ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ν. ΛΟΥΗΣ Κ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ κ.α., Αγωγή αρ.: 806/2008, 25/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 806/2008 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντας και
- ΛΟΥΗΣ Κ. ΙΩΑΝΝΙΔΗ
- ΑΜΑΡΥΛΛΙΣ Κ. ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
- ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ
- ΕΛΕΝΗ Γ. ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ, όλοι από τη Λεμεσό Εναγόμενοι -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 15/6/2016 για τροποποίηση δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 25 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κ. Π. Κονταξής για κ. Σ. Σωφρονίου Για τους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση: κ. Φ. Αποστολίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 20.10.2014, ύστερα από δηλώσεις των μερών, το Δικαστήριο εξέδωσε την πιο κάτω, εκ συμφώνου, απόφαση: «
- Ο Ενάγοντας να πληρώσει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 το ποσό των €10.251 με τόκο προς 5% ετησίως επ' αυτού από 1.5.04 μέχρι εξοφλήσεως. Καμία διαταγή για έξοδα στην ανταξίωση.
- Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάττονται οι Εναγόμενοι 3 και 4 και/ή το Κτηματολόγιο Λεμεσού όπως προβούν στη μεταβίβαση και εγγραφή του διαμερίσματος αρ.103 μαζί με το χώρο στάθμευσης του, στον 1ο όροφο της ανεγερθείσας πολυκατοικίας επί του οικοπέδου με αρ. τεμ. 286, με αρ. εγγρ. Α298,του Φ/Σχ 54/49.3.4.Α, στηνοδό Ιβύκου, περιοχή Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στη Λεμεσό, στο όνομα του Ενάγοντα και/ή διάταγμα το οποίο διατάσσει τους Εναγόμενους 3 και 4 όπως τιτλοποιήσουν στο όνομα του Ενάγοντα και εντέλλεται το Κτηματολόγιο Λεμεσού όπως προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση και τιτλοποίηση.
- Οι Εναγόμενοι 3 - 4 να πληρώσουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως στον Ενάγοντα το ποσό των €59,00 έξοδα εκδόσεως της απόφασης αυτής, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ένα σετ εξόδων θα πληρωθεί στην υπόθεση για όλους τους Εναγόμενους.
- Οι πιο κάτω δηλώσεις καταστούν και δια του παρόντος καθίστανται κανόνας Δικαστηρίου: «Δηλούται ότι το υπόλοιπο βάσει του συμβολαίου που οφείλεται από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους είναι €10.251 με τόκο 5% από 1.5.04 ως υπόλοιπο τιμήματος του επίδικου διαμερίσματος. Όλοι οι διάδικοι αποδέχονται όπως το ποσό που θα καθοριστεί από τον Πρωτοκολλητή ως έξοδα, ληφθεί και/ή εισπραχθεί από το υπόλοιπο τιμήματος και να θεωρηθεί ως πληρωμή προς τους Εναγόμενους. Το υπόλοιπο που θα παραμείνει από το τίμημα θα καταβληθεί στους Εναγόμενους συγχρόνως με την τιτλοποίηση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του Ενάγοντα». Η πληρωμή της απόφασης στην Ανταπαίτηση αναστέλλεται μέχρι τη μεταβίβαση.» Με την υπό κρίση Αίτηση ο ενάγοντας-αιτητής αιτείται τα εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για διόρθωση και/ή τροποποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/10/2014, ώστε αυτή να συνάδει με τη πραγματική δήλωση και θέληση των διαδίκων, ήτοι:- (α) Στην παρ. 1 αυτής, στη 2η γραμμή η φράση «μέχρι εξοφλήσεως» να διαγραφεί και αντικατασταθεί με τη φράση που δηλώθηκε και αναγράφεται και στο επίδικο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο (Τεκμ. Β' - παρ.6):- «μέχρι και για 'περίοδο δεκαοκτώ
(18)μηνών'», και, (β) Στη παρ. 4 (2η σελίδα-εν αρχή) να αναγραφεί/προστεθεί μεταξύ των λέξεων «με τόκο 5% από 1.5.04» και «ως υπόλοιπο τιμήματος του ...» η φράση «και για τους επόμενους 18 μήνες, που θα γινόταν η μεταβίβαση του επ' ονόματι του Ενάγοντα,»... Β. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα κρίνει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο.» Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θθ. 5, 6 και Δ.48 θ.1-4 και 9 και «επί της εγγενούς, φυσικής και διακριτικής εξουσίας και ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει αυτολεξεί τα εξής: «
- Στις 20/10/2014 εξεδόθη εκ συμφώνου απόφαση στην πιο πάνω αγωγή, αντίγραφο της οποίας προσάπτω ως Τεκμ.Α.
- Εκ λάθους όμως και/ή αβλεψίας και/ή εκ παραδρομής, οι δηλώσεις μας ως προς την διάρκεια και/ή το χρόνο επιβάρυνσης μου για τόκους εκ λάθους ή παράβλεψης ή άλλως πως δεν αποδόθηκαν σωστά και ως ήταν η πρόθεση όλων μας και έτσι το νόημα, η ερμηνεία και η δηλωθείσα θέληση, συμφωνία και πρόθεση μας δεν αποδίδεται ως έπρεπε και όπως συμφωνήσαμε, αλλά και ως ανεφέρθη στο Δικαστήριο σε σχέση με το επίδικο Αγοραπωλητήριο έγγραφο μας (παρ.6) (Τεκμ.Β).
- Το πιο πάνω λάθος και/ή την ασυμφωνία που περιέχεται στην απόφαση τη διαπίστωσα όταν στις 18/4/2016 το Κτηματολόγιο μετά από σχετική αίτηση μου για μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα μου βάσει του Νόμου για εγκλωβισμένους Αγοραστές, μου ζήτησε με επιστολή του ημερ. 18/4/2016 (Τεκμ.Γ) να τους εμβάσω το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς (€10.251.-) και τους τόκους (5%). Γεγονός που έπραξα στις 2/6/2016 (βλ. Τεκμ.Δ) και κατέβαλα συνολικά €11.019,83σ ως το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς και τους τόκους, ως είχα αντιληφθεί ότι δηλώθηκε στο Δικαστήριο και όπως προβλέπεται και στο έγγραφο μου, για 18 μήνες.
- Το Κτηματολόγιο όμως δεν δέχτηκε ότι εξοφλώ την οφειλή μου διότι, ως μου αναφέρθηκε είναι διαφορετική η απόφαση του Δικαστηρίου και ότι τότε μόνο θα θεωρήσουν το ποσό των €11.019,83σ που τους έμβασα προς εξόφληση όταν το Δικαστήριο τροποποιήσει/διορθώσει ως τώρα ζητώ την απόφαση του.
- Πιστεύω ότι διαφορετική προσέγγιση από το Δικαστήριο του αιτήματος μου θα ήταν άδικη, τη στιγμή που οι πωλητές/Εναγόμενοι δεν επέδειξαν καμιά πρόθεση μεταβίβασης του διαμερίσματος μου επ' ονόματι μου και ούτε φαίνεται να έχουν τέτοια διάθεση, ενώ αν δεν αλλάξει η απόφαση, αυτοί αδίκως και ενώ οι ίδιοι είναι υπερήμεροι και παραβαίνουν το Συμβόλαιο τους, θα δικαιούνται να με χρεώνουν και να εισπράξουν μέχρι σ' ότου μου το μεταβιβάσουν και για όλη τη μεσολαβούσα χρονική περίοδο τους ανάλογους τόκους. Αν δε δεν άλλαζε η Νομοθεσία και να δικαιούμαι τίτλου ιδιοκτησίας με τη σχετική αίτηση για εγκλωβισμένους αγοραστές, οι Εναγόμενοι δεν θα ερχόντουσαν τουλάχιστον στο σύντομο μέλλον να μου μεταβιβάσουν το διαμέρισμα μου ενώ αντίθετα, όποτε αυτό θα γινόταν, δηλαδή η μεταβίβαση και ως έχει σήμερα η απόφαση, αυτοί θα εδικαιούντο και θα αξιούσαν και όλους τους μέχρι τότε τόκους. Άδικο και μη επιθυμητό από το Δικαστήριο αλλά και αντίθετο από αυτά που δηλώσαμε κατά την έκδοση της απόφασης και που προβλέπονται στο Πωλητήριο Έγγραφο μας (Τεκμ.Β).
- Ούτω και κατ' αυτό τον τρόπο δίδεται παρερμηνεία στο τι το Δικαστήριο αποφάσισε και διέταξε στο κείμενο αυτό της απόφασης γι' αυτό και με τη παρούσα Αίτηση μου ζητώ απλά να διορθωθεί το πρακτικό και η απόφαση ούτως ώστε να αποδίδουν τη πραγματική έννοια, νόημα, πρόθεση και συμφωνία μας.» Οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν Ένσταση, προβάλλοντας έντεκα
(11)Λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής: Η Αίτηση είναι αβάσιμη και/ή στηρίζεται σε λανθασμένους θεσμούς, πρόνοιες και κανονισμούς. Καταχωρήθηκε κακόπιστα και πολύ καθυστερημένα. Η ζητούμενη τροποποίηση παραβλάπτει τα δικαιώματα των καθ' ων η Αίτηση και ο χαρακτηρισμός της ως «λάθος ή αβλεψία ή παράλειψη ή εκ παραδρομής ή αμέλεια» δεν έχει οποιαδήποτε σημασία. Η πρόθεση των μερών έχει διατυπωθεί ορθά στην απόφαση και ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να επιδιώξει την τροποποίηση της, αφού αυτή δεν πάσχει από τυπικά λάθη. Η Ένσταση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ. 1, 2, 3 και 4, στην συμφυή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου. Την Ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της εναγόμενης 4, Ελένης Χατζηνικολάου, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Είναι θέση της ομνύουσας πως η εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση, εκφράζει την θέληση των μερών και δεν περικλείει οποιοδήποτε λάθος ή αβλεψία. Αρνείται ότι δεν «αποδόθηκε σωστά η πρόθεση των μερών αναφορικά με τους τόκους που ο ενάγων-αιτητής θα πρέπει να πληρώσει προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος μέχρι την μεταβίβαση στο όνομα του» και διατείνεται περαιτέρω πως «είναι άδικο ο Αιτητής να μην μας καταβάλει τόκο, όπως αυτός προσδιορίζεται από την απόφαση της 20.10.2014, αφού κατέχει και κατοικεί στο επίδικο διαμέρισμα από τον Απρίλιο του 2004». Τέλος, υποστηρίζει πως «κατ' ουσίαν επιζητείται η διατύπωση μιας απόφασης προσδίδουσας εντελώς διαφορετική θεραπεία στον ενάγοντα από εκείνην την οποία ο ίδιος αποδέχθηκε να εκπληρώσει προς τους εναγόμενους, με την καταβολή προς αυτούς του υπολοίπου του τιμήματος εντόκως ....». Αφετηρία για την εξουσία του Δικαστηρίου να διορθώνει αποφάσεις ή διαταγές του αποτελεί η Δ.25 θ.6, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο θεσμός έχει ως εξής: «Clerical mistakes in judgments or orders, or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal». Οι πρόνοιες της Διαταγής 25, θ.6, είναι ταυτόσημες με τις πρόνοιες της Ο28.r.11, της Αγγλικής Πρακτικής του 1958. Στο Annual Practice του 1958, σε σχόλιο που γίνεται για την εφαρμογή του Κανόνα, διαβάζουμε ότι, εκτός από τον εν λόγω κανόνα, το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να διαφοροποιεί τις δικές του διαταγές ώστε να αποδίδει το δικό του νόημα (carry out its own meaning) και να κάμνει το νόημα του σαφές. Παρατίθεται δε από την απόφαση του Lord Watson στην υπόθεση Hatton v. Harris
(1892)AC 560 το ακόλουθο απόσπασμα: «When an error of that king has been committed, it is always within the competency of the Court, if nothing has intervened which would render it inexpedient or inequitable to do so, to correct the record in order to bring it into harmony with the order which the judge obviously meant to pronounce. The correction ought to be made upon motion to that effect, and is not matter either for appeal or for rehearing». Εξάλλου, στην υπόθεση Bright v. Sellar
(1904)1 K.B. 6, ελέχθη ότι το σφάλμα ή η παράλειψη πρέπει να είναι σφάλμα στην έκφραση της προφανούς πρόθεσης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο δεν μπορεί να διορθώσει δικό του σφάλμα σε θέμα νόμου ή άλλως πως, παρόλο ότι είναι σαφές στην όψη της απόφασης ή διαταγής. Στην υπόθεση Thynne v. Thynne
(1955)3 All E.R. 129, γίνεται εκτενής ανασκόπηση των αρχών που διέπουν την εξουσία του Δικαστηρίου για διόρθωση των αποφάσεων του. Χωρίς, όπως αναφέρεται στην απόφαση, να γίνεται προσπάθεια ταξινόμησης των περιπτώσεων όπου το Δικαστήριο έχει εξουσία να επέμβει στην ίδια την απόφαση του, απαριθμούνται περιπτώσεις όπου κάτι τέτοιο είναι δυνατό. Και το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά ιδιαίτερα σε αγγλικές αποφάσεις, ασχολήθηκε με το ζήτημα και αποφάσεις του αποσαφηνίζουν το θέμα των ορίων της εξουσίας του Δικαστηρίου να διορθώνει δική του απόφαση. Στην υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R.581, στην σελίδα 587, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) μεταξύ άλλων αναφέρει: «The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court. The inherent jurisdiction of the Court to remedy errors in the process is not absolute but, as judicially acknowledged, confined to "...... matters necessary to maintain its character as a Court of justice". The Court has no authority to upset the terms of a compromise between the parties; on the contrary it will, in good conscience, extend its powers to implement their agreement. On the other hand, there is no authority under the slip rule to vary the terms of a compromise.» Στην υπόθεση Π. Σιβιτανίδης ν. Ε. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179, σελίδα 183, γίνεται ερμηνεία του όρου «γραμματικό λάθος» όπως απαντάται στην Διαταγή 25 θ.6 και αναφέρει: «Όπως είχα την ευκαιρία να εκθέσω στην Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519-στα αγγλικά-και μεταγενέστερα στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co Ltd
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 664: «Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στη διατύπωση σε αντίθεση με τη διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στην εναρμόνιση του λόγου με την έκδηλη πρόθεση» Ο όρος «γραμματικό λάθος» ενέχει την ίδια έννοια σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις και σκοπεί στην εναρμόνιση του κειμένου της απόφασης με την καταφανή πρόθεση του δικαστηρίου» Περαιτέρω δε στη σελίδα 184 της απόφασης καθορίζονται και πάλι τα όρια της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφέροντας ότι « Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το Δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου». Το θέμα διαπραγματεύθηκε και πάλι το Ανώτατο δικαστήριο στην υπόθεση Μ. Μονιάτη &Yιοί Λτδ ν. Γεώργιου Νεοφύτου, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2006, ημερομηνίας 20.5.2009, όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη δικονομική πρόνοια (Δ.25. Θ.6) και τη σχετική συμφυή εξουσία του δικαστηρίου, είναι επιτρεπτή η προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου απόφασης στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου (Δέστε: Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1043, Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 ΑΑΔ 179 και Ε.G. Falekkos Ltd v. Reana Manuf. Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 443)». Από τα πιο πάνω προβάλλεται με αρκετή σαφήνεια ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διαφοροποιεί την απόφαση του αν το νόημα και η πρόθεση του Δικαστηρίου δεν αποδίδονται στην απόφαση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της, θα ήθελα να εξετάσω σε συντομία ένα άλλο θέμα που δεν ηγέρθη μεν από τα μέρη αλλά απασχόλησε το Δικαστήριο, κατά πόσο δηλαδή άλλος δικαστής από αυτόν που εξέδωσε την απόφαση μπορεί να εξετάσει το ζήτημα. Κατέληξα τελικώς στην απόφαση ότι μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο και από άλλο δικαστή. Από τη στιγμή που ο Νόμος δίδει στο διάδικο που επηρεάζεται την ευχέρεια να θέσει ένα τέτοιο ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου, τότε αυτή η εξουσία είναι απρόσωπη και δεν θα μπορούσε να εξαρτάται από τη φυσική ή άλλη αδυναμία του δικαστή που εξέδωσε την απόφαση να το εξετάσει. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο δικαστής, μετά την απόφασή του, να μην είναι μέλος της Δικαστικής Υπηρεσίας, οπότε ο διάδικος θα εστερείτο κάποιας θεραπείας που του δίδει ο νόμος. Σχετικά με το ζήτημα τούτο είναι και όσα αναφέρονται στην απόφαση Sofocli v. Leonidou (ανωτέρω) όπου στη σελίδα 587 εξηγείται ότι σε κατάλληλη περίπτωση η εξουσία του Δικαστηρίου δυνατόν να ασκηθεί από δικαστή άλλο αυτού που εξέδωσε την απόφαση που επηρεάζεται από το λάθος. Έχοντας υπόψη τις προαναφερόμενες αρχές, το αίτημα του ενάγοντα θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Τα δικόγραφα της αγωγής, η ίδια η απόφαση, οι δηλώσεις που έγιναν από τα μέρη πριν την έκδοση της, καθώς επίσης και οι ενέργειες του ενάγοντα μετά την έκδοση της απόφασης, παρέχουν ασφαλή βάση για αποκρυστάλλωση των γεγονότων. Επιδίωξη του ενάγοντα με την αγωγή του, ήταν η μεταβίβαση και η εγγραφή επ' ονόματι του, του επίδικου διαμερίσματος το οποίο αγόρασε από τους εναγόμενους στη βάση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23.3.2004 (Τεκμήριο Β στην Ένορκη του Δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση). Όπως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, η κατοχή του διαμερίσματος παρεδόθη στον ενάγοντα κατά/ή περί την 22.7.
- Μέχρι τότε, ο ενάγοντας είχε καταβάλει έναντι του τιμήματος αγοράς το ποσό των Λ.Κ.64.000 (€109.350,49) και υπολείπετο η καταβολή, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, του ποσού των Λ.Κ.6.000.-, το οποίο θα κατέβαλλε σύμφωνα με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, κατά την μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του. Ο ενάγοντας προβάλλει επίσης στην Έκθεση Απαίτησης πως ήταν συμβατική υποχρέωση των εναγομένων να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα και να μεταβιβάσουν τούτο επ' ονόματι του, εντός 18 μηνών από της υπογραφής του Πωλητηρίου Εγγράφου, δηλαδή μέχρι 22.9.
- Στην παράγραφο 2 του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου η οποία καθορίζει τον τρόπο καταβολής του τιμήματος αγοράς, προνοείται στην παράγραφο Δ (αναφορικά με την καταβολή από τον ενάγοντα του ποσού των Λ.Κ.8.000.- που υπολείπετο για την εξόφληση του τιμήματος), το εξής: «Δ) Με την τιτλοποίηση του διαμερίσματος στο όνομα του αγοραστή το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.8.000,00 (οκτώ χιλιάδες Λίρες Κύπρου) με τόκο 5% από την ημέρα παράδοσης του Διαμερίσματος.» Η δε παράγραφος 6 του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου η οποία αναφέρεται στη μεταβίβαση του διαμερίσματος, έχει ως εξής: «
- Η μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του αγοραστή θα γίνει με έκδοση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το εν λόγω διαμέρισμα. Οι Πωλητές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας μέσα σε περίοδο
(18)μηνών περίπου.» Θα πρέπει να λεχθεί πως η αναφορά στο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο και στις πρόνοιες του, γίνεται για σκοπούς καλύτερης κατανόησης του επίδικου ζητήματος της Αίτησης και όχι για σκοπούς ερμηνείας του εγγράφου. Θα εξετάσω στη συνέχεια τις δηλώσεις των μερών κατά την ημέρα που εκδόθηκε η απόφαση. Είναι σημαντικό να αναφερθεί το τι δήλωσαν οι δικηγόροι των. «Κος Αποστολίδης: Έχουμε συμφωνήσει οι Εναγόμενοι 3 και 4 να δεχτούν απόφαση για τη μεταβίβαση του διαμερίσματος και να εκδοθεί σχετικό διάταγμα ως η παράγραφος 14Β της Αξίωσης πλέον έξοδα τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Κος Σωφρονίου: Επί του ποσού αυτού δηλώνω ότι θα προβώ σε έκπτωση 25%. Νοείται ότι το ποσό αυτό που θα υπολογιστεί θα είναι ένα σετ εξόδων και για τους τέσσερεις Εναγόμενους. Τα πιο κάτω που αφορούν τον τρόπο πληρωμής ή την πληρωμή των εξόδων θα αποτελούν κανόνα Δικαστηρίου. Δηλούται ότι το υπόλοιπο βάσει του συμβολαίου που οφείλεται από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους είναι €10.251 με τόκο 5% από 1.5.04 ως υπόλοιπο τιμήματος του επίδικου διαμερίσματος. Γι' αυτό το ποσό δεχόμαστε να εκδοθεί απόφαση. Όλοι οι διάδικοι αποδέχονται όπως το ποσό που θα καθοριστεί από τον Πρωτοκολλητή ως έξοδα μου, ληφθεί και/ή εισπραχθεί από το υπόλοιπο τιμήματος και να θεωρηθεί ως πληρωμή προς τους Εναγόμενους. Το υπόλοιπο που θα παραμείνει από το τίμημα θα καταβληθεί στους Εναγόμενους συγχρόνως με την τιτλοποίηση του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα του Ενάγοντα. Κος Αποστολίδης: Συμφωνώ και ζητώ απόφαση για το ποσό των €10.251 πλέον τόκο 5% από 1.5.04 χωρίς έξοδα. Κος Σωφρονίου: Η πληρωμή της απόφασης στην Ανταπαίτηση αναστέλλεται μέχρι τη μεταβίβαση. Κος Αποστολίδης: Συμφωνώ.» Στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση της απόφασης, όπως αυτή έχει καταγραφεί ανωτέρω. Κατά την κρίση μου στο κείμενο της απόφασης αποτυπώνεται επακριβώς ό,τι συμφώνησαν τα μέρη. Εξετάζοντας δε τόσο τις δηλώσεις του κ. Σωφρονίου όσο και τις δηλώσεις του κ. Αποστολίδη, κρίνω πως αυτές ήσαν σαφέστατες. Καμιά δήλωση τους δεν έχει διατυπωθεί κατά τρόπο που να προκαλεί σύγχυση. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος ομιλούν για καταβολή του ποσού των «€10.251 πλέον τόκο 5% από 1.5.2004», ως το οφειλόμενο από τον ενάγοντα ποσό, βάσει του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Δεν συνάγεται από καμιά δήλωση πως πρόθεση είτε της μιας είτε της άλλης πλευράς είτε και των δύο, ήταν η καταβολή τόκου μόνο για περίοδο δεκαοκτώ
(18)μηνών από 1.5.2004. Το αντίθετο θα έλεγα. Η δήλωση πως «ο τόκος θα καταβληθεί από 1.5.2004», χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση, εύλογα εκλαμβάνεται πως ο τόκος θα καταβληθεί από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι την εξόφληση του οφειλομένου, από τον ενάγοντα, ποσού. Είναι γ' αυτό τον λόγο που στην απόφαση διατυπώνεται πως ο τόκος θα καταβληθεί από 1.5.2004 μέχρι εξοφλήσεως. Αναφερόμενη στην απόφαση, θεωρώ ότι αυτή είναι και εναργής και σαφής και ότι δεν χρειάζεται οποιαδήποτε αποσαφήνιση. Καταληκτικά, θεωρώ πως τόσο η πρόθεση των μερών όσο και η πρόθεση του Δικαστηρίου αποδόθηκαν ορθά με τον τρόπο που διατυπώθηκε η απόφαση. Παρόλο που ο ενάγοντας δεν αποδίδει «το λάθος ή την αβλεψία ή την παραδρομή» στο δικηγόρο του αλλά αναφέρεται γενικά «οι δηλώσεις μας», θα πρέπει να λεχθεί πως ακόμη και στην περίπτωση που απέδιδε «το λάθος» στον δικηγόρο του, δεν θα μπορούσε να το επικαλεστεί τούτο για να απεκδυθεί των ευθυνών του. Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο πως διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση διαδικασιών. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από την συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της (Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1(B) A.A.Δ. 698, σελ. 704-705). Για όλους αυτούς τους λόγους, κρίνω πως η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή. Διά ταύτα η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα-αιτητή και υπέρ των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση διόρθωσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο