SHARLIKOV DMITRY ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 2075/15, 19/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2075/15 Μεταξύ: SHARLIKOV DMITRY, από τη Ρωσία Ενάγοντα και
- ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από την Λευκωσία
- ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λευκωσία
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, μέσω του ειδικά διορισμένου διαχειριστή της, από τη Λευκωσία
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21.4.2016 για διαγραφή παραγράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης της εναγόμενης 4 Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Γρηγορίου για PHC TSANGARIDES LLC Για την εναγόμενη 4 - καθ' ης η Αίτηση: κα Οικονόμου για ΧΡΥΣΑΦΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΒΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο ενάγοντας αιτείται τα εξής: «Α. Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή διαγράφει την παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση 4 ημερομηνίας 21/10/2015 ως μη αναγκαίας και/ή σκανδαλιστικής και/ή ενοχλητικής και/ή άσχετης και/ή προκαλεί την αμηχανία και/ή περιέχει νομικούς ισχυρισμούς και γεγονότα που δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε αστικές υποθέσεις και/ή δημιουργούν δυσμενείς εντυπώσεις και/ή αποτελούν μαρτυρία και/ή τείνουν να προκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Β. Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα θα κρίνει το Δικαστήριο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.» Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19 θ.26, Δ.25 θ.1, Δ.27 θ.3 και Δ.48 θ.1, 2, 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι εγγενείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της Ευτυχίας Κουζάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα. Η ομνύουσα υποστηρίζει πως η εναγόμενη 4 στην Υπεράσπιση της προβάλλει ισχυρισμούς οι οποίοι «είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμοι και/ή ανεφάρμοστοι και/ή μη αναγκαίοι και/ή σκανδαλιστικοί και/ή ενοχλητικοί και/ή άσχετοι και/ή τείνουν να προκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής». Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 9, της οποίας επιζητείται η διαγραφή (σ' αυτήν γίνεται μνεία στα Διατάγματα που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 17
(1)/2013), υπάρχει αναφορά στο δίκαιο της ανάγκης (doctrine of necessity), γεγονός ανεπίτρεπτο εφόσον η αγωγή δεν εμπίπτει στη σφαίρα του Δημόσιου και Διοικητικού Δικαίου. Τυχόν παραμονή των εν λόγω ισχυρισμών, προσθέτει, θα προκαλέσει «πολυπλοκότητα και αχρείαστη μεγέθυνση» και σπατάλη του δικαστικού χρόνου. Η ομνύουσα διατείνεται περαιτέρω πως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εντελώς αβάσιμοι και/ή ανυπόστατοι και δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε αστικές υποθέσεις. Είναι η θέση της, καταληκτικά, ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα σύμφωνα με την Αίτηση. Η καθ' ης η Αίτηση - εναγόμενη 4, καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας επτά
(7)Λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19 θ.26 για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η διαγραφή της υπό κρίση παραγράφου στο παρόν στάδιο, θα ήταν παράτυπο, αντινομικό, πρόωρο και αντίθετο της δικαστικής διαδικασίας και της δίκαιης δίκης μέτρο, εφόσον για την διαγραφή της απαιτείται μαρτυρία η οποία και θα πρέπει να προσαρμοστεί κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Η εναγόμενη 4 κατά την σύνταξη της Υπεράσπισης της, ακολούθησε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία και συμμορφώθηκε πλήρως με τα όσα προνοούν οι Διαταγές 19 και 20 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της διαδικασίας (abuse of the process of the Court). Η Ένσταση στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση. Περαιτέρω στηρίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Δ.20 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την Ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της Ιουλίας Μαλέκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη
- Επί της ουσίας, υποστηρίζει πως «στο παρόν στάδιο το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να διατάξει την διαγραφή της υπό κρίση παραγράφου για τον λόγο ότι το «Δίκαιο της Ανάγκης» δεν εφαρμόζεται μόνο σε υποθέσεις δημοσίου δικαίου αλλά εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση όπου λόγω της έκτακτης ανάγκης που έχει δημιουργηθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει μέτρα για να διατηρηθεί το αναγκαίο ισοζύγιο μεταξύ των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των θιγομένων μερών στην κοινωνία». Περαιτέρω είναι η θέση της πως οι ισχυρισμοί της παραγράφου 9 της οποίας επιζητείται η διαγραφή, σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και είναι αναγκαίοι για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένα η Υπεράσπιση της καθ' ης η Αίτηση - εναγόμενης
- Αναφέρει επίσης πως το κατά πόσον οι ισχυρισμοί είναι βάσιμοι ή όχι, θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας και αφού ακούσει τους διαδίκους. Τέλος, εισηγείται πως το «Δίκαιο της Ανάγκης» εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση όπου το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει μέτρα για να διατηρηθεί το αναγκαίο ισοζύγιο μεταξύ των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων των μερών. Η Δ.19 Κ.26 επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, έχει ως εξής: «
- The Court or a judge may, at any stage of the proceeding, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Η Δ.27 Κ.3 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Είναι καλά γνωστό πως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στην Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Κ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. Όμως το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις των (Knowles v. Roberts
(1988)38 Ch. D. 263, 270). Στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1846, στη σελ. 1850 αναφέρθησαν τα εξής αναφορικά με τη σύνταξη δικογράφων: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση. (Βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685.)» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.4. (Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852.) Κύριος σκοπός της Δ.19 Κ. 26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση της αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Κ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Κ. 3. Γενικά κρίνονται ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα, τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα και προσβλητικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Αν όμως είναι σχετικά, δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1953, σελ. 366, 367, Rossage v. Rossage and Others
(1960)1 All E.R. 600, Butters Gas & Oil Co. V. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.2016. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα, δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον Εναγόμενο. (βλ. Davy v. Garret,
(1878)7 Ch. D. 486). Γι ΄ αυτό το κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα που δίνουν στον αντίδικο την αναγκαία πληροφόρηση για το τι θα αντιμετωπίσει κατά την δίκη. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. 499, 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών που είναι σκανδαλώδεις σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι μόνο το γεγονός ότι ένα θέμα αποκαλύπτει ένα σκανδαλώδες γεγονός δεν θεωρείται σκανδαλώδες εν τη εννοία του Δικαστικού Κανονισμού αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετική είναι η υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914), 111 L.T. 512, C.A. Αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί θεωρούνται «ενοχλητικοί» αν είναι τόσο άσχετοι ώστε αν παραμείνουν θα προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και θα επηρεάσουν την δίκη εφόσον θέτουν τους διαδίκους σε μια διαφορά εκτός των επίδικων θεμάτων. Από το κείμενο της Δ.27 Κ. 3 προκύπτει πως το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να διαγράψει ένα δικόγραφο και σε τέτοια περίπτωση να αναστείλει ή να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexations). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Κ.3, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others
(1970)1 All E.R. 1094, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap 113
(1991)1 A.A.Δ. 246, Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R. 418, C.A.). Προτού εξεταστεί η Αίτηση κατ' ουσίαν, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον αυτή καταχωρήθηκε καθυστερημένα και μετά την λήψη νέων διαβημάτων στην αγωγή από πλευράς του ενάγοντα - αιτητή. Και τούτο καθότι το σχετικό αίτημα θα πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα και προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1993)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338 αναφέρθηκαν στη σελ.1343, από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα εξής, αναφορικά με το στάδιο κατά το οποίο θα πρέπει να υποβάλλεται αίτηση στη βάση της Δ.19 θ.26: «Η ερμηνεία της διαταγής αυτής δεν παρουσιάζει δυσκολία. Είναι καθαρό από τη φρασεολογία της ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, όπως υποστήριξε ο δικηγόρος του εφεσείοντα. Εξάλλου η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Η ερμηνεία που δίδουμε συνάδει και με τη νομολογία και την πρακτική που ακολουθείται από τα Αγγλικά Δικαστήρια, με βάση την αντίστοιχη αγγλική Δ.19 θ.27 πριν από την τροποποίησή της. (Βλ Supreme Court Practice 1958).» Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 477 αναφέρεται καθαρά ότι αν και η Διαταγή 19 Κ.27 των Αγγλικών Θεσμών (αντιστοιχεί στην Δ.19 Κ.26 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) προνοεί ότι διάταγμα για διαγραφή μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις η σχετική αίτηση θα πρέπει πάντοτε να υποβάλλεται έγκαιρα και ως κανόνας, πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Η αγωγή καταχωρήθηκε την 9.6.2015 με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Στις 25.6.2015 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 2, στις 26.6.2015 εκ μέρους της εναγόμενης 3, στις 30.6.2015 εκ μέρους της εναγόμενης 4 και τέλος στις 6.7.2015 εκ μέρους της εναγόμενης
- Στις 9.7.2015 καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας η Έκθεση Απαίτησης. Κατόπιν σχετικής Αίτησης, καταχωρήθηκε στις 21.10.2015 η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης 4, στις 12.1.2016 η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης 1, στις 10.2.2016 η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης 3 και στις 10.3.2016 η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης
- Στις 21.4.2016 καταχωρήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα Απάντηση σ' όλες τις Υπερασπίσεις των εναγομένων, Αίτηση Ορισμού Δικασίμου και η υπό κρίση αίτηση. Το γεγονός πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση της εναγόμενης 4, δεν θεωρώ πως τούτο μπορεί να εκληφθεί ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Ούτε θεωρώ πως ο ενάγοντας έλαβε περαιτέρω μέτρα με το να καταχωρήσει την ίδια ημέρα, Αίτηση Ορισμού Δικασίμου. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε έγκαιρα και προτού ληφθούν από πλευράς ενάγοντα νέα διαβήματα στην αγωγή. Ως προς την ουσία της Αίτησης, κρίνω πως αυτή δεν μπορεί να επιτύχει, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια. Ο ισχυρισμός τον οποίο ο ενάγοντας - αιτητής επιθυμεί να διαγράψει από την Υπεράσπιση της εναγόμενης 4, είναι η απάντηση της τελευταίας στους δικούς του ισχυρισμούς που προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης, σε σχέση με τα Διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν. 17
(1)/2013). Ο ισχυρισμός της εναγόμενης 4 άπτεται θεμάτων νομιμότητας και συνταγματικότητας των εν λόγω Διαταγμάτων. Η εισαγωγή της επίδικης παραγράφου στην Έκθεση Υπεράσπισης, προφανώς έχει κριθεί αναγκαία από την εναγόμενη 4, ώστε να θέσει τις δικές της θέσεις στα επίδικα θέματα της αγωγής, τα οποία έχουν σχέση με το κατά πόσον τα εν λόγω Διατάγματα ήταν σύννομα και δεν παραβιάζουν το Σύνταγμα και άλλους σχετικούς Νόμους. Το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, κατά πόσον δηλαδή είναι βάσιμοι ή όχι. Αυτό θα γίνει με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κρίνω πως η επίδικη παράγραφος δεν περιέχει άσχετους, σκανδαλώδεις ή ενοχλητικούς ισχυρισμούς, ώστε το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του εξουσία να την διαγράψει. Στο σημείο αυτό σημειώνω πως ακόμη και στην περίπτωση που εκρίνετο πως η επίδικη παράγραφος περιείχε αχρείαστα ζητήματα, αυτό από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για την διαγραφή της, εφόσον δεν τέθηκε κανένα στοιχείο με το οποίο να υποστηρίζεται πως προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως η επίδικη παράγραφος δεν περιέχει αχρείαστους ισχυρισμούς. Όπως έχω προαναφέρει, η Αίτηση στηρίζεται και στην Δ.27 Κ.
- Εν προκειμένω, με την υπό κρίση Αίτηση δεν επιδιώκεται η διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου της εναγόμενης 4 - καθ' ης η αίτηση (ως ανυπόστατου), αλλά μέρους του, οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.27 Κ.
- Εκτός αυτού δεν έχω επισημάνει ότι πρόκειται περί ενός δικογράφου που περιέχει μία εντελώς ανύπαρκτη υπεράσπιση ώστε το Δικαστήριο να προβεί στο δραστικό μέτρο της διαγραφής του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι η κατάληξη μου ότι επί της ουσίας η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 4 - καθ' ης η Αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα - αιτητού, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο