← Κύπρος

Μύρια Αρμεύτη ν. Γεωργία Τελώνη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4400/2014, 30/1/2017

Μύρια Αρμεύτη ν. Γεωργία Τελώνη κ.α., Αρ. Αγωγής: 4400/2014, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4400/2014 Μεταξύ: Μύρια Αρμεύτη, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και 1. Γεωργία Τελώνη εκ Λεμεσού 2. Δήμος Λεμεσού Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή- Εναγόμενο 2 : κ.Χρίστος Καστανιάς για Α. Αργυρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κ.Παύλος Παυλίδης για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Ενδιάμεση Απόφαση στην Αίτηση ημερομηνίας 23/6/15 για διαγραφή των παραγράφων 3,18,19,20 ,21,22 και 23 της Εκθέσεως Απαιτήσεως Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την Συνοδεύει Με αίτησή του ο Αιτητής- Εναγόμενος 2 (ο «Αιτήτής») αιτείται: Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό των παραγράφων 3, 18, 19, 20, 21, 22, και 23 και/ή όλης της Έκθεσης Απαίτησης, εναντίον του Εναγομένου 2 ημερομηνίας 26.10.2014, για τον λόγο ότι το περιεχόμενο τους δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής και/ή η Έκθεση Απαίτησης είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. Β. Διαζευκτικά, απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό των παραγράφων 3, 18, 19, 20, 21, 22, και 23 της Έκθεσης Απαίτησης, ημερομηνίας 26.10.2014, για τον λόγο ότι το περιεχόμενο τους είναι σκανδαλώδες, ενοχλητικό και άσχετο και/ή προκαλεί αμηχανία στον Εναγόμενο 2 και/ή τείνει να προκαταλάβει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Γ. Διαζευκτικά, απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό των παραγράφων 3, 18, 19, 20, 21, 22, και 23 της Έκθεσης Απαίτησης, ημερομηνίας 26.10.2014, για τον λόγο ότι αποτελούν κατάχρηση της δικαιοδοσίας και διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the jurisdiction and process of the court). Δ. Διαζευκτικά, απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απόρριψη της διαδικασίας εναντίον του Εναγομένου 2 και/ή την ακύρωση της επίδοσης της υπό ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγής στον Εναγόμενο 2. Η αίτηση βασίζεται στις Διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.4, Θ.26, Δ.27 θ.3, Δ.48 κ. 1-3, θ.9 (j), (
  2. o)στον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος (ΚΕΦ.96), στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος (66(Ι)/2012), στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ.148, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας, της Πρακτικής και της Σύμφυτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Η αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Χριστίνας Χρίστου ημερομηνίας 23/6/2015. Η ομνύουσα αναφέρει ότι είναι στην νομική υπηρεσία του Αιτητή και ασκεί καθήκοντα νομικού συμβούλου. Δηλώνει προσωπικώς γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή όπως προβεί στην υποστηρικτική της Αιτήσεως ένορκο δήλωση. Για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικώς έχει λάβει πληροφόρηση και συμβουλή από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι οι παράγραφοι 3, 18, 19, 20, 21, 22, και 23 της έκθεσης απαίτησης, περιλαμβάνουν ισχυρισμούς που δεν προσδίδουν στην Καθ'ης η Αίτηση οποιοδήποτε αστικό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Αιτητή. Η Καθ'ης η Αίτηση με την Έκθεση Απαιτήσεως της ισχυρίζεται οχληρία και παραβιάσεις της νομοθεσίας που φέρεται να διέπραξε η Εναγόμενη 1 εξαιτίας παράβασης και/ή άρνησης εκτέλεσης θεσμοθετημένου καθήκοντος από μέρους του Αιτητή το οποίο απορρέει από τον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο Κεφ.96. Η ομνύουσα εκφράζει επί τούτου την πεποίθηση ότι στην περίπτωση όπου διεκδικούνται αποζημιώσεις στη βάση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος, όπως στην παρούσα, αν η νομοθεσία που η Ενάγουσα επικαλείται δεν προβλέπει ρητά δια ειδικής διάταξης αγώγιμο δικαίωμα για την ανάκτηση της ζημιάς, η οποία προκύπτει από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία επιβάλλει ο νόμος αφενός και η παράλειψη ποινικοποιείται αφετέρου, τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως κανόνας ότι η εν λόγω νομοθεσία δεν παρέχει αστική θεραπεία, κανόνας που ως αναφέρει υπόκειται σε 2 εξαιρέσεις τις οποίες και αναλύει. Η ομνύουσα εκφράζει την πεποίθηση ότι η περίπτωση της Καθ'ης η Αίτηση δεν εμπίπτει σε καμιά από τις 2 εξαιρέσεις αφού οι ισχυρισμοί οι οποίοι αποδίδονται στον Αιτητή είναι ότι επέτρεψε ή ανέχθηκε ανέγερση οικοδομής και χρήση οικοδομής, χωρίς την έκδοση της απαιτούμενης από το Νόμο άδειας και χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, ισχυρισμοί που δεν προσδίδουν στην Καθ'ης η Αίτηση αστικό αγώγιμο δικαίωμα. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος ,εάν οι πράξεις ή παραλείψεις μιας αρχής, παραβιάζουν τα δικαιώματα ενός προσώπου, τότε το παρών δικαστήριο θα ήταν αναρμόδιο και εκτός δικαιοδοσίας να ακούσει μια τέτοια υπόθεση. Περαιτέρω, κατά τις θέσεις της ομνύουσας, η στην Έκθεση Απαίτησης ισχυριζόμενη παράλειψη στην λήψη νομικών μέτρων για άρση της οχληρίας από τον Αιτητή δεν έχει διατυπωθεί με ειδική αναφορά στην συγκεκριμένη διάταξη του νόμου. Συγκεκριμένα, οι παράγραφοι 18 και 19 της Έκθεσης Απαίτησης διατυπώνουν γενικά και αόριστα χωρίς να γίνεται αναφορά σε γεγονότα αλλά ούτε και παραπομπή στο συγκεκριμένο άρθρο του Κεφ. 96 επί του οποίου στηρίζεται. Η ομνύουσα εξηγεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η Καθ'ής η Αίτηση όχι μόνο στερείται ουσιαστικά βάσης αγωγής αλλά και η Νομοθεσία δεν αποδίδει κάποιο θετικό καθήκον ή υποχρέωση στον Αιτητή προς τους δημότες ή συγκεκριμένους δημότες αλλά του παρέχεται εξουσία ή αρμοδιότητα δυνάμει του ιδίου νόμου την οποία δύναται να ασκεί ή αντίθετα να μην ασκεί χωρίς να αποτελεί αυτή καθήκον το οποίο μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα των δημοτών. Ως εκ τούτου , ο Νόμος δεν υπέχει υποχρέωση στον Αιτητή να εξαναγκάζει τους Δημότες να υποβάλλουν τις απαραίτητες αιτήσεις αλλά το καθήκον του είναι να εξετάζει και να αξιολογεί αιτήσεις για έκδοση αδειών οικοδομής και/ή πιστοποιητικού έγκρισης όταν αυτές θα έχουν υποβληθεί, συνεπώς κατά την ομνύουσα δεν δημιουργούνται τα δεδομένα για το αστικό αδίκημα της οχληρίας. Επιπλέον και ανεξαρτήτως σε σχέση με την ανυπαρξία βάσης αγωγής ,η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι το όποιο δικαίωμα της Καθ'ής η Αίτηση έχει παραγραφεί δυνάμει του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου (66(Ι)/2012), ο οποίος προνοεί ότι καμιά αγωγή που αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση. Η ομνύουσα αναφέρει ότι σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η κατ' ισχυρισμόν οχληρία ξεκίνησε από το 2000 ή εναλλακτικά από το 2003 και είναι σαφές ότι κατά την ημέρα της καταχώρησης της αγωγής είχε παραγραφεί. Πέραν τούτου με τον τρόπο που έχει διατυπωθεί ο ισχυρισμός της Καθ'ης η Αίτηση στην παράγραφο 14 της έκθεσης απαίτησης ότι σε περίπτωση συνέχισης της οχληρίας που προκαλείται από την Εναγομένη 1 υπάρχει σοβαρός κίνδυνος κατάρρευσης του τοίχου που ανήγειρε η Εναγομένη 1 συμπαρασύροντας σε κατάρρευση την οροφή της κατοικίας της Καθ'ής η Αίτηση διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η Καθ'ης η Αίτηση δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε πραγματική και ουσιαστική ζημιά που να οφείλεται στις πράξεις είτε της Εναγομένης 1 είτε του Αιτητή. Επί του σημείου τούτου η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι η ύπαρξη κινδύνου ή ενδεχόμενου κινδύνου, όπως είναι η πιθανότητα κατάρρευσης ή διάβρωσης ενός τεμαχίου, δεν συνιστά ζημιά υφιστάμενη ήδη κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής. Στην Ένορκη Δήλωσης εισάγεται περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι οι παραγράφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή περιλαμβάνουν ισχυρισμούς που φέρνουν τον Αιτητή σε δύσκολη θέση, αφού προκαταβάλλουν τη δίκαιη δίκη της επίδικης αγωγής και περιέχουν ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν να συσκοτίσουν και/ή περιπλέξουν τα επίδικα θέματα οι οποίοι γίνονται καταχρηστικά ή για να ζημιωθεί ο Αιτητής. Επικουρικά προς τούτο, σύμφωνα με την ομνύουσα η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί μετά από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Στην κατακλείδα της η ομνύουσα συνοψίζει ότι αφ'ενός οι παραγράφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν εγείρουν βάση αγωγής εναντίον του Αιτητή και αφετέρου περιέχουν ισχυρισμούς παντελώς άσχετους ανυπόστατους και παραπλανητικούς, και από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση θα καταχραστούν την διαδικασία και θα επιφέρουν βλάβη στον Αιτητή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρεί ότι η διαγραφή των εν λόγων παραγράφων είναι επιβεβλημένη, και εξαιτείται από το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την Συνοδεύει Η αίτηση προσέκρουσε αναπόφευκτα στην Ένσταση της Καθ'ής η Αίτηση- Ενάγουσας («η Καθ'ης η Αίτηση») η οποια και καταχώρησε Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως («η Ένσταση») Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τη σχετική νομοθεσία και νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (β) Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν ως είχαν καθήκον το δικαιολογημένο της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος καθ'ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν προκύπτει πουθενά και δεν τεκμηριώνεται με οποιοδήποτε τρόπο, η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και δεν υπάρχει οποιαδήποτε λογική εξήγηση και/ή ισχυρισμός που να αποδεικνύει ότι οι αιτούμενες προς διαγραφή παράγραφοι είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και/ή ότι προκαλούν σύγχυση και/ή ότι τείνουν να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα και/ή ότι θα καθυστερήσουν την διαδικασία και/ή ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής εναντίον τ«>ν Εναγομένων 2 - Αιτητών . (γ) Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποδείξουν γιατί το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. ^ (δ) Οι παράγραφοι της Εκθέσεως Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και/ή είναι αναγκαίοι για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη εικόνα του πλέγματος των γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. (ε) Οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν είναι ούτε ενοχλητικές ούτε σκανδαλώδεις και ούτε γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς και τη δημιουργία σύγχισης της. (στ) Οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή συνάδουν με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. (ζ) Οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν τείνουν είτε να προκαταβάλουν, είτε να περιπλέξουν είτε να καθυστερήσουν την όλη διαδικασία. (η) Οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν τείνουν είτε να περιπλέξουν ή να συσκοτίσουν τα επίδικα θέματα και ούτε γίνονται καταχρηστικά με σκοπό να ζημιωθεί ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής. (θ) Οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν φέρνουν σε δύσκολη θέση τον Εναγόμενο 2 - Αιτητή και ούτε επιρεάζουν καθ' οινδήποτε τρόπο το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. (ι) Οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή παρουσιάζουν ισχυρισμούς γεγονότων. (κ) Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στον κατατεμαχισμό της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει υπόψη του την ολότητα και/ή ολοκληρωμένη εικόνα των επίδικων θεμάτων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. (λ) Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, γιατί κατά την ακροαματική διαδικασία οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους που ζητείται η διαγραφή τους αναπόφευκτα θα εγερθούν. Επομένως επιβάλλεται να δικογραφηθούν. (μ) Η Έκθεση Απαίτησης εναντίον του Εναγομένου 2 και/ή οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή, αποκαλύπτουν καλή βάση αγωγής εναντίον του Εναγομένου 2 - Αιτητή. (ν) Η Έκθεση Απαίτησης εναντίον του Εναγομένου 2 και/ή οι παράγραφοι της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή, δεν αποτελούν είτε κατάχρηση δικαιοδοσίας είτε κατάχρηση διαδικασίας του Δικαστηρίου. (ξ) Η απαίτηση και/ή η βάση αγωγής της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 2 - Αιτητή δεν έχει παραγραφεί δυνάμει του Περί Παραγραφής Αγώγιμα ν Δικαιωμάτων Νόμο (Ν.66(Ι)/2012)και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου. (ο) Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση πέραν των αξιώσεων της για αποζημιώσεις απαιτεί την έκδοση διαταγμάτων εναντίον του Εναγομένου 2 -Αιτητή για ενέργειες εις τις οποίες οφείλει να προβεί. (π) Η παρούσα αίτηση του Εναγομένου 2 - Αιτητή έχει γίνει κακόπιστα με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. (ρ) Ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα να καταχωρήσειν την παρούσα αίτηση και ώς εκ τούτου αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Η Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θ. 4, 13 και 26, Δ.48 Θ. 1,2,3 και 4, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο (Ν.66(Ι)/2012), στον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο (Κεφ. 96), στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, των Αγγλικών Δικαστηρίων στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ενορκη Δήλωση της Καθ'ής η Αιτηση Μύριας Αρμεύτη. Η ομνύουσα απορρίπτει συλλήβδην τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Αίτηση και Ενορκη Δήλωση που την Συνοδεύει και υιοθετεί τους λόγους Ένστασης . Αναφέρει ότι πληροφορείται από τους Δικηγόρους της ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζει η νομοθεσία και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η αναγκαιότητα των οποίων δεν έχει τεκμηριωθεί και αποδειχθεί ως το καθήκον του Αιτητή. Εστιάζεται σε αναφορές ότι δεν παρέχεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οποιαδήποτε λογική εξήγηση και/ή ισχυρισμός που να αποδεικνύει ότι οι αιτούμενες προς διαγραφή παράγραφοι είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα ή ότι προκαλούν σύγχυση ή ότι τείνουν να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα ή ότι θα καθυστερήσουν την διαδικασία ή ότι δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή. Ισχυρίζεται επί τούτων των σημείων ότι οι παράγραφοι της Εκθέσεως Απαίτησης των οποίων ζητείται η διαγραφή: 1. αποκαλύπτουν καλή βάση αγωγής εναντίον του Αιτητή. Ως πληροφορείται από τους Δικηγόρους της η βάση αγωγής στηρίζεται τόσο σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος του Αιτητή, που βάση της Νομολογίας και του κοινοδικαίου δίδει το δικαίωμα στην Καθ'ής η Αίτηση να έχει απαίτηση για αποζημιώσεις εναντίον του, όσο και σε παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας του Αιτητή στην εκτέλεση των καθηκόντων του. 2. σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα και/ή είναι αναγκαίες για να παρουσιαστεί ολοκληρωμένη εικόνα του πλέγματος των γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. 3. δεν είναι ούτε ενοχλητικές ούτε σκανδαλώδεις και ούτε γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς και τη δημιουργία σύγχυσης της αλλά αντίθετα καταγράφεται με λεπτομέρεια και σαφήνεια στην Έκθεση Απαίτησης ποιες είναι οι πράξεις και οι παραλήψεις του Αιτητή. 4. συνάδουν με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων, παρουσιάζουν ισχυρισμούς γεγονότων και δεν τείνουν είτε να προκαταβάλουν, είτε να περιπλέξουν είτε να καθυστερήσουν την όλη διαδικασία. 5. δεν τείνουν είτε να περιπλέξουν ή να συσκοτίσουν τα επίδικα θέματα και ούτε γίνονται καταχρηστικά με σκοπό να ζημιωθεί ο Αιτητής. 6. δεν φέρνουν σε δύσκολη θέση τον Αιτητή και ούτε επηρεάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα της δίκαιης δίκης. 7. δεν αποτελούν είτε κατάχρηση δικαιοδοσίας είτε κατάχρηση διαδικασίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι αναπόφευκτα οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στις παραγράφους που ζητείται η διαγραφή τους θα εγερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία και επομένως επιβάλλεται όπως δικογραφηθούν. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Αιτητή περί παραγραφής η ομνύουσα αναφέρει ότι η βάση αγωγής της εναντίον Αιτητή δεν έχει παραγραφεί δυνάμει του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο (Ν.66(Ι)/2012)και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής, ο Νόμος αναφορικά με την παραγραφή των αγώγιμων δικαιωμάτων επέτρεπε την καταχώρηση αγωγών των οποίων η βάση αγωγής είχε συμπληρωθεί πριν τις ημερομηνίες που κατά τ' άλλα καθόριζε η συγκεκριμένη Νομοθεσία. Ο δεύτερος αφορά το συνεχές της παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Αιτητή, αφού ως εξηγεί, κάθε μέρα που περνάει και ο Αιτητής συνεχίζουν να παραβαίνει τις υποχρεώσεις, διαπράττει καινούργια αδικοπραξία εις βάρος της ιδίας. Το ίδιο ισχύει κατά την ομνύουσα και σε σχέση και την οχληρία και/ή η αμέλεια που επιδεικνύεται από την Εναγόμενη 1 η οποία είναι συνεχής και κάθε μέρα που περνάει και η Εναγόμενη 1 συνεχίζει να επιδεικνύει την ίδια συμπεριφορά και αμέλεια δίδει βάση για ύπαρξη ξεχωριστής απαίτησης της Καθ'ης η Αίτηση εναντίον της. Ανεξάρτητα των πιο πάνω ισχυρισμών της η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής έχει καθυστερήσει αδικαιολόγητα να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση και προς τούτο αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Εξηγεί περαιτέρω ότι ο Αιτητής όφειλε να καταχωρήσει την υπεράσπιση του μέχρι τις 5/12/2014 καθ' ότι καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 20/11/2014 και δεν το έπραξε. Αντιθέτως μετά την πάροδο επτά μηνών από την ημερομηνία εντός της οποίας όφειλε να καταχωρήσει την υπεράσπιση του , καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση. Ως εκ τούτου εκ της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του ο Αιτητής κωλύεται να επικαλείται καθυστέρηση και προβλήματα στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης για να εξαιτείται ως η αίτηση του. Η ομνύουσα στη κατακλείδα ισχυρίζεται εμμέσως πλην σαφώς ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ της απόρριψης του Αιτήματος αφού τυχόν έγκρισή του θα δημιούργησε ζημιά και ταλαιπωρία στην ίδια καθ'ότι θα κατατεμαχισεί την Έκθεση Απαίτησης με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να διεκδικήσει κάποιες από τις απαιτήσεις της στην αγωγή ενώ παράλληλα το Δικαστήριο δεν θα έχει υπόψη του την ολότητα των επίδικων θεμάτων που σχετίζονται με την υπόθεση. Αντιθέτως για τον Αιτητή η όποια ζημιά από την μη έκδοση του διατάγματος είναι αμελητέα και κανένα πρόβλημα στην ορθή και ταχεία εκδίκαση της αγωγής δεν θα προκληθεί. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις η ομνύουσα ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Νομική πτυχή και Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Τόσο η Δ.19 Θ.26 όσο και η Δ.27 Θ.3,αφορούν διαγραφή δικογράφου, εντούτοις η εμβέλεια τους είναι διαφορετική. Η Δ.19, Θ.26 δίνει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να αποφασίσει διαγραφή μέρους του Δικογράφου και προνοεί τα ακόλουθα: 'The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action'. Περαιτέρω η Δ.27. Θ.3 δίνει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να αποφασίσει διαγραφή ολόκληρου του Δικογράφου και προνοεί τα ακόλουθα: 'The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.' Η δυνάμει της Δ.27 Θ.3, εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να φτάσει μέχρι το σημείο έκδοσης απόφασης ή απόρριψης αγωγής. Από την άλλη έχει νομολογηθεί ότι η Δ.19 θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους του δικογράφου και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας ν. FederalBankofLebanon

(1998)1 Γ ΑΑΔ 1338, 1343). Επίσης έχει νομολογηθεί με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27. Θ.3. (βλ. Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ 1852) Η δραστική επέμβαση που οι δύο πιο πάνω αναφερόμενες δικονομικές διατάξεις επιτρέπουν επενεργεί ως εξαίρεση στον θεμελιακό κανόνα με την οποία το δικαστήριο απολαμβάνει διακριτική ευχέρεια να επιβάλλει στα μέρη τον τρόπο με τον οποίο θα πλαισιώσουν την υπόθεσή τους. Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο προσφέρεται η δυνατότητα στους διαδίκους να εκθέσουν την υπόθεσή τους. Η Δ.19, Θ.4 επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ' αντίθεση προς τη μαρτυρία. Κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση (βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1(Α) ΑΑ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) ΑΑΔ 164 και Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ., ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685). Η Δ.19, Θ.4 προνοεί τα ακόλουθα: 'Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, and shall, when necessary, be divided into paragraphs, numbered consecutively. Dates, sums, and numbers shall be expressed in figures and not in words. The pleadings shall be signed by the advocate, or by the party, if he sues or defends in person'. Στις έγγραφες προτάσεις δεν περιλαμβάνεται μαρτυρία (βλ. Havariyoun ν. Ρουσή
(2008)1Α ΑΑΔ 406, 410 και T. & E. Tofinis Estates Ltd ν. Παπαλεοντιου
(2009)1Β ΑΑΔ 1540, 1544). Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. Παγκύπριος Ετ. Αρτοποιών Λτδ, σελ. 689 ανωτέρω[1]). Όπως επεξηγείται στην Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης (πιο πάνω) η Δ.19 Θ. 26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Στην Χατζηκωνσταντή ν. Golden Coast Ltd κ.α (2012 1 Α.Α.Δ. 65),το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποία διαγραφόταν ισχυρισμός η εισαγωγή του οποίου στη διαδικασία θα είχε ως αποτέλεσμα την «παρέλκυση, σύγχυση και υπερφόρτωση της δίκης». Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι η συμπερίληψη στο δικόγραφο σχετικών ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ΄ ότι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο (βλ. Davy v. Garrett [1878] 7 Ch. D. 473 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη (ανωτέρω) Όμως δεν είναι κανόνας η διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού όταν με κάποιο τρόπο υπάρχει παράβαση των δικονομικών κανόνων σύνταξης. Αντιθέτως, η διαγραφή αποτελεί την σπάνια εξαίρεση. Στην Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16 με αναφορά σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία τονίζεται το δικαίωμα των διαδίκων να καθορίζουν ελεύθερα τα δικόγραφα τους και η αρχή ότι διαγραφή μπορεί να γίνει μόνο σε εμφανείς και ξεκάθαρες περιπτώσεις παράβασης των κανόνων σύνταξης δικογράφων (Carl - Zeiss - Stiftungv. Rayner&Another
(1969)3 AllER 697 και Fasiliv. SunBoat
(1984)1 CLR 679). Η ίδια αυστηρότητα παρατηρείται στη νομολογία και σε σχέση με την Δ.27 Θ. 3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει επισημανθεί ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. (βλ. Drummond - Jackson v. British Μ. Ass. & Others [1970] 1 All E.R. 1094, Ιn Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Η Δ.27 Θ.3 αφορά το κατά πόσον η βάση αγωγής ή υπεράσπισης που αποκαλύπτεται με τα δικόγραφα έχει βάση συζήτησης, ή στην περίπτωση που αυτή φαίνεται ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να διαγράψει την απαίτηση ή την υπεράσπιση. Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία Αγωγής ή Υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει, δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (βλ. Annual Practice 1953, σελ. 575 και Moore v. Lawson, 31 T.L.R 418, C.A). Ούτε επίσης είναι επιτρεπτή η εξέταση στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης σε βάθος της Απαίτησης ή της Υπεράσπισης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Βullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση) στη σελ. 144 σε τέτοια αίτηση το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση Αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται μια εύλογη βάση Αγωγής ή Υπεράσπισης. Πρόσθετα στην Κύπρο η θεραπεία αυτή θα πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Άρθρου 30 του Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα κάθε διαδίκου να προσφεύγει στο Δικαστήριο και να προβάλλει τις θέσεις του. Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές προχωρώ στην εξέταση της παρούσας αίτησης. Με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις που οι συνήγοροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο έχουν αναπτύξει τις θέσεις της νομολογίας για το υπό κρίση ζήτημα και υποστήριξαν με αναφορά στα επί μέρους ζητήματα της υποθέσης την επιχειρηματολογία τους. Δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψη των ισχυρισμών των ευπαίδευτων συνηγόρων. Οι γραπτές αγορεύσεις βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και έχουν μελετηθεί με προσοχή και αναφοράς στις εισηγήσεις των μερών θα γίνει όπου κρίνεται απαραίτητο. Η αίτηση του Αιτητή επικαλείται αμφότερες τις διατάξεις Δ.19 Θ.26 και Δ.27 Θ.3 ζητώντας όμως και στις δύο περιπτώσεις την διαγραφή όλων των παραγράφων που αφορούν τον Αιτητή, αποσκοπώντας στην ουσία σε απόρριψη της αγωγής σε ότι αφορά τον Αιτητή. Θα εξετάσω πρώτα εάν δικαιολογείται το αίτημα του Αιτητή με βάση την Δ.27 Θ.3. Το βασικό έρεισμα του Αιτητή είναι ότι δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον του. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησης της Καθ' ης η Αίτηση ότι, συνεπεία των ενεργειών και/ή πράξεων και/ή παραλείψεων του Αιτητή, κατέστη δυνατή η δημιουργία και καθίσταται δυνατή η συνέχιση της οχληρίας που φέρεται να διέπραξε η Εναγόμενη καθώς και οι ισχυρισμοί ότι η οχληρία συνίσταται εξαιτίας παραβίασης θεσμοθετημένου καθήκοντος εκ μέρους του Αιτητή το οποίο απορρέει από τον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο Κεφ.96 δεν αποκαλύπτουν καμία βάση αγωγής εναντίον του Αιτητή. Η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητλη είναι ότι πουθενά στον νόμο και στην νομολογία γίνεται αναφορά ότι η οχληρία μπορεί να προκληθεί από τις πράξεις και/ή παραλείψεις ενός προσώπου δημοσίου δικαίου σε σχέση με τα καθήκοντα του να κάνει κάτι ή όχι επισημαίνοντας ότι το αστικό αδίκημα της οχληρίας είναι αδίκημα το οποίο έχει άμεση σχέση με την χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας . Με βάση το άρθρου 46 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 το οποίο κωδικοποιεί την οχληρία, δεν είναι συστατικό στοιχείο του εν λόγο αδικήματος η εξασφάλιση άδειας οικοδομής και/ή πολεοδομικής άδειας και/ ή πιστοποιητικού τελικής εγκρίσεως για να συνίσταται οχληρία. Η ισχυρισμοί της Καθ'ης η Αίτηση όμως ως αναφέρονται στις παρααγράφους των οποίων ζητείται η διαγραφή δεν έχουν να κάνουν με διεκδίκηση αποζημιώσεων για οχληρία από πλευράς του Αιτητή αλλά με διεκδίκηση αποζημιώσεων συνεπεία παραβίασης Θεσμοθετημένου καθήκοντος εκ μέρους τον Αιτητή το οποίο απορρέει από τον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο Κεφ.96 συνεπώς οι όποιες θέσεις του Αιτητή σε σχέση με το αδίκημα της οχληρίας δεν είναι σχετικές. Σε σχέση με τα περι παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος οι ευπαιδευτοι συνήγοροι του Αιτητή επικαλούνται νομολογία για να θέσουν ευθέως ότι ο κανόνας είναι ότι όπου ο νόμος δεν προβλέπει αγώγιμο δικαίωμα και η παράβαση ποινικοποιείται, υπάρχει τεκμήριο, εκ πρώτης όψεως, ότι δεν παρέχεται αστική θεραπεία. Στον κανόνα αυτό υπάρχουν δύο εξαιρέσεις: (α) όπου η υποχρέωση επιβάλλεται προς όφελος συγκεκριμένης τάξης, πρόσωπο που ανήκει σ' αυτήν, έχει αγώγιμο δικαίωμα (β) όπου ο νόμος στοιχειοθετεί δημόσιο δικαίωμα, μέλος του δημοσίου έχει αγώγιμο δικαίωμα, αν υποστεί ιδιαίτερη ζημιά λόγω της παράβασης. Το όλο ζήτημα ανάγεται εν τέλει σε θέμα ερμηνείας της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας Η λογοτεχνία σε ότι αφορά την παραβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος έχει τις ρίζες της στον 19ο αιώνα. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Winfield and Jolowice on Tort (11th edition) by W.L.H. Rogers στη σελίδα 154 κάτω από τον τίτλο «Breach of Statutory duty» και τον υπότιτλο «Τhe existence of liability»: «Where a statutory duty is imposed upon a person or body of persons and that duty is broken, liability to the penalty under the statute is of course incurred. It has, however, for long been the rule in the case of some statutes, that an action in tort may be brought by anyone who is injured by their breach. Indeed, until the nineteenth century the view seems to have been taken that wherever a statutory duty is created, any person who can show that he has sustained harm from its non-performance can bring an action against the person on whom the duty is imposed. During the first half of the nineteenth century, however, a different view began to be taken, and in Atkinson v. Newcastle Waterworks Co. the Court of Appeal's doubts about the old rule were so strong as to amount to disapproval of it. With the vast increase in legislative activity of modern times, if the old rule were still law it might lead to unjust, not to say absurd, results in creating liabilities wider than the legislature can possibly have intended.» Η αγγλική νομολογία όπως διαμορφώθηκε στην υπόθεση Solomons v. R. Gertzenstein Ltd and Others
(1954)2 All E.R.625 υιοθετήθηκε στην υπόθεση Peristeronopighi Transport Co. Ltd. v. Toumazos Th. Toumazou
(1970)1 C.L.R.196 όπου αποφασίστηκε: «Viewing the statute in the circumstance in which it was made and to which its provisions relate, we think that the requirement to use a motor vehicle according to the conditions of its license, imposes not only a public duty but also a duty enforceable by an individual aggrieved. The statute can thus be more effectively enforced, which must have been the intention of the legislator in this connection." Κατά συνέπεια δεν αμφισβητείται το ατομικό δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη οποιουδήποτε προσώπου ζημιούται από παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος (breach of statutory duty), άλλου προσώπου ή Δημόσιας Αρχής. Χρήσιμη αναφορά γίνεται στο βιβλίο των κ.κ. Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, σελίδες 69- «Το θεσμοθετημένο καθήκον και η παράβαση του» τις οποίες επίσης παραθέτω: «Όπου νόμος ή κανονισμός δημιουργεί και επιβάλλει καθήκον ή υποχρέωση, γεννάται το ερώτημα κατά πόσον, πρόσωπο που υφίσταται ζημιά ή βλάβη από παράβαση αυτού του καθήκοντος, έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του παραβάτη για αποζημιώσεις. Όπως λέχθηκε στην Hussein and Another v. The Estate of the Deceased Chrysostomos Christodoulou, σε αγωγές με τέτοια βάση εγείρονται δύσκολα ερωτήματα αναφορικά με το κατά πόσο ο νομοθέτης είχε πρόθεση να δώσει στον ιδιώτη δικαίωμα αγωγής. Κρίθηκε εκεί πως υποχρέωση κάλυψης και περίφραξης φρέατος, δεν έδιδε τέτοιο δικαίωμα σε τεχνίτη που με σκοπό να ανεβεί και να επιδιορθώσει στέγη, πάτησε σε ανασφαλές κάλυμμα, έπεσε και σκοτώθηκε. Ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αγωγής όπου ο νόμος επιβάλλει δημόσιο καθήκον και προβλέπει ποινή για παράβαση του, εκτός αν το λεκτικό και ο σκοπός του Νόμου είναι τέτοιος που να δημιουργείται εξαίρεση στο γενικό κανόνα, όπως για παράδειγμα, όταν μια πρόνοια γίνεται για την προστασία συγκεκριμένης τάξης ανθρώπων. Στο εν λόγω σύγγραμμα γίνεται αναφορά σε νομολογία . Ενδεικτικά αναφέρω την υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Δημητρίου κ.α., (1997 1 Α.Α.Δ. 936) όπου κρίθηκε πως παράλειψη βεβαίωσης της ταυτότητας προσώπων των οποίων πιστοποιείται η υπογραφή, έδιδε αγώγιμο δικαίωμα στο ζημιωθέντα. Είναι γεγονός πως ο νόμος δεν δίδει δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις για κάθε περίπτωση που ένα πρόσωπο υφίσταται ζημιά σαν αποτέλεσμα παράβασης θέσμιου καθήκοντος από άλλο. Όταν ο νόμος επιβάλλει τέτοιο καθήκον σε ένα άτομο, η διακρίβωση κατά πόσο δημιουργείται δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις εξαρτάται από το κατά πόσο το νομοθέτημα είχε σκοπό να επιβάλει το καθήκον αυτό σαν δημόσιο καθήκον, οπότε το πρόσωπο που υπέστη τη ζημιά δεν έχει δικαίωμα αγωγής ή αν επιπρόσθετα προς το δημόσιο καθήκον υπήρχε πρόθεση να επιβάλει το καθήκον αυτό και προς όφελος του προσώπου που υπέστη τη ζημιά, οπότε δημιουργείται το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις. Σχετική είναι η υπόθεση Monk ν. Warbey
(1935)1 Κ.Β. 75 όπου κατ' έφεση αποφασίστηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις δεν υπάρχει μόνο όταν ο Ενάγων μπορεί να αποδείξει ότι ανήκει σε συγκεκριμένη τάξη προσώπων ή είναι πρόσωπο για το οποίο ο Νόμος θεσμοθετήθηκε. Νοουμένου ότι η υποχρέωση είναι τόσο μεγάλης σημασίας ώστε να οφείλεται σε ολόκληρο το κοινό το κριτήριο είναι το εξής: εκτός εάν πρόθεση του Νομοθέτη είναι όπως η μόνη θεραπεία σε περίπτωση παράβασης θεσμοθετημένου καθήκοντος είναι η ποινική οδός τότε εκεί πού παρατηρείται παράβαση θεσμοθετημένου καθήκοντος στοιχειοθετείται και αγώγιμο δικαίωμα. Κοντολογίς, σε περίπτωση που ο Νόμος επιβάλει καθήκον ή υποχρέωση σε κάποιο πρόσωπο (ή Νομικό οργανισμό ή Σώμα Δημοσίου Δικαίου) και δεν προνοεί ότι σε περίπτωση παράβασης του εν λόγω καθήκοντος υπάρχει ποινική τιμωρία (ή ποινικό αδίκημα), τότε στοιχειοθετείται αστικό αγώγιμο δικαίωμα. Από απλή ανάγνωση του Κεφαλαίου 96 είναι φανερό ότι ο Νόμος δίνει εξουσίες στην αρμόδια αρχή (στην προκειμένη περίπτωση αρμόδια αρχή είναι ο Αιτητής) για έκδοση αδειών ανέγερσης οικοδομών, τροποποίησης υφιστάμενων οικοδομών, επέμβασης σε επικίνδυνες οικοδομές και εκδόσεων πιστοποιητικών τελικής έγκρισης. Ανάμεσα στις εξουσίες που δίνονται στην αρμόδια αρχή είναι και η προώθηση ποινικών υποθέσεων εναντίον ατόμων που ενεργούν κατά παράβαση του Κεφ. 96. Σε περίπτωση δε που η αρμόδια αρχή αρνείται την χορήγησης οποιασδήποτε άδειας σε Αιτητή υπάρχει δικαίωμα στον Αιτητή στην σφαίρα του Διοικητικού Δικαίου για θεραπεία του ατόμου. Είναι ορθό κατά την κρίση μου προς απάντηση του ερωτήματος που τίθεται σε σχέση με την παράβαση του θεσμοθετημένου καθήκοντος το Δικαστήριο να θέσει τα ακόλουθα ερωτήματα: "(α) Η αγωγή έχει εγερθεί αναφορικά με το είδος της ζημιάς την οποία το συγκεκριμένο νομοθέτημα είχε πρόθεση να αποτρέψει; (β) Ανήκει ο ενάγων στην τάξη που το νομοθέτημα είχε πρόθεση να προστατεύσει; (γ) Είναι η ειδική θεραπεία που προβλέπεται από το νομοθέτημα αρκετή για την προστασία του ζημιωθέντος; Πιο συγκεκριμένα υπάρχει στο νομοθέτημα ειδική θεραπεία αρκετή για την προστασία του ζημιωθέντος από την αθέτηση του συγκεκριμένου θέσμιου καθήκοντος; Και αν ναι, η αθέτηση του καθήκοντος αυτού δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει ζημιώσει από την αθέτηση αυτή να διεκδικήσει αποζημιώσεις μέσω σχετικής αγωγής; " Πριν όμως καταλήξει το Δικαστήριο σε ότι αφορά τα κατά την κρίση μου καθοριστικά ερωτήματα πρέπει να ακούσει μαρτυρία για να εξακριβώσει πρωτίστως και υπεράνω όλων εάν υπήρξε ζημιά στο άτομο το οποίο την επικαλείται και μετέπειτα να ασχοληθεί με την κατ'ισχυρισμον παράβαση του θεσμοθετημένου καθήκοντος και την ερμηνεία του Νομοθετήματος. Είναι φανερό ότι τα ερωτήματα που τίθενται είναι πολύπλοκα. Δεν είναι κατά την κρίση μου το στάδιο αυτό το καταλληλότερο για να απαντηθούν. Περαιτέρω, συμφωνώ επί τούτου με την θέση της Καθ'ης η Αίτηση, ότι η διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης της εναντίον του Αιτητή θα είναι ριζοσπαστική ενέργεια η οποία θα πλήξει την Αιτήτρια κατά τρόπο που η μη διαγραφή δεν πρόκειται να πλήξει τον Αιτητή , ο οποίος εάν εν τέλει η αγωγή απορριφθεί εναντίον του θα δικαιούται στα έξοδα για την δικαστική ταλαιπωρία. Στην υπόθεση W & Η Trαdemarks (Jersey) Ltd ν. W and Η Τrade Marks (Jersey) Ltd
(1986)AC 368, τονίστηκε ότι : « The jurisdiction to strike out is to be used sparingly, because striking out deprives a party of its right to a trial.the result is, that striking out is limited to plain and obvious cases where there is no point in having a trial.» (τονισμός δικός μου) Στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως προκύπτει ότι δεν υπάρχει λόγος για την διεξαγωγή δίκης και φυσικά από την ανάλυση που έχει παρατεθεί ανωτέρω σαφώς και δεν προκύπτει ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά μια απλή και ξεκάθαρη περίπτωση. Συμπληρωματικά, ως προς την πρόθεση του νομοθέτη να αναφέρω ότι μετά την καταχώρηση της υπο εξέτασης αίτησης το Κεφ.96 δέκτηκε εκτεταμένη τροποποίηση με τον νόμο 19(Ι)/2016 ημερομηνίας 18/3/2016 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 18/5/2016. Αν και δεν παραγνωρίζεται ότι κατά την ημέρα καταχώρησης της αγωγής το συγκεκριμένο άρθρο δεν ήταν σε ισχύ ,από την στιγμή που το όλο ζήτημα ανάγεται σε θέμα ερμηνείας νομοθετικής πρόνοιας, δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου η προσθήκη του άρθρου 29 με το οποίο διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: 29.-
(1)Παράβαση υποχρέωσης που επιβάλλεται από τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, αποτελεί αστικό αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, έναντι οποιουδήποτε προσώπου μπορεί να υποστεί ζημιά από την παράβαση της υποχρέωσης αυτής.
(2)Παράβαση οποιασδήποτε υποχρέωσης δυνάμει του παρόντος Νόμου από οποιοδήποτε πρόσωπο, δημιουργεί, με την επιφύλαξη των νομικών αρχών που εφαρμόζονται σε αγωγές για αθέτηση θέσμιων καθηκόντων, αγώγιμο δικαίωμα προς όφελος του ζημιωθέντος προσώπου.
(3)Η δυνάμει του εδαφίου
(2)ευθύνη, δεν δύναται να περιοριστεί ή να αποκλειστεί με οποιοδήποτε συμβατικό όρο, με οποιαδήποτε ειδοποίηση ή με οποιαδήποτε άλλη πρόνοια. Κατά την κρίση μου κατέστη δυνατή η εισαγωγή του πιο πάνω άρθρου ακριβώς για την απάλειψη οποιασδήποτε αμφιβολίας σε σχέση με την πρόθεση του Νομοθέτη. Συνεπώς αυτή η εισαγωγή λειτουργεί επικουρικά στο σκεπτικό του Δικαστηρίου για απόρριψη του Αιτήματος δυνάμει της Δ.27 Θ.3. Σε σχέση με την επίκληση από μέρους του Αιτητή για την εφαρμογή του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/2012, παρατηρώ ότι δεν μπορεί να πετύχει αφού η έναρξη ισχύος του Νόμου καθορίστηκε ως η 1/1/16 με τον τροποποιητικό Νόμο 207(Ι)/2015 ενώ προηγουμένως το άρθρο 26 του βασικού νόμου τροποποιήθηκε από τους νόμους 41(Ι)2013, 190(Ι)/2014 παρατείνοντας τον χρόνο εφαρμογής της μεταβατικής διάταξης που εν τέλει καταργήθηκε. Συνεπώς κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ο Περι Παραγραφής των Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος δεν ήταν σε ισχύ και η θέση των Αιτητών επί τούτου απορρίπτεται. Ένα άλλο παρεμφερές ζήτημα που ο Αιτητής εγείρει είναι ότι δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, αναφορικά με ποιό ή ποιά Άρθρα του Κεφ. 96 υπάρχει παράβαση θέσμιου καθήκοντος εκ μέρους του Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Αιτητή παραπέμπουν το Δικαστήριο στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ 516, κάτω από τον τίτλο Actions based on Breach of Statutory Duty όπου αναφέρονται τα εξής: "Ιf α plaintίff's cause of action, depends οn α statute, he must plead all facts necessary to bring him within that statute (Seear v.Lawson
(1880)16 Ch. D.121; Read ν. Brown
(1889)22 Q.B.D. 128); accordingly, ίn every claim based upon α breach of any provision of . the act . or of any regulation or order made there under, all facts necessary to bring the case within the particular provision relied must be pleaded, and the breach must be alleged by reference to the particular provision in question which must be specifically referred to or identified'' (τονισμός δικός μου) Με την πιο πάνω αναφορά δεν δικαιώνεται οι θέση του Αιτητή. Το σύγγραμμα εξειδικεύει ότι σε περίπτωση αγωγής η οποία βασίζεται σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος όλα τα αναγκαία γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται και η παράβαση πρέπει να συγκεκριμενοποιείται με συγκεκριμένη αναφορά στο νόμο ή να προσδιορίζεται. Στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση του Αιτητή, αναγράφεται ξεκάθαρα από την ομνύουσα ποιά είναι κατά την Καθ' ής η Αίτηση τα θέσμια καθήκοντα δυνάμει του Κεφ. 96 τα οποία έχει παραβεί ο Αιτητής. Ως εκ τούτου, αυτά έχουν δεόντως προσδιοριστεί δεν υπάρχει υπόβαθρό για τον Αιτητή να ισχυρίζεται ότι προκαλείται σύγχυση από την μη συγκεκριμενοποίηση των άρθρων. Σε κάθε περίπτωση κατά την κρίση μου η παράλειψη συγκεκριμενοποίησης των άρθρων του Νόμου δεν συνιστά λόγο για να διαταχθεί η διαγραφή των εν λόγω παραγράφων. Στρέφομαι τώρα στα άλλα δύο αιτητικά της Αίτησης για διαγραφή των παραγράφων ένεκα σκανδαλώδους , ενοχλητικού και άσχετου περιεχομένου το οποίο θα προκαλέσει αμηχανία στον Αιτητή και θα προκαταλάβει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης αλλά και το αιτητικό που αφορά σε κατάχρηση της δικαιοδοσίας και διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the jurisdiction and process of the court). Στην επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή δεν αναλύεται ούτε επεξηγείται ποιες είναι ακριβώς οι αναφορές στις παραγράφους των οποίων ζητείται η διαγραφή οι οποίες θα προκαλέσουν αμηχανία στον Αιτητή και τείνουν να προκαταλάβουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως δεν διευκρινίζεται ποιοι ισχυρισμοί των παραγράφων των οποίων ζητείται διαγραφή περιέχουν σκανδαλώδες , ενοχλητικό και άσχετο περιεχόμενο. Ο Αιτητής όφειλε να εξειδικεύσει την θέση του με συγκεκριμένες αναφορές στο κείμενο του Δικογράφου. Η αποτυχία του να το κάνει αφήνει μετέωρο το Αιτητικό του το οποίο αναπόφευκτα οδηγείται σε απόρριψη. Περαιτέρω εξετάζοντας το αιτητικό για κατάχρηση της διαδικασίας, παρατηρώ ότι και σε αυτό το σημείο η αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών είναι λακωνική. Παραπέμπουν το Δικαστήριο σε αγγλική νομολογία και συγκεκριμένα στην υπόθεση O' Reilly v. Mackman
(1983)2 ΑC 237. Στην υπό αναφορά υπόθεση κρίθηκε από το Δικαστήριο η έγερση αγωγής εναντίον δημόσιας αρχής για παράβαση των δημόσιων δικαιωμάτων του Ενάγοντα, ο οποίος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάδικος στις φυλακές και στον οποίο με απόφαση της Διοίκησης των Φυλακών επιβλήθηκαν πειθαρχικά μέτρα. Στην εν λόγω υπόθεση εισήχθηκε η νομική έννοια του "Procedural Exclusivity" . O Lord Diplock ανέφερε στο κείμενο της απόφασης του: 'it would in my view as a general rule be contrary to public policy, and as such an abuse of the process of the court, to permit a person seeking to establish that a decision of a public authority infringed rights to which he was entitled to protection under public law to proceed by way of an ordinary action and by this means to evade the provisions of Order 53 for the protection of such authorities" . Δεν αντιλαμβάνομαι ποια είναι η σύνδεση των γεγονότων της υπόθεσης O' Reilly v. Mackman (πιο πάνω) με την παρούσα . Στην υπόθεση O' Reilly αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα η νομιμότητα και η εγκυρότητα μιας απόφασης της Διοίκησης με αγωγή, θέμα που άνηκε και ανήκει αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία της σφαίρας του Δημοσίου Δικαίου. Ομοίως και περαιτέρω, παρατηρώ ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην Αίτηση των Αιτητών, πέραν της γενικής αναφοράς περί κατάχρησης δικαιοδοσίας και/ή διαδικασίας, που να στοιχειοθετεί ή να επιβεβαιώνει ή να δίδει βαρύτητα στον ισχυρισμό των Αιτητών περί ύπαρξης κατάχρησης. Η μόνη «αιχμή» που αφήνεται για το θέμα κατάχρησης της διαδικασίας είναι η αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί την αγωγή. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών εισηγούνται ότι αρμοδιότητα έχει για εκδίκαση της παρούσας στα πλαίσια της αναθεωρητικής του Δικαιοδοσίας το Ανώτατο Δικαστήριο. Διαφωνώ με αυτή την εισήγηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του εξουσίας η οποία έχει ανατεθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για να εκδικάσει την παρούσα διαφορά αφού δεν προσβάλλεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η νομιμότητα ή η εγκυρότητα συγκεκριμένης απόφασης των Αιτητών ως μέρος της Διοίκησης. Για τους λόγους που έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι η Αίτηση υπόκειται σε απόρριψη. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ'ης η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής [1] με αναφορά στην Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν.Davies [1938] 1 Κ.Β. 196, 207 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.