Α. ΜΙΝΤΙΚΚΗΣ ΦΑΡΜ ΛΤΔ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 96/2014, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A50 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 96/2014 Μεταξύ: Α. ΜΙΝΤΙΚΚΗΣ ΦΑΡΜ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες - και - ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Εναγόμενοι ------------------------ Ημερομηνία:30/1/2017 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Γιώργος Κωνσταντίνου Για εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση: κ. Σάββας Βασιλείου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες εξαιτούνται: A. Διάταγμα από το Σεβαστό Δικαστήριο, το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση από του να πωλήσει και/ή υποθηκεύσει και/ή μεταβιβάσει και/ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσει το παρακάτω ακίνητο: Ακίνητο με Αρ. Εγγραφής: 0/70808, Φ/Σχ.: 54/580502, Τεμάχιο: 1061, Τμήμα: 8, Μερίδιο: ΟΛΟΝ, το οποίο βρίσκεται στην Ενορία Καθολική, στον Δήμο Λεμεσού στην οδό Ανεξαρτησίας στην Επαρχία Λεμεσού, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο κυρίως Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. B. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Γ. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 6 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31 και 32, στις αρχές που σχετίζονται με διατάγματα τύπου mareva (mareva injunctions), στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και στις Γενικές και Συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του κου Ευθίμιου Μηντίκκη, Διευθυντή των Εναγόντων-Αιτητών, από τη Λευκωσία. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα, τις εργασίες των εναγόντων, υιοθετεί την έκθεση απαίτησης και ακολούθως επαναλαμβάνει τα γεγονότα που δικογραφούνται και που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην συμφωνία που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων για πώληση διαφόρων εμπορευμάτων έναντι συμφωνηθέντος ανταλλάγματος, την διατήρηση συγκεκριμένου τρεχούμενου λογαριασμού χρεοπιστώσεως που καταδείκνυαν τις συναλλαγές που ελάμβαναν χώρα και τις πιστώσεις αναλόγως της περίπτωσης, αναφέρθηκε στην έκδοση τιμολογίων και αποδείξεων για κάθε συναλλαγή και η ανάληψη υποχρέωσης από τους εναγόμενους όπως εξοφλήσουν το ποσό του λογαριασμού εντός ευλόγου χρόνου, ότι θα έφερναν νόμιμο τόκο το εκάστοτε τιμολόγιο και υπόλοιπο λογαριασμού, ο οποίος σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή παρουσίαζε συγκεκριμένο ποσό. Η εναγόμενη εταιρεία προς εξόφληση του εν λόγω ποσού, εξέδωσε συγκεκριμένες επιταγές, οι οποίες όμως δεν τιμήθησαν, λόγω της ανάκλησης της πληρωμής τους και η εναγόμενη δεν τις τίμησε, παρά της εκκλήσεις των εναγόντων. Δύο μέρες πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης, πληροφορήθηκε από ανθρώπους με τους οποίους ο ενόρκως δηλών συνεργάζεται, ότι η εναγόμενη έχει τεράστια οικονομικά προβλήματα και πολλούς ανεξασφάλιστους πιστωτές και ότι προτίθεται η εναγόμενη να πωλήσει το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο για το οποίο γίνεται ειδική αναφορά και η εναγόμενη έχει ξεκινήσει την διαδικασία πώλησης και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα πώλησης, λόγω ακριβώς της τοποθεσίας του επί του πιο εμπορικού δρόμου της Λεμεσού και είναι ελκυστικός προορισμός για ξένους επενδυτές και το διαφημιστικό φυλλάδιο είναι συνταγμένο στην Αγγλική γλώσσα. Υπεραμύνθηκε της αναγκαιότητας έκδοσης του Διατάγματος και γενικά των προϋποθέσεων έκδοσης του Διατάγματος και ότι σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα ικανοποιηθεί η απαίτηση του, ενώ η έκδοση του Διατάγματος, δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά ανεπανόρθωτη στην εναγόμενη που να μην δύναται να αποκατασταθεί μελλοντικά σε χρήμα. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση και οι λόγοι της ενστάσεως είναι οι εξής:
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμων 14/60 για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος και/ή θεραπειών. Συγκεκριμένα οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν τα πιο κάτω: (α) Ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι θα υποστούν οι Ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά. (β) Ότι λόγοι επιείκειας και το συμφέρον της Δικαιοσύνης επιβάλλον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και/ή ότι το ισοζύγιο της ταλαιπωρίας γέρνει προς όφελος του Αιτητή.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 4, 5, 6 και 9 του Νόμου Περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ.6 που επικαλείται ο Αιτητής. Συγκεκριμένα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο περιορίζει τη συναλλαγή σχετικά με τη γη.
- Ο Αιτητής δεν έρχεται με καθαρά χέρια ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου και/ή δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο.
- Η ένορκη δήλωση του κου Δημητρίου ημερομηνίας 13/12/2016 προς υποστήριξη της Αίτησης είναι παράτυπη και/ή δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου και/ή των Κανονισμών και/ή δεν αναφέρει τις πηγές των γνώσεων του και/ή είναι γενικόλογη και/ή αόριστη και/ή περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς πάνω σε γεγονότα και/ή περιέχει διαζεύξεις προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, πράγμα απαράδεκτο.
- Οι Ενάγοντες επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση του αιτήματος τους για έκδοση προσωρινού διατάγματος και/ή ζητώντας ενδιάμεσες θεραπείες εκθεμελιώνοντας το δικαίωμα τους να προσφύγουν στο Δικαστήριο για την έκδοση του εν λόγω προσωρινού διατάγματος και/ή ενδιάμεσων θεραπειών.
- Τα Τεκμήρια τα οποία έχουν κατατεθεί από τους Ενάγοντες σκόπιμα ερμηνεύονται λανθασμένα από τους ίδιους τους Ενάγοντες και/ή παρουσιάζονται λανθασμένα με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση και/ή εξαπάτηση του Δικαστηρίου.
- Η Αίτηση είναι αστήρικτη ή/και λανθασμένη ή/και καταχρηστική ή/και στηρίζεται επί των λανθασμένων νομικών αρχών και διατάξεων ή/και είναι αντίθετη με τους διαδικαστικούς θεσμούς ή/και μη συνάδουσα με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς ή/και πάσχει ή/και είναι αντινομική.
- Ο Αιτητής δεν δίδει ικανοποιητικές λεπτομέρειες, αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για την υποτιθέμενη πρόθεση των Καθ' ων η Αίτηση να πωλήσουν και/ή αποξενώσουν και/ή ενοικιάσουν την περιουσία τους και/ή δεν προβάλλεται ξεκάθαρα και/ή καθόλου ένας τέτοιος ισχυρισμός.
- Οι θεραπείες και/ή τα διατάγματα που ζητούνται με την ενδιάμεση Αίτηση είναι γενικά και/ή αόριστα και/ή ασαφή και/ή δεν αντιλαμβάνονται οι Καθ' ων η Αίτηση ποιο είναι το αντικείμενο της απαγόρευσης του προσωρινού διατάγματος.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή της Νομολογίας για την έκδοση του διατάγματος που αιτούνται οι Αιτητές με την παρούσα ενδιάμεση Αίτηση.
- Οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος το οποίο να απαγορεύει τους Καθ' ων η Αίτηση να πωλήσουν και/ή αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ακίνητο, η αξία του οποίου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το ισχυριζόμενο χρέος το οποίο αξιώνουν οι Ενάγοντες - Αιτητές, ενώ οι Εναγόμενοι κατέχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία και ως εκ τούτου το ισοζύγιο της ευχέρειας γένει υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών.
- Η καταχώριση της παρούσας Αίτησης είναι δόλια και/ή καταχρηστική και/ή οι Αιτητές επιδιώκουν αλλότριους σκοπούς μέσω της παρούσας Αίτησης, ήτοι την παρεμπόδιση της υλοποίησης του Σχεδίου Διευθέτησης Πιστωτών, το οποίο ετοιμάζεται από τους Καθ' ων η Αίτηση, συμφώνως του Άρθρου 49Β του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.
- Η παρούσα Αίτηση με τις αιτούμενες θεραπείες, παραβιάζει το Σύνταγμα και/ή παραβιάζει το Άρθρο 23 του Συντάγματος και/ή το Άρθρο 25 του Συντάγματος και/ή το Άρθρο 26 του Συντάγματος και/ή του θεμελιώδους δικαιώματος των Καθ' ων η Αίτηση να συμβάλλονται με τρίτους και/ή να εκμεταλλεύονται την περιουσία τους.
- Οι Αιτητές επικαλούνται γεγονότα που έγιναν το 2014, παρουσιάζοντας τα ως καινούργια, στην προσπάθεια τους να παραπλανήσουν το σεβαστό Δικαστήριο και να επιτύχουν την έκδοση ενδιάμεσων θεραπειών προς όφελος τους.
- Το ακίνητο, του οποίου οι Αιτητές ζητούν τη μη αποξένωση με την υπό κρίση Αίτηση, είναι υποθηκευμένο προς όφελος της Ελληνικής Τράπεζας και δεν μπορεί να αποξενωθεί μόνο με έγκριση και/ή υπό τους όρους που θα θέσει η προαναφερόμενη Τράπεζα, η οποία και θα είσπραττε την αξία της πώλησης του ακινήτου (ακόμη και εάν διενεργείτο πώληση).
- Το ακίνητο, του οποίου οι Αιτητές ζητούν τη μη αποξένωση με την υπό κρίση Αίτηση, έχει αξία πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τις ισχυριζόμενες αξιώσεις των Εναγόντων και/ή το επίδικο ακίνητο έχει αξία άνω των 12 εκατομμυρίων ευρώ ενώ οι αξιώσεις των Εναγόντων δεν ξεπερνούν τις 16 χιλιάδες ευρώ.
- Ακόμη και με την πώληση ή μεταβίβαση του ακινήτου, του οποίου οι Αιτητές ζητούν τη μη αποξένωση με την υπό κρίση Αίτηση, δεν υπάρχει καμία περίπτωση και/ή πιθανότητα να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Η νομική βάση της ένστασης στηρίζεται επί των Άρθρων 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των Άρθρων 4, 5, 6 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1 μέχρι 9, επί του Συντάγματος της Δημοκρατίας και/ή επί του Άρθρου 23 του Συντάγματος και/ή του Άρθρου 25 του Συντάγματος και/ή του Άρθρου 26 του Συντάγματος, επί των αρχών του κοινοδικαίου και επιείκειας, επί των εξουσιών του Δικαστηρίου να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα, επί του Άρθρου 49Β του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, επί της Νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στη διακριτική και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κου Παύλου Αριστείδου από τη Λεμεσό ημερομηνίας 09/01/
- Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην ιδιότητα του και την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση και κάνει ειδική αναφορά στην νομική συμβουλή που έλαβε ως προς την αποτυχία των αιτητών να αποδείξουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και για τις οποίες προϋποθέσεις αναφέρθηκε στην ένορκη του δήλωση, θέτοντας επίσης ζήτημα ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών θεμάτων και ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο όχι με καθαρά χέρια. Ο ενόρκως δηλών θέτει ζήτημα περί ανισοσκέλιας μεταξύ της ισχυριζόμενης απαίτησης και της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας που επιδιώκεται η παγοποίηση της και εν πάση περιπτώση, η εναγόμενη εταιρεία διαθέτει και άλλη μεγαλύτερη περιουσία, την οποία και παρέθεσε και με την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτηση των εναγόντων, λέγοντας μάλιστα ότι ο ενόρκως δηλών στην υπό εξέταση αίτηση γνωρίζει θετικά για την ύπαρξη και άλλης περιουσίας των εναγομένων και συνακόλουθα ψεύδεται στο Δικαστήριο ότι το υπό εξέταση ακίνητο είναι το μοναδικό ακίνητο των εναγομένων. Θέτει επίσης ζήτημα εξουσιοδότησης του ενόρκως δηλούντα, ως επίσης θέτει ζήτημα μη ύπαρξης οντότητας των εναγόντων και ως προς τα γεγονότα που αναφέρονται στην υπό εκδίκαση αίτηση, υποστήριξε ότι αυτά αποτελούν αναπαραγωγή της έκθεσης απαίτησης και που έχουν απαντηθεί με την έκθεση υπεράσπισης και εν πάση περιπτώση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι τα γεγονότα της αίτησης είναι ψευδή και κατασκευασμένα και δηλώνει ότι επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες στην έκθεση υπεράσπισης θέσεις των εναγομένων. Ως προς το συγκεκριμένο τεκμήριο που κατατέθηκε από την πλευρά των εναγόντων και που αφορά διαφημιστικό φυλλάδιο του ακινήτου για το οποίο επιδιώκεται η παγοποίηση του, αυτό έχει ετοιμαστεί δύο χρόνια πριν και συνακόλουθα θέτει ο ενόρκως δηλών ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Το υπό εξέταση ακίνητο είναι υποθηκευμένο σε συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα και συνακόλουθα δεν τίθεται ζήτημα περί μεγάλης πρόθεσης αποξένωσης, εν΄ όψει και της αντίδρασης του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος να συγκατατεθεί στην πώληση του, εκτός εάν οι όροι της πώλησης εγκριθούν από την εν λόγω τράπεζα. Απέδωσε τα κίνητρα της αίτησης σε μια προσπάθεια παρεμπόδισης υλοποίησης ενός σχεδίου διευθέτησης που ετοιμάζεται από την εναγόμενη σε συνεργασία με τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, με όλους τους πιστωτές, προς τελική διευθέτηση όλων των εκκρεμοτήτων της εναγόμενης, διαδικασία η οποία είναι νόμιμη και γνωστή στους ενάγοντες. Θίγει επίσης ο ενόρκως δηλών ζήτημα ανυπαρξίας του κατεπείγοντος, λόγω ακριβώς του χρόνου όπου έχει συνταχθεί το διαφημιστικό φυλλάδιο για την πώληση του εν λόγω ακινήτου, αλλά και του χρόνου καταχώρησης της αγωγής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.α. - ν - Κύζη 2001 1 (Β) Α.Α.Δ.1245, λέχθηκε ως προς την τρίτη προυπόθεση ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και παρέπεμψε στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Οι αρχές βάσει των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι καλά γνωστές και το Δικαστήριο δεν θεωρεί σκόπιμο να τις επαναλάβει. Αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Γενική αναφορά περί ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν είναι αρκετό (βλ. το σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ των ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΑΡΤΕΜΗ σελ. 136 με την εκεί παραπομπή σε σχετική Νομολογία Ανδρέου - ν - Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. - ν - Ambramchyk κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας, στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd - v - Vinco Ltd 1 (B) Α.Α.Δ. σελ. 788, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [198η 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν "εσφαλμένη" με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και η επένδυση κεφαλαίου ήταν μικρές, ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση (Copinger, παρα. 625). Δημιουργείται, ωστόσο, δυσκολία ως προς το τί σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice * "The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions, whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the court may make the 'wrong' decision, in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively, in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been 'wrong' in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds ofinterlocutory injunctions are derived from this principle." Chancellor Megarry στην Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another [1979] F.S.R. 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: "Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Robbie v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι ' status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo." Ως προς το εγερθέν ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, στην υπόθεση Bacardi (ανωτέρω) λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η "καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, αν και τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939" (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633) Στον Kerly's (πιο πάνω), παρα. 15 - 68 το θέμα τίθεται ως εξής: "Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί."** Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360 - 61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο". * "Delay in taking proceedings. Delay, unless explained, in making or pursuing an application for an interlocutory injunction is generally fatal, though the courts will balance the question of delay against the likelihood of the plaintiff ultimately succeeding in the action, and will take into account whether or not the defendant has been led into expense or lulled into security or misled by the inaction of the plaintiff. But the tendency of modern decisions is not to refuse an injunction at the hearing of the action merely on acount of delay in instituting proceedings, subject to the provisions of the Limitation Act 1939." ** "Interim injunction refused on account of delay. Any significant, unnecessary delay in applying for interlocutory relief is likely to tilt the balance of convenience against the plaintiff. That does not mean that proceedings should be started without warning; delay due to failure of the defendants to answer letters may be excused." *** "Mere delay after knowledge of the infringement to take proceedings is not a bar to the right to an injunction at the trial. But delay may cause the Court to refuse an interlocutory injunction, especially if the defendant has built up a trade in which he has notoriously used the mark." Σύμφωνα με το "Passing off Law and Practice" των John Drysdale & Michael Silverleaf, 2α έκδοση, η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας ("balance of convenience"). Παραπέμπουμε στην παρα. 6.16: "Το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εμπόδιο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί εφαρμογή της αρχής της επιείκειας: vigilantibus, non dormientibus, jura subvenient. Μια πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι ότι αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Επιπλέον εάν με την καθυστέρηση ο ενάγων εν γνώσει του επιτρέπει στον εναγόμενο να δημιουργήσει την επιχείρηση του σε σχέση με την επίδικη δραστηριότητα, θα ήταν άδικο να δοθεί θεραπεία στον ενάγοντα πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση του. Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη υπόθεση εξαρτάται πάνω στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Το δικαστήριο δυνατόν να είναι πρόθυμο να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση έστω και αν κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ο εναγόμενος είχε αυξήσει τις δραστηριότητες του αλλά μπορεί να κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή το status quo έχουν αλλάξει προς ζημιά της υπόθεσης του ενάγοντα."* * "An interlocutory injunction is a discretionary remedy. Unexplained delay by the plaintiff has always been a bar to such relief. This has been said to be an application of the equitable maxim: vigilantibus, non dormientibus, jura sebvenient. A more modem approach is that the very fact of delay demonstrates that the plaintiff does not need the immediate and exceptional relief provided by an interlocutory injunction. Moreover, if by his delay the plaintiff knowingly allows the defendant to build up his business in the activity complained of, it would be inequitable to grant the plaintiff relief until he has fully proved his case. The extent of delay necessary to prevent the grant of relief in any particular case will depend upon the individual circumstances and no hard and fast rules can be given. The court may be willing to disregard delay which is satisfactorily accounted for even though the defendant has during that time increased his activities but may hold that the balance of convenience and/or the status quo have altered to the detriment of the plaintiff's case." Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd - v - Σκυροποιία <<Λεωνίκ>> Λτδ 2001
(1)(Β) 785, αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα: ΄΄Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ.Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525)΄΄. Στην υπόθεση Ζεμενίδης - ν - Ζεμενίδου 1992 1 Α.Α.Δ. σελ. 54, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί να αποξενώσει τόσο μέρος ακινήτου ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος μετά των εξόδων της αγωγής. Τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται εκτός εάν φανεί στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο, είναι πιθανό να εμποδισθεί ο ενάγων να ικανοποιηθεί με την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του. Αυτός είναι ο σκοπός του άρθρου αυτού. Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα αν ο ενάγων αποδείξει ότι είναι επείγον ή υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, κατόπιν μονομερούς αιτήσεως ενός των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση προς τον άλλο.΄΄ Στην υπόθεση Κώστας Καλογήρου - ν - C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1Β Α.Α.Δ 1237, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί................................................. Είναι γεγονός ότι δεν εξειδικεύονται λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο της απειλής. Ο ισχυρισμός, όμως, περί απειλής δε θα πρέπει να εκτιμηθεί κατά απομόνωση αλλά σε συσχετισμό με την αλλαγή των σχέσεων των μερών, η οποία επήλθε με τον τερματισμό της σύμβασης. Ο κίνδυνος αποξένωσης, με τον τερματισμό της σύμβασης, κατέστη υπαρκτός και η ανάγκη παρεμπόδισης πιθανής επίδρασης στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης από την αποξένωση δικαιολογημένη. Ορθά νομίζουμε το Δικαστήριο, μέσα στο σύνολο των πιο πάνω, άσκησε τη διακριτική του εξουσία και εξέδωσε το διάταγμα. Η εισήγηση ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής, δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ - (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759) - μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Το σύνολο, όμως, των στοιχείων, που είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας, μεταξύ των οποίων και το ύψος της ισχυριζόμενης οφειλής, δικαιολογούσαν την κατάληξη. Το γεγονός ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο δε διαφοροποιούσε το ζήτημα, ούτε απέκλειε τον κίνδυνο αποξένωσης, όπως εισηγήθηκε ο εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε στην απόφασή του ότι ο εφεσείων, για τον κίνδυνο να παρεμποδιστεί η ικανοποίηση μελλοντικής απόφασης, δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την κατοχή άλλης περιουσίας. Ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, από μόνο του, δεν εξουδετέρωνε την πρόθεση αποξένωσης.΄΄ Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Recnex Trading Limited - v - Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση 71/11 ημερ. 16/4/2014, λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄ Διιστάμενες απόψεις για διαπραγματεύσεις και θέματα που προηγήθηκαν της υπογραφής των επιδίκων Συμφωνιών, διαφορετικές νομικές ερμηνείες των συμφωνιών ή εγγράφων και άλλη αντίκριση ως προς την επίλυση των προβλημάτων που προκλήθηκαν ή προέκυψαν στη συνέχεια, οικονομικών, φορολογικών ή άλλων, θα πρέπει να εξετασθούν σε βάθος στο τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας: εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκου Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209.΄΄ Ως προς την απόκρυψη ουσιωδών θεμάτων, η νομολογιακή αρχή είναι γνωστή, πλούσια και πάγια. Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και πιο πρόσφατα την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, έχοντας υπ΄ όψη την αίτηση και την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις πλαισιώνουν μαζί με τα σχετικά τεκμήρια και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι πληρούνται όλες οι προυποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και είναι ορθό και δίκαιο και με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας να εκδοθεί αυτό. Το Δικαστήριο αμέσως πιο κάτω θα παραθέσει το σκεπτικό του, προβαίνοντας ταυτόχρονα στην αξιολόγηση της αίτησης και της ένστασης αντίστοιχα και προβαίνει στην αναγκαία εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων, αμιγώς στην έκταση που είναι αναγκαία η εξέταση των πιο πάνω νομοθετικών και νομολογιακών κριτηρίων και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το Δικαστήριο εισέρχεται στην ουσία της επίδικης διαφοράς και χωρίς να σημαίνει ότι λαμβάνει χώρα οποιοσδήποτε προδικασμός των επίδικων θεμάτων. Γνώμονας και πυξίδα του Δικαστηρίου αποτελεί το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο της υπό εκδίκαση αίτησης. Ως προς την πρώτη προυπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται. Συγκεκριμένα, μέσα από την έκθεση απαίτησης, αλλά και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, εξυφαίνεται μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, διότι οι ενάγοντες επικαλούνται την ύπαρξη μιας συμφωνίας για πώληση εμπορευμάτων, την ύπαρξη του λογαριασμού, το υπόλοιπο που παρουσίαζε οφειλόμενο από τους εναγόμενους, την έκδοση των επιταγών προς εξόφληση και την μη τίμηση των επιταγών, λόγω της ανάκλησης της πληρωμής από τους εναγόμενους. Αυτές οι δικογραφημένες θέσεις κρίνονται από το Δικαστήριο ως μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση εκ μέρους των εναγόντων. Η δεύτερη προυπόθεση επίσης πληρείται. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η αξίωση των εναγόντων έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας από τα εξής στοιχεία και χωρίς αυτό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου να μετουσιώνεται σε οποιοδήποτε προδικαστικό εύρημα ή εισχώρηση στην ουσία της αγωγής, αλλά είναι απαραίτητη η διαπίστωση κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εν΄ όψει των πιο πάνω εκτεθέντων νομολογιακών κριτηρίων. Ειδικότερα και πιο συγκεκριμένα, οι ενάγοντες προωθούν μια αποκρυσταλλωμένη και ξεκάθαρη αιτία αγωγής ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ενώ από την άλλη οι εναγόμενοι, προβαίνουν σε μια γενική παραπομπή στο δικόγραφο τους, στο οποίο παραπέμπει λακωνικά ο ενόρκως δηλών των εναγομένων και που αυτό δεν δύναται να υπερακοντίσει την εξειδικευμένη και ξεκάθαρη απαίτηση των εναγόντων. Πέραν αυτού, δεν έχει παρατεθεί από τους εναγόμενους οποιοδήποτε στοιχείο που να αιτιολογεί και δικαιολογεί την ύπαρξη των προδικαστικών ενστάσεων, οι εναγόμενοι προβάλλουν αρχικά μια γενική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων και καλώντας αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, η οποία άρνηση τους, δεν δύναται να επισκιάσει, ούτε και να εμβολίσει την αξίωση των εναγόντων. Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν μια σταθερή γραμμή πλεύσης στην έκθεση υπεράσπισης τους, έχοντας υπ΄ όψη το περιεχόμενο της. Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι αναφέρουν σε επιπρόσθετη και διαζευκτική βάση, με έντονο το στοιχείο της γενικότητας και της ασάφειας, ότι αρνούνται το υπόλοιπο του λογαριασμού, ότι προιόντα ήταν πληρωμένα και ότι έχουν εξοφληθεί, ότι έχουν ανταλλαγεί, ότι η χρέωση είναι αδικαιολόγητη και ότι δεν έχει ποτέ συμφωνηθεί, μη παρέχοντας στο Δικαστήριο ένα στέρεο και σαφές υπόβαθρο που να του επιτρέπει να προβεί στην ελάχιστη εκείνη αξιολόγηση, έτσι ώστε να κρίνει κατά πόσο οι ενάγοντες δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας λόγω σοβαρών θεμάτων που εγείρονται στην έκθεση υπεράσπισης που να καταρρίπτουν την ορατή πιθανότητα επιτυχίας των εναγόντων. Μάλιστα, οι εναγόμενοι, ουδεμία θέση προβάλλουν που να αιτιολογούν και δικαιολογούν την ανάκληση των επιταγών που εξέδωσαν προς όφελος των εναγόντων και που έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια οι εν λόγω επιταγές. Συγκεκριμένα, δεν προβαίνουν σε οποιαδήποτε σαφή τοποθέτηση αναφορικά με τις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην ανάκληση της πληρωμής των εν λόγω επιταγών, όπως π.χ. τι έχει προηγηθεί της ανάκλησης των επιταγών, τι έχει δηλωθεί στην τράπεζα ως λόγος ανάκλησης της πληρωμής των εν λόγω επιταγών και γενικά ποιος ή ποιοί ήταν οι λόγοι ανάκλησης των επιταγών, που να παρέχουν ένα καλό λόγο ανάκλησης με βάση των περί Συναλλαγματικών Νόμο Kεφ. 262 και την Νομολογία επί του θέματος, όπου μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον διάδικο που προέβηκε στην ανάκληση της πληρωμής για να καταδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων τον καλό λόγο ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Ως προς το εγερθέν ζήτημα της μη ύπαρξης της οντότητας των εναγόντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα ζητήματα, θα πρέπει να εξετάζονται με τον δέοντα δικονομικό τρόπο και στον δέοντα δικονομικό χρόνο και όχι στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, στην οποία δεν απαιτείται η ύπαρξη των αγώγιμων δικαιωμάτων και κατ΄ επέκταση η ιδιότητα και οντότητα των εναγόντων, αλλά τίθεται το μαρτυρικό υπόβαθρο των γεγονότων και αυτό που απαιτείται, είναι οι σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του αγώγιμου δικαιώματος. Ειδικότερα δε, οι εναγόμενοι οφείλουν να λάβουν εκείνα τα δέοντα δικονομικά διαβήματα εφ΄ όσον αμφισβητούν την οντότητα των εναγόντων. Στην υπόθεση Lioufis and co Ltd- v - Μιχάλη Ανδρονίκου - ν - Πανίκου Παναγίδη
(1996)1 Β Α.Α.Δ. σελ. 773, αποφασίσθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank ν. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Τα στοιχεία, τα οποία ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει για την ταυτότητα του στον τίτλο της αγωγής, προβλεπόμενα από από τη Δ.2, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σκοπούν στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του. Με τα στοιχεία τα οποία παρέχονται, δίνεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να ελέγξει και, εν ανάγκη, να αμφισβητήσει την οντότητα του ενάγοντα΄΄. Το ίδιο σκεπτικό υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. - ν - Alpha Bank Ltd 2003 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 990, όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄Σύμφωνα με το Annual Practice 1958 σελ. 574, 575 «αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει ν' αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη.΄΄ Ως προς το εγερθέν ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης, το Δικαστήριο δεν βρίσκει σύμφωνο την θέση των εναγομένων, διότι ναι μεν το διαφημιστικό φυλλάδιο για το οποίο έγινε αρκετή ενασχόληση των διαδίκων έχει συνταχθεί το 2014, πλην όμως ο ενόρκως δηλών από πλευράς των εναγόντων, δήλωσε λεπτομερώς ότι αυτό έχει περιέλθει στην αντίληψη του δύο μέρες πριν από την καταχώρηση της αίτησης, θέση η οποία ναι μεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγομένων μέσω της ένστασης τους, όχι όμως μέσα από αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα των εναγόντων, διάβημα το οποίο οι εναγόμενοι υπό τις περιστάσεις όφειλαν να προβούν, λόγω ακριβώς της ρητής και ξεκάθαρης αναφοράς τους ότι ο ενόρκως δηλών των εναγόντων ψεύδεται στο Δικαστήριο και το ίδιο ισχύει και για την αναφορά των εναγομένων ότι οι ενάγοντες ήταν γνώστες της όλης κατάστασης, εν΄ όψει της παρουσίας τους όταν έγινε στην ενήμερωση των πιστωτών τον Ιούλιο του 2016. Αναπόφευκτα συμπαρασύρεται και η θέση των εναγομένων για εξάλειψη του στοιχείου του κατεπείγοντος και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο δεν έχει εκδόσει μονομερώς το αιτούμενο Διάταγμα, αλλά στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί και κατέστη δια κλήσεως, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι η αίτηση δεν θα εκδικαζόταν σε σύντομο χρονικό διάστημα, διότι η εξέταση της αίτησης και η απόφαση εκδίδονται εντός πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος. Η πιο πάνω αξιολόγηση του Δικαστηρίου ασφαλώς δεν παραγκωνίζει το βάρος απόδειξης που φέρουν οι ενάγοντες, πλην όμως το Δικαστήριο, έχοντας μάλιστα αντλήσει διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο που πραγματεύεται το ζήτημα της καθυστέρησης, κρίνει ότι λόγω της πλήρωσης των δύο πρώτων προυποθέσεων, αλλά και της τρίτης προυπόθεσης και με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας, η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα μπορούσε να εκδοθεί, παρ΄ όλο που η όλη διαδικασία για πώληση του εν λόγω ακινήτου άρχισε το 2014, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά και πιο κάτω. Ως προς την τρίτη προυπόθεση, επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή πληρείται. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες δεν έχουν προβεί μόνο σε γενική αναφορά περί αδυναμίας απόδοσης Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αλλά ανέφεραν ότι η απαίτηση τους θα παραμείνει ανικανοποίητη σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει μεν την αναφορά των εναγομένων για το πολλαπλάσιο της αξίας του εν λόγω ακινήτου σε σύγκριση με την απαίτηση των εναγόντων, ως επίσης και την ύπαρξη και άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας, πλην όμως το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο και ούτε οι εναγόμενοι έχουν προβάλει κάποια σαφή αναφορά που να καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν με την επιδίκαση αποζημιώσεων, διότι από την μια δεν έχει γίνει κάποια αναφορά για την ύπαρξη οποιονδήποτε εσόδων ή πόρων που να δύνανται οι ενάγοντες να καταφύγουν σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους, αλλά ούτε και προέβαλαν ή πρότειναν κάποια θέση ή τρόπο εναλλακτικό που να κάμπτει την ανησυχία των εναγόντων. Εν πάση περιπτώση όμως, με βάση την υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Ltd - v - Σκυροποιία <<Λεωνίκ>> Λτδ 2001
(1)(Β) 785, η μεγάλη διαφορά μεταξύ της αξίας του ακινήτου και της αξίωσης, δεν συνιστά εμπόδιο στην έκδοση τέτοιου Διατάγματος. Βεβαίως το Δικαστήριο δεν λησμονεί την εξειδικευμένη πρόνοια του άρθρου 5
(1)του Κεφ. 6 για την δυνατότητα έκδοσης Διατάγματος για μέρος εκείνο της περιουσίας έτσι ώστε να απομακρύνεται ο σχετικός κίνδυνος, πλην όμως το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εκδώσει ένα τέτοιο Διάταγμα, διότι δεν έχει ενώπιον του τέτοια λεπτομερή τεχνικά τουλάχιστον στοιχεία του ακινήτου που να του επιτρέπουν την ξεχωριστή δέσμευση μέρους του ακινήτου, χωρίς να επηρεάζεται γενικά όλο το ακίνητο, λαμβάνοντας υπόψη ότι σε αυτό υπάρχει μεγάλο οικοδόμημα. Επιπρόσθετα, προβλήθηκε η θέση από τους εναγόμενους ότι έχει συγκληθεί συνάντηση με περίπου 200 πιστωτές για να ενημερωθούν για το επικείμενο σχέδιο διευθέτησης, θέση η οποία επιβεβαιώνει και ενισχύει τις ανησυχίες των εναγόντων, λόγω ακριβώς του αριθμού των πιστωτών. Επιπρόσθετα για το εν λόγω σχέδιο δεν έχει αποκαλυφθεί το περιεχόμενο του και είναι άγνωστο ποιοι είναι οι όροι και ποιες είναι οι εξασφαλίσεις των πιστωτών ως προς το λαβείν τους και αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που συνηγορεί στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Συνακόλουθα και παρόλο που δεν εκδόθηκε μονομερώς Διάταγμα αλλά δεν παύει η υποχρέωση του αιτούντα διαδίκου να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη γεγονότων, δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από τους ενάγοντες, ως η θέση των εναγομένων, αλλά απεναντίας επιβεβαίωση της θέσης τους για ύπαρξη πολλών πιστωτών και συνακόλουθα δεν πληρούνται τα νομολογιακά κριτήρια που τέθηκαν πιο πάνω ως προς το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά των εναγομένων ως προς την ύπαρξη και άλλης ακίνητης περιουσίας, διότι δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες ήταν κάτοχοι των τίτλων ιδιοκτησίας που κατέθεσαν οι εναγόμενοι ή ότι ήταν κάτοχοι συγκεκριμένης έρευνας στο Κτηματολόγιο μετά από αίτηση των ιδίων, που να δείχνουν ότι ήταν ενήμεροι για το περιουσιακό καθεστώς των εναγομένων και συνακόλουθα καταρρίπτεται και η θέση των εναγομένων περί κατάχρησης της διαδικασίας και προσπάθειας μη υλοποίησης του σχεδίου διευθέτησης, θέσεις οι οποίες παρέμειναν ασαφείς, γενικές και ατεκμηρίωτες. Ως προς την υποβληθείσα θέση ότι δεν υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου ακινήτου λόγω της υποθήκευσης του, αυτή δεν δύναται να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, όχι μόνο λόγω του νομολογιακού πλαισίου που διέπει αυτό το θέμα και που έχει εκτεθεί πιο πάνω, αλλά και επειδή διαφαίνεται συμπερασματικά από την ίδια την μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα των εναγομένων, ότι σε περίπτωση που το ενυπόθηκο τραπεζικό ίδρυμα ικανοποιηθεί με τους όρους πώλησης του ακινήτου, θα δώσει την συγκατάθεση του και συνακόλουθα δεν έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος αποξένωσης σε περίπτωση που βρεθεί επενδυτής που ικανοποιεί και τις απαιτήσεις της εν λόγω τράπεζας. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, διότι εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα, θα είναι αδύνατο ή ακόμα και ακατόρθωτο οι ενάγοντες να ικανοποιήσουν την απαίτηση τους, διότι βρίσκονται ενώπιον ενός σχεδίου διευθέτησης με άλλους 200 περίπου πιστωτές με αβέβαιο το περιεχόμενο του, τουλάχιστον για το Δικαστήριο και δεν εξαλείφεται ο κίνδυνος αποξένωσης του ακινήτου, διότι το ενυπόθηκο τραπεζικό ίδρυμα θα συγκατατεθεί εάν ικανοποιηθεί ότι εξασφαλίζεται το λαβείν του. Από την άλλη, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά, διότι ακόμα και να βρεθεί αγοραστής για το εν λόγω ακίνητο εκκρεμούσης της αγωγής, η απαίτηση των εναγόντων και συνακόλουθα το ενδιάμεσο Διάταγμα εύκολα θα μπορούσε να ζητηθεί η ακύρωση του με την ικανοποίηση της απαίτησης, εάν με την προσφερθείσα τιμή πώλησης καλύπτονται η απαίτηση της τράπεζας και το μικρό ποσό της απαίτησης των εναγόντων σε σύγκριση με την αξία του ακινήτου. Δηλαδή, με την έκδοση του Διατάγματος, η πλευρά των εναγομένων θα έχει τους λιγότερους κινδύνους και κρίνεται υπό τις περιστάσεις, εν΄ όψει και της αβεβαιότητας που υπάρχει με το σχέδιο διευθέτησης με πολλούς πιστωτές, η διατήρηση του status quo με την μη αποξένωση της περιουσίας από τους εναγόμενους. Η ύπαρξη και άλλης περιουσίας από τους εναγόμενους, δεν δύναται να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη της αίτησης, διότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι ενάγοντες συμπεριλαμβάνονται ανάμεσα τους 200 περίππου πιστωτές, ως η ίδια η αναφορά των εναγομένων, με αβέβαιο και μη αποκρυσταλλωμένο ακόμα το ποσό που έχουν να λαμβάνουν και αυτό συντείνει ακόμα περισσότερο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας στο να εκδόσει το αιτούμενο Διάταγμα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη και η ένσταση απορρίπτεται και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως το Α της αίτησης με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Επειδή η παρούσα αίτηση, καταχωρήθηκε μεν μονομερώς, αλλά με την μη έκδοση των Διαταγμάτων μονομερώς και την Διαταγή του Δικαστηρίου όπως η αίτηση επιδοθεί, έχει καταστεί αίτηση δια κλήσεως από το αρχικό της στάδιο πριν επιδοθεί στους εναγόμενους, δεν δίνονται οδηγίες όπως οι ενάγοντες καταχωρήσουν οποιαδήποτε εγγύηση (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - ν - Δέσπω Στυλιανού ECLI:CY:AD:2015:A816, Πολιτική Έφεση 354/2013 ημερ. 4/12/2015), όπου στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι όταν μια μονομερής αίτηση καταστεί δια κλήσεως με τις οδηγίες που δίνονται όπως αυτή επιδοθεί, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 9 του Κεφ. 6. Βεβαίως το Δικαστήριο σε εκείνη την υπόθεση, δεν παρέβλεψε και την υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄αυτούς των διαταγμάτων, πλην όμως η τοποθέτηση του ότι όταν δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί, όπως έγινε ευθύς εξ΄ αρχής στην παρούσα περίπτωση, οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 δεν έχουν τόπο, δικαιολογούν την μη έκδοση οδηγιών για ανάληψη υποχρέωσης παροχής εγγύησης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Παγοποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο