ΜΑΡΙΟΣ ΣΙΑΗΛΗΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή αρ.: 2762/16, 9/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2762/16 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΣΙΑΗΛΗΣ, εκ Πάφου Ενάγοντα και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας 2. CLOUSO INVESTMENTS LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 28/9/16 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 9 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες - αιτητές: κ. Α. Μαθηκολώνης μαζί με κ. Κασιανή (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Καρολίνα Παναγιώτου) Για τους εναγομένους 1 - καθ' ων η αίτηση: κα Σ. Πολυβίου μαζί με κ. Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Μίτλετον) Για τους εναγόμενους 2 - καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Στυλιανίδης για Στέλιος Στυλιανίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Αν. Σχοινή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Έρεισμα για την καταχώριση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, απετέλεσε, σύμφωνα με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, ο πλειστηριασμός (προωθήθηκε από την εναγόμενη 1 τράπεζα ως ο ενυπόθηκος δανειστής) που διεξήχθη στις 14.9.2016, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η εγγραφή επ' ονόματι των εναγόμενων 2, του ακινήτου του ενάγοντα το οποίο ευρίσκεται στη Λεμεσό (ενορία Αγίας Τριάδος) και το οποίο ήταν υποθηκευμένο προς όφελος της εναγόμενης 1 τράπεζας. Όπως προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα, ο ενάγοντας διατείνεται πως ο πλειστηριασμός και η διαδικασία που προηγήθηκε τούτου (ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός και προωθήθηκε η διαδικασία πώλησης όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Αρ. 9/65 όπως τροποποιήθηκε με τον Νόμο 142
(1)/2014) είναι «παράνομος ή και μη εκτελεστός ή και καταχρηστικός ή και έλαβε χώρα κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας» και ως εκ τούτου είναι άκυρος. Είναι προβαλλόμενος ισχυρισμός του ενάγοντα πως δεδομένου του ότι είχε εκδοθεί από τις 2.6.2011 απόφαση με την οποία διετάχθη η εκποίηση της Υποθήκης με αρ. Υ964/2006 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, ο ίδιος ως ενυπόθηκος οφειλέτης δεν ήταν υπερήμερος. Με την αγωγή του ο ενάγοντας επιζητεί την ακύρωση του πλειστηριασμού και της διαδικασίας που προηγήθηκε. Συνακόλουθα, επιζητεί την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται η μεταβίβαση και/ή η εγγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου επ' ονόματι των εναγομένων 2 και περαιτέρω να διατάσσεται η επανεγγραφή του, επ' ονόματι του. Διαζευκτικά αξιώνει αποζημιώσεις. Ο ενάγοντας με την καταχώριση της αγωγής, πέτυχε μονομερώς την έκδοση του ακόλουθου διατάγματος: «Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει την μεταβίβαση ή και την εγγραφή του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/61336, Φ/Σχ. 54/580303, Τμήμα 2, Τεμάχιο 647 στην Αγία Τριάδα, Επαρχίας Λεμεσού επ' ονόματι της Εναγομένης 2 εταιρείας - CLOUSO INVESTMENTS LTD - μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στην Εναγομένη 2 εταιρεία - CLOUSO INVESTMENTS LTD - από του να μεταβιβάσει ή και να πωλήσει ή και να αποξενώσει ή και να επιβαρύνει καθ' οιονδήποτε τρόπο ή και να υποθηκεύσει το επίδικο ενυπόθηκο ακίνητο με αρ. εγγραφής 2/61336, Φ/Σχ. 54/580303, Τμήμα 2, Τεμάχιο 647 στην Αγία Τριάδα, Επαρχίας Λεμεσού μέχρι την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.» Η Αίτηση, βάσει της οποίας εκδόθηκε το προρηθέν Διάταγμα, στηρίζεται στα Άρθρα 29-32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 27, 44Α - 44ΙΑΑ, 44ΙΓ και Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στην Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, 8 και 9 και Δ.64, στο Νόμο 14/60 άρθρο 32, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική Νομολογία. Υποστηρίζεται δε από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος, όπως αναφέρει, είναι «νομικός και ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και του νομικού συμβούλου ως συνεργάτης στο δικηγορικό γραφείο MICHAEL CHAMBERS & CO που εδρεύει στη Λεμεσό». Αποτελούν παραδεκτά γεγονότα από όλες τις πλευρές, τα ακόλουθα: Κάποια εταιρεία RAQUEL LTD (σήμερα βρίσκεται υπό εκκαθάριση), έλαβε δάνειο από την πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd (η «πρώην Λαϊκή») για το ποσό των €7.828.811,80, στη βάση συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 18.10.
- Ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή (Μάριος Σιαηλής) εγγυήθηκε προσωπικά τις υποχρεώσεις της προρηθείσας εταιρείας, μέχρι ποσού Λ.Κ.225.000.- βάσει γραπτής εγγύησης ημερομηνίας 1.2.
- Προς περαιτέρω εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου, ο ενάγοντας στις 6.2.2006 ενέγραψε υποθήκη (Αρ. Υ964/2006) στο ακίνητο του (γραφείο αρ. 1, στον 3ον όροφο της πολυκατοικίας "Kanika Alexander Center") με αριθμό εγγραφής 2/61336, στην ενορία Αγίας Τριάδος στη Λεμεσό, για το ποσό των Λ.Κ.225.000.- Λόγω της μη αποπληρωμής των δόσεων δανείου, την 1.7.2007 η πρώην Λαϊκή τερμάτισε την σύμβαση δανείου. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, το οφειλόμενο ποσό ανήρχετο στις €320.437,
- Η πρώην Λαϊκή, στις 6.8.2010 καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος την αγωγή με αριθμό 2160/2010 εναντίον της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας (RAQUEL LTD) και του εγγυητού της (Μάριου Σιαηλή). Στις 23.11.2010 εξασφαλίστηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής προς τον εγγυητή Μάριο Σιαηλή, μέσω επίδοσης στον πατέρα του (Χαράλαμπο Σιαηλή) λόγω του ότι ο Μάριος Σιαηλής δεν εντοπίζετο. Στις 11.3.2011 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση προς όφελος της Τράπεζας (πρώην Λαϊκής) και σε βάρος της εταιρείας RAQUEL LTD, για το ποσό των €320.437,44 με τόκο προς 14% ετησίως από 1.7.2007 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενου του τόκου δύο φορές το χρόνο, την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου. Θα υπήρχε δε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για περίοδο δύο ετών από 11.3.
- Στις 2.6.2011 εκδόθηκε απόφαση (ερήμην) εναντίον του εγγυητή Μάριου Σιαηλή για πληρωμή, από κοινού και κεχωρισμένα με την εταιρεία RAQUEL LTD, του ποσού των €320.437,44 με τόκο προς 14% ετησίως από 1.7.2007 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, εκδόθηκε Διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης Υ964/06 και διετάχθη η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με δημόσιο πλειστηριασμό. Το εξ' αποφάσεως χρέος δεν εξοφλήθηκε, ούτε και το ενυπόθηκο ακίνητο πωλήθηκε. Από τις 29 Μαρτίου 2013, βάσει Διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013, Κ.Δ.Π. 104/2013) περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της πρώην Λαϊκής, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εναγόμενη 1 στην παρούσα αγωγή). Η εναγόμενη 1 τράπεζα προώθησε την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 142
(1)/
- Ο πλειστηριασμός διεξήχθη στις 14.9.2016 και το ακίνητο πωλήθηκε στην εναγόμενη 2 εταιρεία, στην επιφυλαχθείσα τιμή πώλησης των €259.800.- που καθορίστηκε από πλευράς της εναγόμενης
- Ο ενάγοντας στην Ένορκη του Δήλωση, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, αναφέρει και τα εξής: Ο ίδιος έλαβε γνώση τόσο της αγωγής όσο και της εναντίον του εκδοθείσης απόφασης «πολύ αργότερα» λόγω του ότι από τον Σεπτέμβριο του 2006 μέχρι και τον Ιούνιο του 2013, απουσίαζε στο εξωτερικό. Ο πατέρας του (Χαράλαμπος Σιαηλής), στον οποίο επιδόθηκε η αγωγή, «έπασχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και πάσχει ακόμη και σήμερα από αλτσχάϊμερ». Όσον αφορά το ζήτημα της κατ' ερήμην εκδοθείσης απόφασης εναντίον του, επιφυλάσσει «όλα τα νόμιμα δικαιώματα του». Σε σχέση με την διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του, που ακολούθησε η εναγόμενη 1 τράπεζα, αναφέρει πως «αργότερα» η τελευταία του απέστειλε την Ειδοποίηση Τύπος «Ι» και στις 4.4.2016 του επεδόθη η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» μαζί με την Ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ». «Μεταγενέστερα» στις 2.8.2016 του επεδόθη η Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» μαζί με την Ειδοποίηση Πλειστηριασμού - Δελτίο Α (με αυτή πληροφορείτο πως ο πλειστηριασμός θα διεξαγόταν στις 14.9.2016). Διατείνεται πως από την στιγμή που είχε ήδη εκδοθεί δικαστική απόφαση και διάταγμα εκποίησης της επίδικης υποθήκης, δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να εφαρμοστεί η διαδικασία πώλησης του ακινήτου του σύμφωνα με το ΜΕΡΟΣ VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου ως αυτός έχει τροποποιηθεί και να διεξαχθεί ο επίδικος πλειστηριασμός. Και τούτο επειδή η νέα διαδικασία προϋποθέτει την ύπαρξη υπερημερίας χρέους. Κατά τον ίδιο, σε περίπτωση έκδοσης από το Δικαστήριο απόφασης και διατάγματος εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου, δεν υφίσταται υπερημερία «συμβατικού χρέους». Τέλος, αναφέρει πως τα δικαιώματα του έχουν επηρεαστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό αφού το ακίνητο του (από τις 5.10.2015 είναι ενοικιασμένο σε δύο εταιρείες με μηνιαίο ενοίκιο €1.100.-) πωλήθηκε με βάση την εκτίμηση της εναγόμενης 1 τράπεζας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν αντικατοπτρίζει την ορθή και πραγματική αγοραία αξία του η οποία υπερβαίνει τις €500.000.- αφού «πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο σε έκταση γραφείο, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της Λεμεσού, πολύ κοντά στο παραλιακό μέτωπο της πόλης και πλησίον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού». Η εναγόμενη 1 τράπεζα, καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας δεκαπέντε
(15)συνολικά Λόγους. Είναι η εισήγηση της πως καμία από τις τρεις
(3)προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δεν ικανοποιείται. Πως ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια», καθότι δεν απεκάλυψε, μεταξύ άλλων, το γεγονός πως ενοικίασε το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς να λάβει προηγουμένως την γραπτή έγκριση της τράπεζας, ούτε και κατέβαλε προς αυτήν οποιοδήποτε ποσό ενοικίου, όπως ρητά προνοείται στην σύμβαση Υποθήκης. Δεν απεκάλυψε επίσης πως απουσίαζε από την Κύπρο, λόγω φυγοδικίας. Περαιτέρω, προβάλλεται πως η Αίτηση είναι «έκδηλα καταχρηστική», λόγω του ότι καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Καταχωρήθηκε 15 ημέρες μετά την διεξαγωγή της διαδικασίας του ιδιωτικού πλειστηριασμού και αφότου ο ενάγοντας έλαβε γνώση των Ειδοποιήσεων αναφορικά με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου (σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ο ενάγοντας είχε το δικαίωμα να καταχωρήσει Αίτηση/Έφεση για ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ» εντός 30 ημερών από την λήψη της) αλλά δεν προχώρησε με κανένα ένδικο διάβημα, για την ακύρωση της διαδικασίας. Πως η Εγγύηση είναι «ανεπαρκής και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή δεν καλύπτει τις ενδεχόμενες ζημιές που θα υποστούν οι καθ' ων η αίτηση από την έκδοση του Διατάγματος». Πως η Αίτηση δεν ικανοποιεί το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Τέλος, πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης, καθώς «δεν είναι δίκαιο και εύλογο να δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες διότι μεταξύ άλλων (α) η καθ' ης η αίτηση 1 δεν θα λάβει ποσό για την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού και (β) η καθ' ης η αίτηση 2 αποτελεί καλόπιστο αγοραστή η οποία έχει ήδη καταβάλει το ποσό που αντιστοιχεί στην αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου και έχει δικαίωμα να μεταβιβαστεί το ακίνητο επ' ονόματι της». Η Ένσταση της εναγόμενης 1 στηρίζεται στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Δ.1-4, Δ.32, Δ.35, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/1965 και στους εκάστοτε δυνάμει αυτού εκδοθέντες Κανονισμούς, στους γενικούς κανόνες επιεικείας, στη νομολογία, στην πρακτική και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Ένσταση της εναγόμενης 1, υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση του υπαλλήλου της Μιχάλη Στυλιανού, εργαζομένου ως Υπεύθυνου Αξιολόγησης Ληξιπρόθεσμων Υποχρεώσεων, στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών Περιφέρειας Λάρνακος - Αμμοχώστου. Είναι η θέση του πως παρά το ότι ο ενάγοντας έλαβε γνώση της εναντίον του εκδοθείσης απόφασης, αυτός δεν έλαβε οποιοδήποτε ένδικο μέτρο για την «ανατροπή ή ακύρωση ή τον παραμερισμό της». Αναφέρει περαιτέρω πως στον ενάγοντα επιδόθηκαν όλες οι προβλεπόμενες από τον Νόμο αρ. 9/65 όπως τροποποιήθηκε, Ειδοποιήσεις. Συγκεκριμένα, οι Ειδοποιήσεις Τύπος «Θ» και «Ι» συνοδευόμενες από σχετική Κατάσταση Λογαριασμού ημερομηνίας 30.11.2015, καθώς επίσης και οι Ειδοποιήσεις Τύπος «ΙΑ» και Τύπος «ΙΒ», ημερομηνίας 22.3.2016. Ο ενάγοντας παρέλαβε επίσης την Ειδοποίηση για τον Πλειστηριασμό, ημερομηνίας 22.7.2016. Παρόλα αυτά, προσθέτει, ο ενάγοντας αν και δικηγόρος, δεν προέβη σε κανένα νομικό διάβημα (εναντίον της Ειδοποίησης Τύπος «ΙΑ», ο Νόμος δίδει την δυνατότητα να καταχωρηθεί Αίτηση/Έφεση εντός 30 ημερών από της επίδοσης της για τους λόγους που καθορίζονται ρητά στον Νόμο), για να προσβάλει την διαδικασία πώλησης, αλλά καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση αφότου η διαδικασία του πλειστηριασμού ολοκληρώθηκε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το ενυπόθηκο ακίνητο έχει αξία πέραν των €500.000.-, ο ομνύων αναφέρει πως ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε ατεκμηρίωτος, αφού δεν υποστηρίζεται από σχετική μαρτυρία. Τέλος, ισχυρίζεται πως ο ενάγοντας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, όπως το γεγονός πως ενοικίασε το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως, ως όφειλε, την συγκατάθεση της τράπεζας όπως καθορίζει το άρθρο 8(γ) της Σύμβασης Υποθήκης. Απέκρυψε επίσης πως δεν κατέβαλε προς την τράπεζα τα οποιαδήποτε ενοίκια, έλαβε. Η εναγόμενη 2 επίσης κατεχώρισε Ένσταση, προβάλλοντας 21 Λόγους, οι οποίοι στην πλειονότητα τους συμπλέουν με τους Λόγους Ένστασης της εναγόμενης 1. Η Ένσταση της εναγόμενης 2 στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Καν. 4
(1),
(2),
(3),
(4), στον περί Δικαστηρίων Νόμο Αρ. 14/60, Άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Άρθρα 4,5 και 9, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο Αρ. 9/1965, ως ετροποποιήθη και ειδικότερα επί των Μερών VI και VIA, επί των Αρχών του Κοινοδικαίου και της Επιεικείας, επί της Νομολογίας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση της εναγόμενης 2, εκτίθενται σε Ένορκη Δήλωση του διευθυντού της Ανδρέα Λοϊζου, δεόντως εξουσιοδοτημένου. Ο ομνύων απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, στην έκταση που αυτοί είναι αντίθετοι με τους δικούς του. Αναφορικά με την διαδικασία απόκτησης του επίδικου ακινήτου, αναφέρει τα ακόλουθα: Ο ίδιος ενημερώθηκε για τον πλειστηριασμό μερικές ημέρες προ της 14.9.2016, από σχετική δημοσίευση στην οποία περιλαμβάνοντο πληροφορίες (στοιχεία του τίτλου, περιγραφή και χαρακτηριστικά, τοποθεσία, πολεοδομικά στοιχεία) σε σχέση με το επίδικο ακίνητο καθώς και η επιφυλαχθείσα τιμή η οποία είχε καθορισθεί στο ποσό των €259.800.- Το ακίνητο κατακυρώθηκε στην εναγόμενη 2 η οποία ήταν ο μοναδικός πλειοδότης, για το ποσό της επιφυλαχθείσης τιμής. Την ημέρα του πλειστηριασμού η εναγόμενη 2 πλήρωσε το ποσό των €51.960.- (20% του τιμήματος πώλησης) και στις 29.9.2016 εξόφλησε όλο το τίμημα πώλησης, καταβάλλοντας το ποσό των €207.840.- Είναι η θέση του πως η εναγόμενη 2 ενήργησε ως «καλόπιστος τρίτος» σε μια καθόλα νόμιμη, ορθή και έγκυρη διαδικασία. Περαιτέρω, πως σε περίπτωση οριστικοποίησης του Διατάγματος, η θέση της εναγόμενης 2 θα είναι η δυσμενέστερη από όλους τους διαδίκους, καθότι «δεν θα έχει ούτε πρόσβαση στο ακίνητο, ούτε πρόσβαση στο τίμημα πώλησης το οποίο θα συνεχίσει να κατακρατείται από την καθ' ης η αίτηση 1, μέχρι ολοκλήρωσης της αγωγής και τυχόν έφεσης τουλάχιστον». Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση και στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ώστε το προσωρινώς εκδοθέν Διάταγμα να οριστικοποιηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του προρηθέντος άρθρου. Η εναγόμενη 1 τράπεζα, ως ο ενυπόθηκος δανειστής, πέτυχε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του ενάγοντα, ενεργοποιώντας τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Νόμο 142
(1)/2014. Ο Νόμος 9/65, δεν αποκλείει τον ενυπόθηκο δανειστή από του να επιδιώξει με πολιτική αγωγή την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφληση του ποσού που εξασφαλίζει η υποθήκη (άρθρο 44
(1)των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως (Αρ. 11) του 2015). Το Μέρος VI του Νόμου, πραγματεύεται την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου με αίτηση που υποβάλλεται στον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Ο Τροποποιητικός Νόμος αρ. 142
(1)του 2014, πραγματεύεται την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή χωρίς την παρεμβολή της αίτησης στον Διευθυντή του Κτηματολογίου. Στο άρθρο 44 Α
(4)του Νόμου 9/65, αναφέρεται πως καμιά πρόνοια του Μέρους VIA, δεν αποκλείει την επιλογή της πολιτικής αγωγής. Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον ο ενυπόθηκος δανειστής διατηρεί την δυνατότητα να επιδιώξει την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA, όταν έχει ήδη εξασφαλίσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την πώληση του ακινήτου. Το ερώτημα απαντήθηκε με την απόφαση του Προέδρου Χ. Μαλακτού, στην Αίτηση/Έφεση 39/2016, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, M.K. Petrou Developers Ltd v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Συμφωνώ απόλυτα με την εν λόγω απόφαση, την οποία υιοθετώ πλήρως. Όπως λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση: «Παρουσιάζεται ανορθόδοξο, μέχρι και καταχρηστικό, να χρησιμοποιείται διαδικασία που προνοείται σε νομοθέτημα ώστε να επιδιώκεται αποτέλεσμα, η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου, το οποίο έχει ήδη διατάξει το Δικαστήριο. Οι όποιες ασφαλιστικές δικλίδες υφίστανται στο Μέρος VIA προς εξασφάλιση των συμφερόντων του ενυπόθηκου οφειλέτη είναι άτοπο να εξετάζονται και, περαιτέρω, κάθε τέτοια εξέταση είναι αντιφατική και ασεβής προς την δικαστική απόφαση με την οποία διατάχθηκε η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Πολλές από τις προϋποθέσεις για την χρησιμοποίηση της διαδικασίας του Μέρους VIA είναι αντικειμενικά ουσιαστικά ανεφάρμοστες όταν υφίσταται δικαστική απόφαση που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Αυτό γίνεται κατανοητό από την Εφεσίβλητη, οι δικηγόροι της οποίας επιχειρηματολογούν, όμως, ότι οι επιμέρους προϋποθέσεις παρακάμπτονται.» Σ' άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται πως: «Δεν υπάρχει οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με δήλωση σύμβασης υποθήκης, αλλά εξ αποφάσεως χρέος. Δεν υφίσταται ποσό που έγινε απαιτητό, αλλά δικαστική απόφαση όπου ποσό επιδικάστηκε υπέρ της Εφεσίβλητης και εναντίον της Εφεσείουσας. Η δικαστική απόφαση εκδόθηκε την 19.5.2006 και η εκτέλεσή της δεν έχει ανασταλεί, επομένως, πώς μπορεί να έχει η Εφεσείουσα το δικαίωμα μέσα σε 30 ημέρες, όπως η Ειδοποίηση προνοεί, για να πληρώσει το όποιο ποσό προς αποφυγή της εκποίησης, έστω δυνάμει του Μέρους VIA, όταν άμεσα είναι εκτελεστή η δικαστική απόφαση που διατάσσει την εκποίηση.» Καταληκτικά, αναφέρεται πως: «.... δεν είναι δυνατόν να κινηθεί η διαδικασία του Μέρους VIA μετά που έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση που διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.» Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, νομολογιακά έχει λεχθεί πως θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το κριτήριο αυτό εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος, κατά πόσον η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, η προϋπόθεση αυτή, κατά την κρίση μου, δεν ικανοποιείται. Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, όχι μόνο δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να καταδεικνύει πως η εναγόμενη 1 τράπεζα είναι αφερέγγυα και πως σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον της δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει τον ενάγοντα αλλά δεν αναφέρεται πουθενά οτιδήποτε το συγκεκριμένο σε σχέση με την φερεγγυότητα της εναγόμενης
- Τα ίδια ισχύουν και για την εναγόμενη
- Η νομολογία έχει καθορίσει ότι πρέπει να δίδονται στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή μιας εταιρείας. Παρόλο που η τύχη της Αίτησης έχει κριθεί αφού οι τρεις προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιούνται σαρωτικά, σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), έχω να πω τα εξής. Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Εν προκειμένω, κρίνω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν είναι υπέρ του ενάγοντα αλλά υπέρ των εναγομένων. Δεν μπορεί να παραγνωριστεί πως η εναγόμενη 2 εταιρεία έχει καταβάλει ολόκληρο το τίμημα πώλησης, προτού λάβει γνώση της ύπαρξης της εναντίον της αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης. Σε περίπτωση οριστικοποίησης του Διατάγματος, δεν θα είναι σε θέση να καρπωθεί οποιοδήποτε όφελος προέκυπτε από την εν λόγω αγορά, αφού δεν θα μπορεί να εγγράψει επ' ονόματι της το ακίνητο, ούτε και θα είναι σε θέση να το εκμεταλλευτεί. Δεν μπορεί επίσης να παραγνωριστεί και το γεγονός πως ο ενάγοντας δεν κατέβαλε προς την εναγόμενη 1 οποιοδήποτε ποσό προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του, το οποίο παραμένει ανείσπρακτο από την έκδοση της απόφασης εναντίον του. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι το Διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και συνακόλουθα η Αίτηση να απορριφθεί. Διά ταύτα, το προσωρινώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται και η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των εναγομένων και σε βάρος του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα μόλις εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο