← Κύπρος

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 3076/13, 19/1/2017

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγωγή αρ.: 3076/13, 19/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3076/13 Μεταξύ: ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, από την Ελλάδα Ενάγοντα και

  1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από την Λευκωσία
  2. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, από τη Λευκωσία
  3. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 22.3.2016 για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης της εναγόμενης 1 Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Γρηγορίου για PHC TSANGARIDES LLC Για την εναγόμενη 1 - καθ' ης η Αίτηση: κα Μ. Αναστασίου για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο ενάγοντας αιτείται τα εξής: «Α. Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή διαγράφει τις παραγράφους 9, 13 και 14(ζ) της Έκθεσης Υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση 1 ημερομηνίας 21/9/2015 ως μη αναγκαίων και/ή σκανδαλιστικών και/ή ενοχλητικών και/ή άσχετων και/ή προκαλούν την αμηχανία και/ή περιέχουν νομικούς ισχυρισμούς και γεγονότα που δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε αστικές υποθέσεις και/ή δημιουργούν δυσμενείς εντυπώσεις και/ή αποτελούν μαρτυρία και/ή τείνουν να προκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Β. Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα θα κρίνει το Δικαστήριο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.» Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19 θ.26, Δ.25 θ.1, Δ.27 θ.3 και Δ.48 θ.1, 2, 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι εγγενείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Την Αίτηση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της Ευτυχίας Κουζάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα. Η ομνύουσα υποστηρίζει πως η εναγόμενη 1 στην Υπεράσπιση της προβάλλει ισχυρισμούς οι οποίοι «είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμοι και/ή ανεφάρμοστοι και/ή μη αναγκαίοι και/ή σκανδαλιστικοί και/ή ενοχλητικοί και/ή άσχετοι και/ή τείνουν να προκαταβάλουν και/ή περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής». Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 9, της οποίας επιζητείται η διαγραφή, υπάρχει αναφορά στο δίκαιο της ανάγκης και/ή στο δημόσιο συμφέρον, γεγονός ανεπίτρεπτο εφόσον η αγωγή δεν εμπίπτει στη σφαίρα του Δημόσιου και Διοικητικού Δικαίου. Τυχόν παραμονή των εν λόγω ισχυρισμών θα προκαλέσει «πολυπλοκότητα και αχρείαστη μεγέθυνση» και σπατάλη του δικαστικού χρόνου. Το ίδιο ισχύει και για την παράγραφο 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης, στην οποία γίνεται αναφορά στα Διατάγματα που εκδόθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 17

(1)/2013. Όσον αφορά την παράγραφο 14(ζ), στην οποία η εναγόμενη 1 αναφέρει πως η έκδοση των προρηθέντων διαταγμάτων εδικαιολογείτο βάσει του δικαίου της ανάγκης και του δημόσιου συμφέροντος, η ομνύουσα διατείνεται πως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εντελώς αβάσιμοι και/ή ανυπόστατοι και δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε αστικές υποθέσεις. Είναι η θέση της, καταληκτικά, ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα σύμφωνα με την Αίτηση. Η καθ' ης η Αίτηση - εναγόμενη 1, καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας δεκαεννέα
(19)Λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19 θ.26 για την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Οι παράγραφοι των οποίων επιδιώκεται η διαγραφή, είναι απολύτως αναγκαίες για να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου «ολοκληρωμένη η εικόνα της Υπεράσπισης της καθ' ης η Αίτηση και για να μπορεί το Δικαστήριο να αντιληφθεί το πλαίσιο στο οποίο λήφθηκαν τα επίδικα μέτρα τα οποία καλείται να κρίνει». Με την υπό κρίση Αίτηση, ο αιτητής προσπαθεί να στερήσει από την καθ' ης η Αίτηση, «το συνταγματικό της δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση της». Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, μετά που ο ενάγοντας έλαβε νέα διαβήματα στην διαδικασία και μετά που έκλεισαν τα δικόγραφα και γι' αυτό είναι καταχρηστική. Η Ένσταση στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση. Περαιτέρω, στηρίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Δ.21 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στα άρθρα 2 και 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Αρ. 14/
  1. Την Ένσταση υποστηρίζει Ένορκη Δήλωση της Δέσποινας Κουρουσίδου, δικηγόρου στην Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας. Είναι κατ' αρχήν θέση της ομνύουσας ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, μετά που ο ενάγοντας έλαβε νέα διαβήματα στην αγωγή και συγκεκριμένα μετά την καταχώριση Απάντησης και Αίτησης Ορισμού Δικασίμου. Επί της ουσίας, υποστηρίζει πως ο ενάγοντας επιδιώκει μέσω της υπό κρίση Αίτησης, να στερήσει από το Δικαστήριο την δυνατότητα να «ακούσει και να κρίνει την νομιμότητα των μέτρων που οδήγησαν στο κούρεμα καταθέσεων». Περαιτέρω πως οι παραγράφοι των οποίων επιζητείται η διαγραφή σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και είναι αναγκαίες για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένα η Υπεράσπιση της καθ' ης η Αίτηση - εναγόμενης
  2. Αναφέρει επίσης πως το κατά πόσον οι ισχυρισμοί είναι βάσιμοι ή όχι, θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας και αφού ακούσει τους διαδίκους. Τέλος, εισηγείται πως τα όσα προβάλλει στην Υπεράσπιση της η εναγόμενη 1, δεν αφορούν μόνο σε διοικητικής φύσεως υποθέσεις αλλά εφαρμόζονται και σε αστικές, σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η Δ.19 Κ.26 επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, έχει ως εξής: «
  3. The Court or a judge may, at any stage of the proceeding, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Η Δ.27 Κ.3 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «
  4. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Είναι καλά γνωστό πως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στην Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο Κ.4 της Δ.19 επιτάσσει όπως τα δικόγραφα περιέχουν εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα. Η έννοια του ουσιαστικού σχετίζεται εδώ με ό,τι είναι απαραίτητο. Όμως το ουσιαστικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις φυσικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Οι διάδικοι θα πρέπει να τηρούν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να τους υποδείξει τον τρόπο που θα πρέπει να καταγράφουν τις αντίστοιχες θέσεις των (Knowles v. Roberts
(1988)38 Ch. D. 263, 270). Στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1846, στη σελ. 1850 αναφέρθησαν τα εξής αναφορικά με τη σύνταξη δικογράφων: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση. (Βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685.)» Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.4. (Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852.) Κύριος σκοπός της Δ.19 Κ. 26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση της αίτησης για διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Κ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Κ. 3. Γενικά κρίνονται ως σκανδαλώδη, ενοχλητικά και αχρείαστα, τα θέματα εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα και προσβλητικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς. Αν όμως είναι σχετικά, δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος εκτός και εάν είναι εμφανώς άσχετος (The Annual Practice, 1953, σελ. 366, 367, Rossage v. Rossage and Others
(1960)1 All E.R. 600, Butters Gas & Oil Co. V. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, 439). Οι πιο πάνω αρχές υιοθετήθηκαν στην πρόσφατη υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, ECLI:CY:AD:2016:A164, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.2016. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα, δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Περαιτέρω υπενθυμίζεται ο γενικός κανόνας της δικογραφίας ότι δεν πρέπει να προκαλείται αμηχανία στον Εναγόμενο. (βλ. Davy v. Garret,
(1878)7 Ch. D. 486). Γι ΄ αυτό το κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα που δίνουν στον αντίδικο την αναγκαία πληροφόρηση για το τι θα αντιμετωπίσει κατά την δίκη. Στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)L.R. 8 Ch. 499, 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια των ισχυρισμών που είναι σκανδαλώδεις σε σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Millington v. Loring
(1880)6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι μόνο το γεγονός ότι ένα θέμα αποκαλύπτει ένα σκανδαλώδες γεγονός δεν θεωρείται σκανδαλώδες εν τη εννοία του Δικαστικού Κανονισμού αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετική είναι η υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914), 111 L.T. 512, C.A. Αναφέρθηκε ότι ισχυρισμοί θεωρούνται «ενοχλητικοί» αν είναι τόσο άσχετοι ώστε αν παραμείνουν θα προκαλέσουν αχρείαστα έξοδα και θα επηρεάσουν την δίκη εφόσον θέτουν τους διαδίκους σε μια διαφορά εκτός των επίδικων θεμάτων. Από το κείμενο της Δ.27 Κ. 3 προκύπτει πως το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να διαγράψει ένα δικόγραφο και σε τέτοια περίπτωση να αναστείλει ή να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση την οποία θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια απόφαση του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexations). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Κ.3, η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association and others
(1970)1 All E.R. 1094, In Re Pelmako Development Ltd v. In Re The Companies Law, Cap 113
(1991)1 A.A.Δ. 246, Cyprus Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1852, 1860 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 21). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R. 418, C.A.). Προτού εξεταστεί η Αίτηση κατ' ουσίαν, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον αυτή καταχωρήθηκε καθυστερημένα και μετά την λήψη νέων διαβημάτων στην αγωγή από πλευράς του ενάγοντα - αιτητή. Και τούτο καθότι το σχετικό αίτημα θα πρέπει να υποβάλλεται έγκαιρα και προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1993)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338 αναφέρθηκαν στη σελ.1343 από το Ανώτατο Δικαστήριο τα εξής, αναφορικά με το στάδιο κατά το οποίο θα πρέπει να υποβάλλεται αίτηση στη βάση της Δ.19 θ.26: «Η ερμηνεία της διαταγής αυτής δεν παρουσιάζει δυσκολία. Είναι καθαρό από τη φρασεολογία της ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, όπως υποστήριξε ο δικηγόρος του εφεσείοντα. Εξάλλου η σχετική αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Η ερμηνεία που δίδουμε συνάδει και με τη νομολογία και την πρακτική που ακολουθείται από τα Αγγλικά Δικαστήρια, με βάση την αντίστοιχη αγγλική Δ.19 θ.27 πριν από την τροποποίησή της. (Βλ Supreme Court Practice 1958).» Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 477 αναφέρεται καθαρά ότι αν και η Διαταγή 19 Κ.27 των Αγγλικών Θεσμών (αντιστοιχεί στην Δ.19 Κ.26 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας) προνοεί ότι διάταγμα για διαγραφή μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις η σχετική αίτηση θα πρέπει πάντοτε να υποβάλλεται έγκαιρα και ως κανόνας, πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Η αγωγή καταχωρήθηκε την 16.7.2013 με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Στις 31.7.2013 καταχωρήθηκε Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 3, στις 9.8.2013 εκ μέρους της εναγόμενης 2 και τέλος στις 26.9.2013 εκ μέρους της εναγόμενης
  1. Στις 18.2.2014 καταχωρήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα η Έκθεση Απαίτησης. Στις 6.3.2014 καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση της εναγόμενης
  2. Κατόπιν σχετικής Αίτησης, καταχωρήθηκε στις 6.11.2014 η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης 2 και στις 21.9.2015 η Έκθεση Υπεράσπισης της εναγόμενης
  3. Στις 13.10.2015 ο ενάγοντας καταχώριση Απάντηση σ' όλες τις Υπερασπίσεις των εναγομένων, καθώς και Αίτηση Ορισμού Δικασίμου. Στις 14.12.2015 που η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, οι συνήγοροι όλων των διαδίκων συναίνεσαν στην έκδοση Διατάγματος Αποκάλυψης Εγγράφων βάσει της Δ.28 Θ.
  4. Το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την αγωγή για οδηγίες στις 15.2.2016 ώστε όλοι οι διάδικοι να συμμορφωθούν με το εκδοθέν Διάταγμα. Η εναγόμενη 3 συμμορφώθηκε με το Διάταγμα, καταχωρώντας σχετική Ένορκη Δήλωση, στις 19.1.
  5. Η εναγόμενη 1 συμμορφώθηκε στις 26.1.2016, καταχωρώντας την δική της Ένορκη Δήλωση. Στις 15.2.2016 που η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, η συνήγορος που εμφανίστηκε για τον ενάγοντα δήλωσε στο Δικαστήριο πως θα καταχωρούσαν Αίτηση με την οποία θα ζητείτο η διαγραφή παραγράφων της Υπεράσπισης του εναγόμενου
  6. Το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την αγωγή στις 10.3.2016, δίδοντας συνάμα και οδηγίες όπως η αίτηση καταχωρηθεί και οριστεί εκείνη την ημέρα. Στις 10.3.2016 η πλευρά του ενάγοντα ζήτησε παράταση του χρόνου και το Δικαστήριο όρισε εκ νέου την υπόθεση στις 17.5.2016, εγκρίνοντας το αίτημα. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε την 22.3.2016 και ορίστηκε την 17.5.
  7. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε μετά την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση της εναγόμενης 1 και μετά την υποβολή Αίτησης Ορισμού που καταχωρήθηκε και πάλι από τον ενάγοντα. Είναι αδιαμφισβήτητο πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε μετά το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων και αφού ο ενάγοντας έλαβε νέα διαβήματα στην αγωγή. Συνεπώς, στη βάση της προαναφερόμενης νομολογίας, ο συγκεκριμένος λόγος Ένστασης θα πρέπει να επιτύχει. Παρόλο που η πιο πάνω κατάληξη μου οδηγεί αναπόδραστα στην απόρριψη της Αίτησης, θα προχωρήσω στην εξέταση της Αίτησης κατ' ουσίαν, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης. Ως προς την ουσία της Αίτησης, κρίνω πως αυτή δεν μπορεί να επιτύχει, για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια. Οι ισχυρισμοί τους οποίους ο ενάγοντας - αιτητής επιθυμεί να διαγράψει από την Υπεράσπιση της εναγόμενης 1, είναι η απάντηση της τελευταίας στους δικούς του ισχυρισμούς που προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης, σε σχέση με τα Διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (Ν. 17
(1)/2013). Οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 1 άπτονται θεμάτων νομιμότητας και συνταγματικότητας των εν λόγω Διαταγμάτων. Η εισαγωγή των εν λόγω παραγράφων στην Έκθεση Υπεράσπισης, προφανώς έχει κριθεί αναγκαία από την εναγόμενη 1, ώστε να θέσει τις δικές της θέσεις στα επίδικα θέματα της αγωγής, τα οποία έχουν σχέση με το κατά πόσον τα εν λόγω Διατάγματα ήταν σύννομα και δεν παραβιάζουν το Σύνταγμα και άλλους σχετικούς Νόμους. Το στάδιο αυτό δεν είναι το κατάλληλο για αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, κατά πόσον δηλαδή είναι βάσιμοι ή όχι. Αυτό θα γίνει με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Κρίνω πως οι επίδικες παραγράφοι δεν περιέχουν άσχετους, σκανδαλώδεις ή ενοχλητικούς ισχυρισμούς, ώστε το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του εξουσία να τις διαγράψει. Στο σημείο αυτό σημειώνω πως ακόμη και στην περίπτωση που οι επίδικες παραγράφοι εκρίνοντο ότι περιείχαν αχρείαστα ζητήματα, αυτό από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό για την διαγραφή τους, εφόσον δεν τέθηκε κανένα στοιχείο με το οποίο να υποστηρίζεται πως προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω πως οι επίδικες παραγράφοι δεν περιέχουν αχρείαστους ισχυρισμούς. Όπως έχω προαναφέρει, η Αίτηση στηρίζεται και στην Δ.27 Κ.
  1. Εν προκειμένω, με την υπό κρίση Αίτηση δεν επιδιώκεται η διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου της καθ' ης η αίτηση ως ανυπόστατου, αλλά μέρους του, οπότε δεν τυγχάνει εφαρμογής η Δ.27 Κ.
  2. Εκτός αυτού δεν έχω επισημάνει ότι πρόκειται περί ενός δικογράφου που περιέχει μία εντελώς ανύπαρκτη υπεράσπιση ώστε το Δικαστήριο να προβεί στο δραστικό μέτρο της διαγραφής του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι η κατάληξη μου ότι και επί της ουσίας η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και κατά συνέπεια θα πρέπει να απορριφθεί. Διά ταύτα, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 1 - καθ' ης η Αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα - αιτητού, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.