ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΜΕΛΙΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΑ κ.α., Γεν. Αίτηση Αρ: 161/16, 25/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A42 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση Αρ: 161/16 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ από την Λεμεσό Αιτητών και
- ΜΕΛΙΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΑ (Α.Δ.Τ. 494034), από την Λεμεσό
- ΔΙΓΕΝΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΟΥΛΛΗ (Α.Δ.Τ. 482775), από την Λεμεσό
- ΑΔΩΝΗ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Α.Δ.Τ. 546172), από την Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 25.1.17 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Θ. Παλάοντας Για τον Καθ'ου η αίτηση 1 : κ. Π. Γιάννακας (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ε. Γιάννακα) Για καθ΄ου η αίτηση 3: κ. Α. Πέτρου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Λ. Πέτρου) ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 6.10.14 εναντίον των καθ' ων η αίτηση. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρα 21 και 30, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 όπως τροποποιήθηκε άρθρα 2, 52 και 53, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς θεσμός 79, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.47 Δ.48 θθ.1- 3, 9 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Δημητρίου ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των αιτητών. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου και την επισυνημμένη διαιτητική απόφαση τεκμ. Α, στις 6.10.14 στα πλαίσια διαιτητικής διαδικασίας, εκδόθηκε απόφαση υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ'ων η αίτηση για το ποσό €26.965, 67, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 6.10.14 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιημένου δύο φορές τον χρόνο πλέον €200 έξοδα διαιτητικής απόφασης. Επισυνάπτει περαιτέρω στην ένορκη του δήλωση την έγγραφη γνωστοποίηση της απόφασης του Διαιτητή προς τους καθ' ων η αίτηση ως τεκμήριο Β. Αναφέρει ότι η απόφαση του Διαιτητή είναι τελική και δεσμευτική αφού καμία έφεση ή ένσταση ασκήθηκε ενάντια σε αυτή. Ο καθ' ου η αίτηση 2 δεν εμφανίσθηκε στην διαδικασία της αίτησης και στις 28.9.16 εκδόθηκε εναντίον του το αιτούμενο διάταγμα. Η αίτηση αντιμετώπισε όμως την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση 1 και
- Οι ειδοποιήσεις ένστασης που έκαστος καταχώρησε περιέχουν πανομοιότυπους λόγους ένστασης μέσα από τους οποίους προβάλλονται διάφορα ζητήματα και εισηγήσεις. Οι λόγοι της ένστασης είναι εμφανείς από το σώμα των γραπτών ειδοποιήσεων ένστασης και των επίσης πανομοιότυπων ενόρκων δηλώσεων των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 που τις συνοδεύουν. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω το περιεχόμενο τους αλλά αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, προς υποστήριξη της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 όπου σύμφωνα με το εδάφιο
(1)(α) όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ συνεργατικής εταιρείας και μελών καταθετών, οφειλετών και/ή εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιονδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου προνοεί ότι ο Έφορος μπορεί να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου 6 ή μέχρι την έκδοση τους σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των θεσμών 78 και 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών θεσμών του 1987-2012. Ο Κανονισμός 78 της ΚΔΠ 142/87 ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο ακολουθώντας τις πρόνοιες του άρθρου 52 του Νόμου και αναφέρει τα εξής: "78
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αυτή παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι' εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογείται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτη, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειες.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) Να επιχειρήσει συνδιαλλαγή ή (β) να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση εις ένα ή τρεις διαιτητάς.» Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις διαφορές που παραπέμπονται σε διαιτησία στη βάση της πιο πάνω νομοθεσίας και κατά συνέπεια το άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου το οποίο προνοεί παραπομπή σε διαιτησία στη βάση συνυποσχετικών δεν τυγχάνει εφαρμογής. Σύμφωνα επίσης με τα εδάφια 4 και 5 του άρθρου 52 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης της σ' αυτόν και στην περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως να ήταν απόφαση Πολιτικού Δικαστηρίου. Προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις ότι ο τρόπος προσβολής της απόφασης του Διαιτητή είναι αυτός της έφεσης εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Στην Αίτηση 110/95 της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, 831 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή.» Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποια είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν.22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο.» Στην παρούσα διαδικασία ο δικαστικός έλεγχος που ασκείται είναι μόνο σε ότι αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας v. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1(Α) 716 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται την εμπλοκή του ιδίου, που αφενός να την διατάσσει και ταυτόχρονα να την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Για αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 περί μη νομότυπης επίδοσης της διαιτητικής απόφασης παρέμεινε ατεκμηρίωτος αφού καμία τέτοια αναφορά γίνεται στις ένορκες δηλώσεις των καθ' ων η αίτηση 1 και 3. Επιπρόσθετα με βάση τις ένορκες δηλώσεις του επιδότη, τεκμ. Β στην αίτηση, η Διαιτητική απόφαση επιδόθηκε προσωπικά στους καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 στις 30.3.15 και 17.3.15 αντίστοιχα. Έχω διεξέλθει με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου ως λόγοι ένστασης και θεωρώ ότι δεν αποτελούν ζητήματα που οι καθ' ων η αίτηση δύνανται να προβάλλουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Πρόκειται για λόγους ένστασης που αφορούν την ουσία της απόφασης του διαιτητή κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί έφεση. Στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η διαιτητική απόφαση και συνεπώς οι καθ΄ ων η αίτηση δεν μπορούν να προβάλλουν τις ενστάσεις που προβάλλουν και αφορούν μεταξύ άλλων το κανονικό και νομότυπο της διαδικασίας της διαιτησίας, την ορθότητα και τη νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης, την παραβίαση των δικαιωμάτων των καθ΄ων η αίτηση ως εγγυητών του οφειλόμενου χρέους, την κακή και δόλια συμπεριφορά και έλλειψη αμεροληψίας του Διαιτητή, παράνομο ανατοκισμό και ή άλλους λόγους που προβάλλουν με σκοπό να επιτύχουν την μη έγκριση της αίτησης. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι η υπαγωγή τους στην δικαιοδοσία και την απόφαση του διορισθέντος υπό των αιτητών Διαιτητή παραβιάζει το Σύνταγμα και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σχετικά με το θέμα της παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αχιλλέα Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45 αναφέρθηκε ότι είναι πάγια η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματα αντισυνταγματικότητας μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Κάτι τέτοιο δεν έχει τεθεί από τους καθ'ων η αίτηση αλλά όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Τhe Co-operative Grocery of Vasilia n. Haralambos N. Ppirou and others 4 RSCC 12, όπου εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 53 του περί Συνεργατικών Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου ήταν παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 52, οικειοθελώς οι καθ' ων η αίτηση αποδέχθηκαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία της διαιτησίας. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω απόφαση ότι το άρθρο 53 δεν ήταν αντισυνταγματικό τονίζοντας πως τα μέλη των συνεργατικών εταιρειών εκούσια υπάγονται σε διαιτησία. Σημειώνεται επίσης ότι εάν οι καθ' ων η αίτηση διαφωνούσαν με την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και τον διορισμό του διαιτητή, θα μπορούσαν δυνάμει του άρθρου 56 του Ν. 22/85 να προσβάλουν με ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας, την εν λόγω απόφαση του Εφόρου για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία ή τον διορισμό διαιτητή και στην περίπτωση που δεν ικανοποιηθούν από την απόφαση του Υπουργού να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση οι εισηγήσεις των καθ ων η αίτηση 1 και 3 περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου και παραβίασης συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους κρίνονται αβάσιμες. Ειδικότερα οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν στερηθεί του δικαιώματος τους για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα της κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 52 του Ν.22/1985, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Το εδάφιο
(5)ορίζει ότι αν οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο νόμος δεν αποστερεί από τους ενδιαφερόμενους το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Απλά τάσσει προθεσμία για άσκηση του δικαιώματος αυτού. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 εισηγούνται με τους λόγους ένστασης ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα τους και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Παρόμοια θέματα έχουν εξεταστεί στην πιό πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αντρέας Χ"Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλατζιάς,
(2012)1Α Α.Α.Δ 707, στην οποία υποδείχθηκε ότι ο πρωτόδικος Δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του Διαιτητή και παραβίασης αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από τον διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας. Της πιο πάνω απόφασης προηγήθηκε η έκδοση άλλων αποφάσεων οι οποίες επίσης είχαν ως αντικείμενο την εξέταση του άρθρου 52 (Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α. (πιο πάνω). Συνάγεται επομένως από τη νομολογία ότι το θέμα εγγραφής διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό και οποιαδήποτε ένσταση προβληθεί θα πρέπει αυτή να έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Η ανωτέρω νομολογία έχει ξεκαθαρίσει πως δεν παρέχεται κανένα περιθώριο εξέτασης της ουσίας της διαφοράς η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία ούτε και αναθεώρηση της απόφασης του Διαιτητή. Πρόκειται για θέματα που μπορούν να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της διαφοράς ή και ενδεχομένως σε έφεση που καταχωρείται εναντίον της απόφασης. Σε ένα από τα ζητήματα αυτά εμπίπτει και η θέση των καθ΄ ων η αίτηση που υποβλήθηκε υπό την μορφή προδικαστικής ένστασης και σύμφωνα με την οποία η παρούσα διαδικασία δεν δύναται να προχωρήσει εναντίον τους για το λόγο ότι ένας εκ των εγγυητών και ο πρωτοφειλέτης δεν κλήθηκαν στη διαιτησία και καμία διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εναντίον τους. Οι καθ΄ων η αίτηση στην ουσία δεν αρνούνται ότι κλήθηκαν να παρουσιαστούν στην διαδικασία διαιτησίας. Από την απόφαση τεκμ. Α προκύπτει ότι στις 21.7.14 παρουσιάσθηκαν στη διαιτησία εκπροσωπούμενοι από δικηγόρο ο οποίος ζήτησε αναβολή της εκδίκασης της υπόθεσης μέχρι τις 6.10.14 η οποία και έγινε αποδεκτή. Στις 6.10.14 παρουσιάσθηκε στη διαδικασία ο καθ΄ου η αίτηση 3 ο οποίος αποδέχθηκε το χρέος του ενώ ο καθ΄ ου η αίτηση 1 παρέλειψε να εμφανιστεί. Οι αιτητές ακολούθησαν τη διαδικασία που προνοεί ο Νόμος και οι καθ' ων η αίτηση δεν μπορούν να υποστηρίζουν ότι αποστερήθηκαν του δικαιώματος τους να παρουσιαστούν και να ακουστούν στη διαδικασία, αλλά ούτε και να ισχυρίζονται ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες δικαίου και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα τους να ακουστούν. Τονίζεται ότι οι καθ ων η αίτηση θα μπορούσαν ακόμα και μετά την επίδοση σε αυτούς της υπό κρίση αίτησης να λάβουν διαβήματα για αμφισβήτηση της διαιτητικής απόφασης. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και με την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Μαρίας Σαββίδου, Πολιτική Αίτηση 137/15, 3.12.15, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Εάν θεωρούσε ότι θα έπρεπε να προσβάλει περαιτέρω αυτή τούτη την υπόσταση της διαιτητικής απόφασης, είχε το δικαίωμα και θα μπορούσε να την προσβάλει με έφεση εντός προθεσμίας 21 ημερών από την γνωστοποίησης προς αυτήν της απόφασης, η οποία γνωστοποίηση μπορούσε να είναι και προφορική. (Δημοσθένους
(2000)1 ΑΑΔ 1699). Με την ένσταση τους οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 εγείρουν επίσης θέματα κακής συμπεριφοράς και δόλου του διαιτητή θέματα που όπως πιο πάνω αναφέρεται αφορούν την ουσία της απόφασης και δεν δύνανται να προβάλλονται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αν και όχι με σαφήνεια προβάλλουν περαιτέρω δόλο των καθ΄ ων η αίτηση. Οι εν λόγω ισχυρισμοί αφορούν το άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 το οποίο εξετάστηκε στις υποθέσεις Ψιλογένης κ.ά. ν. Νέας Συνεργατικής Πάνω Πλατρών
(2004)1 Α.Α.Δ. 243 και Φύτος Χριστοδουλου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμιού
(2009)1Α Α.Α.Δ. 242 και υιοθετήθηκε η θέση ότι τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποτρέπουν και/ή να εμποδίζουν τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου και είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι θέματα δόλου θα πρέπει να τεθούν πριν τη διεξαγωγή της διαιτησίας και με διαδικασία που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εμποδίσει την διεξαγωγή της. Στα γεγονότα της παρούσας αίτησης οι καθ' ων η αίτηση όχι μόνο δεν προέβησαν σε τέτοιο διάβημα αλλά ούτε και καταχώρησαν όπως είχαν κάθε δικαίωμα έφεση στην απόφαση του διαιτητή. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ακόμη ότι η διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή ελλείπουν ουσιώδη στοιχεία και πληροφορίες οι οποίες θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στους καθ'ων η αίτηση. Η θέση των καθ'ων η αίτηση είναι γενική και αόριστη αφού δεν αναφέρουν τα στοιχεία που κατά τους ισχυρισμούς τους απουσιάζουν. Η απόφαση του διαιτητή είναι το τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην αίτηση και σε αυτή περιέχονται όλες οι απαιτούμενες πληροφορίες (αριθμός δανείου, ποσό απόφασης) όπως και η αναφορά ότι μπορούν να υποβάλουν έφεση εντός 21 ημερών. Η εισήγηση που προβάλλεται με την ένσταση ότι η αίτηση δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό τύπο επίσης αποτελεί θέση που δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Σύμφωνα με τη νομολογία και πρακτική η οποία ακολουθείται, στην απουσία ρητής νομοθετικής και δικονομικής πρόνοιας ως προς τον τύπο με τον οποίο πρέπει να καταχωρείται Αίτηση ως η παρούσα, ως προς τον Τύπο της Αίτησης και μόνο χρησιμοποιείται ο Τύπος των ενδιάμεσων Αιτήσεων με βάση την Δ.48. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ν. Dynacon Limited
(1998)1Δ Α.Α.Δ.
- Παρ' ότι εκεί η υπόθεση διαιτησίας διέπετο αποκλειστικά από τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, κρίνω ότι ο λόγος της διέπει και την υπό κρίση περίπτωση και είχαν λεχθεί τα ακόλουθα στη σελίδα 1982· «.....Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
- Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός περιλαμβάνει, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/60), και τύπους δικογράφων, οι οποίοι, όπως ορίζεται στον Κ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι δεκτικοί προσαρμογών, ανάλογα με την περίπτωση. .....Το Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου προσδιορίζει, επίσης, τα πρόσωπα τα οποία ενέχουν την ιδιότητα του ενάγοντα και του εναγομένου σε πολιτική διαδικασία. Ενάγων είναι κάθε πρόσωπο, το οποίο αξιώνει την παροχή θεραπείας από το δικαστήριο εναντίον άλλου προσώπου, σε διαδικασία η οποία εγείρεται με κλητήριο ένταλμα, αίτηση, ή με αναφορά, ή με άλλη εναρκτήρια διαδικασία. Εναγόμενος είναι κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται το ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο διαδικαστικό έγγραφο. Η Δ.48, θ. 3, επιβάλλει την επίδοση αίτησης, η οποία υποβάλλεται βάσει των προνοιών της Δ.48, σε κάθε πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από τη θεραπεία η οποία επιζητείται.» Τέλος σε σχέση με την εισήγηση των καθ΄ων η αίτηση για υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος θα πρέπει να σημειωθεί ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης (6.10.14) μέχρι την καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης (13.6.16) δεν καταδεικνύει υπέρμετρη καθυστέρηση. Εν πάση περιπτώσει οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν καταδείξει ότι η παρέλευση του συγκεκριμένου χρόνου επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους κατά τρόπο που να δικαιολογείται η μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για τον λόγο αυτό και μόνο. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν είναι βάσιμος. Το άρθρο 52 του Ν.22/85 αποτελεί τη δικαιοδοτική βάση της αίτησης και θα προχωρήσω στην εξέταση του που είναι και το μοναδικό αντικείμενο αυτής της αίτησης αφού όπως καθορίσθηκε από την νομολογία, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει ζητήματα ουσίας. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ECLI:CY:AD:2014:A413, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου 2014, καθορίστηκαν για ακόμα μια φορά περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις Φαίνεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις του επιδότη Παύλου Παπακώστα ότι η απόφαση του διαιτητή επιδόθηκε νόμιμα στους καθ'ων η αίτηση και η προθεσμία των 21 ημερών έληξε χωρίς στο μεταξύ να καταχωρηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή. Τα όσα οι καθ' ων η αίτηση 1και 3 αναφέρουν στην ένσταση τους θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιον του Διαιτητή ή να είχαν προωθηθεί ως λόγοι έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Οι ίδιοι για τους δικούς τους λόγους αποφάσισαν να μην το πράξουν και στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η διαιτητική απόφαση. Ο δικαστικός έλεγχος ασκείται μόνο σε ότι αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου και οι τυπικές αυτές προϋποθέσεις έχουν εκπληρωθεί. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 3 Διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ων η αίτηση 1 και
- (Υπ.)................ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Tελική Απόφαση - εγγραφή διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο