Χ.Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ) ΛΤΔ ν. CONSOT DEVELOPERS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 2456/2016, 14/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A77 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2456/2016 Μεταξύ: Χ.Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (ΑΛΟΥΜΙΝΙΑ) ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Εναγόντων Και CONSOT DEVELOPERS LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγομένης --------------------- Ημερομηνία: 14/2/2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χρ. Ιωάννου Κίτσιος Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτηση που αναγράφεται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Νομική βάση της αίτησης αποτέλεσε η Δ.18 θ.θ.1-4 και 9 και η Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 7 και
- Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χριστάκη Παναγιώτου, ο οποίος κάνει αναφορά στην ιδιότητα του ως μοναδικού διευθυντή των εναγόντων, στη σύσταση των εναγόντων, στην πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ακολούθως αναφέρει ότι υιοθετεί την έκθεση απαίτησης και κάνει αναφορά στις εργασίες που διεξάγει η ενάγουσα εταιρεία. Η εναγόμενη εταιρεία αναφέρει ότι ήταν πελάτες των εναγόντων και ασχολείτο με την ανάπτυξη γης. Κατά το έτος 2009 μέχρι 2003 οι ενάγοντες μετά από παραγγελία και συμφωνίες των εναγομένων, προέβησαν σε αρκετές εργασίες όπως είναι η τοποθέτηση αλουμινίων και γυαλιών, εκτελώντας ταυτόχρονα και παρεμφερείς εργασίες για λογαριασμό των εναγομένων. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών αναφέρει λεπτομερώς τις χρεώσεις και πληρωμές που έγιναν στα πλαίσια της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων και παραμένει οφειλόμενο ποσό κατά την 02/01/2015 το ποσό των €58.
- Η τελευταία εργασία διεκπεραιώθηκε το 2013 και όταν το 2014 ελέγχθηκε ο λογαριασμός της ενάγουσας με την εναγόμενη, παρουσίαζε το πιο πάνω υπόλοιπο ποσό και παρά τις προσπάθειες της ενάγουσας να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά, η εναγόμενη παρέλειψε να ανταποκριθεί. Εν τούτοις έγινε συνεννόηση και διευθετήθηκε σχετική συνάντηση για να διευθετηθεί το πιο πάνω ποσό, η οποία έγινε στις 02/01/2015 με τα πρόσωπα τα οποία περιγράφει στην ένορκη του δήλωση, όπου οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν το ύψος του οφειλόμενου ποσού και ζήτησαν και συμφωνήθηκε να υπογραφτεί αρχικά ένα τιμολόγιο/γραπτή αναγνώριση χρέους για το ποσό των €45.000, το οποίο θα εξοφλείτο εντός ενός μηνός και αμέσως μετά την εξόφληση του τιμολογίου ημερ. 02/01/2015 θα υπέγραφαν άλλο τιμολόγιο για το υπόλοιπο ποσό των €13.
- Συγκεκριμένα στις 02/01/2015 υπογράφτηκε το σχετικό τιμολόγιο με αριθμό 0886 και/ή γραπτή συμφωνία αναγνώρισης χρέους για το ποσό των €45.000 με την υπόσχεση ότι θα εξοφλείτο εντός ενός μηνός και επισύναψε προς αυτόν τον σκοπό ως Τεκμήριο Β το σχετικό μπλοκ τιμολογίων όπου φαίνεται η υπογραφή του εν λόγω εγγράφου και το πρωτότυπο τιμολόγιο μετά την υπογραφή δόθηκε στους εναγόμενους. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών αναφέρθηκε στα στοιχεία διευθυντή και γραμματέα των εναγομένων, επισυνάπτοντας σχετικό τεκμήριο καθώς επίσης επισύναψε σχετική επιστολή με την οποία οι ενάγοντες καλούσαν τους εναγόμενους να καταβάλουν το ποσό των €45.000, κάνοντας αναφορά επίσης ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν το ποσό των €13.786, επισυνάπτοντας ταυτόχρονα ως τεκμήρια άλλη μίαν επιστολή που καλούσαν οι ενάγοντες τους εναγόμενους να καταβάλουν το αξιούμενο ποσό μαζί με το τιμολόγιο 0994 το οποίο αφορά το ποσό των €13.786 το οποίο δεν φέρει υπογραφή από τους εναγόμενους. Εν κατακλείδι αναφέρει ότι το οφειλόμενο ποσό λόγω εξαίρεσης δεν έχει χρεωθεί με ΦΠΑ και οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το οφειλόμενο ποσό το οποίο έχουν χαρακτηρίσει ότι αφορά ξεκαθαρισμένη, σαφή και αληθινή απαίτηση που προέρχεται από εκτελεσθείσες εργασίες και δυνάμει τιμολογίων, εκφράζοντας την άποψη ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν κάποια υπεράσπιση και καταχώρησαν το σημείωμα εμφάνισης για να καθυστερήσουν την έκδοση απόφασης. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με νομικό υπόβαθρο τη Δ.18 θ.θ.1-4 και 9, τη Δ.48 θ.θ.1-4, 7-9, τη Νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 4 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα αναφέρουν ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση, ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης διότι δεν επισυνάπτονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία, ότι η υπόθεση δεν είναι κατάλληλη για την έκδοση συνοπτικής απόφασης λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης να λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον της εναγόμενης και ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως παραχωρηθεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Σωτήρη Ιωάννου. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι ο διευθυντής της εναγόμενης εταιρείας, ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών των αιτητών, εκτός όπου εκεί προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι η εναγόμενη εταιρεία σε καμία περίπτωση δεν οφείλει στους ενάγοντες το αξιούμενο ποσό, αλλά ότι οφείλει κάποιο ποσό το οποίο σίγουρα είναι χαμηλότερο, το οποίο δεν μπορεί να προσδιορίσει, διότι οι ενάγοντες δεν εξέδωσαν και ούτε παρέδωσαν αναλυτική περιγραφή και την αξία όλων των εκτελεσθείσων εργασιών, έτσι ώστε να είναι σε θέση η εναγόμενη να ελέγξει την ορθότητα τους, να τις αντιπαραβάλει και να αφαιρέσει από την αξία τους το συνολικό ποσό το οποίο έχει ήδη καταβληθεί στην ενάγουσα, όπως γίνεται παραδεκτό και από τους αιτητές. Επιπρόσθετα αρνείται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η εναγόμενη εταιρεία αποδέχτηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού και ως προς το τιμολόγιο με αρ. 0886, παραδέχεται ότι αυτό υπογράφτηκε από την εναγόμενη εταιρεία, αλλά το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί γραπτή αναγνώριση χρέους. Παραδέχεται την ύπαρξη της συγκεκριμένης αλληλογραφίας αλλά αρνείται το περιεχόμενο των επιστολών και ως προς το τιμολόγιο 0994 αναφέρει ότι αυτό δεν υπογράφτηκε εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί γραπτή αναγνώριση χρέους. Εν κατακλείδι ο ενόρκως δηλών υιοθετεί τους λόγους ένστασης του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, πρέπει όμως, να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Στην Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 791 - 792: «Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές."» Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ.18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας υπόψη τα όσα εγείρονται μέσα από την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα καθώς επίσης τα όσα προέβαλαν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι μέσα από τις αγορεύσεις τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Συγκεκριμένα το Δικαστήριο έχει εντοπίσει το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο, ότι έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων, ότι οι ενάγοντες προβαίνουν σε ρητή επαλήθευση του αξιούμενου ποσού όχι μόνο με βάση την παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, αλλά προβαίνει και σε λεπτομερή αναφορά ως προς το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων. Επίσης στην παράγραφο 22 γίνεται αναφορά ότι οι εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση έχουν και το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους των εναγόντων είναι το πρόσωπο το οποίο μπορούσε να ορκιστεί στην υπό εξέταση αίτηση αφού είναι και ο μοναδικός διευθυντής των εναγόντων. Το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν προβάλει καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση που να πληροί τα νομολογιακά κριτήρια ως αυτά έχουν εκτεθεί ανωτέρω και που να τους δίνει το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση. Πιο συγκεκριμένα από το συνολικό ποσό των €58.786 οι εναγόμενοι παραδέχονται ήδη την υπογραφή του τιμολογίου με αρ. 0886 για το ποσό των €45.000 και συνακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτή η εισήγηση των εναγομένων ότι το εν λόγω τιμολόγιο δεν είναι αναγνώριση χρέους διότι δεν έχει προβληθεί κατά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αμφισβήτηση και αυτός είναι ο λόγος που αυτό έχει υπογραφεί. Ναι μεν το τιμολόγιο με αρ. 0994 για το εναπομείναν ποσό των €13.786 δεν έχει υπογραφτεί από την εναγόμενη, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει από τη μία τη σαφή και εξειδικευμένη και διαφωτιστική εκδοχή των εναγόντων ότι έχει γίνει διευθέτηση στις 02/01/2015, ημερομηνία κατά την οποία η εναγόμενη αναγνώρισε το αξιούμενο χρέος, υπέγραψε το τιμολόγιο με αρ. 0886 και ότι θα κατέβαλλε το ποσό των €45.000 που αντιστοιχεί στο εν λόγω τιμολόγιο και με την εξόφληση του εν λόγω τιμολογίου θα υπόγραφαν το τιμολόγιο με αρ. 0994 για το εναπομείναν ποσό των €13.786, αλλά από την άλλη το Δικαστήριο έχει τη γενική, ασαφή και αόριστη αναφορά των εναγομένων ότι οφείλουν μεν κάποιο ποσό, το οποίο όμως δεν μπορούν να προσδιορίσουν, ελλείψει των σχετικών δικαιολογητικών και αναλυτικής περιγραφής των εκτελεσθείσων εργασιών. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η πιο πάνω εκδοχή των εναγομένων δεν μπορεί να υπερακοντίσει τη συγκεκριμένη, ξεκάθαρη και διαφωτιστική εκδοχή των εναγόντων διότι ήδη έχει γίνει συνάντηση για διευθέτηση των εκκρεμοτήτων των διαδίκων και αφού αποκρυσταλλώθηκε το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό έχει γίνει διευθέτηση που ανέφεραν οι ενάγοντες δηλαδή η υπογραφή του τιμολογίου αρ. 0886 και εφόσον πληρωνόταν αυτό ως πιο πάνω αναφέρθηκε θα υπογραφόταν και το άλλο τιμολόγιο για το εναπομείναν ποσό και συνακόλουθα δεν τίθεται πλέον ζήτημα ύπαρξης οποιωνδήποτε δικαιολογητικών ή αναλυτικής κατάστασης καθότι το αξιούμενο ποσό έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί, ήδη με την υπογραφή του πρώτου τιμολογίου για το ποσό των €45.000 γεγονός το οποίο παραδέχονται οι εναγόμενοι και το μόνο που απέμεινε είναι η υπογραφή του δεύτερου τιμολογίου όταν θα εξοφλείτο το πρώτο. Τέλος το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να εξάξει οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα από την αναφορά των εναγομένων ότι οι εναγόμενοι οφείλουν μικρότερο ποσό, λόγω ακριβώς της γενικότητας, της ασάφειας και της αοριστίας που τη διακατέχει. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση οι σχετικοί λόγοι ένστασης δεν γίνονται αποδεκτοί από το Δικαστήριο διότι κρίνεται ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καλή υπεράσπιση, ότι η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει πληροί όλες τις προϋποθέσεις με βάση το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο και ως προς το εγερθέν ζήτημα της καθυστέρησης στην έγερση της παρούσας αγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε υπέρμετρη καθυστέρηση έχοντας υπόψη από τη μία τον χρόνο όπου έγιναν οι εργασίες, τον χρόνο όπου έγινε η συνάντηση και διευθέτηση μεταξύ των διαδίκων και του χρόνου καταχώρησης της αγωγής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και συνακόλουθα εκδίδεται Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €58.786 πλέον νόμιμους τόκους πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Συνοπτική Απόφαση [1] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.3. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο