← Κύπρος

Κωνσταντίνος Χατζηπιέρας ν. Μιχάλη Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 3458/09, 30/1/2017

Κωνσταντίνος Χατζηπιέρας ν. Μιχάλη Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 3458/09, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3458/09 ΜΕΤΑΞΥ: Κωνσταντίνος Χατζηπιέρας, από τη Λεμεσό Εναγόντα -και- Μιχάλη Χριστοδούλου, από το Πισσούρι Εναγομένου Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Χρύσης Δημητριάδης και ΣΙΑ ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: Ζήνωνας Νικολαΐδης για Νεοκλή Νεοκλέους ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι έγγραφες προτάσεις Με ειδικά οπισθογραφημένα κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ 18 .000(€15652,18) συν 15% ΦΠΑ ( €30754,83) δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής υποσχέσεως ημερομηνίας 15/01/2008 και/ή δυνάμει συμφωνίας του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο ημερομηνίας 15/01/

  1. Επί του εν λόγω ποσού ο Ενάγοντας ζητά και τόκο προς 8% από 15/01/
  2. Διαζευκτικά προς την εν λόγω απαίτηση ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των Λ.Κ. 15.000 ( €25.629 ) ως εύλογη αμοιβή για εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που ο Ενάγων πρόσφερε στον Εναγόμενο κατά την περίοδο Μάιο 2002 - Αύγουστο 2008 πλέον τόκο προς 8% από 17/05/2002 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω σε σχέση με την παράβαση συμφωνίας ο Ενάγων διεκδικεί γενικές αποζημιώσεις. Στις λεπτομέρειες της Εκθέσεως Απαιτήσεως ο Ενάγων, δικηγόρος στο επάγγελμα, αναφέρει ότι ο Εναγόμενος ανέθεσε στον ίδιο κατά ή περί τα μέσα Μαΐου 2002 υπόθεση που είχε ο τελευταίος εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας για εργατικό ατύχημα το οποίο συνέβηκε στις 26/10/
  3. Ο Εναγόμενος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εκθέσεως Απαιτήσεως είχε προηγουμένως αναθέσει την υπόθεση σε άλλο δικηγόρο και ως εκ τούτου ο Ενάγων για να αναλάβει την υπόθεση του Εναγομένου του ζήτησε όπως είτε αποδεσμεύσει τον προηγούμενο δικηγόρου του είτε πάρει την συγκατάθεση του για να προχωρήσουν οι δικηγόροι μαζί στην διερεύνηση και προώθηση της υπόθεσης. Ο Εναγόμενος αποδέσμευε τον προηγούμενο δικηγόρο του και στις 17/05/2002 ανέθεσε την υπόθεση στον Ενάγοντα. Αμέσως μετά την ανάθεση της υπόθεσης στον Ενάγοντα ο ίδιος προχώρησε με διερεύνηση του ατυχήματος η οποία με την ολοκλήρωση της άνοιξε τον δρόμο για καταχώρηση αγωγής εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού ο Εναγόμενος ήταν ωρομίσθιος κυβερνητικός υπάλληλος, για αμέλεια και έλλειψη ασφαλούς συστήματος εργασίας. Η εν λόγω αγωγή με αριθμό 5979/2003 μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και αφού ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για ακρόαση μετά από συναντήσεις και διαπραγματεύσεις με το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα ο Ενάγων κατέληξε σε συμφωνία προς όφελος του Εναγομένου την οποία υπέβαλε στον Εναγόμενο προς έγκριση και αποδοχή. Η εν λόγω προκαταρκτική συμφωνία προέβλεπε την έκδοση Δικαστικής απόφασης στην αγωγή που καταχωρήθηκε με αριθμό 5979/2003 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 110.547 πλέον 8% τόκοι από 01/09/2004 επί του ποσού των Λ.Κ. 64.197 μέχρι εξοφλήσεως και επί του ποσού των Λ.Κ. 46.350 από την ημέρα εκδόσεως της απόφασης (ήτοι συνολικό ποσό Λ.Κ. 128.000 πλέον τόκοι από την ημέρα έκδοσης της απόφασης) πλέον Λ.Κ. 9.000 δικηγορικά έξοδα τα οποία επίσης έφεραν τόκο από την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης στις 15/01/2008 ο Εναγόμενος έδωσε γραπτές και προφορικές οδηγίες στον Ενάγοντα να διευθετήσει την αγωγή 5979/2003 στο ποσό των Λ.Κ. 110.000 ως καθαρή αποζημίωση για τον Εναγόμενο και επιπλέον αποδέχθηκε και συμφώνησε με τον Ενάγοντα όπως ο Ενάγων κρατήσει και πάρει ως αμοιβή του επιπλέον των Λ.Κ. 9.000, συμφωνηθέντα έξοδα, το ποσό των Λ.Κ. 18.000 γιατί ήταν απόλυτα ικανοποιημένος και ευχαριστημένος με την έκβαση της αγωγής. Στην παράγραφο 24 της Εκθέσεως Απαιτήσεως παρατίθεται αυτούσιο το πλήρες κείμενο των οδηγιών του Εναγόμενου. Αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι το ποσό των δικηγορικών εξόδων που συμφωνήθηκε με την Δημοκρατία ήταν ιδιαιτέρως χαμηλό τόσο ενόψει του συνολικού ποσού των αποζημιώσεων που εντέλει συμφωνήθηκαν όσο και ενόψει της εργασίας των 5,5 χρόνων που έγινε στην υπόθεση του Εναγόμενου από τον Ενάγοντα. Επί τούτου εξηγεί ότι είναι πρακτική του γραφείου του Γενικού Εισαγγελέα όταν συμβιβάζει υποθέσεις για την Κυπριακή Δημοκρατία να προσφέρει χαμηλότερο ποσό για τα δικηγορικά έξοδα. Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ως αναφέρεται στην παράγραφο 25 Α της Εκθέσεως Απαιτήσεως ότι το λογικό και δίκαιο ποσό της δικαστηριακής αμοιβής του έπρεπε να ήταν Λ.Κ. 17.000 πλέον ΦΠΑ. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι στο ποσό των Λ.Κ. 9.000 δεν περιλαμβανόταν η αμοιβή του Ενάγοντα για εξωδικαστηριακές εργασίες που παρείχε στον Εναγόμενο για τις οποίες ο τελευταίος έμεινε υπόχρεος στον Ενάγοντα. Είναι περαιτέρω θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ευχαρίστως όπως καταβάλει το επιπρόσθετο ποσό των Λ.Κ. 18.000 έχοντας γνώση των προσπαθειών που κατέβαλε ο Ενάγων στην διερεύνηση, μελέτη και προώθηση της αγωγής και εν γένει για τις προσπάθειες και τις εργασίες του Ενάγοντα αποτέλεσμα των οποίων επιτεύχθηκε ως άνω αναφερόμενος συμβιβασμός ο οποίος ήταν τόσο ικανοποιητικός όσο και απρόσμενος για τον Εναγόμενο. Σε σχέση με το διαζευκτικό αιτητικό του Ενάγοντα για την εξωδικαστηριακή εργασία που πρόσφερε στον Εναγόμενο παραθέτει λεπτομέρειες στην παράγραφο 27 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και ισχυρίζεται ότι το ποσό των Λ.Κ. 15.000 που διεκδικείται είναι λογική αμοιβή με βάση τον περί ελάχιστων ορίων αμοιβής των ασκούντων την δικηγορία κανονισμών. Μετά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στις 16/01/2008 στην αγωγή 5979/2003 ο Εναγόμενος πληρώθηκε απευθείας από το Υπουργείο Άμυνας κατά ή περί τα μέσα Αυγούστου του 2008 ολόκληρο το ποσό της απόφασης. Ο Εναγόμενος, παρά τις προσωπικές και τηλεφωνικές οχλήσεις του Ενάγοντα και αγνοώντας την επιστολή του τελευταίου ημερομηνίας 11/11/2008 αρνείται να εξοφλήσει το ποσό που οφείλεται δυνάμει της συμφωνίας του με τον Ενάγοντα και/ή δυνάμει της οφειλής για εξωδικαστηριακή εργασία που έγινε προς όφελός του. Με την Έκθεση Υπεράσπισης ο Εναγόμενος παραδέχεται την ιδιότητα του Ενάγοντα, τον ισχυρισμό περί αποδέσμευσης δικηγόρου που είχε αρχικά διορίσει και τον διορισμό του Ενάγοντα για να ενεργεί ως δικηγόρος του, την καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 5979/2003 καθώς και τις καταχωρήσεις των δικογράφων καθώς και τα όσα αναφέροντα στην Έκθεση Απαίτησης σε σχέση με τους τραυματισμούς που υπέστηκε συνεπεία του ατυχήματος του. Σε σχέση όμως με την ουσία της απαίτησης, ο Εναγόμενος θέτει ευθέως ότι υπέγραψε διοριστήριο έγγραφο με το οποίο διόρισε τον Ενάγοντα ως δικηγόρο του και συμφώνησε γραπτώς να πληρώσει τον Ενάγοντα σύμφωνα με τις κλίμακες των Δικαστικών Θεσμών και αρνείται ότι υπέγραψε την περιγραφόμενη στην Έκθεση Απαιτήσεως συμφωνία επικαλούμενος την αρχή του Non Est Factum ισχυριζόμενος ότι ακόμα και αν υπάρχει η υπογραφή του στη συμφωνία αυτή εξασφαλίστηκε από τον Ενάγοντα ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι ήταν απλά εξουσιοδότηση για διευθέτηση της αγωγής. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων είχε τη δυνατότητα να καθορίσει τα έξοδα του καθότι επρόκειτο περί εξώδικου διευθετήσεως τα οποία και καθόρισε στο ποσό των Λ.Κ. 9.000, ποσό που ικανοποιούσε πλήρως όλες τις προσπάθειες που κατέβαλε για διευθέτηση της αγωγής. Σε σχέση με την εξωδικαστηριακή εργασία θεωρεί τα ποσά που αναφέρει ο Ενάγοντας ως εξογκωμένα ενώ παράλληλα προβάλλει ότι οι εργασίες που έγιναν από τον Ενάγοντα ήταν στα πλαίσια του χειρισμού της αγωγής εκ μέρους του Εναγόμενου και προετοιμασίας της υπόθεσης και εντός των υποχρεώσεων και καθηκόντων του ως δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο. Καταληκτικά επί του θέματος των εξόδων ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δικαίως αρνήθηκε να πληρώσει τον Ενάγοντα αναφέροντας ότι η λογική αμοιβή που δικαιούται είναι εκείνη που ο ίδιος συμφώνησε με την Κυπριακή Δημοκρατία. Στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Υπεράσπισης ο Εναγόμενος άνευ βλάβης των υπόλοιπων ισχυρισμών του ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων είχε υποχρέωση εάν είχε οποιαδήποτε επιπλέον απαίτηση σε σχέση με τα έξοδα του δυνάμει ειδικής συμφωνίας να αποταθεί στον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού και να ζητήσει τον υπολογισμό των εξόδων του έναντι του ιδίου ως πελάτη του στη αγωγή 5979/2003 και να παρουσιάσει την προβαλλόμενη υπ' αυτού συμφωνία ενώπιον του Πρωτοκολλητή υποστηρίζοντας την αξίωση του επιχειρηματολογώντας επί τούτου ότι αφού αμέλησε να το πράξει δεν δύναται να προχωρήσει με την παρούσα αγωγή. Με την απάντηση στην υπεράσπιση ο Ενάγοντας παραδέχεται ότι ο Εναγόμενος τον διόρισε ως δικηγόρο του με την υπογραφή διοριστήριου εγγράφου για την Δικαστηριακή εργασία και επαναλαμβάνει τον διαβαλλόμενο στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμό ότι στις 15/01/2008 συμφώνησε να πληρώσει ως συνολική αμοιβή προς τον Ενάγοντα, πέρα του ποσού των Λ.Κ. 9.000 πλέον ΦΠΑ που θα είσπραττε από την Δημοκρατία έτερο ποσό Λ.Κ. 18.
  4. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε τον συμβιβασμό χωρίς καμία επιφύλαξη ή ενδοιασμό. Σε σχέση με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της υπεράσπισης ο Ενάγων τους αρνείται και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του ως αυτοί αναφέρονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Στις 14/10/2015 τα αιτητικά Δ(α) και Δ(β) της Έκθεσης Απαίτησης που αφορούσαν την απαίτηση του Ενάγοντα για αμοιβή για εξωδικαστηριακές υπηρεσίες αποσύρθηκαν και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Στα πλαίσια της ακρόασης κατέθεσαν ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο Εναγόμενος (Μ.Υ.2) και επιπλέον κατατέθηκαν 5 Τεκμήρια. Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και κουραστικό για τον αναγνώστη έργο της επαναληπτικής καταγραφής της μαρτυρίας. Τουναντίον θα προβώ σε μία επιγραμματική αναφορά στη μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων με αυτονόητη βέβαια διευκρίνιση ότι το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας το έχω διεξέλθει με κάθε προσοχή και οι μετέπειτα διαπιστώσεις και ευρήματα του δικαστηρίου θα έχουν ως υπόβαθρο την αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία της υπόθεσης. Με αυτό το δεδομένο ο Ενάγων κατέθεσε έγγραφη δήλωση την οποία συμπλήρωσε και προφορικά και αντεξετάστηκε. Κατέθεσε επίσης και τα Τεκμήρια 1-4 στην υπόθεση. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1974 διατηρώντας δικό του δικηγορικό γραφείο, έχοντας ειδικευθεί στην εκδίκαση απαιτήσεων για ζημιές και σωματικές βλάβες από εργατικά και τροχαία ατυχήματα. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος, ωρομίσθιος κυβερνητικός υπάλληλος που εργαζόταν στην Εθνική Φρουρά ανέθεσε στον ίδιο στις 15/05/2002 τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από τη Δημοκρατία μετά από σοβαρό τραυματισμό που είχε λόγω ατυχήματος κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Προηγουμένως αποδέσμευσε τον δικηγόρο Ανδρέα Κουρίδη εξοφλώντας τον για την μέχρι στιγμής εργασία του. Στις 17/05/2002 ο Εναγόμενος υπέγραψε συνήθη εξουσιοδότηση (Retainer). Μετά την ανάθεση της υπόθεσης ο Ενάγων διευθέτησε όπως ληφθεί από τον Εναγόμενο γραπτή κατάθεση από τον αξιωματικό της Εθνικής Φρουράς που διερευνούσε την υπόθεση η οποία και λήφθηκε στις 20/05/
  5. Αποτέλεσμα των ερευνών του Ενάγοντα ήταν η καταχώρηση της αγωγής 5979/2003 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία ο Εναγόμενος διεκδικούσε γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις βλάβες που υπέστηκε συνεπεία της αμέλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας αντέδρασε στην αγωγή καταχωρώντας υπεράσπιση στην οποία ισχυριζόταν μεταξύ άλλων ότι ο τραυματισμός του Εναγομένου στην παρούσα αγωγή οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου, απορρίπτοντας παράλληλα ως υπερβολικές τις αξιώσεις του Εναγομένου. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι από την ημερομηνία διορισμού του είχε επανειλημμένες προσωπικές συναντήσεις και πολυάριθμες τηλεφωνικές επαφές με τον Ενάγοντα ενώ περαιτέρω είχε διαπραγματεύσεις με τον δικηγόρο της Δημοκρατίας προς επίτευξη συμβιβασμού. Ο Μ.Ε. 1 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων διαπραγματεύσεων με τον δικηγόρο της Δημοκρατίας κατέληξε σε προκαταρτική συμφωνία με τον δικηγόρο της Δημοκρατίας την οποία υπέβαλε στον Εναγόμενο προς έγκριση και αποδοχή. Η ως άνω προκαταρτική συμφωνία προέβλεπε την έκδοση δικαστικής απόφασης στην αγωγή 5979/2003 για το συνολικό ποσό των £110.547 συν 8% τόκοι από 01/09/04 επί £64.197 μέχρι εξοφλήσεως και επί £46.350 από την ημέρα της απόφασης, πλέον £9.000 ως δικηγορικά έξοδα συν ΦΠΑ δικηγορικά έξοδα, με τόκους από την ημέρα της έκδοσης της απόφασης. Ο Μ.Ε.1 εστιάστηκε στην κατάρτηση του εγγράφου ημερομηνίας 15/01/08 (Τεκμήριο 1), αναφέροντας ότι με την υπογραφή του εγγράφου ο Εναγόμενος εξουσιοδότησε τον Ενάγοντα όπως διευθετήσει την αγωγή στο ποσό των £110.000, ως καθαρή αποζημίωση για τον ίδιο, και επιπλέον αποδέχθηκε και συμφώνησε ,όπως ο Ενάγοντας κρατήσει για τον εαυτό του και πάρει ως αμοιβή του επιπλέον του ποσού των £9.000 που είχαν συμφωνηθεί με τον Δικηγόρο της Δημοκρατίας, ποσό £18.000, γιατί ο Εναγόμενος ήταν απόλυτα ικανοποιημένος και ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα. Ο Ενάγων επιπλέον ανέφερε ότι στα 6 χρόνια που χειριζόταν την υπόθεση δεν πληρώθηκε κανένα ποσό από τον Εναγόμενο και επέμενε ότι το συμφωνηθέν ποσό εξόδων με την Δημοκρατία δεν αντικατόπτριζε την εργασία που ο ίδιος έκανε για την υπόθεση του Εναγόμενου. Σε κάθε περίπτωση επέμενε στον ισχυρισμό του ότι το ποσό που συμφωνήθηκε ως έξοδα δεν περιλάμβανε την αμοιβή του για εξωδικαστηριακή εργασία για την οποία παρέμεινε υπόχρεος προς εξόφληση ο Εναγόμενος. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε περαιτέρω ότι ο Εναγόμενος πληρώθηκε απευθείας από το Υπουργείο Άμυνας ολόκληρο το ποσό της δηλωθείσας απαίτησης και ο ίδιος πληρώθηκε το ποσό των δικηγορικών του εξόδων ως είχε συμφωνηθεί. Ανέφερε δε στην κατακλείδα του της κυρίως εξέτασης του ότι ο Εναγόμενος αρνείται να πληρώσει στον ίδιο το ποσό των Λ.Κ. 18.000 το οποίο του οφείλει δυνάμει συμφωνίας. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι η συμφωνία, Τεκμήριο 1, ετοιμάστηκε από τον ίδιο και ότι ο Εναγόμενος αφού την διάβασε, την υπόγραψε στις 15/01/2008 στο γραφείο του Ενάγοντα. Εξήγησε ότι πρώτα υπέγραψε το έγγραφο ο Εναγόμενος και έπειτα το υπέγραψε και ο ίδιος για να γίνει συμφωνία και πρόσθεσε και τη λέξη συμφωνία στον τίτλο του. Ο Μ.Ε.1 αρνήθηκε υποβολή του δικηγόρου του Εναγόμενου ότι είπε στον Εναγόμενο να μην διαβάσει το έγγραφο και εξήγησε ότι πριν την ετοιμασία του εγγράφου είχε συμφωνήσει τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο για το επιπλέον ποσό αμοιβής του στις Λ.Κ. 18.000, ποσό που ο ίδιος ζήτησε και ο Εναγόμενος αποδέχθηκε. Στην αντεξέταση υποβλήθηκε με διάφορους τρόπους ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν συμφωνία μεταξύ Δικηγόρου-Πελάτη, θέση την οποία αρνήθηκε ο Μ.Ε.1 επιμένοντας ότι ήταν συμφωνία μεταξύ δύο προσώπων, αποδέχτηκε όμως ότι η σχέση του με τον Εναγόμενο ήταν σχέση δικηγόρου-πελάτη αναφέροντας περαιτέρω ότι από την ημέρα ανάληψης της υπόθεσης του Εναγομένου ο τελευταίος πάντα εξέφραζε την πρόθεση του να δώσει κάποιο ποσό στον ίδιο τον Μ.Ε.1 για τον κόπο του. Ο Ενάγων δέχθηκε ότι διορίστηκε με διοριστήριο αλλά αρνήθηκε την υποβολή ότι οι εργασίες που ο ίδιος περιέγραψε ότι έκανε για τον Ενάγοντα ήταν στα πλαίσια των καθηκόντων του. Επέμενε δε καθ' όλη τη διάρκεια της εξέτασης του ότι ο Εναγόμενος εισέπραξε ένα μεγάλο ποσό χρημάτων και ήταν πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα χωρίς να χρειαστεί να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο. Αυτό το γεγονός κατά τον Μ.Ε.1 ήταν μείζονος σημασίας αφού ο Εναγόμενος πέτυχε την εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού ποσού στην αγωγή πριν αυτή προχωρήσει σε Ακρόαση επιμένοντας ότι ο Εναγόμενος ακόμα και την ημέρα που δηλώθηκε η υπόθεση δεν είχε καμία γνώση ούτε ήξερε πώς είχε τραυματιστεί. Από πλευράς του ο Μ.Υ.1, έδωσε προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο και αντεξετάστηκε. Ανέφερε ότι ανέθεσε την υπόθεση στον Ενάγοντα έχοντας προηγουμένως αποδεσμεύσει τον κ. Κουρίδη από δικηγόρο του. Αναφέρθηκε επιπλέον στον τραυματισμό του και στην ταλαιπωρία που υπέστηκε συνεπεία του τραυματισμού του. Ο μάρτυρας περαιτέρω επέμενε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι δε θυμάται να υπόγραψε το Τεκμήριο 1 αλλά την υπογραφή άλλων εγγράφων στο γραφείο του κ. Χατζηπιέρα τα οποία ως ανέφερε δεν διάβασε αλλά γνώριζε από διαβεβαιώσεις του Ενάγοντα ότι είχαν διαφορετικό περιεχόμενο. Σε υποβολή δε της αντεξέτασης ότι η κατάθεση του Εναγομένου στον διερευνώντα αξιωματικό του ατυχήματος δόθηκε μετά από ενέργειες του Ενάγοντα, ο ΜΥ1 επέμενε ότι έδωσε κατάθεση σε σχέση με το ατύχημά του πριν διορίσει ο κ. Χατζηπιέρας επισημαίνοντας μάλιστα ότι ο Ενάγοντας του είπε να αλλάξει την κατάθεση του αλλά δεν μπορούσε. Ο μάρτυρας επέμενε στη θέση του ότι οι όποιες διευθετήσεις έγιναν για να δώσει κατάθεση σε σχέση με το ατύχημά του έγιναν από τον στρατό σε υποβολή όμως του συνηγόρου ότι η κατάθεση του εδόθηκε στις 20/5/2002 η οποία και του υποδείχθηκε (χωρίς όμως να κατατεθεί ως τεκμήριο στη διαδικασία) εν τέλει συμφώνησε ότι η κατάθεσή του δόθηκε στις 20/5/2002, τουτέστιν μετά τον διορισμό του κ. Χατζηπίερα. Στις υποβολές του συνήγορου για τον Ενάγοντα σε σχέση με την επικοινωνία που είχε με τον Ενάγοντα μετά τη διευθέτηση της υπόθεσής του ο μάρτυρας ανέφερε ότι στο διάστημα που ακολούθησε της έκδοσης απόφασης μέχρι την πληρωμή των χρημάτων από το γενικό λογιστήριο του κράτους ο Ενάγοντας επικοινώνησε μαζί του ρωτώντας τον κατά πόσο είχε πληρωθεί. Ο Μ.Υ.1 εξήγησε ότι αντιλήφθηκε από τις ερωτήσεις του Ενάγοντα ότι η επιταγή του Ενάγοντα θα έφτανε στον ίδιο και θα είχε την ευθύνη να του την δώσει. Ανέφερε δε επί τούτου ότι έκανε τηλεφωνήματα στο Γενικό Λογιστήριο από όπου ενημερώθηκε ότι θα στέλνονταν δύο επιταγές, μία στον ίδιο και μία στον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας δεν κατάφερε να θέσει χρονικά πότε πληρώθηκε από το λογιστήριο και δέχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια που εκπροσωπείτο από τον Ενάγοντα δεν επλήρωσε στον ίδιο κανένα ποσό. Στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο συνήγορος για τον Ενάγοντα υπέδειξε σε εκείνον το Τεκμήριο 5, απόδειξη είσπραξης από τον δικηγόρο Κουρίδη το οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε και το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο στη διαδικασία κατά το στάδιο εκείνο. Η απόδειξη είσπραξης την οποία ο μάρτυρας αναγνώρισε και ως απόδειξη απαλλαγής των υπηρεσιών του κ. Κουρίδη φέρει ημερομηνία 17/5/
  6. Ο Εναγόμενος δέκτηκε ότι η ημερομηνία 17/5/2002 ήταν και ημερομηνία δέσμευσης των υπηρεσιών του Ενάγοντα με την υπογραφή διοριστηρίου συνήθους τύπου. Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι η επιστολή ημερομηνίας 11/11/08 η οποία του επιδόθηκε στις 21/11/08 δεν απαντήθηκε από τον ίδιο, αν και μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη του την επίσκεψη του Ενάγοντα στη μπυραρία, την οποία μετάφρασε ως απειλητική. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι κατά την επίσκεψή του στη μπυραρία ο Ενάγοντας κούνησε απειλητικά το δάκτυλο του σε εκείνον αναφέροντας του «Να δεις τι θα σου κάμω εγώ ρε κοπελούιν. Εγώ είμαι ο Χατζηπιέρας.» Στην υποβολή που ακολούθησε κατά πόσο κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία ο ίδιος απάντησε αρνητικά. Στην κατακλείδα της αντεξέτασης ο μάρτυρας ανέφερε ότι την ημέρα που του επιδόθηκε η αγωγή ο ίδιος φοβήθηκε ιδιαιτέρως επειδή ο επιδότης ήξερε ακριβώς που να τον βρει καθότι εργαζόταν σε ένα στρατόπεδο με πολλές μονάδες και κατάφερε ο επιδότης να τον εντοπίσει ακριβώς στο χώρο που εργαζόταν. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την δυνατότητα να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητα. Έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων στην ύπαρξη σ΄αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, στην λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, στην ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, στις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, στην μνήμη τους και στους λόγους που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν καθώς και στην πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα. Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατία

(2010)2 ΑΑΔ 266, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, Αεροπόρος κ.α. ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 362, Γιουρούκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 171, Λιθογραφεία Κυριακίδη κ.α. ν. Tiba Publishing Co. Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 AAΔ 320, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γιασεμή ν. Ρούσου
(1996)1Β ΑΑΔ 1098, Σοφοκλέους ν. Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. Στην Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, ο Δ. Κληρίδης ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 278): «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168).» (βλ. επίσης την Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίσω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία επιτάσσει στο θέμα αυτό. Ο Μ.Ε.1 ήταν σαφής και ξεκάθαρος καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέροντας ότι το Τεκμήριο 1 υπογράφηκε στις 15/1/2008 στα γραφεία του από τον Εναγόμενο πρώτα και ακολούθως από τον ίδιο μία μέρα πριν δηλωθεί η υπόθεση 5979/2003 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Είχε καλή και άμεση γνώση των γεγονότων και εξήγησε με σαφήνεια τις ενέργειες που κατέβαλε σε σχέση με την υπόθεση του Εναγόμενου η οποία εν τέλει δηλώθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού πριν την έναρξη της Ακρόασης και μετά τον συμβιβασμό που επέτυχε ο Μ.Ε.1 κατ' όπιν διαπραγματεύσεων που είχε με την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα. Η μαρτυρία του σε ότι αφορά την κατάρτιση του εγγράφου δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, ούτε και υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Η υπόλοιπη όμως μαρτυρία του Ενάγοντα ελέγχεται σε τρία σημεία. Το πρώτο σημείο είναι η αναφορά του ότι η Κυπριακή Δημοκρατία προσφέρει πάντα χαμηλότερα Δικηγορικά έξοδα σε περιπτώσεις εξώδικης διευθέτησης και σε περίπτωση επιμονής για επιδίκαση υψηλοτέρου ποσού δικηγορικών εξόδων, ο συμβιβασμός θα απορριφθεί από το Υπουργείο Οικονομικών. Αυτή η θέση αποτελεί ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό που δεν έχει αποδειχτεί από τα γεγονότα. Περαιτέρω, αυτή η θέση του Ενάγοντα αποτελεί εξ'ακοής μαρτυρία η οποία σαφώς και είναι πλέον αποδεκτή , αξιολογείται όμως σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9. Στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορώ να αποδώσω βαρύτητα στην εν λόγω εξ ακοής μαρτυρία. Λαμβάνοντας υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία ο δικηγόρος της Δημοκρατίας που διαβεβαίωσε προς την πρακτική αυτήν τον Ενάγοντα αλλά και το γεγονός ότι από τα λεχθέντα του Εναγοντα δεν διασαφηνίζεται εάν το πρόσωπο που έκανε αυτή την αρχική δήλωση είναι ο συγκεκριμένος δικηγόρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να καθοριστεί ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση από τον Δικηγόρο της Δημοκρατίας, εν μέσω δηλαδή διαπραγματεύσεων για τον συμβιβασμό μιας υπόθεσης είναι οι συσσωρευτικοί παράγοντες η επίδραση και σημαντικότητας των οποίων δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή. Στην υπόθεση Πολ. Έφεση 6/2011 Λευκόνικο Χρηαμτιστηριακή Λτδ -ν- Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (ημ.15/7/2016) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα για την αξιολόγηση της βαρύτητας της εξ' ακοής μαρτυρίας: "Το άρθρο 27
(3)προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1 ΑΑΔ, 1108 και Χριστοφή και Άλλοι. ν. Δημητρίου και Άλλη
(2009)1 ΑΑΔ, 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης." Για μια εκτενή ανάλυση του θέματος δέστε Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320-331.'" Η δεύτερη θέση του Ενάγοντα η οποία ελέγχεται είναι η θέση του για την αμοιβή του σε σχέση με την δικαστηριακή εργασία ως αυτή εκφράζεται στην παράγραφο 14 της Έγγραφης Δήλωσης του, ότι δηλαδή το λογικό και δίκαιο ποσό για αυτή θα ήταν Λ.Κ. 17.000 πλέον Φ.Π.Α. Αυτή η θέση είναι αντιφατική με την απαίτηση του για το ποσό των ΛΚ 18.000 το οποίο εάν προστεθεί στην αμοιβή που έλαβε από την Κυπριακή Δημοκρατία (αφού ζητείται επιπρόσθετα) συμποσούται σε ΛΚ 27.
  1. Συνεπώς, με την δήλωση του αυτή ο Ενάγοντας δέχεται ότι το ποσό που θα ήταν εύλογο και δίκαιο να πληρωθεί για την εργασία του είναι ΛΚ.10.000 λιγότερο από ότι διεκδικεί. Η τρίτη θέση του Μ.Ε.1 που ελέγχεται είναι η αναφορά του ότι στο ποσό των Λ.Κ. 9000 που δόθηκε στον ίδιο από την Κυπριακή Δημοκρατία δεν περιλαμβάνετο η αμοιβή του για την εξωδικαστηριακή εργασία ως αυτή εκφράζεται στην παράγραφο 15 της Έγγραφης Δήλωσης του. Ο Ενάγοντας πριν την έναρξη της Ακρόασης εγκατέλειψε όλες τις απαιτήσεις του για εξωδικαστηριακή εργασία και συγκεκριμένα εγκατέλειψε τις απαιτήσεις του ως το Δ(α) και (β) της Έκθεσης Απαίτησης, συνεπώς η απαίτηση του εδράζεται μόνο σε ότι αφορά την κατ'ισχυριμό παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Πέραν τούτου ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 έμεινε μετέωρος αφού δεν ανάφερε στο Δικαστήριο να έκανε προς όφελος του Εναγόμενου οποιαδήποτε εργασία πέραν της εργασίας του σε σχέση με την αγωγή 5979/
  2. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Ε.
  3. Ο Μ.Υ.1 δεν μου προξένησε καλή εντύπωση Οι αναφορές του δεν ήταν ακριβείς και οι απαντήσεις του ήταν συγκεχυμένες. Ως άτομο άμεσα ενδιαφερόμενο με τα διαδραματισθέντα θα αναμένετο από τον ίδιο να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Παρά ταύτα η μνήμη του φανερώθηκε επιλεκτική. Δεν θυμόταν κύρια γεγονότα όπως πότε αποδέσμευσε τον κύριο Κουρίδη και πότε διόρισε τον κύριο Χατζηπιέρα, πότε έδωσε κατάθεση σε σχέση με το ατύχημα που είχε στην Εθνική Φρουρά αποδίδοντας τη λήθη του στην παρέλευση του μεγάλου χρονικού διαστήματος αλλά και στην κακή προσωπική κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά τον εν λόγω χρόνο λόγω του τραυματισμού. Από την άλλη όμως, παρουσιάστηκε απόλυτα βέβαιος σε ότι αφορούσε δυο σημαντικά γεγονότα, το πρώτο αφορούσε την κατάθεση που έδωσε στην Εθνική Φρουρά και το δεύτερο την κατάρτιση του Τεκμηρίου
  4. Σε σχέση με το πρώτο επέμεινε ότι η κατάθεση του στην Εθνική Φρουρά δόθηκε αρκετό καιρό πριν διοριστεί ο κ. Χατζηπιέρας από τον ίδιο του , επιμονή η οποία συνεθλίβει όταν αναγνώρισε και αποδέχτηκε ως κατάθεση του έγγραφο με ημερομηνία 20/5/2002, μεταγενέστερο δηλαδή του διορισμού του κ.Χατζηπιέρα ως δικηγόρου του Μ.Υ.
  5. Το λάθος αυτό από μόνο του θα μπορούσε να είχε παραβλεφθεί από το Δικαστήριο εάν δεν συνοδευόταν από την παράλληλη επιμονή του Μ.Υ.1 , ο οποίος επικαλούμενος και πάλι την μνήμη του επεσήμανε προς ενίσχυση της θέσης του σε σχέση με τον χρόνο της κατάθεσης του, ότι ο κ. Χατζηπίερας του ζήτησε να αλλάξει την κατάθεση του. Σε σχέση με την κατάρτιση του τεκμηρίου 1, ο μάρτυρας επέμεινε ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο για να συμφωνήσει αμοιβή παρά μόνο έγγραφα για να δηλώσει ο Ενάγοντας την υπόθεση του. Αυτή η επιμονή του καταρρίφθηκε πλήρως όταν στο στάδιο της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε δεν τα ανάγνωσε λόγω απόλυτης εμπιστοσύνης που είχε στον Ενάγοντα αναγνωρίζοντας παράλληλα την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 1 ως δική του. Η επιμονή του ότι δεν υπέγραψε το Τεκμήριο 1 σε συνδυασμό με τις αναφορές του ότι υπέγραψε την ημέρα που καταρτίστηκε συμφώνως με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα το έγγραφο, άλλα έγγραφα τα οποία δεν γνωρίζει γιατί δεν ανέγνωσε , δεν αποτελεί σοβαρή θέση στην οποία να μπορεί ο Εναγόμενος να στηρίξει την υπεράσπιση και τους ισχυρισμούς του. Επιπρόσθετα , αν και ελάσσονος σημασίας, η επισήμανση του Μ.Υ.1 ότι δεν κάνει πάντα την ίδια υπογραφή αποτελεί κατά την κρίση μου την μικρή λεπτομέρεια που συμπληρώνει την εικόνα της φαιδρότητας και προχειρότητας της μαρτυρίας του Μ.Υ.
  6. Η μαρτυρία του κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται στο σύνολο της. Η επίκληση της αρχής του Non Est Factum Ο Μ.Υ.1 επικαλέσθηκε την υπεράσπισή του την αρχή Non Est Factum, η απόρριψη της μαρτυρίας του ως προς το θέμα αυτό σφραγίζει και την τύχη της επίκλησης του. Για σκοπούς όμως πληρότητας θα αναφερθώ στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R.961. Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι ένα πρόσωπο που έχει υπογράψει έγγραφη συμφωνία δικαιούται να απαλλαγεί των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή με βάση την αρχή του non est factum ή με βάση την ύπαρξη πραγματικής ή νομικής πλάνης μόνο αν αποσείσει το βάρος απόδειξης που ο ίδιος φέρει. Όταν κάποιος ενήλικας που δεν έχει μειωμένη αντίληψη και δεν είναι αναλφάβητος υπογράψει κάποιο έγγραφο το οποίο είναι εμφανές ότι προορίζεται να έχει νομική ισχύ, χωρίς να το διαβάσει δεν μπορεί αργότερα να αποφύγει τις συνέπειες του ακόμα και αν έχει υπογράψει βασιζόμενος στα όσα κάποιος άλλος του έχει πει σχετικά με το τι προνοεί το έγγραφο. Μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατό να επικαλεστεί επιτυχώς non est factum διάδικος που δεν έχει μειωμένη ικανότητα να συνάψει σύμβαση ή να αντιληφθεί το περιεχόμενο εγγράφου. Αυτές οι εξαιρετικές περιστάσεις και γενικά όλες οι περιστάσεις που υποστηρίζουν τις εν λόγω υπερασπίσεις πρέπει να δικογραφούνται. Στη σελίδα 963 της Saunders (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «There must be a heavy burden of proof on the person who seeks to invoke this remedy. He must prove all the circumstances necessary to justify its being granted to him and that necessarily involves his proving that he took all reasonable precautions in the circumstances. I do not say that the remedy can never be available to a man of full capacity. But that could only be in very exceptional circumstances; certainly not where his reason for not scrutinizing the document before signing it was that he was too busy or too lazy. In general I do not think that he can be heard to say that he signed in reliance on someone he trusted.» (τονισμός δικός μου) Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην απόφαση Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd. κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ.1113 στη σελίδα 1121. Η επίδειξη επιμέλειας από πλευράς του διαδίκου που επικαλείται την αρχή αυτή είναι απαραίτητο στοιχείο το οποίο ο ίδιος πρέπει να αποδείξει με θετική μαρτυρία. Στην υπόθεση Cyprus Development Bank v. Kyriacou
(1989)1 C.L.R. 96, το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας υιοθέτησε το λόγο της Saunders, (ανωτέρω) επισημάνθηκε η ανάγκη να αποδειχθεί από το διάδικο που ισχυρίζεται ακυρότητα της συμφωνίας, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη ψυχικής πίεσης από την άλλη πλευρά αλλά και το γεγονός ότι ο ίδιος ενήργησε με λογική επιμέλεια. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Εναγόμενος αρκέστηκε να αναφέρει ότι δεν διάβασε τα έγγραφα που του δόθηκαν να υπογράψει από τον Ενάγοντα αφού του είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Αυτή η δήλωσή του δεν μπορεί να στηρίξει επιτυχώς την επίκληση της αρχής του non est factum με βάση την νομολογία ως αυτή έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα. Ο Εναγόμενος, άτομο με γυμνασιακή μόρφωση, δεν μπορεί να επικαλείται την εν λόγω αρχή. Επιπλέον και συμπληρωματικά δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 1 είναι δική του ως εκ τούτου δεν χωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 1 υπεγράφηκε από τον ίδιο στις 15/1/08. Ευρήματα Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας και με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο, δικηγόρος στο επάγγελμα, ασκούσε δικηγορία στην Επαρχία Λεμεσού. Ο Εναγόμενος στις 15/5/2002 ανέθεσε στον Ενάγοντα την υπόθεση του προς διεκδίκηση αποζημιώσεων από την Κυπριακή Δημοκρατία σε σχέση με εργατικό ατύχημα που ο Εναγόμενος υπέστηκε ενώ εκτελούσε καθήκοντα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Για να καταχωρήσει αγωγή εκ μέρους του ο Εναγόμενος στις 17/5/2002 υπέγραψε συνήθη τύπο διορισμού δικηγόρου χωρίς να έχει προβεί σε οποιαδήποτε συμφωνία συγκεκριμένα ως προς την αμοιβή του Ενάγοντα. Ο Ενάγων καταχώρησε την αγωγή 5979/03 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο Ενάγων προώθησε την υπόθεση του Εναγομένου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και κατάφερε να καταλήξει σε συμβιβασμό με το δικηγόρο της Δημοκρατίας για το συνολικό ποσό των £110.547 συν 8% τόκοι από 01/09/04 επί £64.197 μέχρι εξοφλήσεως και επί £46.350 από την ημέρα της απόφασης, πλέον £9.000 συν ΦΠΑ δικηγορικά έξοδα, με τόκους από την ημέρα της έκδοσης της απόφασης. Ο εν λόγω συμβιβασμός δηλώθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 16/01/08. Μια ημέρα πριν , στις 15/01/08 στο γραφείο του Ενάγοντα στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 1. Θα προχωρήσω να εξετάσω το Τεκμήριο 1. Το Τεκμήριο 1 αναφέρει αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Με την παρούσα δίδω οδηγίες στον Δικηγόρο μου κ. Χατζηπιέρα όπως διευθετήσει την υπόθεση του Δυστυχήματος μου στες 26.10.01, στο ποσό των £110.00 (εκατόν δέκα χιλιάδων λιρών) καθαρά για μένα. Ο κ. Χατζηπιέρας, αποδέχομαι να πάρει επιπλέον των εξόδων που έχουν συμφωνηθεί, ποσό £18.000 γιατί είμαι ευχαριστημένος και ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα.» Το ζήτημα που τίθεται επί τάπητος είναι κατά πόσο το Τεκμήριο 1 αποτελεί μίαν έγκυρη μεταξύ των μερών συμφωνία. Περαιτέρω το Δικαστήριο θα πρέπει εάν κρίνει τη συμφωνία ως έγκυρη να αποφασίσει κατά πόσο έχει το χαρακτήρα συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου -πελάτη. Στη δικογραφία ο Εναγόμενος στην παράγραφο 12 αρνείται την υπογραφή της συμφωνίας ενώ θέτει στην παράγραφο 18 ότι δε δύναται να προχωρήσει η αξίωση του Ενάγοντα με τη παρούσα αγωγή. Ουδείς ισχυρισμός τέθηκε στη δικογραφία ή ακόμα και στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας σε σχέση με την εγκυρότητα της συμφωνίας πέραν της ανεπιτυχούς επίκλησης της αρχής του Non Est Factum που έχει ανωτέρω εξεταστεί και απορριφθεί. Οι μοναδικοί ισχυρισμοί που τέθηκαν αφορούν τον χαρακτήρα της συμφωνίας. Οι εισηγήσεις σε ότι αφορά τον χαρακτήρα της συμφωνίας από πλευράς των μερών είναι αναπόφευκτα εκ διαμέτρου αντίθετες Στην γραπτή του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα επιχειρηματολογεί σε συνάρτηση με την εκφρασθείσα θέση του Ενάγοντα ότι η συμφωνία, ημερομηνίας 15/01/08, είναι αυτόνομη. Βασίζει την θέση του αυτή κυρίως επειδή στην συμφωνία ημερομηνίας ουδεμία αναφορά γίνεται στην προηγούμενη συμφωνία του διοριστηρίου (Retainer) εξηγώντας ότι η φράση «επιπλέον των εξόδων που έχουν συμφωνηθεί», αναφέρεται στην συμφωνία του Ενάγοντα με τον Δικηγόρο του Εναγόμενου Γενικού Εισαγγελέα για το ποσό των £9.000 + ΦΠΑ. Επεκτείνει την σκέψη του επιχειρηματολογώντας πως αν υπήρχε η παραμικρή σύνδεση/εξάρτηση, αυτή θα αναφέρετο στην Συμφωνία ενώ περαιτέρω λέει ότι η επίδικη Συμφωνία, ημερομηνίας 15/01/08, αποτελεί μια Δέσμευση του Εναγόμενου, που ήδη προηγουμένως εξυπηρετήθηκε από τον Ενάγοντα ο οποίος διεκπεραίωσε την αγωγή 5979/03 σε σχέση με το εργατικό ατύχημα του Εναγόμενου. Ως εκ τούτου ισχυρίζεται ότι η επίδικη Συμφωνία, δεν αντλεί την νομιμότητα της στην τελειωθείσα/αποπερατωθείσα αγωγή 5973/03, αφού η όλη εργασία, που αρχικά δια του Retainer ανάλαβε ο Ενάγων να διεκπεραιώσει, περατώθηκε. Υποστηρίζει εν κατακλέιδι ότι το συμφωνηθέν ποσό των £18.000 αποτελεί φιλοδώρημα του Εναγόμενου προς τον Ενάγοντα ζητώντας από το Δικαστήριο να κρίνει την απαίτηση του Ενάγοντα με βάση τα όσα ισχύουν και προβλέπονται στους Νόμους και την Νομολογία σε σχέση με τον περί Συμβάσεων Νόμο. Στον αντίποδα η αγόρευση του ευπαίδευτου Δικηγόρου του Εναγόμενου υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι αυτή η σύμβαση υπάρχει και είναι δεσμευτική θα πρέπει να τύχει εφαρμογής ο Κανονισμός 12 του Περί Δικηγόρων Κανονισμού ΚΕΦ.3 με βάση τον οποίο ο Ενάγοντας όφειλε να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο που επιλήφθηκε της υπόθεσης το οποίο θα εξετάσει την συμφωνία σε συνάρτηση με την εργασία που έγινε ως αντικατοπτρίζεται στον φάκελο της υπόθεσης βάσει της οποίας έγινε και θα αποφασίσει κατά πόσο θα επιδικάσει το ποσό της συμφωνίας ή οποιοδήποτε άλλο πόσο κρίνει λογικό και εύλογο ή ακόμα και να απορρίψει την αίτηση χωρίς επιδίκαση ποσού. Η μη συμμόρφωση του Ενάγοντα με τον Κανονισμό 12 ,αφαιρει κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου, το δικαίωμα καταχώρησης αγωγής. Εξετάζοντας τις θέσεις των διαδίκων και αφού έχει ήδη γίνει εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα μέρη υπόγραψαν το Τεμκήριο 1 καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου ότι με την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 τα μέρη συνομολόγησαν την συμφωνία ημερομηνίας 15/1/2008. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα προσπαθεί να διαχωρίσει την εξουσιοδότηση (Retainer) που υπογράφηκε από τον Εναγόμενο και την συμφωνία που υπογράφηκε στις 15/1/2008 εισηγήσεις τις οποίες δεν μπορώ να αποδεκτώ. Ο δε διαχωρισμός του είναι επιλεκτικός αφού θεωρεί ότι η σύμβαση ημερομηνίας 15/1/2008 είναι ξεχωριστή συμφωνία με την οποία ο Εναγόμενος αποδέχτηκε να πληρώσει στο Ενάγοντα το ποσό των £18.000 για την διεκπεραίωση από την τελευταίο της αναληφθείσας με το Retainer εργασίας για λογαριασμό του Ενάγοντα. Δηλαδή με την λογική των τοποθετήσεων του Ενάγοντα τόσο το διοριστήριο (Retainer) όσο και η ξεχωριστή, κατά τον ίδιο, σύμβαση ημερομηνίας 15/1/2008 ήταν σε ισχύ στις 16/1/2008 όταν διεκπεραιώθηκε η υπόθεση 5973/03 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Αυτή η θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και αντίκειται και στην λογική. Κατά την δική μου κρίση και με απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 1 καθίσταται σαφές ότι με την συμφωνία ημερομηνίας 15/1/2008 δεν συμφωνήθηκε μόνο η αμοιβή του Ενάγοντα αλλά επαναπροσδιορίστηκε και η εξουσιοδότηση του συνεπώς κατά την κρίση με την συμφωνία ημερομηνίας 15/1/2008 η αρχική συμφωνία μεταξύ των μερών όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο διοριστήριο δικηγόρου αντικαταστάθηκε με την συμφωνία ημερομηνίας 15/1/2008. Σε ότι αφορά την σημασία του διοριστηρίου δικηγόρου, (retainer ) σχετική είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, παράγραφος 84· «Meaning of retainer. The act of authorising or employing a solicitor to act on behalf of a client constitutes the solicitor's retainer by that client; consequently the giving of a retainer is equivalent to the making of a contract for the solicitor's employment, and the rights and liabilities of the parties under that contract will depend partly on any terms which they have expressly agreed, partly on the terms which the law will infer or imply in the particular circumstances with regard to matters on which nothing has been expressly agreed, and partly on such statutory provisions as are applicable to the particular contract. By the giving and acceptance of the retainer the solicitor acquires his authority to act for and bind the client, and the client becomes bound both personally as between himself and his solicitor (
  1. a)and as between himself and third parties with whom the solicitor deals within the limits of his authority on behalf of his client (b).» ( τονισμός δικός μου) «Period of retainer. The general rule is that a solicitor when retained by a client undertakes to finish the business for which he is retained (o). Thus, a retainer is, speaking generally, an entire contract, that is to say, a contract to do certain business (p), to finish that business, and to be remunerated at the completion of the business; the consequence is that remuneration cannot be recovered on a quantum meruit where the solicitor withdraws without legal justification (q), nor, of course, can costs be recovered in these circumstances (
  2. r)This general rule applies to retainers to conduct or defend ordinary actions (
  3. s)or arbitrations (t), and to the transaction of conveyancing business remunerated by scale (u); but the rule is not an absolute one and yields to special circumstances.» (τονισμός δικός μου) Συνεπώς διαπιστώνεται ότι το διοριστήριο δικηγόρου δεν είναι τίποτα άλλο από συμφωνία του δικηγόρου με τον πελάτη και καθορίζει τόσο την εξουσιοδότηση του πρώτου από το δεύτερο, όσο και την αμοιβή δια τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες. Η αμοιβή του δικηγόρου, μπορεί να συμφωνηθεί είτε δυνάμει ειδικής συμφωνίας (special retainer) είτε βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (general retainer). Η επίδικη συμφωνία κατά τη κρίση μου είναι σαφής ο Εναγόμενος αποδέχτηκε να πάρει το ποσό των £18.000 επιπλέον των εξόδων που είχαν συμφωνηθεί με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η αντιπαροχή για το ποσό αυτό £18.000 δεν είναι άλλη από τις υπηρεσίες του Ενάγοντα στα πλαίσια της υπόθεσης 5979/03 στην οποία ενεργούσε ως δικηγόρος του Εναγομένου. Τουτέστιν με την συμφωνία ημερομηνίας 15/1/2008 αντικαταστάθηκε το διοριστήριο που αρχικά ο Εναγόμενος υπέγραψε με το οποίο πέραν της εξουσιοδότησης που δόθηκε στον Ενάγοντα να τον εκπροσωπήσει στην υπόθεση 5979/03 εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας συμφωνήθηκε και η αμοιβή του Ενάγοντα συμφώνως των δικαστικών κλίμακων. Μάλιστα το ίδιο το κείμενο της συμφωνίας ημερομηνίας 15/1/2008 αντικαθιστά αμφότερα σημεία εξουσιοδότησης και αμοιβής αφού ρητα αναφέρει ότι «δίδω οδηγίες στον Δικηγόρο μου κ. Χατζηπιέρα όπως διευθετήσει την υπόθεση του Δυστυχήματος (εξουσιοδότηση) . Ο κ. Χατζηπιέρας, αποδέχομαι να πάρει επιπλέον των εξόδων που έχουν συμφωνηθεί, ποσό £18.000 (αμοιβή).» Αυτή η ερμηνεία είναι αναπόφευκτη καθότι η συμφωνία έγινε ενόσω ο Ενάγων εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο ως δικηγόρος στα πλαίσια της αγωγής 5979/03 και δεν έχει τεθεί ότι πέραν των υπηρεσιών που του προσέφερε στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής προσέφερε σε αυτόν οποιεσδήποτε άλλες υπηρεσίες. Η δε έμμεση εισήγηση από πλευράς του Ενάγοντα ότι η αγωγή 5979/03 είχε διεκπεραιωθεί αφού είχε επιτευχθεί συμβιβασμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η υπόθεση 5979/03 δηλώθηκε και συνεπώς διεκπεραιώθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 16/1/2008 και δεν χωρεί καμία άλλη θέση ως προς τον χρόνο που η υπόθεση 5979/03 αποπερατώθηκε. Η βάση της αγωγής στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να είναι μια νεα ανεξάρτητη σύμβαση μεταξύ των μερών, ως η θέση του Εναγοντα. Αντιπαροχή της νέας αυτής σύμβασης είναι οι δικηγορικές υπηρεσίες του Ενάγοντα για συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία διορίστηκε αρχικά με το τυπικό διοριστήριο άνευ ειδικής συμφωνίας σε σχέση με την αμοιβή το οποίο αντικαταστάθηκε από την επίδικη συμφωνία η οποία καθόριζε συγκεκριμένο ποσό αμοιβής Συνεπώς καθίσταται επιπροσθέτως των ανωτέρω ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι η συνομολογηθείσα συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου είναι συμφωνία ειδικής αμοιβής ,μεταξύ δικηγόρου-πελάτη η οποία αντικατέστησε την συμφωνία διοριστηρίου που αρχικώς υπογράφηκε μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου σε σχέση με την υπόθεση 5979/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Οι κανονισμοί που διέπουν το ζήτημα των συμφωνιών αμοιβής δικηγόρου καθ' ολοκληρία, είναι τα Advocates Rules, Chapter 3, Advocates, 27 Gaz. 788. Αυτό επιβεβαιώνεται και στο σύγγραμμα Δικηγορική Δεοντολογία, του Τάκη Ηλιάδη (βλ. σελίδες 111 μέχρι και 117). Απλή ανάγνωση των εν λόγω κανονισμών αποκαλύπτει ότι πραγματεύονται εξονυχιστικά το ζήτημα των εξόδων. Ο Έντιμος Δικαστής Ναθαναήλ Ε.Δ., ως ήταν τότε, στην αγωγή Ανδρέα Γ. Δανού ν. Άννας Στέλιου Εγγλέζου, Αρ. Αγ. 1005/92, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 26.04.1994 ασχολήθηκε με το ζήτημα των Advocates Rules. Ανέφερε επί τούτου τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι με βάση τους περί Δικηγόρων Κανονισμούς που εμπεριέχονται στη Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος 2ος, σελ.3, υπάρχουν πρόνοιες για ψηφισμό εξόδων από τον Πρωτοκολλητή όπως φαίνεται από τους Κανονισμούς 5-9, αλλά από το λεκτικό των Κανονισμών αυτών προκύπτει ότι τέτοια ψήφιση εξόδων γίνεται όταν ζητηθεί από τον πελάτη του δικηγόρου ή όταν ο ίδιος ο δικηγόρος καταρτίσει τέτοιο κατάλογο εξόδων που σε περίπτωση αμφισβήτησης του από τον πελάτη τότε ακολουθεί η διαδικασία της ψήφισης των εξόδων στον Πρωτοκολλητή. Δεν υπάρχει τίποτε στους Κανονισμούς των δικηγόρων που να δείχνει ότι η ψήφιση των εξόδων είναι ο μοναδικός τρόπος ανάκτησης επαγγελματικής αμοιβής και δεν ηγέρθηκε τέτοιο θέμα από τον κ. Θεμιστοκλέους. Η πρόνοια του Κανονισμού 21 δεν φαίνεται να επηρεάζει το δικαίωμα έγερσης αγωγής εφόσο χρησιμοποιείται δυνητικό λεκτικό. Αντίθετα, όταν συμφωνείται ειδική αμοιβή μεταξύ δικηγόρου - πελάτη ("special retainer") τότε με βάση τις πρόνοιες των Κανονισμών 10-12 και ιδιαίτερα του Κανονισμού 16, πρέπει να καταχωρηθεί σχετική αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο ηγέρθη η αγωγή, αποκλειόμενης οποιασδήποτε αγωγής πριν καθοριστεί από το Δικαστήριο στην προαναφερόμενη αίτηση η εγκυρότητα και λογικότητα της ειδικής αυτής συμφωνίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Χριστόδουλος Χρυσάνθου και Άρης Χ"Παναγιώτου ν. Ελευθερίου Χρυσοστόμου στην υπόθεση αρ.5347/83 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ.5.10.1987, απόφαση του κ. Μ. Φωτίου, πρ. Ε. Δ. (όπως ήταν τότε).» (τονισμός δικός μου) Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι εν λόγω κανονισμοί δεν αποκλείουν την ευχέρεια έγερσης αγωγής δια είσπραξη δικηγορικών εξόδων εκτός όπου υπάρχει συγκεκριμένη συμφωνία (special retainer) μεταξύ δικηγόρου-πελάτη οπόταν σε συνάρτηση με τον Κανονισμό 16 ακολουθείται η διαδικασία που αναφέρεται στον Κανονισμό 12. Οι κανονισμοί 10, 11, 12 και 16 έχουν ως ακολούθως 10. Subject to the conditions and provisions contained in these rules, an advocate may make an agreement in writing with his client respecting the amount and manner of payment for the whole, on any part, of any services, fees, charges or disbursements in respect of business to be done by such advocate, either by a gross sum, or by commission or percentage, or salary, or otherwise, and either at the same, or a greater rate, or at a less rate as, or than, the rate at which he would otherwise be entitled to be remunerated; but every such agreement shall be subject to the conditions and provisions contained in these rules, which shall be impliedly incorporated in such agreement. 11.
(1)Such an agreement shall be deemed to exclude any further claim of the advocate, beyond the terms of the agreement, in respect of any service, fees, charges or disbursements in relation to the conduct and completion of the business in reference to which the agreement was made, except such services, fees, charges or disbursements (if any) as are expressly excepted by the agreement.
(2)Such agreement must not contain any term that an advocate shall not be liable for negligence, or that he shall be relieved from any responsibility to which he would otherwise be subject as such advocate. 12
(1)Any such agreement may be enforced by application, made by the advocate after notice to the client, to the Court in which the business in respect of which such agreement was made was conducted, and, if it shall appear to the Court that such agreement was fair and reasonable, the Court shall order the client to pay the sum due under the agreement.
(2)Any such order shall be drawn up and enforced in the same way end subject to the same conditions as a judgment of the Court in an action.
(3)If on any such application it shall appear to the Court that the agreement was not fair and reasonable, the Court may set the same aside and direct that the costs and fees and charges payable in respect of the matters included in such agreement by taxed.
(4)It shall be lawful for the Court to make any such order as to the costs of any application made under this rule as to the Court shall seem fit.
  1. Save as provided in rule 12 hereof no action shall be brought on any such agreement until its validity and effect have been determined on application in manner aforesaid or to recover any sum under any such agreement except such sum as shall have been found to be due by the Court of Judge on such application as aforesaid. (τονισμός δικός μου) Τα πιο πάνω δεν αφήνουν περιθώρια άλλης ερμηνείας. Με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων είναι συμφωνία ειδικής αμοιβής μεταξύ δικηγόρου - πελάτη ως αυτή περιγράφεται στον Κανονισμό 12 η μόνη νομική οδός για εφαρμογή της είναι αυτή που περιγράφεται στον Κανονισμό 16 πιο πάνω και ως εκ τούτου η έγερση αγωγής δεν επιτρέπεται πριν την εξέταση της εγκυρότητας της εν λόγω συμφωνίας δια αιτήσεως στο αρμόδιο Δικαστήριο όπως λεπτομερώς ορίζεται στον Κανονισμό
  2. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Ενάγοντα ισχυρίζεται στην Γραπτή του Αγόρευση ότι εάν αποφασιστεί ότι οι Κανονισμοί αποστερούν το δικαίωμα καταχώρησης αγωγής θέτουν τον δικηγόρο σε μειονεκτική θέση έναντι οποιουδήποτε άλλου ατόμου στερώντας του το δικαίωμα διεκδίκησης θεραπείας. Ούτε αυτή η θέση με βρίσκει σύμφωνη. Οι κανονισμοί θεσμοθετούν συγκεκριμένα μεταξύ άλλων την αμοιβή των δικηγόρων. Δεν απαγορεύουν την διαπραγμάτευση της , δεν καθορίζουν το ύψος της αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια συμφωνία αμοιβής εφαρμόζεται προνοώντας ξεκάθαρα ότι όταν υπάρχει ειδική συμφωνία αμοιβής, αποκλείεται οποιαδήποτε αγωγή πριν καταχωρηθεί αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο ηγέρθη η διαδικασία στα πλαίσια της οποίας θα καθοριστεί από το Δικαστήριο η εγκυρότητα και λογικότητα της ειδικής αυτής συμφωνίας. Η χρήση των λέξεων στον Κανονισμό 16 δεν είναι δυνητική αλλά απαγορευτική χαράσσοντας συγκεκριμένη οδό για την εφαρμογή μιας συμφωνίας αμοιβής δικηγόρου, αφήνοντας τον τελευταίο λόγο στο Δικαστήριο να καθορίσει κατά πόσο είναι εύλογη και μπορεί να εφαρμοστεί. Η σχέση δικηγόρου -πελάτη έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα και υφή η οποία αφήνει περιθώριο για εκμετάλλευση την οποία οι Κανονισμοί αυτοί θέλησαν να αποτρέψουν σε προστασία του Νομικού Λειτουργήματος και διαφύλαξη της ακεραιότητας του. Περαιτέρω να αναφέρω καταληκτικά ότι η απόφαση του εφετείου στην υπόθεση Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου V Μάρκος Δημητριάδη
(2012)ΑΑΔ 628 στην οποία αναφέρθηκε ο Eνάγοντας στην Γραπτή του Αγόρευση διαχωρίζεται από την παρούσα αφού εκεί υπήρχε ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή δικηγορικής αμοιβής σε σχέση με υπηρεσίες που προσέφερε δικηγόρος σε ποινική υπόθεση και ουδόλως τέθηκε ζήτημα ειδικής σύμβασης αμοιβής για εκπροσώπηση σε συγκεκριμένη υπόθεση, συνεπώς το Εφετείο δεν προβληματίστηκε ούτε και αποφάσισε σε σχέση με την εφαρμογή των Advocates Rules. Για τους λόγους που παρατίθενται πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται προς όφελος του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα. (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.