ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΖΑΦΡΟ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αριθμός Αγωγής: 1234/2010, 11/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A7 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 1234/2010 Μεταξύ: CHRICON ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -ΚΑΙ- ΖΑΦΡΟ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγομένων ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 10/06/2016 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -ΚΑΙ- ΖΑΦΡΟ ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 11/01/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Λουίζα Πέτρου για Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη: κα. Μαρία Μιχαηλίδου για Ανδρέας Α. Παπαδόπουλος & Σία ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ.29/06/2016 (για διαγραφή και/ή παραμερισμό ισχυρισμών της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 12/3/2010 και αφορά την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της εναγομένης για ποσό ύψους €17.769,80σ το οποίο κατ' ισχυρισμό της Ενάγουσας αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο ποσό και/ή το συμφωνηθέν και/ή την εύλογη αμοιβή για προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή λογαριασμού και/ή άλλως πως και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στις 2/6/2010 η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 29/10/2010 μετά από σχετική αίτηση η εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία αξιώνουν από τους Ενάγοντες ποσό ύψους €18.520= από ισχυριζόμενη συμφωνία πώλησης χωμάτων. Στις 13/4/2011 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση και ταυτόχρονα αίτηση ορισμού της αγωγής. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 27/5/2011 και ακολούθως εκδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων ενώ ακολούθησαν διάφορες ημερομηνίες κατά τις οποίες η αγωγή οριζόταν για ακρόαση και αναβαλλόταν για διάφορους λόγους που φαίνονται στα πρακτικά. Στις 12/4/2016 καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης του κλητήριου εντάλματος από τους Ενάγοντες με την οποία ζητείτο η τροποποίηση της επωνυμίας των Εναγόντων από «CHRICON ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ» σε «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ». Ακολούθησε ακρόαση της αίτησης, ενόψει της ένστασης των εναγομένων, και στις 10/6/2016 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση του τότε εκδικάζοντος Δικαστηρίου δια της οποίας επιτράπηκε η αιτούμενη τροποποίηση και με τις κάτωθι οδηγίες όπως η Ενάγουσα καταχωρήσει τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος ενώ η υπεράσπιση των εναγομένων στο τροποποιημένο κλητήριο να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την παράδοση του κλητήριου εντάλματος. Πράγματι και συμφώνως των ανωτέρω οδηγιών του Δικαστηρίου, στις 21/6/2016 η Ενάγουσα καταχώρησε το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα ενώ στις 24/6/2016 η εναγόμενη καταχώρησε την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Με την συμπλήρωση της δικογραφίας ως ανωτέρω η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση ενώ μεσολάβησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 29/6/2016 δια της οποίας οι ενάγοντες - αιτητές εξαιτούνται: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει την διαγραφή και/ή τον παραμερισμό των ισχυρισμών της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων, η οποία καταχωρήθηκε την 24/06/2016 και οι οποίοι έχουν προστεθεί και/ή περιληφθεί σε αυτή χωρίς την προηγούμενη άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου και/ή την διαγραφή τους ως μη αναγκαίων και/ή σκανδαλωδών και/ή ενοχλητικών και/ή άσχετων και/ή προκαλούντων αμηχανία και/ή τεινόντων να επηρεάσουν δυσμενώς το Δικαστήριο και/ή να επηρεάσουν την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας κατά παράβαση των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και/ή ως αποτελούντων παραβίαση της Νομοθεσίας και/ή ως τεινόντων να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Α.1. Από την παράγραφο 1 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ημερομηνίας 24/6/2016, την δεύτερη πρόταση, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Οι Εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αγνοούσαν την Ενάγουσα Εταιρεία καθ' ότι η συνεργασία τους ήταν με την CHRICON XΡIΣTOΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΞΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ» και με αυτή συνεργάζονταν όλα αυτά τα χρόνια.» Α.2. Την παράγραφο 2 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ημερομηνίας 24/6/2016, στο σύνολο της, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Οι Ενάγοντες υπαιτίως, παρανόμως και κατά παράβαση των νόμων και συναλλακτικών ηθών, παραπλανούσαν τους Εναγόμενους ότι έχουν νομική προσωπικότητα και χρησιμοποιούσαν την ανύπαρκτη εταιρεία στις συναλλαγές των CHRICON XΡIΣTOΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΞΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ χωρίς να είναι εγγεγραμμένη στον έφορο εταιρειών με νομική προσωπικότητα. » Α.3. Από την παράγραφο 3 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ημερομηνίας 24/6/2016, την τρίτη πρόταση, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: «Το αναφερόμενο τιμολόγιο το εξέδωσε ανύπαρκτη εταιρεία CHRICON XΡIΣTOΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΞΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, το 2010 σε ανύπαρκτο για τους εναγόμενους χρόνο.» (Β) Διάταγμα όπως, στο μεταξύ όλες οι περαιτέρω διαδικασίες της αγωγής ανασταλούν μέχρι της υπακοής των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση στο οποιοδήποτε διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο να εκδώσει κάτω από τις περιστάσεις. (Γ) Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και πρέπον υπό τις περιστάσεις. (Δ) Τα έξοδα της Αίτησης αυτής και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν από την τέτοια διαγραφή και/ή τροποποίηση να είναι έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση βασίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.19, Θ. 1-14 και 26, Δ.21 Θ 14
(2)Δ.27 Θ 1, 2 και 3 Δ.48, θ.θ, 1-4, 7 και 9, Δ.64 και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Επιπλέον η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας. Μαρίας Χατζησάββα από την Λεμεσό. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο γραφείο των συνηγόρων των Εναγόντων και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση από τους ενάγοντες / αιτητές. Μετά την σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι εναγόμενοι κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών και κανόνων, παρέλειψαν να συμμορφωθούν με την διαταγή του Δικαστηρίου και εισήγαγαν εντελώς νέους ισχυρισμούς στις παραγράφους 1, 2 και 3 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, άσχετους με την τροποποίηση και χωρίς άδεια του Δικαστηρίου ενώ θα έπρεπε να αρκεστούν στην τροποποίηση του τίτλου μόνο επί του δικογράφου τους. Η συμπεριφορά τους αυτή συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Εάν η αίτηση δεν επιτραπεί τα εν γένει συμφέροντα των αιτητών θα πληγούν ανεπανόρθωτα και πιθανόν να οδηγήσουν σε απώλεια του δικαιώματος τους σε δίκαιη δίκη. Στην υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι - καθ' ών η αίτηση έφεραν ένσταση καταχωρώντας ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους αυτής αναφέροντας τους κάτωθι λόγους: Δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις που αφορούν την διαγραφή ισχυρισμών που δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης και/ή την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου και δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση. Κανένας λόγος δεν προβάλλεται που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ουδέν στοιχείο παρουσιάζεται από τους Αιτητές στην Αίτηση των, το οποίο να καταδεικνύει πως η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση είναι μη αναγκαία και άσχετη και/ή σκανδαλώδεις, ενοχλητική και στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και/ή προκαλεί αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις τείνει να προκαταβάλει και να προδικάσει και/ή να σχηματίσει δυσμενείς εντυπώσεις και/ή που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε διαγραφή της. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην πρόκληση αμηχανίας και σύγχυσης στους Καθ' ων η Αίτηση. Οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται η διαγραφή τους, αποτελούν αναγκαίες θέσεις και/ή σχετικά γεγονότα που άπτονται της ουσίας και ουσιωδών γεγονότων της υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση που είναι άμεσα συνδεδεμένοι και συνυφασμένοι με τις αξιώσεις των Αιτητών και ενδεχόμενη διαγραφή τους θα στερήσει την δυνατότητα προώθησης των θέσεων των Καθ' ων η Αίτηση. Οι επιδιωκόμενες διαγραφές αποβλέπουν να καταπιέσουν τους εναγόμενους και να τους αποστερήσουν το δικαίωμα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη υπεράσπιση, γεγονότα και στοιχεία, συνεπακόλουθο δικαίωμα Δίκαιης Δίκης. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.19, Θ. 1-14, Θ.26, Δ.21 Θ 14,2 , Δ.27 Θ 1, 2 και 3 Δ.48, Θ. 1-4, 7 και Θ.9 και Δ.64 επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ζαχαρία Κολώνα, διευθυντή της εναγομένης - καθ' ής η αίτηση εταιρείας. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών οι ισχυρισμοί των οποίων την διαγραφή αιτούνται οι αιτητές συνιστούν γεγονότα που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση των εναγομένων αναφορικά με γεγονότα που εγείρονται με την τροποποίηση και σχετίζονται οι ισχυρισμοί αυτοί με την τροποποίηση επί του τίτλου του κλητήριου εντάλματος. Με την τροποποίηση του τίτλου πλέον ως Ενάγοντες παρουσιάζεται άλλο πρόσωπο από την αρχική φερόμενη εταιρεία και σε αυτό το γεγονός, κατά τους ίδιους, οφείλουν και πρέπει να απαντήσουν στην υπεράσπιση τους. Οι εν λόγω ισχυρισμοί σκοπό έχουν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και είναι αναγκαίοι για να δώσουν μια πλήρη εικόνα των πραγμάτων αναφορικά με τις επαγγελματικές σχέσεις των διαδίκων. Συγκεκριμένα ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν αποτελούν νέους και άσχετους ισχυρισμούς αλλά τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των εναγομένων επί του τροποποιημένου τίτλου και τη βάση επί της οποίας προτίθενται να προωθήσουν της υπεράσπιση τους. Στην αίτηση οι ενάγοντες δεν αναφέρουν λόγους για τους οποίους πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση και η αίτηση τους στερείται νομικού και πραγματικού υποβάθρου. Οι αιτητές με την αίτηση τους σκοπούν στην παρέλκυση της διαδικασίας, ελλιπή διαφώτιση και ενημέρωση του Δικαστηρίου και παρεμπόδιση της παρουσίασης της υπεράσπισης των εναγομένων. Συνεπακόλουθα αιτούνται απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19, θ.26 και η Δ.27 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.27 αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου σε αντίθεση με την Δ.19 η οποία αφορά την μερική διαγραφή ως εκ τούτου στην προκειμένη κρίνω ότι νομοθετική βάση επί της οποίας πρέπει να εξετάσω την παρούσα αίτηση είναι η Δ.19. Η Δ.19 θ.26 επιτρέπει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Βεβαίως στην προκειμένη περίπτωση θέση των αιτητών είναι επιπλέον με τα πιο πάνω ότι το εν λόγω δικόγραφο καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και κατά παράβαση των οδηγιών του. Είναι καλά γνωστό ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και ότι αυτά θα πρέπει να περιέχουν με συνοπτικό τρόπο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζει την Απαίτηση ή Υπεράσπισή του. Το Δικαστήριο ασφαλώς δεν υποδεικνύει στο διάδικο πώς θα συντάξει το δικόγραφό του. Από την άλλη, ο διάδικος δεν μπορεί να συντάσσει το δικόγραφό του κατά τρόπο που να μην συνάδει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο βάσει των εν λόγω Θεσμών (Δ.19, θ.26) έχει εξουσία να επεμβαίνει στον τρόπο σύνταξης των δικογράφων. Η Δ.19 Θ.26 λοιπόν, προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Ο αντίστοιχος θεσμός των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Θ.27. Κύριος δε σκοπός της Δ.19 Θ.26, είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 και από το κείμενο του Θ.4 αυτής, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα, προκύπτει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Η έννοια δε της λέξης ουσιώδη (material) εκεί, συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο για να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής η βάση υπεράσπισης, ως η περίπτωση (βλ. και Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697). Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τι υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως αναφέρθηκε στην Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελ. 478-479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής", έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το συγκεκριμένο θέμα, στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρθηκε ότι: «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Περαιτέρω για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Επίσης θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται στον αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1956 σελ. 365 - 368. Σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Ως δε έχει λεχθεί στην Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Νικολαίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, η Δ.19 Θ.26, παρέχει εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Η εξουσία δε διαγραφής, που παρέχεται από την Δ.19 Θ.26, είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα, πλατιά (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Όπως όμως επίσης έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, η διαγραφή ισχυρισμών δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 Θ.26, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο η μέρος του, κρίνεται στα πλαίσια των όσων η νομολογία έχει αναγνωρίσει, πώς επιβάλλεται η διαγραφή του. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψην τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (ναφορικά με το πως αυτή ασκείται, βλέπε επίσης Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 504). Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού, όπως επίσης η νομολογία αναγνωρίζει, αυτό περιορίζεται στο περιεχόμενο και την ανάγνωση αυτών τούτων των δικογράφων και δεν θα πρέπει να απολήγει σε δίκη αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης με ενόρκους δηλώσεις. (Βλ. υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782). Επίσης για το συγκεκριμένο ζήτημα, αρκετά βοηθητικά είναι και τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος των Εναγόντων, όπου στη σελ. 439 αναφέρονται τα εξής: "Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case". Σε ελεύθερη δε ελληνική μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος η ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.
- Οι πιο πάνω αρχές επαναλαμβάνονται πρόσφατα στην υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.
- Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Βεβαίως οφείλω να αναφέρω ότι το ζήτημα που εδώ εξετάζεται δεν άπτεται αποκλειστικά του ζητήματος της διαγραφής ενός δικογράφου με βάση την Δ.19 αλλά ειδικότερα και επιπλέον στο ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στο τροποποιημένο κλητήριο, προσθέτοντας θέσεις και ισχυρισμούς που δεν περιλαμβάνονταν στο αρχικό τους δικόγραφο, χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, που σύμφωνα με τους αιτητές έπρεπε να προηγηθεί. Συνεπώς το Δικαστήριο συνεπακόλουθα της πιο πάνω νομολογίας θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο με δεδομένη την άδεια τροποποίησης, εν προκειμένω του τίτλου της αγωγής, υπήρχε η δυνατότητα προσθήκης στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση διαφορετικών ισχυρισμών από την αρχική και εάν ναι ποιού είδους και τι φύσης η εάν θα έπρεπε οι εναγόμενοι να περιοριστούν στην καταχώρηση της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης τους μόνο με την διαφοροποίηση επί του τίτλου αυτής. Ερευνώντας το επίδικο αυτό ζήτημα από την νομική του σκοπιά έχω εντοπίσει αγγλική νομολογία από την οποία προκύπτουν αρχές χρήσιμες για την παρούσα περίπτωση. Συγκεκριμένα έχω ερευνήσει κατά πόσο όταν δίδεται άδεια στον Ενάγοντα να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησής του, ο Εναγόμενος είναι ελεύθερος και απεριόριστος στο να τροποποιήσει την Υπεράσπιση του όπως αυτός επιθυμεί. Διευκρινίζω ότι το θέμα που μας απασχολεί στην παρούσα Αίτηση είναι κατά πόσο εκεί όπου έχει μεσολαβήσει η έκδοση διατάγματος τροποποίησης του κλητήριου εντάλματος υπάρχει η δυνατότητα από πλευράς εναγόμενου στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του που καταχωρείται στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να προσθέσει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι επιπρόσθετοι αυτών που περιλαμβάνονταν στο αρχικό του δικόγραφο και εάν η απάντηση είναι θετική εάν αυτοί οι ισχυρισμοί είναι επακόλουθο των όσων περιέχονται στο τροποποιηθέν δικόγραφο. Συγκεκριμένα η νομολογία στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια εξέτασε ένα παραπλήσιο και παρεμφερές ζήτημα και συγκεκριμένα αναφορικά με τη δυνατότητα που παρέχεται στον Εναγόμενο να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του, που καταχωρεί μετά που μεσολάβησε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake´s Precedents of Pleading, 11η έκδοση, 1959 (στη σελίδα 64) τονίζεται ότι στην περίπτωση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, τέτοια τροποποίηση δεν δίνει στον Εναγόμενο οποιοδήποτε περαιτέρω χρόνο για να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του ή δικαίωμα να τροποποιήσει την Υπεράσπιση που έχει ήδη καταχωρήσει στην απουσία ειδικών όρων στο διάταγμα τροποποίησης. Συνεπώς, συνεχίζει το σχετικό απόσπασμα στο πιο πάνω Σύγγραμμα, όταν υποβάλλεται αίτηση για άδεια τροποποίησης θα πρέπει να λαμβάνεται πρόνοια από το αντίδικο μέρος για επιβολή όρου στο διάταγμα που να δίνει τέτοια άδεια για τροποποίηση του δικού του δικογράφου, αν έχει ήδη καταχωρηθεί, η οποία τροποποίηση καθίσταται αναγκαία ένεκα της τροποποίησης του δικογράφου του αντιδίκου. Στο πιο πάνω σύγγραμμα στο ίδιο κεφάλαιο γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Squire v. Squire
(1972)1 All E.R. 891 όπου επισημαίνεται πως στην πράξη οι αυστηρές υπαγορεύσεις που αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα του Bullen & Leake σπάνια ακολουθούνται και είναι σύνηθες και ορθά θεωρείται πως άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης περιλαμβάνει, χωρίς ρητή αναφορά, και άδεια για κατ΄ ακολουθία τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην ίδια υπόθεση αποφασίστηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις η άδεια για τροποποίηση της Υπεράσπισης περιορίζεται στις τροποποιήσεις εκείνες που είναι το επακόλουθο (consequential) των τροποποιήσεων της Έκθεσης Απαίτησης. Δηλαδή επιτρέπονται τροποποιήσεις στην Υπεράσπιση ενός Εναγόμενου οι οποίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως συνακόλουθες των τροποποιήσεων που επέφερε ο Ενάγων στο δικό του δικόγραφο αλλά δεν επιτρέπεται ριζική διαφοροποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη νέων ισχυρισμών και νέων υπερασπίσεων. Με πιο απλά λόγια ο περιορισμός έχει την έννοια πως δεν επιτρέπονται τροποποιήσεις της Υπεράσπισης που σχετίζονται με ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης οι οποίοι δεν επηρεάζονται από την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι άκρως διαφωτιστικό το ακόλουθο απόσπασμα της αγγλικής υπόθεσης Squire (πιο πάνω) όπου δεν έγινε αποδεκτή η εισήγηση ότι οποτεδήποτε επιτρέπεται τροποποίηση από το Δικαστήριο της Έκθεσης Απαίτησης παραχωρείται στον ενάγοντα «carte blanche» να εισάγει οποιαδήποτε τροποποίηση επιθυμεί στην Υπεράσπισή του. «We turn first to the wider submission. It extends to this: that whatever the amendment allowed by the court to the statement of claim, however slight, the defendant is given carte blanche to introduce any amendment that he chooses, even when, if the defendant had independently applied to make the amendment, he would not have been allowed it, or would only have been allowed it on perhaps stringent terms as to costs including (for example) the payment of all costs up to the date of amendment. We are not prepared to accept that submission.» Ακόμη θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω σχετικό απόσπασμα στην ίδια απόφαση όπου παρατίθεται και σχολιάζεται το επιχείρημα ότι όταν καταχωρείται τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης αυτό θεωρείται σαν καινούριο δικόγραφο και έτσι ο Εναγόμενος δεν θα έπρεπε να ελέγχεται από το Δικαστήριο σε σχέση με το πώς θα συντάξει το δικό του δικόγραφο και ότι θα πρέπει να είναι ελεύθερος να το συντάξει εκ νέου απαντώντας στην Έκθεση Απαίτησης όπως καταχωρήθηκε στην καινούρια της μορφή. Τέτοιο επιχείρημα, βεβαίως, απορρίφθηκε στην πιο πάνω απόφαση. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής: «For the defendants it was argued that when the amended statement of claim is delivered it is a new and different pleading as a whole, and that the defendant should not be supervised or dictated to by the court in deciding how to plead to this new pleading - how to defend himself. He would be at liberty to plead anew and quite generally. It is not to the amendment that he pleads but to the whole statement of claim in its new form. The defendant, when amendments to the statement of claim are allowed by the court, is not then required to table his proposed amendments for consideration by the court; in practice he simply amends in due time and delivers his amended defence. If his ability to amend is in any way restricted it must result in great inconvenience and proliferation of proceedings, as leading to applications (such as the present) requiring close analysis and decision whether the defendant has overstepped the limits, followed possibly (if he is found to have done so) by a further substantive application by the defendant for leave to amend further to the extent of the excess. ......... .............» Στην υπόθεση λοιπόν Squire η κατάληξη του Δικαστηρίου ήταν να αποδεχτεί τα επιχειρήματα του Ενάγοντα καθιερώνοντας την αρχή ότι υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης ισχυρισμών που όχι μόνο επηρεάζονται άμεσα αλλά και έμμεσα ή παρεμφερώς από την επελθούσα τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω αγγλική απόφαση όπου ο Λόρδος Russell στη σελίδα 897 είπε τα εξής: «In our judgment the arguments advanced by the plaintiff are to be preferred, and the leave to amend the defence in circumstances such as the present is limited to those amendments that are consequential in the sense of the formula above mentioned ..» Η πιο πάνω προσέγγιση έτυχε επιδοκιμασίας στην δική μας απόφαση στην υπόθεση Williams and Glyn´s Bank plc κ.α. ν. Του Πλοίου «ΜΑΡΙΑ»
(1992)1(Α) Α.Α.Δ.
- Τονίστηκε συναφώς εκεί ότι το δικαίωμα ενός εναγομένου να κάνει τις απαραίτητες τροποποιήσεις στην αρχική του Υπεράσπιση συνεπεία της τροποποίησης που έγινε στην Έκθεση Απαίτησης περιορίζεται στις τροποποιήσεις που συνεπάγονται και είναι αναγκαίες από τις τροποποιήσεις που έγιναν. Ακόμη ότι αν επιθυμεί ένας εναγόμενος να κάνει περισσότερες τροποποιήσεις από το ότι είναι απαραίτητο θα πρέπει να κάνει σχετική αίτηση. Σε περίπτωση δε που ο εναγόμενος στην τροποποιημένη Υπεράσπισή του ξεφεύγει από τα «επιτρεπτά» πλαίσια ο ενάγοντας βλέποντας αυτή την εκτροπή θα πρέπει να κάνει αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης που ξέφυγαν από την εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για τροποποίηση. Αντίθετη προσέγγιση θα πρόσδιδε έρεισμα σε διάδικους να προχωρούν αυτοβούλως σε τροποποιήσεις, που δεν θα ήταν διαφορετικά επιτρεπτές, ή τουλάχιστο χωρίς κόστος, παρόλη τη φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας ως προς το θέμα των τροποποιήσεων. Έχοντας, λοιπόν υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακά καθιερωμένες αρχές έχω καταλήξει ότι κατά παρόμοιο τρόπο θα πρέπει να προσεγγιστεί και το υπό εξέταση ζήτημα που αφορά τα συγκεκριμένα αποσπάσματα της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων. Για να μπορέσω όμως να παρουσιάσω την συλλογική και σκέψη μου κρίνω αναγκαίο να παρουσιάσω τις εν λόγω παραγράφους σε συνάρτηση με αυτές ως είχαν κατά το αρχικό δικόγραφο. Αρχικό Δικόγραφο: Οι εναγόμενοι αγνοούν και κατά συνέπεια αρνούνται την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων. Οι εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης ως αυτή αναφέρεται. Οι εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήσαν ιδιοκτήτες εκσκαφέα και οι ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες φορτηγών αυτοκινήτων. Κατά ή περί τα έτη 2005, 2006 και 2007 οι εναγόμενοι αναλάμβαναν εργολαβικός χωματουργικές εργασίες με την χρήση του εκσκαφέα των σε διάφορα εργοτάξια. Δικόγραφο μετά το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα: Οι εναγόμενοι αγνοούν και συνέπεια αρνούνται την παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων. Οι εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αγνοούσαν την ενάγουσα εταιρεία καθ' ότι η συνεργασία τους ήταν με την CHRICON ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ και με αυτήν συνεργάζονταν όλα αυτά τα χρόνια. Οι Ενάγοντες υπαιτίως, παρανόμως και κατά παράβαση των νόμων και συναλλακτικών ηθών, παραπλανούσαν τους εναγόμενους ότι έχουν νομική προσωπικότητα και χρησιμοποιούσαν την ανύπαρκτη εταιρεία στις συναλλαγές CHRICON ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ χωρίς να είναι εγγεγραμμένη στον έφορο εταιρειών με νομική προσωπικότητα. Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης ως αυτή αναφέρεται. Οι εναγόμενοι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήσαν ιδιοκτήτες εκσκαφέα και οι ενάγοντες ήταν ιδιοκτήτες φορτηγών αυτοκινήτων. Το αναφερόμενο τιμολόγιο το εξέδωσε ανύπαρκτη εταιρεία CHRICON ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, το 2010 σε ανύποπτο για τους εναγόμενους χρόνο. Ακολουθώντας τις πιο πάνω αρχές σημειώνω εξ' αρχής ότι ένας διάδικος δύναται να προχωρήσει με τροποποιήσεις επί του δικογράφου του που ακολουθεί της καταχώρησης τροποποιημένου δικογράφου νοουμένου ότι οι αλλαγές αυτές προκύπτουν και σχετίζονται με το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα και είναι απόρροια αυτού. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι επί του σχετικού διατάγματος τροποποίησης ημερ.10/6/2016 και υπό στοιχείο 3 αναφέρεται «Η Υπεράσπιση των εναγομένων στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί σε 14 ημέρες από την παράδοση προς τους συνηγόρους τους της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης». Βέβαια θεωρώ ότι ένας διάδικος δεν είναι ελεύθερος και απεριόριστος στο να τροποποιεί τα δικόγραφά του όπως αυτός επιθυμεί και ούτε θα πρέπει, μετά που έχει μεσολαβήσει μια τροποποίηση, όπως στην προκειμένη περίπτωση που τροποποιήθηκε το κλητήριο ένταλμα να εισάγουν οι εναγόμενοι επιπρόσθετους και νέους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι το αποτέλεσμα του περιεχομένου της τροποποίησης. Με άλλα λόγια, επιτρέπονται μόνο τροποποιήσεις ή διαφοροποιήσεις σε ένα δικόγραφο που είναι συνακόλουθες (consequential) τροποποιήσεων του δικογράφου του αντιδίκου, δηλαδή τέτοιες που να σχετίζονται με ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο του αντιδίκου. Εάν ένας διάδικος μπορούσε οποτεδήποτε, ελεύθερα και απεριόριστα, να εισάγει στο δικόγραφό του, σε οποιοδήποτε στάδιο, λόγω του ότι προηγήθηκε κάποια τροποποίηση, νέους και επιπρόσθετους ισχυρισμούς, αυτό θα οδηγούσε σε εκτροπή και θα έδιδε τη δυνατότητα σε διαδίκους να προχωρούν αυτοβούλως σε τροποποιήσεις που δεν θα ήταν διαφορετικά επιτρεπτές ή τουλάχιστον χωρίς κόστος, παρόλη τη φιλελεύθερη προσέγγιση της νομολογίας ως προς το θέμα των τροποποιήσεων. Επί του προκειμένου τώρα παρατηρώ ότι οι προσθήκες και διαφοροποιήσεις που έγιναν στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγομένων, άπτονται της αλλαγής που επήλθε με την τροποποίηση στην επωνυμία των εναγόντων. Σημειώνω ότι η τροποποίηση αφορούσε την επωνυμία με την διαγραφή της πρώτης λέξης CHRICON ενώ επί του σώματος της έκθεσης απαίτησης, η περιγραφή της ιδιότητας των εναγόντων παρέμεινε η ίδια και παραπέμπω στην παράγραφο
- Την παράγραφο αυτή οι εναγόμενοι αγνοούν και κατά συνέπεια αρνούνται. Στο δικόγραφο που καταχώρησαν μετά την τροποποίηση πέραν της άρνησης αναφέρουν ότι οι ίδιοι συνεργάζονταν με την CHRICON ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ και όχι με την Ενάγουσα ως πλέον αναφέρεται επί του κλητήριου ενώ και στις παραγράφους 2 και 3 εισάγουν θέσεις και ισχυρισμούς που άπτονται της νομικής υπόστασης της Ενάγουσας πλέον φερόμενης εταιρείας. Είμαι της άποψης και καταλήγω ότι οι εν λόγω διαφοροποιήσεις δεν διαφεύγουν των ορίων των επιτρεπτών αλλαγών που δύναται να επέλθουν επί ενός δικογράφου που ακολουθεί ενός τροποποιημένου και δύναται να θεωρηθούν ως συνεπακόλουθες αυτών. Σημειώνω ότι δεν πρόκειται ουσιαστικά για εισαγωγή νέων ισχυρισμών οι οποίοι παραλείφθηκαν να εισαχθούν κατά το αρχικό δικόγραφο και με έντεχνο τρόπο εισάγονται στο στάδιο αυτό αλλά για ισχυρισμούς οι οποίοι φαίνεται να προέκυψαν μετά την τροποποίηση του κλητήριου εντάλματος και της επωνυμίας των Εναγόντων. Βεβαίως στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται η ουσία των θέσεων αυτών αλλά η δυνατότητα αυτοί να εισαχθούν. Επιπλέον αναφέρω ότι ουδεμία ζημιά κρίνω ότι προκαλείται στους ενάγοντες οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να απαντήσουν σε αυτούς με την απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Αντίθετα τυχόν έγκριση της αίτησης θα απέκλειε τους εναγόμενους από την δυνατότητα να επικαλεστούν την υπεράσπιση που θέλουν επί ενός συγκεκριμένου ζητήματος το οποίο προέκυψε μετά την τροποποίηση του ονόματος των εναγόντων ως εταιρεία. Τέλος οφείλω να αναφέρω ότι έχω εξετάσει τις αιτούμενες προς διαγραφή παραγράφους σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί του ότι αυτές είναι σκανδαλώδεις και ενοχλητικές. Με βάση την νομολογία που ανωτέρω ανέλυσα κρίνω ότι αυτές δεν δύναται να χαρακτηρισθούν ως τέτοιες. Οι θέσεις που προβάλλονται αποτελούν ισχυρισμούς θεμιτούς σε συνάρτηση με το καθεστώς συνεργασίας των διαδίκων ασχέτως με το πώς αυτοί θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εναγόντων - αιτητών και υπέρ των εναγομένων - καθ' ών η αίτηση, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο