Maria Batura κ.α. ν. Credit Foncier Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3208/16, 19/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3208/16 Μεταξύ:
- Maria Batura, από τη Ρωσική Ομοσπονδία
- Nikolai Evdokimov, από τη Ρωσική Ομοσπονδία Ενάγοντες και
- Credit Foncier Limited, από τις Νήσους Κομόρες
- Credit Foncier International CFI Limited, από τη Λεμεσό
- Credit Foncier International Trade & Finance CFITF LTD, από τη Λεμεσό
- Κατερίνα Μαρνέρου, από τη Λεμεσό
- Ιωσήφ Χατζηιωσήφ, από τη Λεμεσό
- Dignitus Management Services Ltd, από τη Λεμεσό
- Novo Banco SA, από την Πορτογαλία
- Μαρία Μυρούλα Μαρνέρου, από τη Λεμεσό
- M. Marnerou & Co. Limited, από τη Λεμεσό Εναγόμενοι ------------------------- Ημερομηνία: 19/1/2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χ. Δημητρίου Για Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση 2 έως 6, 8 και 9: κ. Μ. Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν εναντίον των εναγομένων 2 έως 6, 8 και 9 ενδιάμεσα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και γενικώς διατάγματα αποκάλυψης με το λεκτικό και περιεχόμενο όπως αυτά καταγράφονται λεπτομερώς στο κείμενο της αίτησης και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί. Το αίτημα για έκδοση διατάγματος φίμωσης (Gagging Order) εγκαταλείφθηκε σε κατοπινό στάδιο. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, η Δ.48 θ.θ.1, 2, 8 και 9 στη νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co and others v Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 ALL ER 943, στις νομολογιακές αρχές που ακολούθησαν την εν λόγω υπόθεση, στην υπόθεση Α ν C
(1981)1 Q.B.629, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Δήμου Κάτση. Ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στην ιδιότητα του ως δικηγόρου, στα καθήκοντα και ασχολίες του, ως επίσης και στα ακαδημαϊκά του προσόντα και εμπειρίες και ακολούθως προβαίνει σε αποκάλυψη ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Στην ένορκη του δήλωση κάνει αναφορά στον σκοπό της υπό εξέταση αίτησης, περιγράφει τους διαδίκους και την ιδιότητα αυτών και ακολούθως προβαίνει σε αναφορά ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Συγκεκριμένα και χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης καθότι θα γίνεται ειδική αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της υπό εξέταση αίτησης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην επαγγελματική και φιλική σχέση που έχει με συγκεκριμένο δικηγόρο και για το πώς έγινε η πρώτη επαφή σε επαγγελματικό επίπεδο με τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση 1 για σκοπούς συνεργασίας η οποία και έχει συναφθεί μεταξύ του ιδίου και των εναγόμενων-καθ' ων η αίτηση 1 και την επικοινωνία που ακολούθησε για σκοπούς επεξήγησης της εν λόγω συμφωνίας. Αναφέρθηκε στη διασύνδεση που έχουν οι εναγόμενοι 1 με τους εναγόμενους 2 και 3, την ιδιότητα αυτών και τον τρόπο λειτουργίας τους, ως επίσης και τον σκοπό ίδρυσης τους. Σε κατοπινό στάδιο ο ενόρκως δηλών ενημέρωσε τους ενάγοντες οι οποίοι είναι πελάτες του ως προς την ύπαρξη των εναγόμενων 1 και οι οποίοι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στον ενόρκως δηλούντα όπως προχωρήσει το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού κινήσεως χωρίς όριο παρατραβήγματος, πράγμα που έγινε και αναφέρθηκε ο ενόρκως δηλών στην ενημέρωση που έτυχε ως προς τον τρόπο λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι έγιναν κινήσεις στον εν λόγω λογαριασμό και υπήρχε κατατεθειμένο συγκεκριμένο ποσό σε δολάρια Αμερικής με την εμπλοκή μεταξύ των εναγομένων 1 και εναγομένων
- Σε κατοπινό στάδιο ζητήθηκε από τους αιτητές προς τους καθ' ων η αίτηση 1 να γίνει εξερχόμενη συναλλαγή για συγκεκριμένο ποσό προς άλλον τραπεζικό λογαριασμό, πράγμα για το οποίο ζητήθηκαν υποστηρικτικά έγγραφα τα οποία και απεστάλησαν. Οι καθ' ων η αίτηση 1 απαίτησαν όπως συγκεκριμένο ποσό δολαρίων Αμερικής παραμείνει υπόλοιπο σε συγκεκριμένο υπολογαριασμό, απαίτηση η οποία απορρίπτεται από τους αιτητές, λόγω της ανυπαρξίας συγκεκριμένης συμβατικής υποχρέωσης και λόγω του ότι ο εν λόγω λογαριασμός ήταν λογαριασμός όψεως και κατ' επέκταση οι ενάγοντες ζήτησαν τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και απαίτησαν την επιστροφή του υπολοίπου ποσού, πράγμα που οι καθ' ων η αίτηση αρνήθηκαν, όπως φαίνεται και στη συγκεκριμένη αλληλογραφία. Στη συγκεκριμένη αλληλογραφία οι καθ' ων η αίτηση 1 διαβεβαίωναν ότι θα προχωρήσουν με αποστολή συγκεκριμένης επιταγής προς τους αιτητές, η οποία ήταν αποδεκτή από όλους τους τραπεζικούς οργανισμούς ανά το παγκόσμιο, ως η θέση των καθ' ων η αίτηση 1, η οποία επιταγή παραλήφθηκε από τον ενόρκως δηλούντα, πλην όμως μετά από επαφές που είχε ο ενόρκως δηλών με συγκεκριμένα τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο διαφάνηκε ότι η εν λόγω επιταγή δεν μπορούσε να εξαργυρωθεί διότι έχει θεωρηθεί ότι ήταν αποτέλεσμα απάτης. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι οι εναγόμενοι 1 σε συνεργασία, αρωγή και ανοχή των υπολοίπων εναγομένων, παράνομα με απάτη και δόλο απέσπασαν από τους αιτητές το συγκεκριμένο επίδικο ποσό και ακολούθησε ενημέρωση του ενόρκως δηλούντα με ηλεκτρονικό μήνυμα προς τις Κρατικές Αρχές των Νήσων Κομόρες και συγκεκριμένα στον τομέα επίβλεψης και αδειοδότησης των τραπεζικών οργανισμών της χώρας οι οποίοι προχώρησαν σε αναστολή των εργασιών των καθ' ων η αίτηση
- Ακολούθως ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μια αναφορά ως προς τη συμμετοχή εκάστου διαδίκου στα πλαίσια του δόλου και απάτης εκ μέρους τους, τον τρόπο λειτουργίας του καθενός διαδίκου και έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι όταν ο εκάστοτε πελάτης προσπαθούσε να εκτελέσει εξερχόμενη συναλλαγή σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα ή λογαριασμό, υπήρξε άρνηση των καθ' ων η αίτηση 1 να εκτελέσουν την εν λόγω συναλλαγή, προβάλλοντας διάφορους ανυπόστατους ισχυρισμούς. Επίσης ο ενόρκως δηλών έκανε αναφορά σε άλλη δικαστική διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπου οριστικοποιήθηκαν παρόμοια διατάγματα με αυτά της υπό εξέταση αίτησης όπου κάποιοι εκ των καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε κάποια αποκάλυψη στοιχείων τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επίσης αναφέρθηκε ο ενόρκως δηλών στην εμπλοκή των καθ' ων η αίτηση 7 για τους οποίους εκδόθηκαν σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας συγκεκριμένα ενδιάμεσα διατάγματα. Επιπρόσθετα ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στη συμμετοχή και γενικά εμπλοκή των εναγόμενων-καθ' ων η αίτηση 2 έως 6 λόγω της ιδιότητας τους και των εργασιών τους, έκανε αναφορά σε συνομιλία που είχε με συνεργάτη και φίλο του όπως περιγράφεται στις παραγράφους 55 και 56 της ένορκης του δήλωσης και που αφορά άλλο περιστατικό όπως το έχει περιγράψει. Αναφέρθηκε επίσης ο ενόρκως δηλών σε συνάντηση που είχε με συγκεκριμένο ακαδημαϊκό ειδικευμένο σε θέματα Ευρωπαϊκού Δικαίου, ο οποίος εξέτασε συγκεκριμένα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια στην παρούσα διαδικασία, ο οποίος κατέληξε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα που καταδεικνύουν την εμπλοκή συγκεκριμένων εναγομένων. Επιπρόσθετα ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στην εμπλοκή συγκεκριμένης εταιρείας παροχής υπηρεσιών πληρωμών (Payment Company) η οποία είναι διάδικος σε άλλη δικαστική διαδικασία που διαχειρίζεται συγκεκριμένους λογαριασμούς και περιέγραψε τον τρόπο λειτουργίας τέτοιων εταιρειών όπως του τον περιέγραψε ο εν λόγω ακαδημαϊκός. Εξέφρασε την άποψη ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 1 συνεχίζουν να εξαπατούν τους καταθέτες, διότι εκτελούν εργασίες με εταιρεία παροχής υπηρεσιών πληρωμών και πιθανότατα οι καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 από κοινού ή ξεχωριστά είναι μέρος της όλης απατηλής διαδικασίας και αποδέκτες των χρημάτων και οι υπολοιποι καθ΄ ων η αίτηση να είναι τα πρόσωπα που εκτελούν το πρακτικό και διαδικαστικό μέρος της απάτης και χωρίς την συνδρομή τους θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί το όλο σχέδιο και γνωρίζουν τον τρόπο δημιουργίας και λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών που διατηρούνται στους καθ΄ ων η αίτηση
- Αναφέρθηκε επίσης ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την καθ΄ ης η αίτηση 8 μετά την έκδοση των Διαταγμάτων σε άλλη Δικαστική διαδικασία και μετά από δική της πρωτοβουλία, όπου τον ενημέρωσε ότι συγκεκριμένοι λογαριασμοί ανήκαν, διατηρούνταν και είχαν ως τελικό αποδέκτη τους καθ΄ ων η αίτηση 2, οι οποίοι παρουσίαζαν αυξημένη εμπορική δραστηριότητα και τελικοί δικαιούχοι των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 είναι Λευκορώσοι πολίτες και ότι γνώριζε ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 2 χρησιμοποιούσαν τον λογαριασμό που διατηρείτο στους καθ΄ ων η αίτηση 7 και η εν λόγω συνομιλία έγινε στην παρουσία δύο μελών του γραφείου που διατηρεί και που τα κατονόμασε. Ως προς την εμπλοκή των καθ΄ ων η αίτηση 8 και 9, ανέφερε ότι εστιάζεται στην παροχή λογιστικών και ελεγκτικών υπηρεσιών προς τους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 και οι παραδοχές της καθ΄ ης η αίτηση 8 καταδεικνύουν την εμπλοκή όλων των μερών. Εν κατακλείδι ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην καταγγελία που προέβηκε στο τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων Λεμεσού και ακολούθως υποστήριξε το αιτιολογημένο, δικαιολογημένο και αναγκαίο της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η ένσταση που καταχώρησαν οι καθ΄ ων η αίτηση, στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-9 και στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, άρθρα 15, 16 και 19 του Περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμου 115(Ι)/2003, άρθρο 103 του Περί Εταιριών Νόμου Κεφ.113, στις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν ή και ακολουθήθηκαν με βάση την υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 ALL ER 943 και Av C
(1981)1 Q.B. 629, επί της εν γένει πρακτικής και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και των κανόνων της επιείκειας. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:-
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος καθότι ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει, ούτε πιθανότητα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία εναντίον των Εναγομένων 2-6, 8 και
- Οι Εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση 2-6, 8 και 9 είναι ακατάλληλοι και μη αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία.
- Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας (abuse of court process) αφού στην ουσία οι αιτητές προσπαθούν να προσδώσουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια, μέσω της συμπερίληψης των καθ' ων η αίτηση 2-6, 8 και
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου άρσης του εταιρικού πέπλου.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και θα πρέπει να οδηγηθεί σε απόρριψη καθότι σκοπό έχει να προσθέσει μαρτυρία την οποία θα έπρεπε να προσκομίσει ο αιτητής.
- Ο ενόρκως δηλών όχι μόνο δεν έχει αποδείξει τη νομιμοποίηση του στη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων αλλά αντίθετα κινδυνεύει να καταδικαστεί για την τέλεση ποινικών αδικημάτων με τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του.
- Υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εις βάρος της έγκρισης του αιτήματος του Αιτητή και να απορρίψει την Αίτηση με έξοδα εναντίον του. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη Δήλωση του κ. Ιωσήφ Χατζηιωσήφ ημερομηνίας 02/12/
- Ο ενόρκως δηλών προβαίνει και αυτός με την σειρά του στην αποκάλυψη της πηγής της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως επίσης και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση, ως επίσης αναφέρει και την ιδιότητα του ως διευθυντής των εναγομένων 2 και
- Ακολούθως προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την υπό εξέταση. Περαιτέρω αναφέρει και μετά από νομική συμβουλή που έλαβε, ότι δεν στοιχειοθετείται η εξαπάτηση εις βάρος τους όπως τα καταλογίζει ο ενόρκως δηλών στην αίτηση του με μόνη την απλή αναφορά ότι έχει γίνει εξαπάτηση, αλλά θα πρέπει να γίνει λεπτομερής αναφορά όπως την έχει περιγράψει. Ακολούθως μέμφεται την συμπεριφορά του ενόρκως δηλούντα των αιτητών με τις όλες ενέργειες του, αποδίδοντας σε αυτόν επαγγελματική αμέλεια, διαπλοκή και πιθανή τέλεση κλοπής υπό αντιπροσώπου και δεν είναι δυνατόν να αιτείται Διατάγματα και γενικά πληροφορίες τις οποίες ο ίδιος ο ενόρκως δηλών όφειλε να συλλέξει στα πλαίσια των καθηκόντων του και εξέφρασε την θέση ότι δεν έχει καταδειχθεί στον βαθμό που θα έπρεπε η εξουσιοδότηση του ενόρκως δηλούντα. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι δεν έχει καταδειχθεί η μεταφορά των χρημάτων από τον λογαριασμό των αιτητών στον λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση 1 και ότι δεν έχει περιγραφεί καμία ενέργεια που να καταδεικνύει την υποβοήθηση από πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση στην τέλεση της ισχυριζόμενης εξαπάτησης. Περιέγραψε την εναχόληση των καθ΄ ων η αίτηση και απέρριψε την όποια διασύνδεση με μόνη την ομοιότητα στο όνομα των εναγομένων και απέδωσε το όλο πλέγμα γεγονότων και γενικά το αγώγιμο δικαίωμα σε παραβίαση σύμβασης και όχι σε εξαπάτηση και εξέφρασε την άποψη ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για άρση του εταιρικού πέπλου και εν κατακλείδι υποστήριξε ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η φύση των εν λόγω Διαταγμάτων, είναι πλέον ευρέως γνωστή και καθιερωθεί ως Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal που αντλούν την ονομασία τους από την ομόνυμη απόφαση, τα οποία υιοθετήθηκαν και από το δικό μας δικαιικό σύστημα. Αναφορικά με τις αρχές που διέπουν το εν λόγω ζήτημα, στην απόφαση Penderhill Holdings Ltd κ.α - v - Ιωάννη Κλούκινα Πολιτικές Εφέσεις 319 και 320/2011 ημερ. 13/1/2014, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄ Το πολύπλοκο των συναλλαγών η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς με δοσοληψίες και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες εταιρείες, όπως εδώ στην Κύπρο, με διαφορετικά συστήματα, επιτάσσουν και προβάλλουν την αναγκαιότητα της χρήσης του διατάγματος Norwich ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής. (Avila Management Services Ltd ν. Frantisek Stepanek κ.a., Πολιτική Έφεση 54/12 ημερ. 27.6.2012)................................ Όπως παρατηρήθηκε στην Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.α.,
(2007)1 A.A.Δ. 162, με υιοθέτηση της ABP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, τα Δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60. Τα Κυπριακά Δικαστήρια, ακολουθώντας την πορεία των Αγγλικών Δικαστηρίων, έκριναν ότι θα έπρεπε να υιοθετήσουν τη γραμμή των αποφάσεων ώστε να αντιμετωπίσουν τις ραγδαίες εξελίξεις στην τεχνολογία και στον τομέα της επικοινωνίας καθώς, όπως παρατηρείται στην Lasala, και της σύγχρονης μεταβολής στους τρόπους συναλλαγής των ανθρώπων. Οι δοσοληψίες που γίνονται σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε χρόνο ελάχιστο μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος και η μεταφορά χρημάτων από ένα λογαριασμό σε άλλο, από τη μια χώρα στην άλλη, σε μηδενικό σχεδόν χρόνο απαιτούν νέους χειρισμούς έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων ώστε αυτά να παρέχουν αποτελεσματικό όπλο στα χέρια των διαδίκων μέχρι το πέρας της διαφοράς. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται. Προσεκτική εξέταση όλων των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης υποστηρίζει εμφαντικά ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήσκησε ορθώς τη διακριτική του ευχέρεια. Τα γεγονότα όπως είχαν τεθεί ενώπιον του επίτασσαν την χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των σχετικών πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση και ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την πιθανότητα έγερσης αγωγής στην ημεδαπή. Στην υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, στην οποία γίνεται αναφορά στην Avila Management (ανωτέρω), αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει το καθήκον σε πρόσωπο που έχει αναμιχθεί σε αδικοπραξία άλλων ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση τους, παρά το γεγονός ότι μπορεί το ίδιο να μην είχε προσωπική ευθύνη, να δώσει βοήθεια με παροχή πληροφοριών και αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπρα γούντων, αρχή που υιοθετήθηκε στην Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners andCustom Excise
(1973)2 All E.R. 943, η οποία ακολουθήθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων στις οποίες κάνει αναφορά και το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η αρχή που εφαρμόστηκε στην Norwich έχει επεκταθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένων να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει όλα τα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου, έστω και αν δεν θα ήταν δυνατόν να διακριβωθεί, χωρίς τη λήψη των πληροφοριών αυτών, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Η ιστορική ανάπτυξη και επέκταση των αρχών της Norwich με λεπτομέρεια περιγράφεται στην Avila (ανωτέρω) την οποία και υιοθετούμε χωρίς να κρίνουμε αναγκαίο να επαναλάβουμε την πορεία που ακολούθησαν οι εν λόγω αποφάσεις. Παραθέτουμε μόνο την Mitsui & Co Ltd v . Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 και το πιο κάτω απόσπασμα όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: (όπως καταγράφεται στην Avila) «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Στην Avila (ανωτέρω) όπου εξετάσθηκε επίσης το ζήτημα το οποίο τέθηκε και πρωτοδίκως, ότι διατάγματα Norwich δεν εκδίδονται για υποβοήθηση έγερσης αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, το Εφετείο κατέληξε ως ακολούθως: «Άλλο ουσιαστικό ζήτημα το οποίο εγείρεται με την έφεση και τέθηκε και πρωτοδίκως ήταν ότι τα διατάγματα Norwich δεν εκδίδονται για υποβοήθηση έγερσης αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, δηλαδή, σε δικαιοδοσία άλλη από αυτή στην οποία επιδιώκεται και εκδίδεται το διάταγμα. Τα διατάγματα Norwich Pharmacal εμπίπτουν στη γενικότερη δυνατότητα της παροχής πληροφοριών και αποκάλυψης εγγράφων και στοιχείων. Όπως κάθε διάταγμα αποκάλυψης και παρουσίασης εγγράφων, όπως για παράδειγμα διάταγμα που εκδίδεται κάτω από το Bankers´ Books Evidence Act 1879, έτσι και το διάταγμα Nowrich Pharamacal χρειάζεται τη συνδρομή των αρμοδίων αρχών, συνήθως των Πρωτοκολλητών των Δικαστηρίων, για την εκτέλεση του. Γι΄ αυτό και το Δικαστήριο δεν εκδίδει κατά κανόνα τέτοιο διάταγμα επί αλλοδαπού ή επί αλλοδαπής τράπεζας που είναι ή μπορεί να είναι μέρος της επί Δικαστηρίω αγωγής και που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας. Ιδιαιτέρως, όταν η επιχείρηση διεξάγεται στο εξωτερικό (Mackinnon v. Donaldson Lufkin & Jenrette Securities Corp.
(1986)1 All E.R. 653). Δεν υπάρχει όμως κώλυμα ως θέμα αρχής τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal να είναι δυνατόν να εκδοθούν και προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Με την πολυπλοκότητα των σύγχρονων εμπορικών δραστηριοτήτων, κατά τη διεξαγωγή των οποίων δυνατό να εμπλέκονται διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός και εκτός δικαιοδοσίας, θα ήταν πολύ περιοριστική η εμβέλεια του διατάγματος εάν αποφασιζόταν να ισχύει μόνο για τις εντός της δικαιοδοσίας προτιθέμενες αγωγές. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πάνω σε οποιαδήποτε νομική ή ακόμη και λογική βάση. Στη Smith Kline & French Laboratories Ltd v. Global Pharmaceuticals
(1986)RPC 394, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην United Company Rusal Plc and others v. HSBS Bank Plc and others
(2011)EWHC 404 (QB), αναγνωρίστηκε ότι τα διατάγματα αυτού του τύπου εναντίον ενός εναγομένου έχουν σκοπό να δώσουν τη δυνατότητα σε ενάγοντα να εντοπίσει τον αδικοπραγούντα ακόμη και σε ξένη χώρα, ώστε να εγερθεί εκεί σχετική διαδικασία χρησιμοποιώντας τα έγγραφα και τις πληροφορίες που αποκαλύφθηκαν σε άλλη δικαιοδοσία. Αρκεί το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει αδικοπραξία από άτομο ή άτομα τρίτα προς τη διαφορά ή τους διαδίκους σε μια αγωγή ώστε ο αιτούμενος το διάταγμα να εγείρει την αγωγή του ακόμη και στο εξωτερικό, (Steven Gee: Commercial Injunctions 5η έκδ. σελ. 689). » Στο τέλος της ημέρας εκείνο που προσμετρά είναι η αναγκαιότητα λήψης των πληροφοριών κρινόμενο πάντοτε κάτω από τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης. H δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα πρέπει να ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με άλλο διαθέσιμο τρόπο, ή εκεί όπου το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι υπάρχει πραγματική πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος..........΄΄ Μέσα από το πιο πάνω απόσπασμα, κρίνεται επίσης ότι είναι απόλυτη η διασύνδεση και εξάρτηση της έκδοσης ή μη των αιτούμενων Διαταγμάτων με την πλήρωση ή μη των προυποθέσεων για την έκδοση προσωρινού Διατάγματος με νομικό υπόβαθρο το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων δεν πληρούνται, έχοντας υπ΄ όψη τα όσα έχουν εγερθεί μέσα από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και μέσα από την εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, αμιγώς πάντοτε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και δη για σκοπούς εξέτασης των προυποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και χωρίς το Δικαστήριο να εισέρχεται στην ουσία της αγωγής και χωρίς τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου που θα τεθούν αναλυτικά πιο κάτω θα αποτελούν και ευρήματα και συμπεράσματα ουσίας της υπό εξέταση αγωγής. Θα ήταν παράλειψη του Δικαστηρίου να μην ευχαριστήσει αμφότερους τους ευπαίδευτους συνήγορους για την πολύτιμη βοήθεια που προσέφεραν στο Δικαστήριο με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και τα όσα ανέφεραν συμπληρωματικά και διευκρινιστικά με τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από το Δικαστήριο. Ως προς το ζήτημα που έχει θιχθεί από τους καθ΄ ων η αίτηση αναφορικά με την μη εξουσιοδοτηση του ενόρκως δηλούντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι ναι μεν ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος, αλλά δεν χρησιμοποίησε την ιδιότητα του αυτή ως μάρτυρας και ως δικηγόρος αντίστοιχα και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα παρατυπία. Αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82). Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας, καθίσταται μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης, (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036). Επί όλου του θέματος της εκ μέρους δικηγόρου όρκισης ένορκης δήλωσης, σχετική είναι και η απόφαση στη Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28.5.2013). Εν πάση περιπτώση όμως, ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην παράγραφο 7 της ένορκης του δήλωσης ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές όπως προβεί στην ένορκη του δήλωση και οι αιτητές διαφαίνεται ότι είναι από το εξωτερικό, γι΄ αυτό και δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικού πληρεξουσίου (retainer) για να καταχωρηθεί η αγωγή. Ούτε έχει αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών επί αυτού του σημείου και εν πάση περιπτώση το ζήτημα αυτό θα αποκρυσταλλωθεί πλήρως κατά την ακροαματική διαδικασία με την έλευση ή μη των εναγόντων και την παράθεση ή μη μαρτυρίας εκ μέρους του. Τα όσα αναφέρθηκαν από τον ενόρκως δηλούντα για τα όσα έλαβαν χώρα σε άλλη Δικαστική διαδικασία, δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία με τα δικά της χαρακτηριστικά και θα εκδικαστεί και αξιολογηθεί από τον δικό της φυσικό Δικαστή. Όμως, τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 64 της ένορκης του δήλωσης αναφορικά με την εμπλοκή άλλων εταιρειών παροχής υπηρεσιών πληρωμής, κρίνονται από το Δικαστήριο ότι η εμπλοκή των εν λόγω εταιρειών και η αναφορά αυτή από τον ίδιο τον ενόρκως δηλούντα ως προς τον χειρισμό των συγκεκριμένων λογαριασμών από τις εταιρείες παροχής υπηρεσιών πληρωμών, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 1 τελούν υπό το καθεστώς ΄΄suspended ΄΄ ήτοι ότι η άδεια λειτουργίας τους έχει ανακληθεί, όχι μόνο θα καθιστούσε την εφαρμογή ή ακόμα και την επιβολή της εφαρμογής δύσκολη, εάν όχι και ανέφικτη, ένεκα και του ότι οι καθ΄ ων η αίτηση βρίσκονται στην αλλοδαπή, αλλά και μάταιη. (σελ. και 266 και 69 αντίστοιχα του συγγράμματος ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη). Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 68 της ένορκης του δήλωσης, ήτοι ότι απεκάλυψε η εναγόμενη 8 ως προς την εμπλοκή των εναγόμενων 2 και 3, ήτοι ακόμα και να γινόταν αποδεκτή αυτή η αναφορά του ενόρκως δηλούντα, αν και δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που του αναλογεί διότι η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αρνούνται αυτήν την τοποθέτηση μέσω της καθολικής τους άρνησης, αυτή η αναφορά και αποκάλυψη από την εναγόμενη 8, δεν εξυπηρετεί στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, καθ΄ ότι οι ενάγοντες γνωρίζουν ήδη θετικά για την εμπλοκή των εν λόγω εναγομένων. Η δε ιδιότητα των εναγόμενων 8 και 9 από μόνη της και το ότι παρείχαν λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 και ότι διατηρούσαν επαγγελματικές επαφές με τους εναγόμενους 4, 5 και 6 και γενικά της διασύνδεση τους ως περιγράφεται στις παραγράφους 69 έως 72 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων, δεν αρκεί στο να οδηγήσει στην έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η φύση και ο σκοπός των εν λόγω Διαταγμάτων και που μπορεί να εκδοθεί Διάταγμα και εναντίον λογιστών λόγω των δραστηριοτήτων και καθηκόντων του (σελ. 263 του συγγράμματος ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη). Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η τοποθέτηση των καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν έχει αποδειχθεί η μεταφορά των χρημάτων από τους αιτητές στους καθ΄ ων η αίτηση 1, διότι μέσα από το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε από τους αιτητές και πιο συγκεκριμένα μέσα από το τεκμήριο 7, αλλά και την αληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, διαφάνηκε ότι το επίδικο ποσό κατατέθηκε στον λογαριασμό των καθ΄ ων η αίτηση 1 και οι καθ΄ ων η αίτηση 1 αρνήθηκαν να εκτελέσουν την εντολή των αιτητών όπως μεταφερθεί συγκεκριμένο ποσό από τον εν λόγω λογαριασμό σε άλλον, ήτοι να πραγματοποιηθεί εξερχόμενη συναλλαγή. Η πιο πάνω άρνηση εκτέλεσης της εν λόγω εντολής που δόθηκε από τους αιτητές προς τους καθ΄ ων η αίτηση 1 και η άρνηση των αιτητών να αποδεχθούν την απαίτηση των καθ΄ ων η αίτηση 1 όπως διατηρήσουν συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στον εν λόγω λογαριασμό και η άρνηση των αιτητών να αποδεχθούν την έκδοση επιταγής από τους καθ΄ ων η αίτηση 1 προς τους αιτητές, είναι ο πυρήνας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενώπιον του μια υπόθεση, όπου η φύση αυτής είναι η παράβαση σύμβασης μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων 1 και η σχέση των εν λόγω μερών είναι η σχέση του πιστωτή από πλευράς εναγόντων και οφειλετών από πλευράς εναγομένων 1 και νομολογιακό έρεισμα αποτελεί η υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.α. - ν - Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου κ.α. 2013 3 Α.Α.Δ. σελ. 427, στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.΄΄ Η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των αιτητών ότι η πιο πάνω απόφαση δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση λόγω του διαφορετικού καθεστώτος των τραπεζών στην παρούσα υπόθεση με την τράπεζα στην πιο πάνω απόφαση δεν βρίσκεί σύμφωνο το Δικαστήριο, διότι το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση αποκρυστάλλωσε την νομική φύση της σχέσης μεταξύ καταθέτη και πιστωτή, ανεξαρτήτως του εάν η τράπεζα τελικώς τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης ή εκκαθάρισης ή αναστολής των εργασιών της που αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει μεταγενέστερα ή όχι και δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα αυτής της συμβατικής σχέσης και συνακόλουθα ο καταθέτης ως πιστωτής θα ενταχθεί στην ανάλογη κατηγορία πιστωτών. Συνακόλουθα στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε αδικοπραξία, αλλά παράβαση σύμβασης και συνακόλουθα δεν είναι νοητή η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων από την στιγμή που υπάρχει παράβαση σύμβασης και όχι αδικοπραξία και δη αυτής της απάτης όπως επικαλούνται οι ενάγοντες. Δεν βρίσκει επίσης σύμφωνο το Δικαστήριο η ερμηνεία που απέδωσε η πλευρά των εναγομένων ως προς το κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση υπάρχει εμπίστευμα ή όχι, λόγω ακριβώς της πιο πάνω απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εν πάση όμως περιπτώση, ακόμα και εάν κριθεί η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου εσφαλμένη σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, το Δικαστήριο θα προχωρήσει κατά πόσο έχει καταδειχθεί είτε ηθελημένη είτε ακούσια συμμετοχή των καθ΄ ων ή αίτηση στην ισχυριζόμενη απάτη, αν και με το περιεχόμενο της μαρτυρίας των αιτητών αυτό που προκύπτει είναι ότι γίνεται επίκληση θετικής γνώσης και εμπλοκής των καθ΄ ων η αίτηση στην ισχυριζόμενη απάτη. Απαραίτητη προς αυτόν τον σκοπό και για σκοπούς αξιολόγησης της θέσης των εναγόντων, είναι η αξιολόγηση των ισχυρισμών των εναγόντων εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Συγκεκριμένα η θέση των εναγόντων ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 1 διαθέτουν συνδεδεμένες εταιρείες στην Κύπρο και συγκεκριμένα τους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 ως ισχυρίζονται στην παράγραφο 13.2 της ένορκης τους δήλωσης, αυτό δεν προσδίδει οποιαδήποτε ενεργό ανάμειξη τους θετική ή αρνητική, έχοντας ως δεδομένο ότι οι ενάγοντες κατέθεσαν απευθείας τα χρήματα τους στους καθ΄ ων η αίτηση 1 και οι καθ΄ ων η αίτηση 1 είναι αυτοί που άμεσα αρνήθηκαν την εκτέλεση της εντολής που τους δόθηκε από τους εναγόμενους, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, χωρίς οποιαδήποτε εμπλοκή, ανάμειξη ή εμπλοκή των καθ΄ ων η αίτηση και ούτε θα μπορούσαν να έχουν αυτή την δυνατότητα. Η αναφορά των αιτητών όπως αναγράφεται στην παράγραφο 35 της ένορκης δήλωσης των αιτητών, ήτοι ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 1, σε συνεργασία και/ή με την αρωγή και/ή την ανοχή των καθ΄ ων η αίτηση 2-7, 9 και 10 (προφανώς πρόκηται περί τυπογραφικού λάθους, ήτοι θα εννοεί ο ενόρκως δηλών οι καθ΄ων η αίτηση 2 έως 6, 8 και 9 διότι δεν υπάρχει δέκατος εναγόμενος), παράνομα και/ή μέσω απάτης και/ή δόλου απέσπασαν από τους αιτητές το επίδικο ποσό, πλουτίζοντας αθέμιτα εις βάρος τους, πέραν της γενικότητας και ασάφειας αυτής της τοποθέτησης, εμπεριέχεται και διαζευκτική περιγραφή μέσω ένορκης μαρτυρίας, χωρίς στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο. Ακόμα λοιπόν και να θεωρείτο αυτή η αναφορά ότι καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, δεν μπορεί αυτή η αναφορά να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ορατότητα επιτυχίας της αγωγής. Το ίδιο ισχύει και με την αναφορά του ενόρκως δηλούντα στην παράγραφο 38 της ένορκης του δήλωσης, ήτοι ότι το συγκεκριμένο άτομο που κατονομάζεται, ερχόταν σε επαφή με υποψήφιους πελάτες σε ξενοδοχείο στην Λευκωσία και ενεργώντας εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση 1 έως 3, διότι αυτή η αναφορά από μόνη της δεν είναι δυνατή να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε εμπλοκή ή συμμετοχή σε αδικοπραξία, έστω και ακούσια και το ίδιο ισχύει και με την αναφορά του ενόρκως δηλούντα ότι σύστηνε τους εναγόμενους 2 και 3 ως συνδεδεμένα νομικά πρόσωπα. Τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών αναφορικά με τις ιδιότητες των εναγομένων 2 έως 6, 8 και 9, όπως περιγράφονται στις παραγράφους 54.3 εως 8, δεν μπορούν να από μόνες τους να οδηγήσουν σε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής στην βάση της ισχυριζόμενης απάτης και ούτε δύνανται να στιχειοθετήσουν ηθελημένη ή ακούσια συμμετοχή στην απάτη που οι ενάγοντες διατείνονται ότι διέπραξαν οι εν λόγω εναγόμενοι. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφερε ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 55 της ένορκης του δήλωσης, ήτοι ότι ένας φίλος και συνεργάτης ττου του ανέφερε ότι ένας κύριος αγνώστου εθνικότητας τον επισκέφθηκε στο γραφείο του και τον ενημέρωσε ότι δρα εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση 1 έως 3 , ότι ζει μόνιμα στην Κύπρο και ότι επιθυμούσε επαγγελματική συνεργασία μαζί του αλλά δεν έγινε κατορθωτός εντοπισμός των στοιχείων του εν λόγω ατόμου. Αυτή η αναφορά δεν δύναται να προσδόσει οποιασδήποτε στοιχεία εμπλοκής των καθ΄ ωη η αίτηση 1 έως 3 στα όσα τους καταλογίζουν οι ενάγοντες. Τα όσα ανέφερε ο ενόρκως δηλών ότι του μετέφερε ο κ. Αναγνωσταράς και αυτά με την σειρά τους έχουν την ίδια τύχη με τα πιο πάνω. Συγκεκριμένα, η αναφορά ότι πολύ πιθανόν οι λογαριασμοί που αναφέρονται στην παράγραφο 58 της ένορκης δήλωσης να έχουν ανοιχθεί από τους εναγόμενους 2 και 3 και όχι από τους καθ΄ων η αίτηση 1, πέραν του μη στέρεου υποβάθρου λόγω της έκφρασης μιας πιθανότητας και χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η φύση και ο σκοπός των αιτούμενων Διαταγμάτων, δεν δύναται να διασπάσει τον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης όπως έχει περιγραφεί πιο πάνω, ήτοι το γεγονός ότι οι ενάγοντες μετέφεραν το επίδικο ποσό στους καθ΄ ων η αίτηση 1 και αυτοί αρνήθηκαν να εκτελέσουν την εντολή των εναγόντων να μεταφερθούν χρήματα σε άλλον λογαριασμό και την μεταγενέστερη άρνηση των εναγόντων να αποδεχθούν επιταγή των εναγομένων 1. Από την στιγμή που υπάρχει πιθανότητα και μόνο να έχουν ανοιχθεί οι εν λόγω λογαριασμοί από τους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, δεν είναι λογικό σε κατοπινό στάδιο, ήτοι στην παράγραφο 59.5 να γίνεται θετική τοποθέτηση ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 χειρίζονταν τους εν λόγω λογαριασμούς. Το μη στέρεο της εκδοχής των αιτητών βασίζεται και στην αναφορά στην παράγραφο 63 της ένορκης δήλωσης, ήτοι ότι το πιο πιθανό σενάριο ο λογαριασμός να είχε ως δικαιούχο κάποιον από τους εναγόμενους 2 και 3. Δεν παραγνωρίζεται βεβαίως η φύση και ο σκοπός των αιτούμενων Διταγμάτων ως πιο πάνω αναφέρθηκε, πλην όμως η αναφορά και μόνο περί σεναρίων, δεν δυναται να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο να γείρει την πλάστιγγα υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων και το ίδιο ισχύει για τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 65 της ένορκης δηλωσης, ήτοι ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι πιθανότατα είτε από κοινού, είτε ξεχωριστά μέρος της όλης συναλλαγής και/ή απάτης και πιθανότατα τελικοί αποδέκτες των χρημάτων που αποσπούνταν, όχι μόνο του μη στέρεου μαρτυρικού υποβάθρου και την έκφραση γενικών πιθανοτήτων, αλλά και επειδή δεν έχει δεν έχει καταδειχθεί ότι τα χρήματα έχουν αποξενωθεί από τους καθ΄ ων η αίτηση 1 αλλά και να έγινε κάτι τέτοιο, η μόνη διασύνδεση που υπάρχει από τους εναγόμενους 1 είναι αυτή με τους εναγόμενους 7 και οι ενάγοντες ουσιαστικά έχουν διασφαλιστεί με την έκδοση των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 7 για το ισόποσο αξιούμενο ποσό, ακόμα και αν το επίδικο ποσό έχει μεταφερθεί σε αυτούς. Το μόνο στέρεο όμως υπόβαθρο είναι ο πυρήνας της παρούσας υπόθεσης, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και ο νομικός του χαρακτήρας. Η αναφορά του ενόρκως δηλούντα στην παράγραφο 66 της ένορκης του δήλωσης έχει την ίδια κατάληξη, ήτοι η αναφορά του ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 4,5,6,8 και 9 είναι τα πρόσωπα που εκτελούν το πρακτικό και διαδικαστικό μέρος της απάτης και θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί το εν λόγω σχέδιο χωρίς την συμβολή τους, αποτελεί μια γενική τοποθέτηση και που στηρίζεται σε δεδομένα, ως η έκφραση του ενόρκως δηλούντα, τα οποία έχουν ήδη αξιολογηθεί από το Δικαστήριο και που δεν στοιχειοθετούν οποιαδήποτε εμπλοκή των καθ΄ ων η αίτηση 2 έως 6, 8 και 9. Γενική τοποθέτηση και χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες ή ενδείξεις αποτελεί και η τοποθέτηση του ενόρκως δηλούνται στην παράγραφο 67 της ένορκης του δήλωσης, ήτοι ότι είναι βέβαιο ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 4,5,6,8 και 9 γνωρίζουν τον τρόπο δημιουργίας των επίδικων λογαριασμών που διατηρούνται στους καθ΄ ων η αίτηση 7 και στα άλλα ιδρύνατα και εταιρείες που αναφέρονται και δεν αρκεί αυτή η αναφορά για να αιτιολογήσει και δικαιοογήσει την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπαθησε να εξηγήσει, δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διααγμάτων και συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση 2 έως 6, 8 και 9 και εναντίον των αιτητών, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Καμία Διαταγή ως προς τα έξοδα αναφορικά με τους καθ΄ ων η αίτηση 1 λόγω της μη εμφάνισης τους. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο