← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ κ.α. ν. ΧΑΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ. αγωγής: 2266/16, 27/1/2017

ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ κ.α. ν. ΧΑΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, Αρ. αγωγής: 2266/16, 27/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 2266/16 Μεταξύ:

  1. ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ
  2. ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗ Εναγόντων και ΧΑΡΗΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 27/1/2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα 1-Αιτητή: κα Θ. Αριστείδου Για Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση: κα Ειρ. Σωκράτους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση ο ενάγοντας 1 αιτείται: Α. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή να παρεμποδίζει τον Εναγόμενο και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους του και/ή οποιουσδήποτε άλλους ενεργούν διά του Εναγόμενου και/ή οποιαδήποτε ιστοσελίδα και/ή άλλο έντυπο μέσο, από το να αναγράφει και/ή δημοσιεύει σε γραπτή έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή και/ή να εκθέτει και/ή δυσφημεί και/ή να λασπολογεί και/ή κυκλοφορεί οποιαδήποτε μορφή περιοδικού και/ή εφημερίδας και/ή γραπτό κείμενο και/ή φωτογραφία και/ή να εκτυπώνει και/ή να αναπαράγει σε οποιοδήποτε μέσο και/ή να προβαίνει σε δηλώσεις, για οτιδήποτε αφορά τους Ενάγοντες και την ευρύτερη οικογένεια τους μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να αναγράφει και/ή δημοσιεύει οτιδήποτε που έχει σχέση με τους Ενάγοντες και/ή τις οικογένειες τους και να χρησιμοποιεί τη λέξη Αναιμικός για να δείξει και/ή να αναφερθεί στον Ενάγοντα 1 και/ή να τον αποκαλεί έμπορο ναρκωτικών και/ή εγκληματία και/ή οτιδήποτε άλλο επίθετο ή χαρακτηρισμό παραπέμπει σε ναρκωτικά και/ή άλλης μορφής εγκληματικές ενέργειες και/ή να σχολιάζει τους Ενάγοντες και/ή άλλως πως. Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει τη διακίνηση και/ή κυκλοφορία και/ή αναπαραγωγή και/ή άλλως πως τα Τεκ. 1, 2 και 3, άμεσα και/ή Διάταγμα που να αναγκάζει τον Εναγόμενο και/ή κάθε άλλο αρμόδιο τρίτο που τα έχει αναδημοσιεύσει και/ή να προβάλει και/ή αναρτήσει ούτως ώστε να προβούν σε άμεση διαγραφή του Τεκ.3 και σε άλλη ενέργεια ώστε να μην έχει πρόσβαση οποιοδήποτε άλλο άτομο και/ή να απαγορευθεί στον Εναγόμενο να μεταδίδει και/ή να επιδεικνύει το εν λόγω βίντεο σε οποιαδήποτε άτομα και/ή να διαγραφεί άμεσα το βίντεο και/ή φιλμάκι αυτό καθώς και τη διάθεση προς κυκλοφορία των Τεκμηρίων 2 & 3 και ειδικότερα των σελίδων που αναφέρονται στους Ενάγοντες. Δ. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει γενικά στον Εναγόμενο να κυκλοφορήσει στο μέλλον και μέχρι πλήρους εκδικάσεως της παρούσας οποιοδήποτε κείμενο, δήλωση σε οποιονδήποτε περιοδικό, κανάλι, σταθμό ή διαδίκτυο, το οποίο να σχετίζεται γενικότερα με τους ενάγοντες και/ή να παραπέμπει σε αυτούς. Ε. Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να πλησιάζει τους Ενάγοντες σε απόσταση μικρότερη των 150 μέτρων και/ή να πλησιάζει στα σπίτια και/ή κατοικίες τους και/ή στον χώρο εργασίας τους και/ή άλλως πως, τόσο στους ίδιους όσο και τα παιδιά τους και/ή τους συζύγους τους (κατά το στάδιο των διευκρινίσεων που ζήτησε το Δικαστήριο από αμφότερους τους ευπαιδεύτους συνήγορους, το εν λόγω παρακλητικό εγκαταλείφθηκε, ως επίσης περιορίστηκε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόντων στην έκδοση διαταγμάτων που αφορούν αμιγώς τους ενάγοντες και όχι τα υπόλοιπα μέλη των οικογενειών τους). ΣΤ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε θεωρήσει ορθό και δίκαιο να κάνει το Δικαστήριο με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η αίτηση στηρίζεται στην ίδια την ένορκη δήλωση του ενάγοντα
  3. Ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της ενάγουσας
  4. Επισύναψε ως τεκμήριο 1 το δυσφημιστικό δημοσίευμα κατά τον ίδιο και που προέβηκε σε συγκεκριμένες διευκρινίσεις. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι στο εν λόγω δημοσίευμα γίνεται μνεία για μια καθαρίστρια που εργάζεται στον Δήμο Αγίου Αθανασίου και είναι η μητέρα του που εργάζεται στον εν λόγω Δήμο ως η μόνη καθαρίστρια. Στο εν λόγω δημοσίευμα γίνεται αναφορά στον ενάγοντα 1 ως ΄΄Αναιμικός΄΄ διότι έτσι τον αποκαλούν από μικρό παιδί, ένεκα προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει. Το εν λόγω δημοσίευμα αναφέρεται στο άτομο του και του καταλογίζει εμπορία ναρκωτικών με την κάλυψη των διωκτικών αρχών. Το πρώτο δημοσίευμα, ήτοι το τεκμήριο 1, περιήλθε στην αντίληψη του πριν από λίγο καιρό, δίνοντας οδηγίες στους νομικούς του συμβούλους να ληφθούν νομικά μέτρα και ενώ αναμένετο η καταχώρηση της αγωγής, ο εναγόμενος προέβηκε σε δεύτερο δυσφημιστικό δημοσίευμα, κατά τον ίδιο, όπου και πάλι γίνεται αναφορά στον ίδιο αλλά και σε μέλη της οικογένειας του και εκ νέου του καταλογίζουν διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά. Επιπρόσθετα ο εναγόμενος ανήρτησε σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα video, το οποίο προήλθε από περιστατικό το οποίο ο εναγόμενος σκηνοθέτησε και φαίνεται το πρόσωπο του ενάγοντα ελαφρώς παραποιημένο και περιήλθε στην αντίληψη του 3 μέρες πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Το εν λόγω video έτυχε επεξεργασίας και αναρτήθηκαν αποσπάσματα που βολεύουν τον εναγόμενο και το εν λόγω video έτυχε πολλών προβολών, λόγω και της υψηλής επισκεψιμότητας της συγκεκριμένης ιστοσελίδας. Ο ενάγοντας διαμαρτυρήθηκε σε συγκεκριμένη Αρχή, χωρίς όμως αποτέλεσμα, παρά την αποστολή συγκεκριμένης επιστολής, η οποία κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο. Ανέφερε επίσης ότι με την προβολή του εν λόγω video, θίγονται άμεσα η αξιοπρέπεια του ιδίου και της οικογένειας του στο περιβάλλον τους και γενικά στον χώρο τους, διότι οι κατηγορίες που του καταλογίζουν είναι ανυπόστατες και ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειας του θα επωμίζονται την ειρωνία, την χλευή και γενικά τα κακά σχόλια της κοινωνίας. Απέδωσε εμπάθεια και γενικά κακοπιστία στον εναγόμενο και προέτρεψε ουσιαστικά τον εναγόμενο να δώσει στοιχεία στην αστυνομία που να τον εμπλέκουν στις κατηγορίες που του καταλογίζει. Αναφέρει ο ενάγοντας ότι στο παρελθόν υπήρξε περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών λόγω προβλημάτων υγείας και οικογενειακών και παραδέχθηκε ενοχή και το Δικαστήριο τον διέταξε στην υπογραφή εγγύησης για περίοδο τριών ετών και έκτοτε δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή με τα ναρκωτικά και διατηρεί πλέον λευκό ποινικό μητρώο. Ανέφερε επίσης ο ενάγοντας ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, υπάρχει άμεσα ο κίνδυνος να λάβει χώρα ανεπανόρθωτη ζημιά στον ίδιο και στην οικογένεια του λόγω ακριβώς της διαπόμπευσης των προσώπων τους και ήδη άρχιζαν κάποια πρόσωπα να τον αποφεύγουν, ενώ μέχρι πρότινος τον χαιρετούσαν και ήταν φιλικοί προς το πρόσωπο του και γενικά ο ενάγοντας υποστήριξε για τους λόγους που αναφέρει την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων, διότι διαφορετικά η οποιαδήποτε Δικαστική απόφαση δεν θα μπορέσει να αποκαταστήσει τον στιγματισμό των προσώπων του ιδίου και της οικογένειας του. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους: 1) Ο Αιτητής δεν αποδεικνύει ότι ο Καθ' ου δημοσίευσε το επίδικο υλικό. 2) Εκτός από τον Αιτητή για κανένα άλλο ο Αιτητής έχει δικαίωμα να ζητά την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. 3) Το αιτούμενο διάταγμα τείνει να αποστερήσει από τον Καθ' ου το δικαίωμα λόγου και έκφρασης. 4) Δεν υπάρχει ταυτοπροσωπία του Αιτητή με τον αναφερόμενο στα Τεκμήρια παρωνύμιο «Αναιμικός». 5) Ο Αναιμικός είναι εγκληματικό πρόσωπο και ο Καθ' ου έχει νομικό και ηθικό χρέος να τον αναφέρει ως τέτοιον και συνεπώς τα ισχυριζόμενα δημοσιεύματα είναι προνομιούχα. 6) Εάν ο Αιτητής και ο Αναιμικός είναι το ίδιο πρόσωπο, ο Αναιμικός είναι πρόσωπο εγκληματικό, δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και η Ένορκη του Δήλωση είναι ψευδής. 7) Τα αναφερόμενα στα Τεκμήρια του Αιτητή γεγονότα που αφορούν τον Αναιμικό είναι αληθή. 8 ) Δεν υφίσταται το στοιχείο του κατεπείγοντος. 9) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 29, 32 του Νόμου 14/60, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.θ.1-4, Δ.22 θ.8, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5 και 9 στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στο Δίκαιο της Επιείκειας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του Χάρη Αριστείδου, από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 11/01/
  5. Ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Εγείρει ζήτημα ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας 2, διότι δεν είναι αιτήτρια και συνακόλουθα δεν δύναται ο ενάγοντας 1 να καταθέτει εκ μέρους της και ούτε να αναφέρει οτιδήποτε για την οικογένεια του, διότι τα πρόσωπα της οικογένειας του δεν είναι διάδικοι. Περαιτέρω ο εναγόμενος δηλώνει άγνοια ως προς τα πρόσωπα των εναγόντων, αρνείται ότι δημοσιοποίησε ο ίδιος τα επίδικα δημοσιεύματα και αναφέρει ότι τα εν λόγω δημοσιεύματα αναφέρονται σε κάποιον Αναιμικό και στην οικογένεια του, αλλά πουθενά δεν αναγράφεται το όνομα των εναγόντων. Αναφέρει ο εναγόμενος ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι γνωστός έμπορος ναρκωτικών στον Δήμο Αγίου Αθανασίου και διακινεί ναρκωτικά στη νεολαία, γεγονός το οποίο παραδέχτηκε και στενό οικογενειακό του πρόσωπο. Ο εναγόμενος εκφράζει άγνοια κατά πόσο η μητέρα του αιτητή εργοδοτείται στον Δήμο Λεμεσού και γενικά εκφράζει άγνοια για το πρόσωπο του πατέρα του αιτητή και εκφράζει την άποψη ότι το σχετικό δημοσίευμα δεν αναφέρεται στον αιτητή ή στους γονείς του, διότι υπάρχουν και άλλα άτομα στον Δήμο Αγίου Αθανασίου που πάσχουν από θαλασσαιμία και είθισται να τους αποκαλούν αναιμικούς. Ο εναγόμενος αναφέρει ότι ο Αναιμικός διακινεί ναρκωτικά στον Δήμο Αγίου Αθανασίου και αυτό το γνωρίζει λόγω της εμπλοκής του στα κοινά και έκανε ειδική αναφορά στην ενασχόληση του με την πολιτική, πλην όμως το όνομα του Αναιμικού δεν το γνωρίζει επακριβώς και πληροφορήθηκε για το πρόσωπο του από πολλούς κατοίκους του Αγίου Αθανασίου. Ο εναγόμενος αναφέρει ότι προέβηκε σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία, η οποία του ανέφερε ότι δεν διαθέτουν μαρτυρία για να τον διώξουν και ο εναγόμενος το ερμήνευσε ως συγκάλυψη της εγκληματικής συμπεριφοράς του Αναιμικού. Οι υποψίες αυτές του εναγόμενου ενισχύθηκαν μετά από επεισόδιο επίθεσης που δέχτηκε ο ίδιος από δύο άτομα, όπως το έχει περιγράψει στην ένορκη του δήλωση και το οποίο το χαρακτήρισε ως απόπειρα δολοφονίας εις βάρος του και που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του και την παραμονή του στο νοσοκομείο, όπως τα έχει περιγράψει. Περαιτέρω ο εναγόμενος αναφέρει ότι προηγήθηκε επεισόδιο με τον Αναιμικό, ο οποίος εξύβριζε την αποβιώσασα μητέρα του με χυδαιότατη φράση και με συνοδεία προσώπων της οικογένειας του Αναιμικού, τον εξύβριζαν και τον καλούσαν να εξέλθει της οικίας του και να τον κτυπήσουν. Η αστυνομία δεν διερεύνησε τα επεισόδια που έλαβαν χώρα και αποδίδει στα αστυνομικά όργανα είτε διαφθορά, είτε ανεπάρκεια και θεωρεί ιερό καθήκον να καταγγέλλει στις αρμόδιες αρχές τον διακινητή των ναρκωτικών. Ο εναγόμενος εγείρει ζήτημα καθυστέρησης έγερσης της παρούσας αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης και αρνείται ότι ο ίδιος δημοσίευσε τα επίδικα δημοσιεύματα και αρνείται ότι υπάρχει ταυτοπροσωπία μεταξύ του προσώπου που αναφέρεται στα δημοσιεύματα και στο επίμαχο βίντεο με το πρόσωπο του ενάγοντα 1, προβάλλοντας ταυτόχρονα τη θέση ότι δεν είναι ο εναγόμενος που ανάρτησε το συγκεκριμένο βίντεο στο διαδίκτυο, διότι δεν κατέχει τη σχετική τεχνογνωσία. Εν κατακλείδι, ο εναγόμενος αναφέρει και υπεραμύνεται του δικαιώματος του, αλλά και του καθήκοντος του να προστατεύσει την κοινωνία και τη νεολαία από το έργο του Αναιμικού και μάλιστα θα αποταθεί στο Γραφείο Ευημερίας για να αφαιρεθεί η γονική μέριμνα των ανήλικων παιδιών του Αναιμικού και ότι ο Αναιμικός, αν είναι ο αιτητής, δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, διότι έχει ήδη μια προηγούμενη καταδίκη την οποία παραδέχεται ο ενάγοντας 1 και ότι προσποιείται με την υπό εξέταση αίτηση ότι είναι νομοταγής και προσπαθεί να αποσπάσει την εύνοια του Δικαστηρίου και για να εκδοθούν διατάγματα με τα οποία να φιμώνει τον εναγόμενο και εξέφρασε τη θέση ότι ο Αναιμικός αποσπά μεγάλα χρηματικά ποσά από το εμπόριο ναρκωτικών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Ως προς το εγερθέν ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, στην υπόθεση Bacardi (ανωτέρω) λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η "καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, αν και τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939" (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633) Στον Kerly's (πιο πάνω), παρα. 15 - 68 το θέμα τίθεται ως εξής: "Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί."** Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360 - 61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο". * "Delay in taking proceedings. Delay, unless explained, in making or pursuing an application for an interlocutory injunction is generally fatal, though the courts will balance the question of delay against the likelihood of the plaintiff ultimately succeeding in the action, and will take into account whether or not the defendant has been led into expense or lulled into security or misled by the inaction of the plaintiff. But the tendency of modern decisions is not to refuse an injunction at the hearing of the action merely on acount of delay in instituting proceedings, subject to the provisions of the Limitation Act 1939." ** "Interim injunction refused on account of delay. Any significant, unnecessary delay in applying for interlocutory relief is likely to tilt the balance of convenience against the plaintiff. That does not mean that proceedings should be started without warning; delay due to failure of the defendants to answer letters may be excused." *** "Mere delay after knowledge of the infringement to take proceedings is not a bar to the right to an injunction at the trial. But delay may cause the Court to refuse an interlocutory injunction, especially if the defendant has built up a trade in which he has notoriously used the mark." Σύμφωνα με το "Passing off Law and Practice" των John Drysdale & Michael Silverleaf, 2α έκδοση, η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας ("balance of convenience"). Παραπέμπουμε στην παρα. 6.16: "Το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εμπόδιο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί εφαρμογή της αρχής της επιείκειας: vigilantibus, non dormientibus, jura subvenient. Μια πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι ότι αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Επιπλέον εάν με την καθυστέρηση ο ενάγων εν γνώσει του επιτρέπει στον εναγόμενο να δημιουργήσει την επιχείρηση του σε σχέση με την επίδικη δραστηριότητα, θα ήταν άδικο να δοθεί θεραπεία στον ενάγοντα πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση του. Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται πάνω στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Το δικαστήριο δυνατόν να είναι πρόθυμο να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση έστω και αν κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ο εναγόμενος είχε αυξήσει τις δραστηριότητες του αλλά μπορεί να κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή το status quo έχουν αλλάξει προς ζημιά της υπόθεσης του ενάγοντα."* * "An interlocutory injunction is a discretionary remedy. Unexplained delay by the plaintiff has always been a bar to such relief. This has been said to be an application of the equitable maxim: vigilantibus, non dormientibus, jura sebvenient. A more modem approach is that the very fact of delay demonstrates that the plaintiff does not need the immediate and exceptional relief provided by an interlocutory injunction. Moreover, if by his delay the plaintiff knowingly allows the defendant to build up his business in the activity complained of, it would be inequitable to grant the plaintiff relief until he has fully proved his case. The extent of delay necessary to prevent the grant of relief in any particular case will depend upon the individual circumstances and no hard and fast rules can be given. The court may be willing to disregard delay which is satisfactorily accounted for even though the defendant has during that time increased his activities but may hold that the balance of convenience and/or the status quo have altered to the detriment of the plaintiff's case." Ως προς το είδος, την φύση και την έκταση των αιτούμενων Διαταγμάτων, αυτό είναι ταυτόσημο σε μεγάλη έκταση με το Διάταγμα που ζητείται στο παρακλητικό Β με την αγωγή. Σύμφωνα με την υπόθεση Αβερκίου - ν- ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α
(2013)1Α Α.Α.Δ 222 λεχθησαν τα ακόλουθα: <<Αποτελεί αναμφίβολο και αποδεκτό γεγονός και από τις δυο πλευρές, ότι υπάρχει ταυτότητα αιτημάτων, μεταξύ του τελικού με την αγωγή επιδιωχθέντος διατάγματος και του αιτούμενου στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, για έκδοση του συντηρητικού διατάγματος. Η έκδοση ή μη, ενός ενδιαμέσου διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και αυτή δεν πρέπει να διαταράσσεται, στο πλαίσιο της ασκηθείσας έφεσης, εκτός εάν το εφετείο έχει ικανοποιηθεί ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε λανθασμένα, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Jonitexo (ανωτέρω). Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκασης της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. ΄Εκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος>>. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης ποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/
  1. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση και έχοντας εξετάσει με προσοχή την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν και τα σχετικά τεκμήρια, κρίνει ότι πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων ως ταύτα έχουν περιοριστεί. Συνακόλουθα, τα όσα αναφέρθησαν για τα λοιπά μέλη της οικογένειας των εναγόντων, ως επίσης και για τρίτα πρόσωπα που αναφέρονται στα επίδικα δημοσιεύματα, δεν έχουν οποιαδήποτε βαρύτητα στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης της έγερσης της υπό εξέταση αίτησης, το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το νομολογιακό πλαίσιο που διέπει το εν λόγω ζήτημα και που έχει εκτεθεί ανωτέρω, κρίνει ότι δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα 1 και γενικά των εναγόντων, διότι ο ίδιος ο ενάγοντας 1 αναφέρει ότι το πρώτο δημοσίευμα το πληροφορήθηκε πριν από λίγο καιρό και επιπρόσθετα, ενώ αναμένετο η καταχώρηση της αγωγής, όπως αναφέρθηκε από τον ενάγοντα 1, ο εναγόμενος δημοσίευσε και το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα και τρεις μέρες πριν την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, ο ενάγοντας πληροφορήθηκε και για την ανάρτηση στο διαδίκτυο του επίδικου video και συνακόλουθα η όλη αλληλουχία και χρονική συνοχή των γεγονότων που αναφέρει ο ενάγοντας 1, σε συνδυασμό με τον χρόνο καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης, συνηγορούν και καταδεικνύουν ότι ο ενάγοντας 1 και γενικά οι ενάγοντες, έδωσαν οδηγίες τάχυστα στην έγερση της παρούσας αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης, η οποία μάλιστα καταχωρήθηκε τρεις μέρες μετά την ανάρτηση του εν λόγω video σε συγκεκριμένη ιστοσελίδα και συνακόλουθα δεν ευσταθεί η εισήγηση και γενικά η τοποθέτηση του εναγόμενου ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ως προς το εγερθέν ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από τον ενάγοντα 1, αλλά απεναντίας, ο ενάγοντας 1 αποκάλυψε ευθαρσώς ότι στο παρελθόν υπήρξε περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών και τώρα δεν είναι και υπήρχε προηγούμενη καταδίκη με την υπογραφή σχετικής εγγύησης και δεν υπάρχει οποιαδήποτε συσχέτιση με τα όσα ο εναγόμενος καταλογίζει στον ενάγοντα
  2. Ως προς την πρώτη προυπόθεση ως αυτή έχει αναγραφεί ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται. Συγκεκριμένα, μέσα από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ασφαλώς μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, οι ενάγοντες και ειδικότερα ο ενάγοντας 1, αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιο συγκεκριμένα, αποκαλύπτει ότι ο ίδιος και η ενάγουσα 2, η οποία είναι η μητέρα του, αναφέρονται στα επίδικα δημοσιεύματα, ομολογουμένως για την ενάγουσα 2 σε πιο περιορισμένη κλίμακα και το επίδικο video αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του ενάγοντα 1 και τα οποία φέρουν ως συντάκτη τον εναγόμενο και ότι αυτός τα έχει δημοσιεύσει. Επίσης και η δεύτερη προυπόθεση πληρείται, ήτοι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Χωρίς βεβαίως η αξιολόγηση που ακολουθεί να ισοδυναμεί με αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης, ένεκα του ότι αυτό θα αποτελέσει έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, πλην όμως είναι απαραίτητη η στάθμιση των όσων έχουν λεχθεί και από τις δύο πλευρές, έτσι ώστε για σκοπούς αξιολόγησης και μόνο της παρούσας αίτησης, να κριθεί κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και χωρίς βεβαίως αυτό να προδικάζει την ουσία της επίδικης διαφοράς. Στο σύγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στην σελίδα 131 στην πρώτη παράγραφο αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄ Όμως στην περίπτωση διαταγμάτων που αφορούν σε δυσφήμιση, το Δικαστήριο αναγκαστικά υπεισέρχεται σε περισσότερο βάθος στα επίδικα θέματα, σε μια προσπάθεια να αποφασίσει, προτού εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, κατά πόσο το δημισίευμα, αντικειμενικά κρινόμενο, είναι δυσφημιστικό και κατά πόσο μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση της αλήθειας.΄΄ Συνακόλουθα, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει σε αυτό το στάδιο, κατά πόσο τα επίδικα δημοσιεύματα τα οποία επισυνάφθησαν ως τεκμήρια σε έντυπη μορφή, είναι δυσφημιστικά ή όχι, πάντα αντικειμενικά κρινόμενο, και κατά πόσο η υπεράσπιση της αλήθειας έχει ορατή προοπτική επιτυχίας, πάντα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και χωρίς να σημαίνει ότι η οποιαδήποτε αξιολόγηση που γίνεται στο στάδιο αυτό θα σημαίνει και προδικασμός της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Αναμφίβολα, το περιεχόμενο αυτών των δημοσιευμάτων, αντικειμενικά κρινόμενα, είναι δυσφημιστικά, διότι αποδίδουν την διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, ήτοι την διακίνηση ναρκωτικών, χωρίς να υπάρχει επί αυτού τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση και συνακόλουθα ο ενάγοντας 1 απολαμβάνει του Συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου της αθωότητας. Το ίδιο ισχύει και στο μέρος όπου γίνεται μνεία στην μητέρα του ενάγοντα 1, ήτοι την ενάγουσα 2, στην οποία αποδίδεται παραδοχή στην διάπραξη των αδικημάτων από πλευράς του ενάγοντα 1 και συνακόλουθα, από την στιγμή που η υπεράσπιση ότι το περιεχόμενο του δημοσιεύματος είναι αληθινό δεν έχει ορατή προοπτική επιτυχίας επειδή δεν υπάρχει τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εναντίον του ενάγοντα 1 για τα αδικήματα της διακίνησης ναρκωτικών, δεν νοείται να γίνεται παραδοχή εκ μέρους της μητέρας του ενάγοντα 1 προς αυτήν την κατεύθυνση και συνακόλουθα, το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και για την ενάγουσα 2, διότι της αποδίδεται παραδοχή ότι ο γιος της έχει διαπράξει αδίκημα, ενώ αυτό δεν έχει διαπραχθεί. Ως προς την νομιμοποίηση του ενάγοντα να αναφέρεται και στο πρόσωπο της ενάγουσας 2 και για το οποίο είχε αμφισβητηθεί από την πλευρά του εναγόμενου, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την αντίστοιχη εισήγηση του εναγομένου, διότι ο ενάγοντας 1 ρητά και ξεκάθαρα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι είναι εξουσιοδοτημένος από αυτήν. Κατ΄ επέκταση, η υπεράσπιση της αλήθειας που προώθησε ο εναγόμενος, έστω και σε διαζευκτική και υποθετική βάση, ήτοι ότι είναι αληθινές οι κατηγορίες που προσάπτει για διακίνηση ναρκωτικών σε περίπτωση που ο αιτητής είναι ο Αναιμικός, δεν έχει ορατή προοπτική επιτυχίας, διότι ακριβώς δεν υπάρχει τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση εναντίον του ενάγοντα 1 για την κατηγορία της διακίνησης ναρκωτικών και συνακόλουθα ο ενάγοντας 1 απολαμβάνει του Συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου της αθωότητας. Τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος, ακόμα και σε διαζευκτική βάση, ήτοι ότι η αστυνομία είτε είναι ανίκανη, είτε διεφθαρμένη, λόγω της μη δίωξης του ενάγοντα 1, αυτά είναι θέσεις που παρέμειναν μετέωρες στην σφαίρα των γενικών υποθέσεων και τοποθετήσεων του εναγόμενου, διότι δεν έχει αποδειχθεί επίσης με τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση Δικαστηρίου η διαπλοκή αστυνομικών οργάνων και ούτε έχει εκδοθεί οποιαδήποτε άλλη απόφαση πειθαρχικού οργάνου της αστυνομίας για πλημμελή εκτέλεση καθηκόντων εκ μέρους ασυνομικών οργάνων. Ο εναγόμενος προέβηκε στην καταγγελία που προέβηκε και αυτή διερευνήθηκε, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε ενοχοποιητικό εναντίον του ενάγοντα
  3. Τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος περί της πρόθεσης του να ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία την αφαίρεση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων του Αναιμικού που είναι ο ενάγοντας 1, ως θα αναφερθεί αναλυτικά πιο κάτω, αυτά δεν έχουν θέση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αλλά στα πλαίσια της ανάλογης διαδικασίας ενώπιον του καθ΄ ύλην και αρμόδιου Δικαστηρίου, ήτοι του Οικογενειακού Δικαστηρίου, εάν και εφ΄ όσον λάβει χώρα τέτοια διαδικασία. Τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος ως προς την πολιτική του δράση και γενικά με την ενασχόληση του με τα κοινά, αναμφίβολα δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, εν΄ όψει των νομοθετικών και νομολογιακών κριτηρίων, ως ταύτα έχουν παρατεθεί ανωτέρω και που διέπουν την υπό εξέταση αίτηση. Επίσης, οι ομολογουμένως απαξιωτικοί και γενικά μειωτικοί χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιεί ο εναγόμενος προς το πρόσωπο του Αναιμικού που είναι ο ενάγοντας 1, όπως π.χ. ότι ξεπέρασε τα όρια της κοινωνικής καταισχύνης, ότι θα συνεχίσει το σατανικό του έργο, ότι εκπροσωπεί τον υπόκοσμο του Αγίου Αθανασίου και ότι προσποιείται τον κακόμοιρη κλπ, ουδεμία επίδραση δύνανται να έχουν και να προσδώσουν επιτυχία στην ένσταση του ή να επιδράσουν στην μη έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και είναι φρονιμότερο να αποφεύγονται τέτοιοι ισχυρισμοί, όταν μάλιστα παραμένουν μετέωροι, γενικοί, αόριστοι και αναπόδεικτοι. Επίσης, τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος ως προς τα επεισόδια που έγιναν εις βάρος του και της επίθεσης που δέχθηκε και τον συνεπακόλουθο τραυματισμό του, ουδεμία επίδραση δύνανται να έχουν σε επιτυχία ένστασης ή στο να μην εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα, διότι αυτά θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης ξεχωριστής διαδικασίας στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης, εάν και εφ΄ όσον καταχωρηθεί τέτοια υπόθεση, με παραπονούμενο τον ίδιο τον εναγόμενο. Από την στιγμή λοιπόν που τα εν λόγω δημοσιεύματα είναι, αντικειμενικά κρινόμενα, δυσφημιστικά και δεν έχει καταδειχθεί η αλήθεια των όσων ο εναγόμενος καταλογίζει και συνακόλουθα δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας αυτής της θέσης του εναγόμενου και από την στιγμή που ο ενάγοντας 1 απολαμβάνει του Συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου αθωότητας, δεν ευσταθεί η θέση του εναγόμενου ότι με την έκδοση των Διαταγμάτων θα του αποστερηθεί το δικαίωμα λόγου και έκφρασης, διότι το δικαίωμα λόγου και έκφρασης δεν επεκτείνεται στον καταλογισμό κατηγοριών που παραμένουν αναπόδεικτες και η μόνη ενδεδειγμένη οδός, είναι η καταγγελία στις διωκτικές αρχές και σε περίπτωση καταχώρησης υπόθεσης με επαρκείς στοιχεία, να αποφασίσει το αρμόδιο καθ΄ ύλην και κατά τόπο Δικαστήριο κατά πόσο κάποιος είναι διακινητής ναρκωτικών και όχι ο οποιοσδήποτε συντάκτης οποιουδήποτε άρθρου. Ως προς το εγερθέν ζήτημα της ταυτοπροσωπίας που εγείρει ο εναγόμενος, αυτή δεν ευσταθεί. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας 1 παρέθεσε τέτοια λεπτομερή στοιχεία στην ένορκη του δήλωση που καταδεικνύουν ότι το πρόσωπο που κατονομάζεται ως Αναιμικός, είναι το πρόσωπο του ενάγοντα
  4. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας 1 ανέφερε ότι έτσι τον αποκαλούν, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, προφανώς από την θαλασσαιμία, την οποία έκανε μνεία και ο ίδιος ο εναγόμενος, λέγοντας ότι απ΄ ότι γνωρίζει υπάρχουν και άλλα άτομα στον Δήμο Αγίου Αθανασίου με το συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας. Η αναφορά αυτή του εναγόμενου, δεν είναι δυνατό να εμβολίσει αυτήν την αναφορά του ενάγοντα 1, λόγω της γενικότητας της τοποθέτησης του εναγόμενου και συνακόλουθα, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο την τοποθέτηση του εναγόμενου ότι ο ενάγοντας 1 δεν απέδειξε την ταυτοπροσωπεία μεταξύ του ενάγοντα 1 και των επίδικων δημοσιευμάτων. Δεν αποκλείει το Δικαστήριο στο να εξάξει συμπεράσματα για σκοπούς αξιολόγησης της υπό εξέταση αίτησης μέσα από τις αναφορές των διαδίκων, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε καταχώρηση απαντητικής/συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του ενάγοντα 1 ή αντεξέτασης του εναγόμενου και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση και γενικά η τοποθέτηση του εναγόμενου, ότι δηλαδή ο ενάγοντας 1 δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που του αναλογεί ένεκα της αμφισβήτησης από πλευράς εναγομένου δεν βρίσκει σύμφων το Δικαστήριο. Οι τοποθετήσεις του εναγομένου και γενικά οι αμφισβητήσεις του, εμπεριέχουν το στοιχείο της ασάφειας, που δεν δύναται στα πλαίσια αξιολόγησης και μόνο της υπό εξέταση αίτησης να επισκιάσουν τις λεπτομερείς αναφορές του ενάγοντα 1 και εν πάση περιπτώση, αυτό που απαιτείται στα πλαίσια αυτής της φύσεως την διαδικασία, δεν είναι η απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος, αλλά οι σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του, ως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά την παράθεση της νομικής πτυχής και ειδικότερα, αυτό που απαιτείται είναι να εκτεθεί το μαρτυρικό υπόβαθρο και όχι να αποδειχθεί με το βάρος απόδειξης που αναλογεί σε κάθε περίπτωση στα πλαίσια της αγωγής. Συνακόλουθα, αλλά και επιπρόσθετα των πιο πάνω, ο ενάγοντας 1 παράθεσε με λεπτομέρεια εκείνα τα στοιχεία, που καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε τα επίδικα δημοσιεύματα στην έντυπη μορφή που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ως προς το επίδικο video, δεν ευσταθεί η εισήγηση και γενικά η τοποθέτηση του εναγομένου ότι δεν έχει γίνει η ανάρτηση του video από τον ίδιο ελλείψη εκ μέρους του της σχετικής τεχνογνωσίας, διότι ο ενάγοντας 1 παρέθεσε με λεπτομέρειες για το πως έλαβε χώρα το περιστατικό το οποίο αποτελεί και το περιεχόμενο του εν λόγω video, ήτοι ότι σε αυτό πρωταγωνιστές είναι ο ενάγοντας 1 και ο εναγόμενος με ελαφρώς παραποιημένο το πρόσωπο του ενάγοντα 1 και έχουν προβληθεί επιλεκτικά κάποια αποσπάσματα και ότι αυτό έχει αναρτηθεί από τον εναγόμενο, ως έχει επισυναφθεί και το τεκμήριο 3 αντίγραφο από το διαδίκτυο και αναμφίβολα αυτή η αναφορά του ενάγοντα είναι αρκετή, χωρίς να απαιτείται η προβολή του εν λόγω video στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και το ίδιο ισχύει για τον χαρακτηρισμό του ως δυσφημιστικού, διότι ο ενάγοντας 1 αναφέρει ότι το απόσπασμα από το video αναρτήθηκε, με σκοπό τον διασυρμό και την συκοφάντιση του εναγομένου, χωρίς στοιχεία και χωρίς ίχνος αληθείας για τα λεγόμενα του εναγόμενου. Ένα επιπρόσθετο στοιχείο που καταδεικνύει το στοιχείο της ταυτοπροσωπείας μεταξύ του ενάγοντα 1 και των δημοσιευμάτων, αποτελεί και το γεγονός ότι η ενάγουσα 2 είναι το μοναδικό πρόσωπο που εργάζεται ως καθαρίστρια στον δήμο Αγίου Αθανασίου και μόνη η άρνηση του εναγόμενου περί της εργοδότησης της ενάγουσας 2 στον εν λόγω δήμο, δεν δύναται να παραμερίσει αυτήν την εξειδικευμένη αναφορά του ενάγοντα 1 και ούτε έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε άλλη αντίθετη και ειδική μαρτυρία που να καταρρίπτει, στα πλαίσια πάντα της παρούσας διαδικασίας, την ειδική θέση ότι η ενάγουσα 2 είναι το μοναδικό πρόσωπο που εργοδοτείται από τον εν λόγω δήμο ως καθαρίστρια. Τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος, ότι δηλαδή ο Αναιμικός είναι το άτομο που προέβηκε στα επεισόδια εναντίον του εναγόμενου και της απόπειρας φόνου εναντίον του, ως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, δεν είναι δυνατό να επισκιάσουν τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας 1 ως προς την ταυτοπροσωπία του ιδίου με τα δημοσιεύματα, διότι αποτελεί πραγματικά απορίας άξιο, αλλά και οξύμορο, ο εναγόμενος να καταγγέλνει συγκεκριμένο πρόσωπο στην αστυνομία, ήτοι τον Αναιμικό και να μην αναζητά να μάθει από την αστυνομία το πραγματικό όνομα του Αναιμικού ή το πλήρες όνομα του, από την στιγμή που ο εναγόμενος αναφέρει ότι δεν γνωρίζει το ακριβές όνομα του και η αστυνομία να λέει στον εναγόμενο ότι δεν μπορεί να προχωρήσει στην σύλληψη του Αναιμικού, ελλείψει επαρκούς μαρτυρίας. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η δεύτερη προυπόθεση πληρείται, ήτοι η ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η Νομολογία αναγνώρισε επίσης σε συγκεκριμένη περίπτωση ότι πληρείτο η δεύτερη προυπόθεση, εφ΄ όσον το δημοσίευμα αντικειμενικά κρινόμενο ήταν δυσφημιστικό και η υπεράσπιση της αλήθειας δεν είχε ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 131 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία) Η τρίτη προυπόθεση επίσης πληρείται. Συγκεκριμένα, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ως ταύτα έχουν περιορισθεί, οι ενάγοντες και περισσότερο βεβαίως ο ενάγοντας 1, θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, διότι θα συνεχίζεται να στιγματίζεται η τιμή και η υπόληψη τους στην κοινωνία και στον χώρο που κινούνται, με τον καταλογισμό σε αυτούς ποινικών αδικημάτων, ιδίως του ενάγοντα 1, αλλά και να αποδίδουν στην ενάγουσα 2 παραδοχή εκ μέρους της ποινικών αδικημάτων του ενάγοντα 1, χωρίς την προηγούμενη μάλιστα καταδίκη με τελεσίδικη Δικαστική απόφαση. Ήδη οι συνέπειες είναι εμφανής με την αλλαγή στάσης ατόμων που μέχρι πρότεινος ήταν φιλικά προς αυτούς και πιο συγκεκριμένα στην παράγραφο 18(ε) της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1, γίνεται ειδική αναφορά για αυτό, χωρίς δηλαδή να αρκείται ο ενάγοντας 1 σε γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, διότι αυτό δεν θα ήταν αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Η ενδεχόμενη επάναληψη της δυσφήμισης στην παρούσα περίπτωση, θα μείωνε ανεπανόρθωτα τον ενάγοντα 1 και γενικά τους ενάγοντες, εν΄ όψει της διασύνδεσης που έκανε ο εναγόμενος προς τα πρόσωπα τους και η νομολογία αναγνώρισε σε ορισμένες περιπτώσεις τέτοια δυνατότητα (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 139 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία). Η ζημιά θα ήταν ανεπανόρθωτη, διότι ο καταλογισμός βαρύτατων κατηγοριών, χωρίς να ανατραπεί το μαχητό τεκμήριο της αθωότητας και μάλιστα χωρίς καν καταχώρηση ποινικής υπόθεσης, θα ισοδυναμούσε με ισοπέδωση της τιμής και υπόληψης των εναγόντων και ιδίως του ενάγοντα
  1. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ως ταύτα έχουν περιορισθεί, το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το νομολογιακό πλαίσιο που ερμήνευσε το εν λόγω κριτήριο και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθούν αυτά με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Η Νομολογία έχει αναγνωρίσει σε περίπτωση δυσφήμισης, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίθηκε ότι έκλινε υπέρ του να εμποδιστεί ο εναγόμενος να δυσφημεί (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 160 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία). Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο και με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας, όπως εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ως ταύτα έχουν περιορισθεί, διότι από την μια ο εναγόμενος δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά, από την άλλη θα διασφαλιστεί η τιμή και η υπόληψη των εναγόντων και ιδίως του ενάγοντα 1, ο οποίος θα συνεχίσει να απολαμβάνει του Συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου της αθωότητας και εν πάση περιπτώση, ο εναγόμενος θα εμποδιστεί από του να δυσφημεί τους ενάγοντες και ιδίως τον ενάγοντα
  2. Το γεγονός ότι τα αιτούμενα Διατάγματα ως ταύτα έχουν περιορισθεί, ενέχουν ταυτοσημία με το παρακλητικό Β της αγωγής, το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το νομολογιακό πλαίσιο που έχει εκτεθεί ανωτέρω, κρίνει ότι με βάση και το ισοζύγιο της ευχέρειας και της αναγκαιότητας προστασίας της τιμής και υπόληψης των εναγόντων και ιδίως του ενάγοντα 1 που του αποδίδονται βαρύτατες κατηγορίες, χωρίς αυτές να αποδειχθούν ενώπιον Δικαστηρίου, η έκδοση των Διαταγμάτων είναι επιβεβλημένη υπό τις περιστάσεις. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η ένσταση του εναγόμενου κρίνεται ως ανεδαφική και πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των Διαταγμάτων ως ταύτα έχουν περιορισθεί και συνακόλουθα εκδίδονται τα ακόλουθα Διατάγματα εναντίον του εναγόμενου, τα οποία θα έχουν άμεση ισχύ με την επίδοση τους, ήτοι ο εναγόμενος υποχρεούται να συμμορφωθεί άμεσα με την επίδοση σε αυτόν: Απαγορεύεται ο εναγόμενος από το να αναγράφει, δημοσιεύει σε γραπτή έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή και να εκθέτει, δυσφημεί, να κυκλοφορεί οποιαδήποτε μορφή περιοδικού ή εφημερίδας ή γραπτό κείμενο ή φωτογραφία ή να εκτυπώνει ή να αναπαράγει σε οποιοδήποτε μέσο ή να προβαίνει σε δηλώσεις, για οτιδήποτε αφορά τους Ενάγοντες μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής . Απαγορεύεται ο εναγόμενος από το να αναγράφει,ή δημοσιεύει οτιδήποτε που έχει σχέση με τους Ενάγοντες και να χρησιμοποιεί τη λέξη Αναιμικός για να δείξει ή να αναφερθεί στον Ενάγοντα 1 ή να τον αποκαλεί έμπορο ναρκωτικών ή εγκληματία ή οτιδήποτε άλλο επίθετο ή χαρακτηρισμό παραπέμπει σε ναρκωτικά ή άλλης μορφής εγκληματικές ενέργειες ή να σχολιάζει τους Ενάγοντες μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής . Απαγορεύεται ο εναγόμενος από το να προβαίνει σε διακίνηση ή κυκλοφορία ή αναπαραγωγή των Τεκ. 1, 2 και 3 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 ημερομηνίας 14/12/2016 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και διατάσσεται ο εναγόμενος όπως προβεί σε άμεση διαγραφή του Τεκ.3 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 ημερομηνίας 14/12/2016 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, ήτοι του σχετικού video, ως επίσης διατάσσεται ο εναγόμενος όπως προβεί σε κάθε ενέργεια, ώστε να μην έχει πρόσβαση οποιοδήποτε άλλο άτομο και απαγορεύεται ο εναγόμενος όπως μεταδίδει και να επιδεικνύει το εν λόγω video σε οποιαδήποτε άτομα και επιπρόσθετα διατάσσεται ο εναγόμενος όπως διαγράψει άμεσα το βίντεο αυτό, καθώς και να ανακαλέσει την διάθεση προς κυκλοφορία των Τεκμηρίων 2 & 3 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1 ημερομηνίας 14/12/2016 που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και ειδικότερα των σελίδων που αναφέρονται στους Ενάγοντες. Επίσης εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο ο εναγόμενος απαγορεύεται να κυκλοφορήσει στο μέλλον, μέχρι πλήρους εκδικάσεως της παρούσας αγωγής, οποιοδήποτε κείμενο, δήλωση σε οποιοδήποτε περιοδικό, κανάλι, σταθμό ή διαδίκτυο, το οποίο να σχετίζεται γενικότερα με τους ενάγοντες και παραπέμπει σε αυτούς. Τα έξοδα της αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Επειδή η παρούσα αίτηση, καταχωρήθηκε μεν μονομερώς, αλλά με την μη έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς και την Διαταγή του Δικαστηρίου όπως η αίτηση επιδοθεί, έχει καταστεί αίτηση δια κλήσεως από το αρχικό της στάδιο πριν επιδοθεί στους εναγόμενους, δεν δίνονται οδηγίες όπως οι ενάγοντες καταχωρήσουν οποιαδήποτε εγγύηση (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - ν - Δέσπω Στυλιανού ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολιτική Έφεση 354/2013 ημερ. 4/12/2015), όπου στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι όταν μια μονομερής αίτηση καταστεί δια κλήσεως με τις οδηγίες που δίνονται όπως αυτή επιδοθεί, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ.
  3. Βεβαίως το Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, δεν παρέβλεψε και την υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄αυτούς των διαταγμάτων, πλην όμως η τοποθέτηση του ότι όταν δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί, όπως έγινε ευθύς εξ΄ αρχής στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 δεν έχουν τόπο, δικαιολογούν την μη έκδοση οδηγιών για ανάληψη υποχρέωσης παροχής εγγύησης. (Υπ.) ............. Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Λίβελλος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.