπαιτητικώς αποζημιώσεις για παράνομη ιδιοποίηση. (ε) ότι αξιώνει περαιτέρω, ποσό €60.000,00 ως αποζημιώσεις λόγω κλοπής και/ή ιδιοποίησης του επίδικου «τρακτέρ» και επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου, αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.θ. 1-11, Δ.9 θ.26, Δ.39, Δ.25, Δ.48 θ.θ. 1-4, 8 και 9, Δ.64 και στις «Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου». Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του ίδιου του εναγόμενου 2, ο οποίος αναφέρει πως από παραδρομή και/ή λάθος των δικηγόρων του, αναφέρεται στην Υπεράσπιση ότι το επίδικο γραμμάτιο είχε υπογραφεί από τον ίδιο ως εξασφάλιση της αγοράς από την εναγόμενη 1, της «μπουλντόζας». Στην πραγματικότητα ουδέποτε υπέγραψε ο ίδιος το εν λόγω έγγραφο. Το λάθος έγινε αντιληπτό, όταν επισκέφθηκε τον δικηγόρο του στις 31.08.2016 για συζήτηση της υπόθεσης. Διατείνεται πως η υπό κρίση Αίτηση γίνεται καλόπιστα και πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Προβάλλει επίσης πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε η Αίτηση να εγκριθεί. Οι ενάγοντες καταχώρισαν Ένσταση προβάλλοντας εννέα
(9)συνολικά λόγους. Υποστηρίζουν πως με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η προσθήκη «νέας και/ή επιπρόσθετης υπεράσπισης και/ή εισαγωγή νέων και επιπρόσθετων θεμάτων». Πως η Αίτηση «υποβλήθηκε και/ή καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή εκδικητικά και καταχρηστικά της δικαστικής διαδικασίας». Πως υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της. Πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και πως η έκδοση τούτου θα προκαλέσει αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων υπέρ τους. Πως η Αίτηση δεν υποστηρίζεται με την κατάλληλη μαρτυρία. Και τέλος, πως γίνεται προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών οι οποίοι ήσαν σε γνώση του εναγόμενου 2 από την «αρχή της διαδικασίας», τους οποίους θα μπορούσε να περιλάβει στην Έκθεση Υπεράσπισης του εξ' αρχής. Νομικό υπόβαθρο της Ένστασης συνιστούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25 θθ. 1-5, Δ.39, Δ.48 θθ. 1-4, 8 και 9, Δ.64, το άρθρο 30 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Γιώργου Γρηγορίου, διευθυντού των εναγόντων. Ο ομνύων επαναλαμβάνει και επιχειρηματολογεί επί των Λόγων Ένστασης. Ειδικότερα, διατείνεται πως η δικαιολογία που προβάλλει ο εναγόμενος 2 ότι από παραδρομή ή εκ λάθους των δικηγόρων του αναφέρθηκε στην Υπεράσπιση του ότι το επίδικο γραμμάτιο υπεγράφη από τον ίδιο, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του, ημερομηνίας 15.1.2016, που συνοδεύει την Ένσταση του στην Αίτηση για έκδοση Συνοπτικής Απόφασης. Στην ρηθείσα Ένορκη Δήλωση ο εναγόμενος 2 όχι μόνο παραδέχθηκε πως υπέγραψε το επίδικο γραμμάτιο ως εγγυητής των υποχρεώσεων των εναγομένων 1, αλλά ανέφερε περαιτέρω πως πλήρωσε και διάφορα ποσά, έναντι του γραμματίου. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import-Export Ltd v. Το πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev, Aγωγή Ναυτοδικείου αρ.56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
- Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο το καταχωρημένο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης όσο και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Κατά την κρίση μου αυτές δεν διαφοροποιούν τις θέσεις που οι εναγόμενος 2 προέβαλε εξ' αρχής. Είναι ήδη προβαλλόμενη θέση ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες ενέργειες. Και πως δεν υπάρχει καμία αντιπαροχή για το επίδικο γραμμάτιο. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται να προστεθεί, διαζευκτικά, ο ισχυρισμός πως το επίδικο γραμμάτιο είναι προϊόν πλαστογραφίας η οποία διεπράχθη από τους ίδιους τους ενάγοντες. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί πως οι ισχυρισμοί τους οποίους ο εναγόμενος 2 επιθυμεί να προσθέσει στο δικόγραφο του δεν είναι εκτεταμένοι. Καταληκτικά κρίνω πως αυτοί δεν συνιστούν νέους λόγους Υπεράσπισης ούτε επιχειρείται η προσθήκη νέων εντελώς διαφορετικών ή αντίθετων θέσεων. Οι εν λόγω ισχυρισμοί περιστρέφονται γύρω από τον άξονα των ισχυρισμών της ήδη καταχωρηθείσας Υπεράσπισης και δεν διαφοροποιούν τις θέσεις που ο εναγόμενος 2 προέβαλε εξ' αρχής. Τα γεγονότα ως προς την ουσία τους δεν διαφοροποιούνται με οποιοδήποτε τρόπο. Δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει αλλαγή πλεύσης εκ μέρους του, όσον αφορά την γραμμή που εξ' υπαρχής ακολούθησε σε σχέση με την υπόθεση του. Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ1, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις δικογράφων οι οποίες είναι αναγκαίες, ώστε να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Σκοπός είναι η διακρίβωση των πραγματικών ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. Το κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του εάν επιδείχθηκε αμέλεια ή καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά. Πολ. Έφεση 96/2006, ημερ. 27.7.2007). Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον ο εναγόμενος 2 καθυστέρησε αδικαιολόγητα να υποβάλει το αίτημα του. Επαναλαμβάνω ότι το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα «καθυστέρηση». Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ. α. (ανωτέρω), λέχθηκε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, τονίστηκε, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους ώστε να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σε σχέση με τον παράγοντα αυτό ο εναγόμενος 2 δίδει σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις στην υποστηρίζουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση, για τη χρονική στιγμή που κατά τον ίδιο κατέστη αναγκαία η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Εξάλλου η υπόθεση δεν έχει αχθεί ακόμη σε ακρόαση και δεν βρίσκω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της, αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε έχω πεισθεί από την υπάρχουσα ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο εναγόμενος 2 ενεργεί με κακή πίστη ή ότι θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά εάν εγκριθεί το αίτημα του. Η ενέργεια του εν λόγω εναγόμενου να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, μπορεί να υποδηλοί αβλεψία, λάθος ή ακόμη και αμέλεια εκ μέρους του όχι όμως κακοπιστία. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά του το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του ούτως ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Οι ενάγοντες προβάλλουν επίσης πως η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι καλά γνωστό ότι κάτω από τις συμφυείς εξουσίες του, το Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να συμπληρώνει τον εαυτόν του ως Δικαστήριο, ορθά και αποτελεσματικά και να ρυθμίζει τις ενώπιον του διαδικασίες ώστε να παρεμποδίζει κατάχρηση τους με απώτερο σκοπό την διασφάλιση της δίκαιης δίκης [βλ. Τζενάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ., Re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911, Ηλίας Ηλία (αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786, Παπόρης ν. Μaskinjabriken "Sio" A/S
(1996)1B Α.Α.Δ. 1037]. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του εναγόμενου 2 - αιτητού. Επαναλαμβάνω ότι το ουσιαστικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές επίδικες διαφορές. Συνοψίζοντας όλα όσα έχουν λεχθεί ανωτέρω και έχοντας κατά νου την φύση της αντιδικίας, τις θεραπείες που ζητούνται, το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στα δικόγραφα, τις θέσεις των πλευρών, κρίνω ότι θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα του εναγόμενου 2 - αιτητού. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά του το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του, ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Με την συμπερίληψη όλων των ισχυρισμών στα δικόγραφα, θα αποτραπούν άλλες δικαστικές διαδικασίες οι οποίες πιθανόν να απαιτηθεί να εγκριθούν και θα αποτραπεί η περαιτέρω σπατάλη χρόνου του Δικαστηρίου καθώς επίσης και η σπατάλη εξόδων. Έτσι θα εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Διά ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης να καταχωρηθεί εντός είκοσι
(20)ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εκ μέρους των εναγόντων, να καταχωρηθεί εντός των επόμενων δεκαπέντε
(15)ημερών από της καταχώρησης του τροποποιημένου δικογράφου. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί για τα περαιτέρω. Τα έξοδα της Αίτησης, καθώς επίσης και εκείνα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των ενάγοντων και εναντίον του εναγόμενου 2. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης υπεράσπισης και ανταπαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο