← Κύπρος

SERGII GRYNEVYCH ν. GANNA MAKOVETSKA - GRYNEVYCH, Αρ. Αγωγής: 1117/16, 8/2/2017

SERGII GRYNEVYCH ν. GANNA MAKOVETSKA - GRYNEVYCH, Αρ. Αγωγής: 1117/16, 8/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1117/16 Μεταξύ: SERGII GRYNEVYCH, από Ουκρανία Ενάγοντα και GANNA MAKOVETSKA - GRYNEVYCH, από Ουκρανία και τώρα κάτοικο Λεμεσού Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 19.4.2016 και διάταγμα ημερ. 21.4.2016 Ημερομηνία: 8.2.2016 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα-αιτητή: κ. Roman Zeiko για Π. Ονουφρίου ΔΕΠΕ Για εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Λιασίδου για Α.Γ. Παφίτης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση ημερ. 19.4.2016 (ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής) ο ενάγοντας-αιτητής εξασφάλισε στις 21.4.2016 διάταγμα με το οποίο η εναγόμενη-θυγατέρα του εμποδίζεται να μεταβιβάσει και/ή υποθηκεύσει και/ή επιβαρύνει και/ή εκχωρήσει και/ή άλλως πως διαθέσει την κατοικία με αρ. Α3 επί των τεμαχίων 278 και 301 (τώρα 320) Φύλλο/Σχέδιο 2-214-342, Block 5, αριθμός εγγραφής 0-12337 & 0-12360 (τώρα 13143) στον Άγιο Τύχωνα εις Λεμεσό μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ο ενάγων-αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση του ισχυρίζεται ότι αγόρασε την κατοικία για επενδυτικούς σκοπούς ήτοι την μεταπώληση της και εξασφάλιση κέρδους. Λόγω του ότι κατά το χρόνο που αγοράστηκε η επίδικη κατοικία είχε ήδη αγοράσει άλλη, ενημερώθηκε από τους πωλητές (Cybarco Ltd) ότι δεν θα ήταν δυνατό να εξασφαλίσει άδεια μεταβίβασης των δύο κατοικιών επ' ονόματι του και έτσι πρότεινε στην εναγόμενη θυγατέρα του το αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1 στην αίτηση) να καταρτιστεί επ' ονόματι της και αυτή με την εγγραφή του κτήματος επ' ονόματι της να κατέχει τούτο για λογαριασμό του και ως εμπιστευματοδόχος του. Το τίμημα πώλησης ανέλαβε να καταβάλει ο ενάγοντας, πράγμα το οποίο έπραξε. Περαιτέρω, σύμφωνα πάντα με την ένορκη δήλωση του αιτητή η εναγόμενη παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο προς τον αιτητή και την τότε σύζυγο του Marina Grynevych (Τεκμήριο 4) παραχωρώντας ουσιαστικά ολοκληρωτικό έλεγχο επί του ακινήτου προς αυτούς, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος πώλησης, πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο ο αιτητής άφησε στην κατοχή της εναγομένης. Ο αιτητής μετά από προσπάθειες του όπως επαναλαμβάνω, ο ίδιος διατείνεται στην ένορκη δήλωση του, βρήκε ενδιαφερόμενο αγοραστή του ακινήτου και ενημέρωσε προς τούτο την εναγομένη να ετοιμάσει τα αναγκαία έγγραφα τα οποία αυτός θα υπέγραφε για την πώληση της κατοικίας δυνάμει του παραχωρηθέντος προς αυτόν ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 4). Προς υλοποίηση της πώλησης της κατοικίας ο αιτητής ήλθε στην Κύπρο από την Ουκρανία στις 13.4.2016, όπου με έκπληξη του ανακάλυψε σχέδιο εξαπάτησης του από την εναγομένη σε σχέση με άλλη ακίνητη περιουσία του (Τεκμήριο 2) η δε εναγομένη τον πληροφόρησε στις 14.4.2016 ότι ακύρωσε το πληρεξούσιο και ότι προβαίνει η ίδια στην πώληση του ακινήτου του για λογαριασμό της, το δε προϊόν της πώλησης θα ανήκει σε αυτή και δεν επροτίθετο να το αποδώσει στον ενάγοντα αιτητή. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος του διατάγματος στην οποία επισυνάπτεται ένορκη δήλωση της Μαίρης Τερψοπούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί, στην οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι 8 λόγοι ένστασης: «1. Η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση έχει συνταχθεί σε γλώσσα η οποία δεν είναι κατανοητή από τον ενόρκως δηλούντα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. 2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αφού ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή καλή συζητήσιμη υπόθεση και/ή ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα. 3. Δεν καταδείχθηκε από τον Αιτητή πραγματικός ή επικείμενος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση και/ή την αποξένωση του επίδικου ακινήτου. 4. Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή παραβίασε και/ή απέτυχε να συμμορφωθεί με το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. 5. Η αίτηση είναι ελλιπής και ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή παράτυπη και αντικανονική και/ή ισούται με κατάχρηση ή κακή πίστη και/ή η αίτηση καταχωρήθηκε εκδικητικά και/ή καταχρηστικά. 6. Ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι το ζήτημα είναι κατεπείγον και ως εκ τούτου το δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδώσει τα διατάγματα χωρίς ειδοποίηση. 7. Η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή γενική και αόριστη και/ή τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δεν αποτελούν επαρκές και ικανοποιητικό νομικό και πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος που ήταν επιφορτισμένος προς απόδειξη των ισχυρισμών του και/ή η Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση περιέχει άσχετους και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς. 8. Η παρούσα Αίτηση του Αιτητή έχει επηρεάσει και συνεχίζει να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση.» Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 4 του Κεφ.6 που προβλέπει τα εξής: «4

(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης». Στην απόφαση ΑΒΡ Ηoldings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 γίνεται ανάλυση του άρθρου 4 του Κεφ.
  1. Ως αναφέρεται στη σελ. 699 όπου επιβεβαιούται η υπόθεση Cyprus Palesting Plantations Company Limited v. Olivier & Company (Cyprus) Limited 16 C.L.R. 122, το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής και στη σελ. 701 αναφέρεται ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου η περιουσία της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα συνιστά αντικείμενο της Αγωγής. Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία είναι δυνατό να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Είναι φανερό από το λεκτικό του άρθρου 4 του Κεφ.6 ότι για να εκδοθεί ένα διάταγμα δυνάμει του πιο πάνω άρθρου θα πρέπει η επηρεαζόμενη περιουσία να αποτελεί «αντικείμενο της αγωγής». Το αντικείμενο της αγωγής είναι η διαφύλαξη του ιδιοκτησιακού συμφέροντος του Ενάγοντα επί του ακινήτου ήτοι την κατοικία με αριθμό Α3 επί τεμαχίου 278 & 301 και τώρα 320, Φύλλο/Σχέδιο 2-214-342, block 5, αρ. εγγραφής 0/12337 & 0/12360 και τώρα 13143 στον Άγιο Τύχωνα, Λεμεσός, που περιγράφεται εκεί και που αποτελεί την επηρεαζόμενη περιουσία. Το διάταγμα προσβλέπει στην απαγόρευση τελέσεως πράξεων που θα επηρέαζαν την διαφύλαξη του συμφέροντος επί της επηρεαζόμενης περιουσίας. Παρά το γεγονός ότι η ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 4 του Κεφ.6 είναι αρκετή για τους σκοπούς της παρούσης, επειδή η αίτηση στηρίζεται επίσης και στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 θα εξετασθούν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν) ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριο κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον καίτοι δεν αξιούται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία.» Το άρθρο 32 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων. (Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R.557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Έχει νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα, στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα/αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την 3η προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Μία περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ' αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ.788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1977)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ.149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235: «Οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, ..Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση επίσης T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ.1802, αναφέρθηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.» Περαιτέρω στην Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Νicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ.1653: «Το δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. ... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας.» Προσπαθώντας να αναγάγω τα γεγονότα όπως αποκαλύπτονται από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, στις προϋποθέσεις του νόμου για την διατήρηση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και/ή την διαγραφή του, θα πρέπει να πω ότι ο αιτητής έχει καταδείξει ότι συντρέχουν και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 (ανωτέρω), για να δεσμευθεί ακίνητη περιουσία, αντικείμενο της αγωγής. Έχει καταδείξει ένα σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με την έννοια μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα την ύπαρξη πιθανότητας αυτός να δικαιούται σε θεραπεία και ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ακόμα στο ισοζύγιο της ευχέρειας, δηλαδή σε ποιο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη από τη μη διατήρηση της ισχύος του διατάγματος, θεωρώ ότι αυτός είναι ο ενάγων- αιτητής, το δε ισοζύγιο της ευχέρειας λειτουργεί τελικά προς όφελος του αιτητή και της διατήρησης της ισχύος του διατάγματος αφού το όφελος που θα προσποριστεί η καθ' ης η αίτηση από την ακύρωση του είναι δυσανάλογο προς τη ζημιά που θα υποστεί ο ενάγων-αιτητής από μια τέτοια ακύρωση. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται ο σκοπός της έκδοσης ενός συντηρητικού διατάγματος που εκδίδεται βάσει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που είναι κυρίως η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης (status quo) της επίδικης περιουσίας, εκκρεμούσης της ακρόασης και της εκδίκασης της αγωγής. (βλ. Χριστοφή Κούνουνας v. C. & A Simonos Ltd, (Πολιτική έφεση 11077, 13.9.02) και Michael v. Brevinos Limited
(1969)1 C.L.R. 578). Όσον αφορά το ότι ο αιτητής δεν απέδειξε το κατ' επείγον που να δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος με μονομερή αίτηση (έκτος λόγος ένστασης), θεωρώ επίσης ότι δεν ευσταθεί. Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 προνοεί τα κατωτέρω: «9
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Το άρθρο 9
(1)του Κεφαλαίου 6 όντως έχει εφαρμογή σε περίπτωση εξαιρετικών και μόνο προκειμένου περί επείγοντος ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος με μονομερή (ex parte) αίτηση (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ, Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου, Πολ. Έφες. 9610, 31.3.1998). Στη Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Δ.Δ.1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex parte, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Ο ενάγων πληροφορήθηκε για την διενέργεια πράξεων εις βάρος του όσον αφορά το επίδικο ακίνητο στις 14.4.2016 καθώς και την άμεση πρόθεση της εναγόμενης να πωλήσει το ακίνητο και κατακρατήσει το αντίτιμο πώλησης για ίδιο λογαριασμό και προσέφυγε στην αρωγή του Δικαστηρίου άμεσα χωρίς οιανδήποτε καθυστέρηση στις 19.4.2016 καθότι ο κίνδυνος μεταβίβασης δυνάμει πωλήσεως εις καλόπιστο τρίτο ήτο άμεσος, λογιζόμενος και την ακύρωση/ανάκληση του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου που στην απουσία του έχανε έτσι κάθε δυνατότητα εξάσκησης ελέγχου επί του ακινήτου. Εκ των ανωτέρω διαφαίνονται ότι οι προϋποθέσεις του κατεπείγοντος και/ή ιδιάζουσων περιστάσεων ενυπάρχουν και δικαιολογούν την άσκηση δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο αφού στοιχειοθετείται ο άμεσος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή της επίδικης κατοικίας. Τα αυτά ισχύουν και όσον αφορά τον λόγο ένστασης 4, ότι ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τα γεγονότα που δήθεν δεν αποκάλυψε ο αιτητής και αναγράφονται στις παραγράφους 55 και 56 της ένορκης δήλωσης της Μαίρης Τερψοπούλου, αποτελούν γεγονότα τα οποία θα εξεταστούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας στα οποία δεν υπεισέρχεται στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο. Προβάλλονται αντιφατικοί ισχυρισμοί, η αξιολόγηση των οποίων θα γίνει κατά την ακρόαση της αγωγής. Αυτό που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και αν γεγονότα τα οποία αν αποκαλύπτονταν θα επιδρούσαν με οποιοδήποτε τρόπο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση τα εν λόγω γεγονότα που αφορούν την ουσία της αγωγής δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να αξιολογηθούν και η αποκάλυψη τους δεν θα μπορούσε να διαφοροποιήσει τον τρόπο που η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε. (Βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ.248, Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ.583, Ανδρέας Εργατίδης ν. G. Giorgalettos Enterprises Ltd κ.ά.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 734). Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων αναληθώς και παραπλανητικά επεξηγεί το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του ισχυριζόμενη ότι το πληρεξούσιο δεν εμπεριέχει όρους οι οποίοι να αναφέρουν ότι η Καθ' ης η αίτηση θα ενεργεί για λογαριασμό του αιτητή. Εκείνο που λέει ο αιτητής και που αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του πληρεξουσίου είναι ότι εξαιτίας της σχέσης κατεμπιστευματοδόχου της Καθ' ης Αίτηση προς τον αιτητή όλες οι εξουσίες εν σχέση με όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου ανήκουν και παρέχονται μέσω του πληρεξουσίου στον αιτητή. Ο αιτητής προσέφυγε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια εκθέτοντας όλα τα σχετικά και πραγματικά γεγονότα τα οποία όφειλε δυνάμει της αρχής Uberrimae fidei να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, χωρίς να αποκρύψει οιαδήποτε γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 1, ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση έχει συνταχθεί σε γλώσσα η οποία δεν είναι κατανοητή από τον ενόρκως δηλούντα και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη θα πρέπει να λεχθεί ότι η ένορκη δήλωση που είναι στα ελληνικά συνοδεύεται από άλλη ένορκη δήλωση μετάφρασης την οποία υπογράφει η Lyubov Degtyaryova που ορκίζεται ότι μετέφρασε την ένορκη δήλωση από τα ελληνικά στα ρωσικά για τον ενάγοντα-αιτητή πριν αυτός θέσει την υπογραφή του ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Στην αίτηση SAAB ABBAS NAZAR
(2003)1 A.A.Δ.772, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ενόρκως δηλών που δεν γνωρίζει την ελληνική, μπορεί να υπογράψει ένορκη δήλωση στα ελληνικά, νοουμένου ότι τόσο η ίδια η ένορκη δήλωση όσο και ο όρκος έχουν προηγουμένως μεταφραστεί σ' αυτόν από μεταφραστή, ο οποίος επίσης ορκίζεται ως προς τη μετάφραση.» (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 314). Το διάταγμα οριστικοποιείται και καθίσταται απόλυτο. Τα έξοδα θα είναι εις βάρος της καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.