← Κύπρος

ALEXANDER GORBACHEV κ.α. ν. ΜΑΡΙΝΑ ΛΟΪΖΟΥ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1151/2016, 12/1/2017

ALEXANDER GORBACHEV κ.α. ν. ΜΑΡΙΝΑ ΛΟΪΖΟΥ κ.α., Αριθμός Αγωγής: 1151/2016, 12/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 1151/2016 Μεταξύ: ALEXANDER GORBACHEV, από τη Ρωσία και τώρα εις Αγγλία LARISA SMIRNOVA, από Ρωσία και τώρα εις Αγγλία IVAN GORBACHEV, από τη Ρωσία και τώρα εις Αγγλία, ανήλικος μέσω των φυσικών του γονέων και κηδεμόνων Alexander Gobrachev και Larisa Smirnova ALEXANDRA GORBACHEV, από Ρωσία και τώρα εις Αγγλία Εναγόντων -ΚΑΙ- ΜΑΡΙΝΑ ΛΟΪΖΟΥ, εκ Λεμεσού ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΡΑΣ, εκ Λεμεσού ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΛΛΗΝΑΣ, εκ Λεμεσού ΣΤΕΛΙΟΣ ΛΟΪΖΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία: 12/01/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - αιτητές: κος. Χρ. Ονουφρίου για Π. Ν. Ονουφρίου ΔΕΠΕ Για τους εναγομένους - καθ'ών η αίτηση 1, 3 και 4: κος. Διογένους με κα. Παντελίδου για Αρετή Χαριδήμου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ.20/07/2016 (για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερ.21/6/2016) Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/4/2016 με αξίωση εναντίον των εναγομένων την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων αποκάλυψης και/ή τύπου "Norwich Pharmacal" και άλλων ενδιάμεσων διαταγμάτων φίμωσης «Gagging Order». Την καταχώρηση της αγωγής ακολούθησε την ίδια ημέρα η καταχώρηση μονομερούς αίτησης με αίτημα την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων του ίδιου τύπου. Το τότε εκδικάζον Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα και όρισε την αίτηση για ακρόαση ενώ διέταξε επίδοση αυτής στους εναγόμενους - καθ' ών η αίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση ένστασης από πλευράς των εναγομένων - καθ'ών η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση 1, 3 και 4 στις 21/6/2016 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 3 Σωκράτη Έλληνα ενώ η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 6/10/

  1. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία ορίστηκε για πρώτη φορά η υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 20/07/2016 από πλευράς Εναγόντων - αιτητών και με την οποία οι αιτητές αξιώνουν την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλών στην ένσταση. Συγκεκριμένα με την υπό κρίση αίτηση οι αιτητές αξιώνουν: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο δίδεται άδεια για αντεξέταση του κ. Σωκράτη Έλληνα επί της ενόρκου δήλωσης του ημερ. 21/06/2016 που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Ειδοποίησης Ένστασης στην Αίτηση των Εναγόντων 1 - 3 ημερομηνίας 20/04/2016 και συγκεκριμένα:
  2. Αναφορικά με την παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα επί της αναφοράς ότι: (α) '' η αρχική συμφωνία για παροχή δικαιώματος (option) αγοράς του 5% του εκδοθέντος κεφαλαίου της PHOSCO INDUSTRIES έγινε στις 14/07/2001 και ο Ενάγοντας 1 δεν άσκησε το δικαίωμα εντός της προθεσμίας. Ως αποτέλεσμα υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ Ενάγοντας 1 και της B & C με δικαίωμα επαναγοράς ημερ. 19/11/
  3. Είναι εντελώς αναληθές και εσφαλμένο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η αξία της εταιρείας ανερχόταν πλησίον των 6 δισεκατομμυρίων.'' (β) Η επέκταση του δικαιώματος μέχρι 31/12/2007 κρίθηκε επιβεβλημένη προς το συμφέρον των δικαιούχων του εμπιστεύματος εφ' όσον τούτο δεν είχε χρήματα για άμεση άσκηση του δικαιώματος και οι εμπιστευματοδόχοι χρειάζονταν τον απαραίτητο χρόνο για αξιολόγηση των μετοχών και του δικαιώματος και αναζήτηση μεθόδων χρηματοδότησης της άσκησης του δικαιώματος.
  4. Αναφορικά με την παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα επί της αναφοράς του ότι '' οι επίτροποι εξασφάλισαν δάνεια για το GAMINI TRUST και είναι με τον τρόπο αυτό που αγοράστηκε η ακίνητη ιδιοκτησία στο Λονδίνο.''
  5. Αναφορικά με την παράγραφο 11 της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα επί της αναφοράς του ότι: (α) '' Ως με πληροφορεί η κ. Χαριδήμου το ποσό των 20 εκατομμυρίων δολλ ΗΠΑ αντιστοίχησε στην αγοραία αξία των μετοχών στην βάση πολυάριθμων έγκυρων εκτιμήσεων. Πριν την πώληση η επίτροπος έλαβε υπ' όψη βάση πληροφορίες που έλαβε, περιλαμβανομένων και εκτιμήσεων. (β) Η επίτροπος έλαβε επίσης υπ' όψη ότι στην απουσία αγοραστή δεν θα υπήρχε η δυνατότητα καταβολής του αναγκαίου ποσού για αγορά του δικαιώματος, εφ' όσον ούτε το GOALIVA TRUST αλλά ούτε και οι δικαιούχοι - Ενάγοντες, είχαν επαρκή περιουσία που να επαρκούσε για εξάσκηση του δικαιώματος,
  6. Αναφορικά με την παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα επί της αναφοράς του ότι: (α) Επιπρόσθετα λήφθηκε υπ' όψη ότι το δικαίωμα αφορούσε σε ένα μικρό μειοψηφικό αριθμό μετοχών και ότι κατά συνέπεια θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να βρεθούν τρίτοι επενδυτές που θα ήταν διατεθειμένοι να αγοράσουν τις μετοχές σε παρόμοιες υψηλές τιμές απλώς και μόνο για να καταστούν μέτοχοι μιας μικρής μειοψηφίας. (β) Οι εμπιστευματοδόχοι έλαβαν επίσης σοβαρά υπόψη το τότε οικονομικό καθεστώς της εταιρείας που δεν τους παρείχε εμπιστοσύνη ότι η υψηλή αξία θα διατηρείτο. Κατά συνέπεια η τιμή που λήφθηκε ήταν περισσότερη από δίκαιη και προς όφελος του εμπιστεύματος.
  7. Αναφορικά με την παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα επί της αναφοράς '' ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν άλλες πηγές εισοδήματος, και είχαν ανάγκη να λάβουν οικονομική βοήθεια την οποία και έλαβαν από το εμπίστευμα και οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου απορρίπτεται ως αβάσιμος. Οποιοδήποτε ισχυρισμοί για εικονικά δάνεια απορρίπτονται στο σύνολο τους.''
  8. Αναφορικά με την παράγραφο 16 της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα επί της αναφοράς '' ότι το δάνειο που δόθηκε από την Roland Ltd δεν ήταν άγνωστο στους Ενάγοντες. Αυτό και άλλα δάνεια κατέστησαν δυνατή την αγορά της Ormidale Property προς το Goaliva Trust έγινε υπό την αίρεση της αποπληρωμής του δανείου ως αναφέρθηκε ανωτέρω και επειδή οι δανειστές ζητούσαν την αποπληρωμή του δανείου. Το συγκεκριμένο δάνειο είχε δοθεί για την αγορά κατοικίας προς όφελος και χρήση των Εναγόντων στο Ηνωμένο Βασίλειο και αυτοί ουδεμία ζημιά υπέστησαν.''
  9. Αναφορικά με την παράγραφο 21 της Ένορκης Δήλωσης του και συγκεκριμένα επί της αναφοράς '' ότι οι Ενάγοντες προβαίνουν από το 2015 σε μια συνεχιζόμενη απόπειρα ουσιαστικά να εκβιάσουν τον κ. Guriev και για τον σκοπό αυτό έχουν επιχειρήσει να επιτεθούν και να ενάγουν όλους τους δικηγόρους του προσωπικά, ώστε να ασκήσουν πίεση σε αυτούς.'' Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον κ. Σωκράτη Έλληνα όπως να είναι παρών κατά την ακρόαση της πιο πάνω αίτησης να αντεξεταστεί. Γ. Οποιοδήποτε άλλο συναφές διάταγμα ή οδηγία ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει σκόπιμο και αναγκαίο να δώσει υπό τις περιστάσεις. Δ. Τα έξοδα της Αίτησης αυτής, πλέον Φ.Π.Α. Η Αίτηση βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.Θ. 1-21, Δ.38 Θ. 1-2 και 9 και στη Δ.48 - Θ.Θ. 1-4 και 7, στην Δ.64 στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Ονουφρίου, Δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Δικηγόρων των εναγόντων ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης ενώ έχει λάβει εξουσιοδότηση από τους ενάγοντες να προχωρήσει με την ένορκη δήλωση του. Ο ενόρκως δηλών με αναφορά στο αίτημα του σε συγκεκριμένα σημεία επί των οποίων αιτούνται την αντεξέταση, επεξηγεί για έκαστο εξ' αυτών τον λόγο που κρίνει αναγκαίο να παρουσιαστεί αυτή η μαρτυρία υπό μορφή αντεξέτασης. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω στην παρούσα απόφαση αυτολεξεί την ένορκη δήλωση καθότι το περιεχόμενο της έχει ληφθεί υπόψη και έχει μελετηθεί δεόντως, αναφορά δε θα γίνει όπου αυτό κριθεί απαραίτητο κατά την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων κατωτέρω. Οι εναγόμενοι - καθ'ών η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 28/11/2016 η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Σωκράτη Έλληνα, εναγόμενου
  10. Με την ειδοποίηση περί της προθέσεως τους να ενστούν οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση 1 - 3 και 4 προβάλλουν τους κάτωθι λόγους ένστασης: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του ζητηθέντος διατάγματος. Τα διατάγματα δεν ζητούνται για νόμιμο λόγο. Η αίτηση ισοδυναμεί με προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας. Η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και των σκοπών του Norwich Pharmacal. Η παρούσα δεν είναι κατάλληλη υπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 21-32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Θ.2, Δ.28, Θ. 1-6, Δ.38, Θ. 1-9, Δ.39, Θ. 1-21, Δ.48, Θ.1-13 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στο άρθρο 7 του αγγλικού Bankers Book Evidence Act 1879, στη νομολογία, στο κοινό δίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών στην δήλωση του επεξηγεί με περισσότερες λεπτομέρειες τους ανωτέρω λόγους ένστασης και επιπλέον αναφέρει ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια μιας αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων δεν θα ασχοληθεί με επίλυση αντιφατικών ισχυρισμών που αποτελεί ουσία και αντικείμενο άλλης διαδικασίας ως εκ τούτου δεν χρήζει ανάγκης αντεξέτασης, το δε αίτημα συνιστά κατάχρηση των σκοπών έκδοσης ενός διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal. Επιπλέον ο ενόρκως δηλών αναφέρεται επί της ουσίας των σημείων που με την αίτηση ενδεχομένως να κληθεί να αντεξεταστεί αντικρούοντας με τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ως λόγοι για να εγκριθεί το αίτημα. Ομοίως με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έτσι και εδώ δεν κρίνω ότι υπάρχει ανάγκη να παραθέσω αυτούσια την ένορκη δήλωση, η οποία μελετήθηκε και αναφορά θα γίνει όπου αργότερα κριθεί απαραίτητο και αναγκαίο. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αμφότερες την αίτηση και την ένσταση ενώ αμφότεροι οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες παραθέτουν τις θέσεις και την επιχειρηματολογία τους. Αμφότερες οι αγορεύσεις των διαδίκων έχουν καταχωρηθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται δεόντως υπόψη ως εκ τούτου δεν υπάρχει ανάγκη να επαναλάβω το περιεχόμενο τους. Νομική πτυχή Η παρούσα Αίτηση εξετάζεται με βάση την Διαταγή 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία στον θεσμό 1 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο κατόπιν παρακλήσεως να επιτρέψει την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα. Ανατρέχοντας στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπιστώνει κανείς ότι υπάρχει σωρεία νομολογίας μέσα από την οποία τίθενται οι αρχές και οι παράμετροι άσκησης της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής διαπιστώνει κανείς ότι ο θ. 1 της Δ.39 αναφέρεται γενικά στην μαρτυρία η οποία δίδεται με ένορκη δήλωση και την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος για αντεξέταση. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.39 στην παρούσα Αίτηση. Σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις παραπέμπω στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ.
  11. κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «Τhe Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης στο Annual Practice 1956, όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το O.38, εξηγείται ακριβώς πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39, Θ.
  12. Λέχθηκε, στην εν λόγω απόφαση, ότι: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν και εδώ το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Σύμφωνα με την Νομολογία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η αντεξέταση καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους των Αιτητών να παραθέσουν τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Είναι ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω και στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)

(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1660, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν' όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνυόσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία αυτών των εξαιρετικών περιπτώσεων». Επιπλέον με τα πιο πάνω οφείλω να αναφέρω ότι αντικείμενο μελέτης έτυχε και η εισήγηση των συνηγόρων των καθ'ών η αίτηση ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται ενόψει και την φύσης της αίτησης στην οποία καταχωρήθηκε η ένσταση και η ένορκη δήλωση η οποία είναι αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και Gagging Order, διατάγματα με συγκεκριμένο σκοπό. Στο σημείο αυτό ανέτρεξα στην απόφαση στην οποία με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των καθ'ών η αίτηση, στην αγωγή 2103/10, Ε. Δ. Λάρνακας, ημερ.19/11/2010, του τότε Προέδρου του Ε.Δ., Έντιμου Γιασεμή η οποία αφορούσε αίτημα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα σε ένσταση επί αίτησης για έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Βεβαίως η πιο πάνω απόφαση δεν αποτελεί αυθεντία όμως σε αυτήν γίνεται μια σημαντική ανάλυση και συγκέντρωση της νομολογίας η οποία είναι όντως καθοδηγητική. Με βάση το δικονομικό πλαίσιο εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης, όπως η αρχική (και όπου αναφέρω αρχική από εδώ και στο εξής αναφέρομαι στην αίτηση για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων) ήτοι επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων το αίτημα για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα εξετάζεται με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές που ανέλυσα και επιπλέον λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης με σκοπό να εξακριβωθεί η αναγκαιότητα για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Εξετάζοντας την φύση της αρχικής αίτησης, πράγματι δεν δύναται να διαφύγει της προσοχής μου ότι αυτή ουσιαστικά είναι μια αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και Gagging Order που αποσκοπεί σε συγκεκριμένο στόχο συγκομιδής κάποιων στοιχείων ή εγγράφων ενώ αποκλείεται από τον στόχο αυτό η αλίευση μαρτυρίας ή και ενδεχομένως στοιχείων τα οποία θα δώσουν κάποιο πλεονέκτημα σε άλλο διάδικο σε σχέση με εκκρεμούσα διαδικασία. Καθήκον του Δικαστηρίου σε μια αίτηση ως η αρχική είναι να εξετάσει τους σκοπούς της και την αναγκαιότητα της με γνώμονα το τι ζητείται από τον ενάγοντα - αιτητή χωρίς να επεμβαίνει με οιοδήποτε τρόπο σε άλλη εκκρεμούσα διαδικασία. Η αρχική αίτηση δικονομικά θα εξεταστεί κυρίως επί του άρθρου 32 του Νόμου Περί Δικαστηρίων με βάση και τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές που τέθηκαν για την εξουσία αυτή του Δικαστηρίου να εκδίδει προσωρινά ενδιάμεσα διατάγματα. Λαμβάνοντας υπόψη μου την φύση της αρχικής αίτησης όπου δεν θα εξεταστεί η διαφορά των μερών με αναφορά στην μαρτυρία και στην κατάληξη επί οιονδήποτε ευρημάτων αλλά θα διαπιστωθεί από την όψη της μαρτυρίας και μόνο η ορατή πιθανότητα επιτυχίας, η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και μόνο εφόσον υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις και λόγοι που να επιβάλλουν την έκδοση του. Ως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Έντιμος Γιασεμή στην πιο πάνω απόφαση του: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως όταν εξετάζεται κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται να εξετάσει την ουσία της διαφοράς των αντιδίκων μερών. Ειδικότερα, δεν αξιολογεί τη μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του με τον τρόπο που αναφέρεται πιο πάνω και ούτε προβαίνει σε ευρήματα επί γεγονότων αφορώντα τη διαφορά (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το μέγιστο στο οποίο μπορεί να φθάσει στο πλαίσιο της άσκησης αυτής είναι να διαπιστώσει αν με βάση την εν λόγω μαρτυρία, εξετάζοντας την ως έχει στην όψη της, όμως με κριτική διάθεση, αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία σε σχέση με τη δικογραφημένη υπόθεση του. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Η εξέταση αυτή αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1). Όμως, το ίδιο επίπεδο απόδειξης εφαρμόζεται σε σχέση και με την τρίτη προϋπόθεση αφού η αρχή που έχει αναφερθεί προηγουμένως διατρέχει ολόκληρη τη διαδικασία η οποία διεξάγεται στη βάση του εν λόγω άρθρου. Δεδομένης λοιπόν της πιο πάνω αρχής και του επιπέδου απόδειξης που εφαρμόζεται στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 32
(1)είναι δύσκολο μάλλον να διαπιστωθεί πάνω σε θεωρητική βάση πότε μπορεί να ασκηθεί η διακριτική εξουσία την οποία προβλέπει η Δ.39 Κ.1. Σε ποια περίπτωση μπορεί να επιτραπεί η αντεξέταση ομνύσαντα σε διαδικασία όπως αυτή που περιγράφεται πιο πάνω; Προφανώς, εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση στην οποία καταδεικνύεται ότι με την αντεξέταση ο ομνύσας δυνατό να αλλάξει την αρχική του θέση και να συμφωνήσει με τη θέση του διαδίκου εκ μέρους του οποίου αντεξετάζεται. Ομολογουμένως πολύ σπάνια μπορεί να συμβεί αυτό. Εξ ου και η γενική παρατήρηση του δικαστή Καλλή Δ., στην υπόθεση Rana Wahed Ali (Αρ.1) 2004 1Γ Α.Α.Δ. 1660 ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιτραπεί η αντεξέταση ομνύσαντος επί της ενόρκου δηλώσεως του. Η υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1987 πιστεύω δεν αποτελεί παράδειγμα όπου θα έπρεπε να αντεξεταστεί ο ομνύσαντας. Ενώ όπως επισημαίνει περαιτέρω στην υπόθεση Rana Wahed Ali, ανωτέρω, η ύπαρξη ενός τέτοιου ενδεχόμενου, και εν πάση περιπτώσει, γενικά η αναγκαιότητα να επιτραπεί η αντεξέταση ομνύσαντος σε διαδικασία ακροάσεως αίτησης θα πρέπει να καταδειχθεί στη βάση γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου προς το σκοπό αυτό. Θα πρόσθετα, ίσως και γεγονότων τα οποία συνάγονται από την ήδη τεθείσα ενώπιον του μαρτυρία στο πλαίσιο της βασικής αίτησης. Θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να ικανοποιείται το δικαστήριο για την ύπαρξη της αναγκαιότητας άσκησης της εν λόγω διακριτικής εξουσίας. Έχοντας δε υπόψη τις αγορεύσεις των συνηγόρων διαπιστώνων ότι αυτοί δε διαφωνούν ως προς τις προαναφερθείσες εφαρμοστέες αρχές. Η διαφωνία τους εστιάζεται, μάλλον, στην αντίληψη τους για την αναγκαιότητα αντεξέτασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα.» Με βάση τώρα τα πιο πάνω θα έρθω να εξετάσω κατά πόσο υπό τις παρούσα συνθήκες το αίτημα των αιτητών για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα κρίνεται δικαιολογημένο. Για να μπορέσω να το πράξω αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης ως φαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αρχική αίτηση και την επίδικη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αρχική αίτηση γίνεται μια αναφορά στο ιστορικό δημιουργίας κάποιων εμπιστευμάτων (διεθνών) τα οποία δημιουργήθηκαν προς όφελος των Εναγόντων, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα. Καταπιστευματοπάροχοι ήσαν κυπριακή εταιρεία με διευθυντές τους εναγόμενους 1 και 4 και μέτοχοι αυτής άλλες εταιρείες με κοινούς διευθυντές τους εναγόμενους 1 και
  1. Μια εκ των μετόχων αυτής φέρεται να πώλησε μετοχές στον Ενάγοντα της καταπιστευματοπαρόχου εταιρείας. Ακολούθως ο Ενάγων 1 με βάση συμφωνία OPTION AGREEMENT φαίνεται να απέκτησε δικαίωμα να αγοράσει μετοχικό πακέτο σε άλλη εταιρεία κεφαλαιουχικής αξίας πέραν των 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής. Το δικαίωμα αυτό έπρεπε να ασκηθεί μέχρι 31/12/2006, ο δε πωλητής των μετοχών αυτών ήτο εταιρεία με έδρα το Μπελίζ και διευθυντές τους εναγομένους 1 και
  2. Το δικαίωμα αυτό επεκτάθηκε για ακόμα ένα έτος μέχρι την 31/12/2007 και με συμφωνία που υπογράφηκε από την πωλητή εταιρεία με τους επιτρόπους του εμπιστεύματος Αρετή Χαριδήμου και εναγομένη 2 αφού στις 29/11/2005 ο ενάγων 1 παραχώρησε το δικαίωμα του αυτό στους επιτρόπους του εμπιστεύματος Χαριδήμου και εναγομένη 2 με σκοπό αυτό να αποτελέσει επιπρόσθετη περιουσία του εν λόγω εμπιστεύματος. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην αρχική αίτηση, ο σκοπός ίδρυσης του εμπιστεύματος ήτο η αγορά οικίας στο Λονδίνο για την χρήση της από την οικογένεια των Εναγόντων. Προς υλοποίηση του σκοπού αυτού στις 2/2/2006 αγοράστηκε το ακίνητο. Τα πιο πάνω σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα αποτελούν μέρος συμφωνίας και/ή διευθέτησης του Ενάγοντα 1 μετά κάποιου τρίτου προσώπου το οποίο συνδέεται με πελατειακή σχέση με την Αρετή Χαριδήμου, Δικηγόρο εκ Λεμεσού κάποιου Ρώσου Δικηγόρου. Οι 2 δικηγόροι ανέλαβαν να υλοποιήσουν την πιο πάνω συμφωνία δυνάμει της οποίας ως αντάλλαγμα για υπηρεσίες που παρείχε ο ενάγων 1 προς το τρίτο πρόσωπο, ο ενάγων θα δικαιούτο μέχρι 30% μετοχές στις ιθύνουσες εταιρείες του ομίλου εταιρειών του τρίτου προσώπου που ελέγχονταν από την Κύπρο μέσω των 2 δικηγόρων. Οι 2 δικηγόροι ως δικηγόροι του τρίτου προσώπου με το οποίο συμβλήθηκε ο Ενάγων 1 αλλά και ως επίτροπος η Χαριδήμου και προστάτης ο Ρώσος δικηγόρος των εμπιστευμάτων των εναγόντων ανέλαβαν με οδηγίες του τρίτου προσώπου να οργανώσουν και δημιουργήσουν για λογαριασμό των εναγόντων καταπιστεύματα όπου θα διοχετεύονταν όλα τα κέρδη και μερίσματα του ανωτέρω πρώτου αναφερθέντος μετοχικού πακέτου του 5% για να χρησιμοποιηθούν από τους Ενάγοντες για τις υπογραφές εν όσο αναγκαστικά θα διαμένουν στο Λονδίνο λόγω πολιτικού ασύλου που παραχωρήθηκε στον ενάγοντα
  3. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών πράγματι από το 2006 μέχρι το 2012 άρχισε η ροή κερδών προς τα καταπιστεύματα και οι προστάτης και επίτροπος κρατούσαν ενήμερο τον Ενάγοντα για τα έξοδα και έσοδα των εμπιστευμάτων ενώ ταυτόχρονα οι Ενάγοντες διέμεναν στο ακίνητο που αγοράστηκε στο Λονδίνο και όλα τα έξοδα τους καταβάλλονταν από τα εμπιστεύματα μέσω της Αρετής Χαριδήμου και του Ρώσου Δικηγόρου κατόπι οδηγιών από το τρίτο πρόσωπο τον Ρώσο Gouriev με τρόπο κατά τον οποίο ο Ενάγων 1 πίστευε ότι τα ποσά αυτά προέρχονταν από τα κέρδη και μερίσματα των μετοχών που ανωτέρω αναφέρθηκαν. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι τα πράγματα δεν ήσαν ως παρουσιάζονταν καθότι ο Gouriev μέσω των Χαριδήμου και Ρώσου δικηγόρου παρουσίαζαν ότι τα κέρδη προέρχονταν από αυτές τις μετοχές ενώ τελικώς παρουσίασαν ότι τα ποσά που καταθέτονταν ήταν δάνεια και η περιουσία των Εναγόντων ήταν υποθηκευμένη ενώ τα εμπιστεύματα ήσαν καταχρεωμένα και αφερέγγυα. Επιπλέον υπάρχει ο ισχυρισμός ότι οι επίτροπος και προστάτης πώλησαν στο Gouriev το 5% μετοχικό πακέτο για ποσό που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική του αξία. Βεβαίως αναφορές γίνονται και στις διαδικασίες σύναψης των φερόμενων δανείων, λεπτομέρειες τις οποίες δεν χρειάζεται να αναφέρω στην παρούσα απόφαση. Με βάση τα πιο πάνω οι αιτητές στην αρχική αίτηση ζητούν προσωρινά διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal από τους εναγόμενους, ως αθώα τρίτα πρόσωπα που άθελα τους συνέδραμαν στο να εκτελεσθούν αδικοπραξίες, με σκοπό την αποκομιδή πληροφοριών και εγγράφων χωρίς να τους δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για να επικοινωνήσουν με τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση ή τους αντιπροσώπους και/ή δικηγόρους τους στην Κύπρο ή στην Αγγλία. Η επίδικη ένορκη δήλωση τώρα επί της οποίας ζητείται η αντεξέταση και η οποία συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι οι Ενάγοντες είναι πράγματι δικαιούχοι 2 εμπιστευμάτων αλλά αρνείται ότι υπήρχε όρος ότι είτε ο επίτροπος / εμπιστευματοδόχος είτε ο προστάτης θα συμβουλεύονταν τους δικαιούχους και τον ενάγοντα 1 για τις ενέργειες τους. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών τα εμπιστεύματα είναι τύπου discretionary trust και οι εμπιστευματοδόχοι - επιτρόποι έχουν πλήρη διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση των καθηκόντων τους περιλαμβανομένης και διενέργειας δανείων. Όσον αφορά το δικαίωμα αγοράς του 5% ο ενάγων δεν άσκησε το δικαίωμα του αυτό εντός της προθεσμίας ενώ είναι αναληθές ότι η αξία της εν λόγω εταιρείας ανερχόταν σε οιοδήποτε ποσό πλησίον των 6 δισεκατομμυρίων. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών ουδέποτε υπήρξε στην γνώση του οιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Couriev και ουδέποτε οι Χαριδήμου και Ρώσος Δικηγόρος ανέλαβαν να εκπληρώσουν όρους αυτής. Οι τελευταίοι 2 ενεργούσαν πάντοτε σύμφωνα με τους όρους διορισμού τους ενώ ουδέποτε υπήρξαν οιαδήποτε κέρδη ή μερίσματα για να περιέλθουν στο εμπίστευμα καθότι το 5% ήταν δικαίωμα αγοράς. Ο ενόρκως δηλών αρνείται την ύπαρξη οιασδήποτε συνωμοσίας ή σχεδίου καταδολίευσης ενώ τα δάνεια που δόθηκαν δεν ήταν άγνωστα στους ενάγοντες. Σε σχέση τώρα με την ουσία της αρχικής αίτησης ό ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο ίδιος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Αρετή Χαριδήμου ΔΕΠΕ ενώ οι εναγόμενοι 1 και 3 η θυγατέρα και ο σύζυγος της αντίστοιχα ενώ με βάση τις αρχές για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων εξαιρούνται τα πρόσωπα που είναι εργοδοτούμενοι ή στενοί συγγενείς των κατ' ισχυρισμών αδικοπραγούντων. Κρίνω άσκοπο να αναφέρω στην πληρότητα τους τα όσα αναφέρονται τόσο στην αρχική αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Τα όσα πιο πάνω ανέφερα τα κατέγραψα με σκοπό να δώσω το στίγμα της ουσίας της αρχικής αίτησης με σκοπό να εξετάσω κατά πόσο χρήζει αντεξέτασης ο ενόρκως δηλών, ως το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης. Αντιπαραβάλλοντας τώρα τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές που ανωτέρω ανέλυσα με τις παραγράφους των οποίων την αντεξέταση ζητούν οι αιτητές, σε συνάρτηση πάντοτε με την αιτιολογία που δίδεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και έχοντας πάντοτε υπόψη μου την φύση και σκοπό της αρχικής αίτησης, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση δεν δικαιολογείται και θα πρέπει να απορριφθεί. Επεξηγώντας την πιο πάνω θέση και κατάληξη μου αναφέρω ότι μέσα από τις παραγράφους που οι αιτητές θέλουν να αντεξετάσουν και με βάση την αιτιολογία που δίδεται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται είναι η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα επί της ουσίας της διαφοράς των μερών που σημειώνω ότι με βάση και την αξίωση στην αγωγή η διαφορά αυτή δεν αφορά καν τους διαδίκους ενώπιον μου. Το Δικαστήριο στην αρχική αίτηση θα εξετάσει με βάση και τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου Περί Δικαστηρίων εάν δικαιολογείται η έκδοση προσωρινής φύσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal και δεν θα υπεισέλθει ούτε σε εκείνο το στάδιο στην ουσία της φερόμενης διαφοράς των εναγόντων με τα τρίτα πρόσωπα. Πόσο μάλλον στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας που εξετάζεται η αναγκαιότητα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα επί μιας ενδιάμεσης αίτησης. Συγκεκριμένα ζητείται διάταγμα να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών σε σχέση με την παράγραφο 6 με σκοπό να παρουσιάσει κάποιο έγγραφο συμφωνίας και να εξηγήσει γιατί θεωρεί εσφαλμένη την αξία της εταιρείας σε 6 δισεκατομμύρια, επιπλέον ζητείται να εξηγήσει πως καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το εμπίστευμα δεν είχε χρήματα για άμεση εξάσκηση του δικαιώματος αγοράς. Περαιτέρω ζητείται η αντεξέταση του επί της παραγράφου 9 με σκοπό να εξηγήσει ο ενόρκως δηλών και να πείσει το Δικαστήριο ότι τα δάνεια που αναφέρονται ήσαν πράγματι αυθεντικά και όχι ένα καλοστημένο σχέδιο με σκοπό να παραπλανηθεί ο Έφορος φόρου εισοδήματος στην Αγγλία. Σύμφωνα με τον αιτητή ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να αντεξεταστεί στην παράγραφο 11 και να παρουσιάσει τις έγκυρες κατά τον ίδιο εκτιμήσεις και πληροφορίες που είχε η επίτροπος σε σχέση με την αξία των μετοχών ενώ επιπλέον να εξηγήσει πως η επίτροπος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε αγοραστής για την αγορά του δικαιώματος. Με το ίδιο σκεπτικό και επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό οι αιτητές αιτούνται διάταγμα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα και επί των παραγράφων 12, 13, 16 και 21 της ένορκης δήλωσης του. Τα όσα δε αναφέρονται στην μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση αποτελούν ουσιαστικά επιχειρήματα που άπτονται της ουσίας της αρχικής αίτησης αλλά και στοιχεία μιας ενδεχόμενης υπεράσπισης μιας ισχυριζόμενης και φερόμενης διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων και τρίτων προσώπων. Η ουσία αυτής της διαφοράς που φαίνεται να υπάρχει δεν θα εξεταστεί όχι μόνο στην αρχική αίτηση αλλά ούτε και στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποκλείσει το ενδεχόμενο εκτροχιασμού της παρούσας διαδικασίας αλλά και μετέπειτα της αρχικής αίτησης από τον πραγματικό τους σκοπό και ρόλο. Η έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί επίδικο θέμα η διαφορά που φαίνεται να υπάρχει μεταξύ των Εναγόντων και κάποιων τρίτων προσώπων και όχι η ουσία της αρχικής αίτησης η οποία είναι εάν δικαιολογείται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και Gagging Order. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι εξαιρετικές περιστάσεις ούτως ώστε να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα με αποτέλεσμα η αίτηση να απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ'ών η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.