Ανδρέα Αντωνιάδη, ασκούντος το επάγγελμα του ιατρού σε ιδιωτικό ιατρείο, με την εμπορική επωνυμία και/ή φίρμα και/ή στυλ «Κλινικό & Εργαστηριακό Κέντρο Καρδιολογίας Ανδρέα Αντωνιάδη» ν. Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας κ.α., Αρ. Αγωγής 1384/2015, 21/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A81 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1384/2015 ΜΕΤΑΞΥ: Ανδρέα Αντωνιάδη, ασκούντος το επάγγελμα του ιατρού σε ιδιωτικό ιατρείο, με την εμπορική επωνυμία και/ή φίρμα και/ή στυλ «Κλινικό & Εργαστηριακό Κέντρο Καρδιολογίας Ανδρέα Αντωνιάδη», από τη Λεμεσό. Ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση -και- Ιδρύματος Προώθησης Έρευνας δια των (α) κ. Γεώργιου Γεωργίου, εκ Λευκωσίας, ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού και (β) Πάμπου Χαραλάμπους, εκ Λευκωσίας, ως Γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού Εναγόμενου/ Αιτητή Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα/Καθ΄ου η Αίτηση: Η κα Μιχαήλ για Π.Ν. Ονουφρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/Αιτητή: κα Δ. Γεωργιάδου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης και/ή αναστολή της ίδιας της αγωγής) Η αγωγή του ενάγοντος [καταχωρήθηκε σε γενικά οπισθoγραφημένο κλητήτριο ένταλμα (O.2 r.1)], εδράζεται σε δύο διαφορετικές και διακριτές μεταξύ τους βάσεις. Η πρώτη αφορά αξιώσεις για ισχυριζόμενο λίβελο, δυσφήμιση, επιζήμια ψευδολογία και σε διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών και η δεύτερη σε ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης. Το εναγόμενο Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας (στη συνέχεια «το ΙΠΕ»), το οποίο καταχώρησε Εμφάνιση υπό αίρεση (Ο.16 r.9), με την παρούσα αίτηση του για διάφορους λόγους, όπως αυτοί θα αναλυθούν στη συνέχεια, αιτείται την έκδοση διαταγμάτων για παραμερισμό ή/και τη διαγραφή της Έκθεσης Απαίτησης ή/και την αναστολή της Αγωγής στην έκταση που αφορούν τις αξιώσεις της παρ. 34 του αιτητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως υπό τα αιτητικά Α και Β, οι οποίες σχετίζονται με τη βάση αγωγής του λιβέλου και ξεχωριστά τους λόγους για τους οποίους το ΙΠΕ ζητά αντίστοιχες θεραπείες και σε σχέση με τις αξιώσεις υπό τα αιτητικά Γ - Λ της παρ. 34 του αιτητικού της Έκθεσης Απαιτήσεως, οι οποίες αφορούν τη βάση της αγωγής σε κατ΄ ισχυρισμό παράβαση της σύμβασης. Στην προσπάθεια μου να γίνει κατανοητή στον αναγνώστη η απόφαση μου θα προσπαθήσω αμέσως στη συνέχεια να συνοψίσω τους ισχυρισμούς του ενάγοντος όπως προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως του για τα γεγονότα που άπτονται της υπόθεσης και θα παραθέσω αυτούσιες τις αξιώσεις του: «Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι ιατρός με ειδικότητα στην καρδιολογία. Ασκεί το επάγγελμα του στην Λεμεσό, στο ιδιωτικό του ιατρείο, με την εμπορική επωνυμία και/ή φίρμα και/ή στυλ «Κλινικό & Εργαστηριακό Κέντρο καρδιολογίας Ανδρέα Αντωνιάδη». Το εναγόμενο Ίδρυμα, φορέας ιδιωτικού δικαίου, έχει ως βασικό κοινωφελή σκοπό του την προώθηση της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας στην Κύπρο. Λειτουργεί βάσει καταστατικού και διαχειρίζεται τους δικούς του πόρους βάσει προϋπολογισμού. Ως εκ τούτου, το εν λόγω Ίδρυμα, δεν ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία, παρά το γεγονός ότι το Διοικητικό του Συμβούλιο ορίζεται απευθείας από το Υπουργικό Συμβούλιο. Το Ίδρυμα προκήρυξε κατά το 2008 πρόσκληση για συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών στη Δέσμη Προγραμμάτων του για Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία, τα οποία συγχρηματοδοτούνταν κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και/ή συνεχίζουν να συγχρηματοδοτούνται, μέχρι σήμερα, από την Κυπριακή Δημοκρατία και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. Ο Ενάγων αναγνωρίστηκε από το Ίδρυμα ως Μικρομεσαία Επιχείρηση και υπέβαλε κατά το έτος 2008 πρόταση έργου με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ / ΕΦΑΡΜ/0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013» στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας» έχοντας ως στόχο να επιχορηγηθεί η πιο κάτω αναφερόμενη πρόταση του ερευνητικού του έργου από τους πιο πάνω αναφερόμενους στην παράγραφο 3 φορείς, αφού εγκρινόταν πρώτα από το Ίδρυμα. Το κόστος του εν λόγω ερευνητικού έργου ανέρχεται στις €240.391,00, ενώ το μέγιστο ποσό το οποίο θα μπορούσε να επιχορηγηθεί από τους Εναγόμενους, σύμφωνα με την εξαγγελλόμενη στην υπό αναφορά ανωτέρω δέσμη ερευνητικών προγραμμάτων του Ιδρύματος, στην οποία συμμετείχε ο Ενάγων, ανερχόταν στις €170.000,00 ενώ τα υπόλοιπα χρήματα, θα έπρεπε να καταβληθούν από τον Ανάδοχο Φορέα, δηλαδή, τον Ενάγοντα, στα πλαίσια της δικής του συνεισφοράς στην ένταση ενίσχυσης του υπό αναφορά ερευνητικού έργου. Η διαπραγμάτευση μεταξύ των διαδίκων στέφθηκε με επιτυχία και στις 22.12.2009 υπογράφτηκε γραπτή σύμβαση και/ή συμβόλαιο έργου στη Λευκωσία. Το συνολικό ποσό που εγκρίθηκε από τους Εναγόμενους για σκοπούς επιχορήγησης του υπό αναφορά ερευνητικού έργου, ανερχόταν στις €168,850.
- Το δε υπόλοιπο ποσό που υπολείπετο των €240.391,00, ήτοι, ποσό συνολικού ύψους €71.541,00, που θα στοίχιζε συνολικά η εκτέλεση του υπό αναφορά ερευνητικού έργου, θα καταβαλλόταν από τον Ενάγοντα, ως συνεισφορά για την εκτέλεση του εν λόγω έργου. Η διάρκεια εκτέλεσης του συγκεκριμένου ερευνητικού έργου καθορίστηκε στους 24 μήνες. Η καταβολή του εν λόγω επιχορηγούμενου χρηματικού ποσού καθορίστηκε σε ποσοστό 35% ως πρώτη δόση προκαταβολικά, 45% ως δεύτερη δόση με την έγκριση της ενδιάμεσης έκθεσης του εν λόγω έργου και 20% με την υποβολή της τελικής έκθεσης του εν λόγω ερευνητικού έργου. Ανάλογη προς τη συνεισφορά των Εναγόντων θα έπρεπε να ήταν και η συνεισφορά του Ενάγοντα κατά το ποσοστό που αναφέρεται πιο πάνω, σε σχέση με τον χρόνο καταβολής των εν λόγω ποσών χρηματοδότησης προς τους συμμετέχοντες φορείς ως επίσης και της καταβολής χρημάτων για την πληρωμή όλων των αναγκαίων εξόδων για την εκτέλεση και περάτωση του υπό αναφορά ερευνητικού έργου. Το Ίδρυμα κατέβαλε προς τον Ενάγοντα την πρώτη δόση ύψους €59.097,50, με σκοπό την πληρωμή των αμοιβών και/ή την αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού και/ή την καταβολή άλλων αναγκαίων χρηματικών ποσών που ενέκρινε το Ίδρυμα με σκοπό τη δέουσα εκτέλεση του υπό αναφορά ερευνητικού έργου. Το υπόλοιπο ποσό που υπολειπόταν για την καταβολή της πρώτης δόσης, συνολικού ύψους €25.039,35 περίπου, που σχετιζόταν με την συνεισφορά του Ενάγοντα στην εκτέλεση και περάτωση του εν λόγω ερευνητικού έργου, υπό την ιδιότητα του ως Ανάδοχου Φορέα, καταβλήθηκε από τον τελευταίο. Στη συνέχεια των πιο πάνω υπήρξε διάσταση απόψεων σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησης του Ανάδοχου Φορέα από το Ίδρυμα, τόσο σε σχέση με την ενδιάμεση, όσο και σε σχέση με την τελική δόση, για την ολοκλήρωση του πιο πάνω αναφερόμενου ερευνητικού προγράμματος, η οποία οδηγήθηκε μέχρι και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όπου κατέφυγε ο Ανάδοχος Φορέας για να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα του, στα πλαίσια της Αγωγής 5679/
- Στις 16.2.2015 το Ίδρυμα μέσω γραπτής επιστολής προς τον Ενάγοντα τον πληροφόρησε ότι συνεπεία συγκεκριμένων ενεργειών και/ ή παραλείψεων δικών του και/ ή άλλων συμμετεχόντων στο συγκεκριμένο ερευνητικό έργο, το έργο ανακαλείτο και ο Ενάγοντας, εκαλείτο όπως επιστρέψει προς το Ίδρυμα το ποσό που του πλήρωσε στα πλαίσια του εν λόγω ερευνητικού έργου πλέον τόκους. Μετά την λήψη της επιστολής ημερ. 16.2.2015, ο Ενάγων μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος απαντητική επιστολή προς το Ίδρυμα με την οποία αντίκρουσε τους ισχυρισμούς του στην εν λόγω επιστολή και το προειδοποιούσε με τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του ενάγοντος στην παρ. 33 της έκθεσης απαιτήσεως του - της οποίας κάνω ιδιαίτερη μνεία ενόψει του ότι είναι μεταξύ των παραγράφων της έκθεσης απαιτήσεως που προκάλεσαν την αντίδραση του Ιδρύματος ότι: « στη συνέχεια και συγκεκριμένα κατά ή περί την 21.03.2015, το Ίδρυμα μέσω του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού κ. Γεώργιου Γεωργίου, διέρρευσε στην εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας «Ο Φιλελεύθερος», προσωπικά δεδομένα του Ενάγοντα και στοιχεία που αφορούν το υπό αναφορά ερευνητικό έργο, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Ενάγοντα και ενώ συγκεκριμένη πτυχή της εν λόγω υπόθεσης, βρισκόταν υπό διερεύνηση από τη Νομική Υπηρεσία, προκειμένου να πετύχει να εκθέσει τον Ενάγοντα στον επαγγελματικό, φιλικό και κοινωνικό του περίγυρο και να τον θέσει σε χλεύη, για δήθεν παράνομη διαπλοκή του με τη Νομική Υπηρεσία, προκειμένου να πετύχει αθέμιτο αποτέλεσμα υπέρ του και σε βάρος των Εναγομένων στην επίδικη υπόθεση.» Κατ΄ ισχυρισμό του ενάγοντος το δημοσίευμα στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» την 21.03.2015 για το οποίο ευθυνόταν το Ίδρυμα ήταν δυσφημιστικό προς το άτομο του.» Για τους πιο πάνω λόγους ο ενάγων αξιώνει από το Ίδρυμα: Α. Ειδικές και Γενικές αποζημιώσεις για λίβελλο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ ή για διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους των Εναγομένων και/ ή των υπαλλήλων και/ ή των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων αυτών, χωρίς την προηγούμενη άδεια του Ενάγοντος εις βάρος του Ενάγοντος, στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» ημερ. 21.03.2015, στην οποία δημοσιεύθηκε το άρθρο του δημοσιογράφου Βάσου Βασιλείου, υπό τον τίτλο «Πόλεμος Εισαγγελίας και Ιδρύματος Έρευνας» και αναπαράχθηκε και από άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και/ ή ηλεκτρονικής ενημέρωσης αυθημερόν και/ ή μετά ταύτα. Β. Διηνεκές Διάταγμα, με το οποίο ν' απαγορεύεται στους Εναγόμενους και/ ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ ή υπαλλήλους και/ ή υπηρέτες αυτών να προβαίνουν σε δυσφημιστικά σχόλια και/ή δηλώσεις και/ ή δημοσιεύματα και/ ή διαρροή πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα και/ ή αναπαραγωγή οποιωνδήποτε τέτοιων σχολίων και/ ή δημοσιευμάτων και/ ή πληροφοριών οποτεδήποτε εναντίον του Ενάγοντος και/ ή οποιωνδήποτε εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ ή υπαλλήλων και/ ή συνεργατών αυτού σε οποιαδήποτε έντυπη και/ ή ηλεκτρονική έκδοση και/ ή μορφή της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» και /ή σε οποιαδήποτε άλλα μέσα μαζικής δικτύωσης, είτε τούτα είναι τηλεοπτικά, είτε τούτα είναι έντυπα είτε είναι ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Περαιτέρω, Γ. Αναγνωριστική Απόφαση με την οποία ν' αναγνωρίζεται ότι, ο Ενάγοντας τήρησε πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι του Εναγομένου, στα πλαίσια της σύμβασης ημερ. 22.12.2009, που υπογράφηκε μεταξύ τους, για χρηματοδότηση εκ μέρους των Εναγομένων την εκτέλεση του ερευνητικού έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ΕΦΑΡΜ/0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013», στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας», το οποίο σχετίζεται με τη δημιουργία παγκύπριου συστήματος διασύνδεσης και διαχείρισης ιατρικών μονάδων και φέρει τον τίτλο «Ιατροδίκτυο». Δ. Αναγνωριστική Απόφαση και/ ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου αναγνωρίζουσα ότι η ανάκληση του ερευνητικού έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ ΕΦΑΡΜ/ 0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013», στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας», το οποίο σχετίζεται με τη δημιουργία παγκύπριου συστήματος διασύνδεσης και διαχείρισης ιατρικών μονάδων και φέρει τον τίτλο «Ιατροδίκτυο», η οποία έλαβε χώρα μέσω γραπτής επιστολής των Εναγομένων ημερ. 16.2.2015, η οποία γνωστοποιήθηκε προς τον Ενάγοντα και/ ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ ή συνεργάτες αυτού κατά/ ή περί τον Φεβρουάριο του 2015 είναι άκυρη και/ ή στερούμενη οποιασδήποτε νομικής ισχύος. Ε. Αναγνωριστική Απόφαση με την οποία ν' αναγνωρίζεται ότι, οι Εναγόμενοι και/ ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και/ ή υπάλληλοι και/ ή υπηρέτες των Εναγομένων, παραβίασαν μονομερώς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του Ενάγοντος, στα πλαίσια της σύμβασης ημερ. 22.12.2009, που υπογράφηκε μεταξύ τους, για χρηματοδότηση εκ μέρους των Εναγομένων την εκτέλεση του ερευνητικού έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ΕΦΑΡΜ/0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013», στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας», το οποίο σχετίζεται με τη δημιουργία παγκύπριου συστήματος διασύνδεσης και διαχείρισης ιατρικών μονάδων και φέρει τον τίτλο «Ιατροδίκτυο». Ζ. Αποζημιώσεις συνολικού ύψους €109.752.50 και/ ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε θεωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως εύλογο και/ ή νόμιμο και/ ή δίκαιο, που αφορούν τη 2η και/ ή ενδιάμεση δόση και την 3η και/ ή τελική δόση που πρέπει να καταβάλουν οι Εναγόμενοι προς τον Ενάγοντα, στα πλαίσια της χρηματοδότησης που εξασφάλισε ο Ενάγοντας από τους Εναγόμενους, δυνάμει της σύμβασης ημερ. 22.12.2009, που υπογράφηκε μεταξύ τους, για χρηματοδότηση εκ μέρους των Εναγομένων την εκτέλεση του ερευνητικού έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ΕΦΑΡΜ/0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013», στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας», το οποίο σχετίζεται με τη δημιουργία παγκύπριου συστήματος διασύνδεσης και διαχείρισης ιατρικών μονάδων και φέρει τον τίτλο «Ιατροδίκτυο». Περαιτέρω και/ ή Εναλλακτικά, Η. Απόφαση και/ ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να αποφασίζεται και/ ή να διατάττεται όπως οι Εναγόμενοι καταβάλουν προς τον Εναγόμενο ποσό ύψους € 109.752,50 και/ ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε θεωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως εύλογο και/ ή νόμιμο και/ ή δίκαιο, λόγω επαγγελματικής αμέλειας την οποίαν επέδειξαν οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι και/ ή αντιπρόσωποι αυτών σε σχέση με την εκπόνηση και/ ή την παρακολούθηση και/ ή την αξιολόγηση της προόδου του ερευνητικού έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ΕΦΑΡΜ/0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013», στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας», το οποίο σχετίζεται με τη δημιουργία παγκύπριου συστήματος διασύνδεσης και διαχείρισης ιατρικών μονάδων και φέρει τον τίτλο «Ιατροδίκτυο», και/ ή την παροχή οδηγιών για την δέουσα εκπόνηση και χρηματοδότηση του εν λόγω έργου, καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα χρόνο, σε βάρος του Ενάγοντα και/ ή των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων αυτού. Περαιτέρω και/ ή Εναλλακτικά, Θ. Δικαστική Απόφαση και/ ή Διάταγμα με το οποίο να διατάττονται οι Εναγόμενοι όπως χρηματοδοτήσουν την εκτέλεση του ερευνητικού έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ΕΦΑΡΜ/0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013», στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας», το οποίο σχετίζεται με τη δημιουργία παγκύπριου συστήματος διασύνδεσης και διαχείρισης ιατρικών μονάδων και φέρει τον τίτλο «Ιατροδίκτυο», μέχρι την πλήρη αποπεράτωση του από τον Ενάγοντα, κατά το δέοντα και / ή νόμιμο χρόνο και/ ή με βάση το χρόνο που καθορίζεται στην εν λόγω σύμβαση έργου. Περαιτέρω και/ ή Εναλλακτικά, Ι. Δικαστική Απόφαση και/ ή Διάταγμα με το οποίο ν' αποφασίζεται και/ ή να διατάσσεται όπως οι Εναγόμενοι πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων ήθελε αποφασίσει το Σεβαστό Δικαστήριο προς τον Ενάγοντα, λόγω της αναιτιολόγητης έκθεσης του Ενάγοντα και/ η των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ ή υπαλλήλων και/ ή συνεργατών αυτού, σε κίνδυνο και/ ή λόγω της πρόκλησης σε αυτόν και/ ή αυτούς αναιτιολόγητης οικονομικής ζημιάς και/ ή αναιτιολόγητης αγωνίας και/ ή πρόκλησης προβλημάτων υγείας και/ ή δυσμενών εξελίξεων και/ ή απαξίωσης στην επαγγελματική και/ ή οικογενειακή και/ ή κοινωνική τους ζωή, λόγω της εκδικητικής και/ ή παράνομης και/ ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους σε βάρος του Ενάγοντα και/ η των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων και/ ή υπαλλήλων και/ ή συνεργατών αυτού, στα πλαίσια του ερευνητικού έργου, με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ ΕΦΑΡΜ/ 0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007-2013», στον Άξονα Προτεραιότητας «Κοινωνία της Γνώσης και Καινοτομία» και στον Ειδικό Στόχο «Ενίσχυση της Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Διευκόλυνση της Καινοτομίας», το οποίο σχετίζεται με τη δημιουργία παγκύπριου συστήματος διασύνδεσης και διαχείρισης ιατρικών μονάδων και φέρει τον τίτλο «Ιατροδίκτυο». Κ. Επαυξημένες και /ή Τιμωρητικές Αποζημιώσεις. Λ. Οποιανδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε θεωρήσει ορθή, δίκαιη και εύλογη το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις.» Η παρούσα αίτηση είναι η δεύτερη παρόμοια αίτηση που καταχωρεί το ΙΠΕ αξιώνοντας τα ίδια αιτητικά, καθώς αυτή γίνεται πλέον μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως του ενάγοντος. Η πρώτη αίτηση είχε καταχωρηθεί ταυτόχρονα με την καταχώρηση εκ μέρους του Σημειώματος Εμφανίσεως υπό αίρεση στη βάση της Διαταγής (Ο.16 r.9) η οποία αφού εκδικάστηκε απορρίφθηκε από τον αδελφό Δικαστή κ. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. με ενδιάμεση απόφαση του με ημερομηνία 8.04.
- Παρόλα αυτά ισχυρίζεται ότι εξακολουθούν να υφίστανται λόγοι που του επιτρέπουν να επανέλθει με το ίδιο αίτημα. Υποστηρίζει ότι οι λόγοι αυτοί σε σχέση με τις θεραπείες των αιτητικών της παρ. 34 Α και Β και την παράγραφο 33 της Έκθεσης Απαιτήσεως είναι οι ακόλουθοι: «
- Η εξακολούθηση της ύπαρξης ακυρότητας και/ή ουσιώδους παρατυπίας και/ή παραλείψεων στη διατύπωση των θεραπειών ή αξιώσεων υπό στοιχεία Α και Β και της παραγράφου 33 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, η οποία συνίσταται στη μη συμπερίληψη λεπτομερειών αναφορικά με το επίδικο δημοσίευμα και/ή των συγκεκριμένων λέξεων ή φράσεων, οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντος, συνιστούν λίβελλο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών, κατά παράβαση του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, αλλά και των ευρημάτων ή/και συστάσεων ή/και οδηγιών ή/και υποδείξεων του Δικαστηρίου στην ενδιάμεση απόφαση του με ημερομηνία 8.04.2016 η οποία αφορούσε την πρώτη αίτηση που είχε καταχωρήσει.
- Η ακυρότητα ή/και η ουσιώδης παρατυπία ή/και οι παραλείψεις στη διατύπωση των θεραπειών ή αξιώσεων υπό στοιχεία Α και Β του κλητηρίου εντάλματος δεν έχουν θεραπευτεί ή/και δεν είναι θεραπεύσιμες πλέον, αφού, παρά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.4.2016, ο Ενάγων δε συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και την απόφαση ή/και τις επισημάνσεις του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφασή του.
- Οι Θεραπείες Α και Β και η παράγραφος 33 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος δημιουργούν παραπλανητικές εντυπώσεις και/ή είναι αόριστες και/ή ενυπάρχουν σε αυτές σκανδαλώδεις αναφορές όσον αφορά το πρόσωπο το οποίο προέβη στην επίδικη δημοσίευση στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» ημερομηνίας 21.03.2015, το οποίο πρόσωπο, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, δεν ήταν ο Εναγόμενος ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος ή υπάλληλός του, αλλά συγκεκριμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας «ο Φιλελεύθερος».
- Η Αγωγή, κατά το μέρος της που αφορά τις θεραπείες Α και Β, είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική και/ή εκδικητική και/ή καταπιεστική κατά του Εναγομένου και τούτο καταδεικνύεται από το γεγονός ότι εναγόμενοι στην Αγωγή δεν είναι ούτε ο συντάκτης του σχετικού δημοσιεύματος (δημοσιογράφος Βάσος Βασιλείου), ούτε ο εκδότης της συγκεκριμένης εφημερίδας (Phileleftheros Public Company Ltd), ούτε ο διανομέας της συγκεκριμένης εφημερίδας, αλλά Εναγόμενος είναι μόνο το ΙΠΕ, το οποίο δεν προέβη το ίδιο ή αντιπρόσωποι ή υπάλληλοι του στο σχετικό δημοσίευμα ούτε το δημοσίευμα αφορά δική τους επιστολή στη συγκεκριμένη εφημερίδα και κατ' επέκταση δεν ήταν δυνατό ή νοητό να προβεί το ίδιο ή αντιπρόσωποι ή υπάλληλοι του «σε λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα... στην έκδοση της εφημερίδας "O Φιλελεύθερος" ημερομηνίας 21.03.2015.».
- Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, αλλά και του επίδικου δημοσιεύματος, κρινόμενο αντικειμενικά, ουδόλως προκύπτει η στοιχειοθέτηση αγώγιμου δικαιώματος, στη βάση λιβέλου και/ή δυσφήμισης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας και/ή διαρροής εμπιστευτικών πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, είτε από τον Εναγόμενο και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του, είτε, εν πάση περιπτώσει, από το δημοσιογράφο που συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα.» Σε σχέση με τις υπόλοιπες θεραπείες της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι τις θεραπείες της παρ. 34 αιτητικά Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Η, Ι, Κ και Λ επιζητεί επίσης ως άνω, καθότι κατ΄ ισχυρισμό συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή πολλαπλότητα της διαδικασίας και/ή είναι επιπόλαιες και ενοχλητικές και/ή καταπιεστικές, λόγω του ότι με τις θεραπείες αυτές ζητούνται οι ίδιες ή/και ουσιωδώς οι ίδιες θεραπείες με εκείνες της Αγωγής αρ. 5679/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή/και ότι στις θεραπείες της παρούσας Αγωγής περιλαμβάνονται θεραπείες, οι οποίες ζητούνται ταυτόχρονα και στην Αγωγή αρ. 5679/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Τέλος, επιζητείται η ίδια ως άνω θεραπεία για τον λόγο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται κατά τόπον αρμοδιότητας να την εκδικάσει στην ολότητά της, καθότι το κατ' ισχυρισμό αστικό αδίκημα και/ή η σύναψη και/ή παράβαση και/ή διάρρηξη και/ή ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης και/ή η ανάκληση του επίδικου έργου, επισυνέβησαν στη Λευκωσία (και όχι στη Λεμεσό) και, περαιτέρω, η έδρα του Εναγομένου είναι η Λευκωσία. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.2 θ.1, 6, 9, Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.3, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 9, Δ.64 θ.1
(1)&
(2)και 2, στο άρθρο 2 και 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 17 - 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση του κ. Γεώργιου Γεωργίου ο οποίος δηλώνει ότι είναι δημόσιος υπάλληλος και κατέχει τη θέση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων Συντονισμού και Ανάπτυξης, η οποία υπάγεται στον Υπουργό Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δηλώνει ότι ως εκ της θέσης του, είναι ex officio Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΙΠΕ και γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λόγω της θέσης που κατέχει στο Διοικητικό του Συμβούλιο και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτό να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ο ενάγων/ καθ΄ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει ότι: (α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των εξαιτουμένων διαταγμάτων, (β) η Αίτηση του Ιδρύματος είναι καταχρηστική, έχει καταχωρηθεί κακή τη πίστη και έχει ως μόνο στόχο και σκοπό να παρέλκει τη δικαστική διαδικασία. Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίχθηκαν με ένορκη δήλωση του συνεργαζόμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον καθ΄ου η αίτηση κ. Χριστόδουλο Ονουφρίου ο οποίος δηλώνει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τον καθ΄ου η αίτηση να προβεί αυτός σε ένορκη δήλωση καθώς τα ιατρικά του καθήκοντα δεν του επέτρεψαν να προσέλθει στο Δικαστήριο για να υπογράψει την ένορκη δήλωση. Σε ισχυρισμούς που προβάλλονται στις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, οι οποίοι έχουν τη σημασία τους για την κρίση των ζητημάτων που θα εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια στο κατάλληλο σημείο της απόφασης μου. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι δύο πλευρές δεν θέλησαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Αρκέστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία στις αγορεύσεις τους των οποίων κατάθεσαν γραπτό κείμενο. Μελέτησα με προσοχή τις εισηγήσεις τους και τις έλαβα υπόψη μου. Εμπεριστατωμένες καθώς ήταν, τόσο ως προς την έκθεση της αντίληψης τους επί των γεγονότων όσο και σε σχέση με τη νομική της πτυχή, στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές στο να εξαγάγω τα αναγκαία συμπεράσματα μου. Όπου χρειαστεί κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει θα γίνει αναφορά σε αυτές. ΓΕΓΟΝΟΤΑ - ΑΝΑΛΥΣΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Προκύπτει από τα αναμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης ότι η παρούσα Αίτηση είναι η δεύτερη Αίτηση, την οποία καταχωρεί το Εναγόμενο ΙΠΕ ζητώντας όμοιες θεραπείες με τις οποίες επιδιώκεται η διαγραφή ή/και ο παραμερισμός ή/και η αναστολή της παρούσας Αγωγής του Ενάγοντος. Το Εναγόμενο ΙΠΕ είχε πράγματι καταχωρήσει και στις 30.04.2015 άλλη Αίτηση (στη συνέχεια «η 1η Αίτηση»), με την οποία ζητούσε συναφείς ή/και αντίστοιχες θεραπείες σε σχέση με το περιεχόμενο και αξιώσεις του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος του Ενάγοντος. Εκείνη η Αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση), με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 8.04.2016. Ο ουσιαστικός λόγος απόρριψης ή/και το αιτιολογικό απόρριψης εκείνης της Αίτησης ήταν ότι κρίθηκε πως ήταν πρόωρη, αφού δεν είχε ακόμα καταχωρισθεί η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος. Κατά το ΙΠΕ, Αιτητή στη παρούσα, η εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου έχει εφεσιβληθεί από αυτό με την Πολιτική Έφεση Ε163/2016, η οποία εκκρεμεί. Αντίγραφο της Έφεσης επισυνάφθηκε ως Τεκμ. 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση. Το ΙΠΕ επανήλθε με την καταχώρηση της παρούσας εφόσον σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης και το δικαστηριακό φάκελο της η καταχωρισθείσα Έκθεση Απαίτησης εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί των ζητημάτων, τα οποία ηγέρθηκαν στην 1η Αίτηση. Δεν συμμορφώνεται, επίσης, ούτε με τις διαπιστώσεις - παραινέσεις - προτροπές και ευρήματα της προαναφερθείσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Είναι δε γι΄αυτόν τον λόγο που το ΙΠΕ καταχώρισε την παρούσα Αίτηση. Εν όψει των ευρημάτων του αδελφού Δικαστή κ. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. στην απόφαση του για την 1η Αίτηση και των λόγων απόρριψής της, το ΙΠΕ υποβάλλει στο στάδιο αυτό (δηλαδή μετά την καταχώριση από τον Ενάγοντα της Έκθεσης Απαίτησής του) εκ νέου αίτημα ακύρωσης και/ή παραμερισμού και/ή διαγραφής και/ή αναστολής της Αγωγής του Ενάγοντος, αφού το Δικαστήριο έχει πλέον ενώπιον του με την καταχώρηση στο μεταξύ της Έκθεσης Απαιτήσεως του Ενάγοντος όλους τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που επιθυμεί να θέσει στο Δικαστήριο ο Ενάγων προς υποστήριξη της Αγωγής του. Είναι θεμιτό - επιβάλλεται θα έλεγα - όπως η παρούσα αίτηση εξεταστεί όχι μόνο στη βάση των σχετικών Κανονισμών και των συναφών αρχών της νομολογίας, όπως και η 1η Αίτηση - η οποία κρίθηκε από το Δικαστήριο ως πρόωρη - αλλά και στη βάση των ευρημάτων και του σκεπτικού της ήδη εκδοθείσας Απόφασης. Το ζήτημα της ουσιώδους παρατυπίας στη διατύπωση των θεραπειών Α και Β: Οι λόγοι που υποστηρίζουν το αίτημα του Αιτητή για παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος, στην έκταση που αφορά τις παραγράφους Α και Β των αξιώσεων της Αγωγής και την παράγραφο 33 της Έκθεσης Απαίτησης, που αφορούν αξιώσεις για κατ' ισχυρισμό λίβελλο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών, στηρίζονται αφενός στην ύπαρξη ουσιώδους παρατυπίας και αφετέρου στη μη στοιχειοθέτηση αγώγιμου δικαιώματος και στην έγερση σκανδαλωδών, εκδικητικών ενοχλητικών κ.λπ. αξιώσεων. Με τις θεραπείες της παρ. 34 της Έκθεσης Απαιτήσεως στα αιτητικά Α και Β της Αγωγής του, ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις εναντίον του Εναγομένου για λίβελο, δυσφήμιση, επιζήμια ψευδολογία, διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών κ.λπ. καθώς και την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που να εμποδίζει αυτόν και τους αντιπροσώπους του να συνεχίσουν να προβαίνουν σε δυσφημιστικά σχόλια, δηλώσεις, δημοσιεύματα κ.λπ. Το ΙΠΕ στην παρούσα με τις θεραπείες Β 1 και 2 της παρούσας αίτησης αξιώνει διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και/ή διαγράφεται και/ή αναστέλλεται, το μέρος της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, το οποίο αφορά ισχυρισμούς ή/και αξιώσεις για λίβελλο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών, ήτοι τις Θεραπείες Α και Β των Αξιώσεων του Ενάγοντος και της παραγράφου 33 της Έκθεσης Απαίτησης του, για τους ακόλουθους λόγους: «
(1)Ύπαρξη ακυρότητας και/ή ουσιώδους παρατυπίας και/ή παραλείψεων στη διατύπωση των θεραπειών/αξιώσεων Α και Β και της παραγράφου 33 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, η οποία συνίσταται στη μη συμπερίληψη λεπτομερειών αναφορικά με το επίδικο δημοσίευμα και/ή των συγκεκριμένων λέξεων ή φράσεων, οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, συνιστούν λίβελλο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών, κατά παράβαση του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, αλλά και των ευρημάτων ή/και συστάσεων ή/και οδηγιών ή/και υποδείξεων του Δικαστηρίου στην ενδιάμεση απόφαση του, ημερομηνίας 8.04.2016,
(2)η ακυρότητα ή/και η ουσιώδης παρατυπία ή/και οι παραλείψεις στη διατύπωση των θεραπειών/αξιώσεων Α και Β του κλητηρίου εντάλματος δεν έχουν θεραπευτεί ή/και δεν είναι θεραπεύσιμες πλέον, αφού, παρά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.04.2016, ο Ενάγων δε συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και την απόφαση ή/και τις επισημάνσεις του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφασή του.» Οι ανωτέρω θέσεις του ΙΠΕ στηρίζονται στη Διαταγή 2 θεσμός 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, σύμφωνα με την οποία, σε αγωγές για λίβελο η οπισθογράφηση στο κλητήριο πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για να εξακριβωθούν οι δημοσιεύσεις σχετικά με τις οποίες ηγέρθη η αγωγή. Ο εν λόγω Θεσμός προνοεί τα ακόλουθα: «In actions for libel the endorsement on the writ shall state sufficient particulars to identify the publications in respect of which the action is brought.» Σε μετάφραση: «Σε αγωγές για λίβελο η οπισθογράφηση στο κλητήριο πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να αναγνωρισθούν οι δημοσιεύσεις που αφορούν την έγερση της αγωγής.» Στα σχετικά σχόλια του αγγλικού συγγράμματος Annual Practice 1958, σε σχέση με την αγγλική Διαταγή 3 Κανονισμός 9, η οποία είναι ίδια με τη δική μας, υπό τον υπότιτλο «sufficient particulars» επεξηγούνται τα ακόλουθα: «In a libel action it is essential to know the very words on which the claim is founded. The actual words must be set out. In Collins v Jones
(1955)2 W.L.R. 813, C.A. it was held that, where the words complained of were alleged to have occurred in letters, the plaintiff must furnish particulars of each letter specifying the date, time and place of publication of each, identifying those to whom publication was alleged and setting out the precise words complained of in each letter». Το ανωτέρω αίτημα του ΙΠΕ αναφορικά με τις θεραπείες Α και Β της Αγωγής του Ενάγοντος και οι λόγοι που το υποστηρίζουν, έχουν ήδη τύχει εξέτασης στην ενδιάμεση απόφασή του αδελφού Δικαστή που επιλήφθηκε της 1ης Αίτησης. Είναι φανερόν από το λεκτικό της πιο πάνω ενδιάμεση απόφασης της 8.04.2016, ότι μέρος της επιχειρηματολογίας του ΙΠΕ είχε γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο, ενώ οι λόγοι για τους οποίους δεν είχαν εγκριθεί τα αντίστοιχα αιτήματά του στην 1η Αίτηση έχουν πλέον εκλείψει με την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως. Ο αδελφός Δικαστής στην εν λόγω απόφασή του αναφέρθηκε στην Δ.2 θ.9 και αναγνώρισε την αναγκαιότητα παροχής «επαρκών λεπτομερειών» στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, σε αγωγές για λίβελλο. Για την ερμηνεία του όρου «επαρκείς λεπτομέρειες» παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice του 1958: «Sufficient Particulars - In a libel action it is essential to know the very words on which the claim is founded. The actual words must be set out.» Στη βάση των ανωτέρω, προέβη σε εύρημα ότι οι θεραπείες Α και Β (για λίβελο κ.λπ.) δεν συμμορφώνονταν με τους σχετικούς Κανονισμούς. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 9 & 10 της ενδιάμεσης απόφασης του: «Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στις παραγράφους Α και Β του κλητηρίου εντάλματος, γίνεται μεν αναφορά στον τίτλο του προσβαλλόμενου δημοσιεύματος, στην εφημερίδα η οποία το δημοσίευσε και στην ημερομηνία δημοσίευσής του, όμως δεν καταγράφονται οι συγκεκριμένες λέξεις ή το μέρος του δημοσιεύματος το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα είναι δυσφημιστικό. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι δεν υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τον ως άνω αναφερόμενο κανονισμό.» Το ΙΠΕ συμφωνεί με το ανωτέρω εύρημα, το οποίο θεωρεί ορθό και ως εκ τούτου στη σχετική έφεση που καταχώρισε επί της εν λόγω απόφασης, δεν προσβάλλει το συγκεκριμένο εύρημα. Ούτε ο Ενάγων αμφισβήτησε το ανωτέρω εύρημα καθ' οιονδήποτε τρόπο, το οποίο έχει, ως εκ τούτου καταστεί τελεσίδικο. Θα πρέπει επομένως να εκληφθεί, για σκοπούς εξέτασης της παρούσας Αίτησης, ως ήδη αποφασισθέν και άρα με δεδομένο ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση του Κλητηρίου του Ενάγοντος με τους Θεσμούς και ότι το Κλητήριο, στην έκταση που αφορά τις Θεραπείες Α και Β, είναι παράτυπο. Στη βάση του ευρήματος του Δικαστηρίου για ύπαρξη παρατυπίας, το Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε «κατά πόσο η μη συμμόρφωση με τον υπό αναφορά κανονισμό επιφέρει την ακυρότητα του κλητηρίου εντάλματος ή τουλάχιστον το μέρος των αξιώσεων που σχετίζονται με το υπό αναφορά δημοσίευμα». Αναλύοντας τις πρόνοιες της Δ.64 και σχετική νομολογία που ερμηνεύει την εφαρμογή της διαταγής αυτής, κατέληξε στο εξής εύρημα: «Στην υπό εξέταση υπόθεση, ακόμη και στην περίπτωση που κατέληγα ότι η παράλειψη του Ενάγοντα να παραθέσει τις συγκεκριμένες λέξεις ή το συγκεκριμένο μέρος του κειμένου, που κατά τον ισχυρισμό του, συνιστά το δυσφημιστικό δημοσίευμα, συνιστά άκυρο δικονομικό μέτρο, εντούτοις δεν θα μπορούσα να προχωρήσω στη διαγραφή ή/και ακύρωση των συγκεκριμένων αξιώσεων από την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, για το λόγο ότι η Δ.2, θ.9 δεν διαλαμβάνει πρόνοια για διαγραφή του συγκεκριμένου δικονομικού μέτρου σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτήν.» Με δεδομένη την ύπαρξη παρατυπίας και χωρίς να προβεί σε εύρημα κατά πόσο η εν λόγω παρατυπία καθιστούσε άκυρο το Κλητήριο, θεώρησε ότι δε μπορούσε να προχωρήσει στη διαγραφή του Κλητηρίου, με το αιτιολογικό ότι στην ίδια τη Δ.2 θ.9 δε προνοείτο διαγραφή, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τη Δ.25 θ.2. Σίγουρα το παρόν Δικαστήριο δεν θα κρίνει ούτε και είναι πρέπον να εξετάσει το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως πιο πάνω καταγράφεται, ότι δηλαδή δε μπορούσε να προχωρήσει στη διαγραφή ή/και ακύρωση των συγκεκριμένων αξιώσεων και στον λόγο που στηρίχθηκε για αυτό το εύρημα του. Με την ενσωμάτωση της Δ.64 στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό, μη συμμόρφωση με τις πρόνοιές του, δεν καθιστά αμέσως άκυρη τη διαδικασία. Η Δ.64 περιέχει γενικές πρόνοιες που καθορίζουν και ρυθμίζουν την ακολουθητέα διαδικασία στις περιπτώσεις «μη συμμόρφωσης, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς» (Δ.64 θ.1
(1)), ρυθμίζοντας τις επιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς γενικά. Δηλαδή, παράλειψη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε πρόνοια του Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού, μπορεί να τύχει αντικείμενο αίτησης παραμερισμού, στη βάση της Δ.
- Επομένως θα συμφωνήσω με την πλευρά του Αιτητή ότι παράτυπο μέσο ή διαδικασία δύναται να παραμεριστεί από το Δικαστήριο όχι μόνο όταν η ίδια η Διάταξη που θέτει τον κανόνα, προνοεί και για παραμερισμό αλλά στη βάση των προνοιών της Δ.
- Παραθέτω στη συνέχεια τις πρόνοιες της Δ.64 Καν. 1 Θ.Θ.1 και 2 και Καν. 2: « Καν. 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσον διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον. Καν.3: Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού o διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση.» Στη βάση των πιο πάνω είναι η εισήγηση από πλευράς Αιτητή στην παρούσα ότι το Δικαστήριο μπορεί και στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης να παραμερίσει το Κλητήριο του Ενάγοντος για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην Αίτηση. Διαζευκτικά προς τη δυνατότητα παραμερισμού της διαδικασίας και του παράτυπου Κλητήριου, η Δ.64 δίδει επίσης στο Δικαστήριο την ευχέρεια είτε να επιτρέψει τροποποιήσεις προς άρση ή διόρθωση των παρατυπιών, είτε να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία ακόμα και έκδοσης διαταγής για άρση της παρατυπίας. Παρόλα αυτά, το Δικαστήριο δεν ενέκρινε το αρχικό αίτημα του ΙΠΕ και δεν εξέδωσε οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα, αφενός επειδή το θεώρησε πρόωρο και αφετέρου επειδή θεώρησε τη μη συμμόρφωση του Ενάγοντος με τους Θεσμούς ως παρατυπία, η οποία μπορούσε να θεραπευτεί με «τα αναγκαία δικονομικά διαβήματα», ευελπιστώντας ότι ο Ενάγων θα προέβαινε «το συντομότερο δυνατό» στα διαβήματα αυτά. Συνεπώς, ολοκληρώνοντας το σκεπτικό της απόφασής του, ανέφερε, στη σελίδα 18 της απόφασης, τα ακόλουθα: «Πριν τελειώσω θα ήθελα, παρενθετικά, να αναφέρω ότι ευελπιστώ ότι θα ληφθούν από τον Ενάγοντα, το συντομότερο δυνατό, τα αναγκαία δικονομικά διαβήματα προς άρση των παραλείψεων στα αιτητικά παραγράφων Α και Β του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος.» Το εύρημα του Δικαστηρίου για μη συμμόρφωση των Θεραπειών Α και Β της Αγωγής του Ενάγοντος με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, παραμένει ως αναντίλεκτο γεγονός. Η μη συμμόρφωση κρίθηκε ότι συνιστούσε θεραπεύσιμη παρατυπία. Η Δ.64, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αναιρεί τους Θεσμούς. Στις περιπτώσεις παρατυπιών, ακόμα και όταν αυτές κριθούν ότι είναι θεραπεύσιμες, ο διάδικος ο οποίος έχει υποπέσει στις παρατυπίες, οφείλει να προβεί σε διαβήματα για άρση τους, εάν το επιθυμεί, ενώ το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση ως έχει (βλ. υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1Α Α.Α.Δ 298 σελ. 301: «Ακόμα κι αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο δεν υπάρχει λόγος να υπεισέλθουμε στην παρούσα περίπτωση, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφό του (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ΄ όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157). Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει.» Ο Ενάγων καταχώρισε στις 12.05.2016 την Έκθεση Απαίτησής του. Από μια αντιπαραβολή των θεραπειών που διατυπώνονται στις παραγράφους Α και Β στο Κλητήριο της Αγωγής με τις αντίστοιχες της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ξεκάθαρα ότι υπάρχει ταυτόσημη διατύπωση τους. Δηλαδή στις αξιώσεις υπό στοιχεία Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης δεν παρατίθεται τίποτε διαφορετικό από όσα παρατέθηκαν στις αντίστοιχες θεραπείες του Κλητηρίου, σε σχέση με τις οποίες το Δικαστήριο προέβη, με την απόφασή του ημερομηνίας 8.04.2016, σε εύρημα ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς στη διατύπωση των θεραπειών αυτών. Περαιτέρω, ούτε στην παράγραφο 33, στην οποία καταγράφονται οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος που αφορούν τις θεραπείες Α και Β, δίδονται οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες για το επίδικο δημοσίευμα και ούτε αναφέρονται οι συγκεκριμένες λέξεις ή φράσεις, οι οποίες, κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντος, συνιστούν λίβελλο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών. Από το περιεχόμενο της καταχωρηθείσας Έκθεσης Απαίτησης, προκύπτει σαφώς ότι ο Ενάγων δεν έχει θεραπεύσει την ελαττωματικότητα του Κλητηρίου Εντάλματός του, όσον αφορά τη διατύπωση των θεραπειών Α και Β, καθότι: (α) Αφενός δεν προέβη σε τροποποίηση του Κλητηρίου του, ώστε να περιλαμβάνει συγκεκριμένες λέξεις ή το μέρος του δημοσιεύματος το οποίο θεωρεί δυσφημιστικό και (β) αφετέρου, ούτε στην Έκθεση Απαίτησης που καταχώρισε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.4.2016 συγκεκριμενοποιεί τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις του περί δυσφήμισης, ούτε περιλαμβάνει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες που να επεξηγούν σε τι συνίστανται και πού στηρίζονται οι ισχυρισμοί του περί δυσφήμισης ή/και λιβέλου ή/και επιζήμιας ψευδολογίας. Η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος εκκρεμούσε ήδη από το Μάιο του 2015, έκτοτε και μέχρι σήμερα μεσολάβησαν οι ακόλουθες ενέργειες: (α) καταχωρίσθηκε στις 30.4.2015 από το Εναγόμενο ΙΠΕ η 1η Αίτηση για διαγραφή, (β) εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.4.2016, (γ) καταχωρίσθηκε στις 12.5.2016 η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος, (δ) καταχωρίσθηκε στις 7.06.2016 από τον Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου ΙΠΕ για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης, (ε) καταχωρίσθηκε στις 26.10.2016 η παρούσα 2η Αίτηση από το εναγόμενο ΙΠΕ, (στ) καταχωρίσθηκε στις 21.12.2016 η Ένσταση του Ενάγοντος, (ζ) εκδικάστηκε την 24.01.2017 η παρούσα 2η Αίτηση του Εναγομένου ΙΠΕ. Ο Ενάγων είχε κάθε ευχέρεια να προβεί σε άρση των παρατυπιών του κλητηρίου του και καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα επέλεξε να μην το πράξει. Εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να μη συμμορφώνεται ούτε με τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς, ούτε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.04.2016 και να επιμένει, παρά το εύρημα του Δικαστηρίου για μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, να διατηρεί και να προωθεί το ελαττωματικό και παράτυπο κλητήριό του, καθώς και μια ελαττωματική Έκθεση Απαίτησης, τα οποία, εκτός από το γεγονός ότι καταστρατηγούν τους Κανονισμούς Πολιτικής δικονομίας, δεν επιτρέπουν, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, στον Εναγόμενο να αντιληφθεί τι ακριβώς του καταλογίζει ο Ενάγων και σε τι ακριβώς καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Επομένως στη βάση της μη λήψης οποιουδήποτε μέτρου από τον Ενάγοντα για άρση της παρατυπίας που επισημάνθηκε πιο πάνω καθιστά πλέον τις θεραπείες Α και Β υποκείμενες σε ακύρωση ή/και παραμερισμό ή/και διαγραφή, λόγω ουσιώδους μη θεραπευθείσας παρατυπίας και συγκεκριμένα, λόγω παράβασης των προνοιών της Δ.2 θ.9 και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Η πλευρά του Αιτητή ΙΠΕ καλεί το Δικαστήριο να προχωρήσει ακόμα ένα βήμα παρακάτω και να εξετάσει κατά πόσο οι θεραπείες Α και Β που αφορούν το αγώγιμο δικαίωμα στη βάση λιβέλου μπορούν να στοιχειοθετηθούν. Το εναγόμενο ΙΠΕ με το Αιτητικό υπό στοιχεία Β 3, 4 και 5 της παρούσας Αίτησής του αξιώνει τη διαγραφή ή/και παραμερισμό των Θεραπειών Α και Β για τον περαιτέρω λόγο ότι δεν στοιχειοθετούν αγώγιμο δικαίωμα στη βάση λιβέλου. Συγκεκριμένα εγείρει τα εξής ζητήματα: «
- Οι Θεραπείες Α και Β και η παράγραφος 33 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος δημιουργούν παραπλανητικές εντυπώσεις και/ή είναι αόριστες και/ή ενυπάρχουν σε αυτές σκανδαλώδεις αναφορές όσον αφορά το πρόσωπο το οποίο προέβη στην επίδικη δημοσίευση στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» ημερομηνίας 21.03.2015, το οποίο πρόσωπο, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του δημοσιεύματος, δεν ήταν ο Εναγόμενος ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος ή υπάλληλός του, αλλά συγκεκριμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας «ο Φιλελεύθερος».
- Η Αγωγή, κατά το μέρος της που αφορά τις θεραπείες Α και Β, είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική και/ή εκδικητική και/ή καταπιεστική κατά του Εναγομένου και τούτο καταδεικνύεται από το γεγονός ότι εναγόμενοι στην Αγωγή δεν είναι ούτε ο συντάκτης του σχετικού δημοσιεύματος (δημοσιογράφος Βάσος Βασιλείου), ούτε ο εκδότης της συγκεκριμένης εφημερίδας (Phileleftheros Public Company Ltd), ούτε ο διανομέας της συγκεκριμένης εφημερίδας, αλλά Εναγόμενος είναι μόνο το ΙΠΕ, το οποίο δεν προέβη το ίδιο ή αντιπρόσωποι ή υπάλληλοι του στο σχετικό δημοσίευμα ούτε το δημοσίευμα αφορά δική τους επιστολή στη συγκεκριμένη εφημερίδα και κατ' επέκταση δεν ήταν δυνατό ή νοητό να προβεί το ίδιο ή αντιπρόσωποι ή υπάλληλοι του «σε λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα... στην έκδοση της εφημερίδας "O Φιλελεύθερος" ημερομηνίας 21/3/2015.».
- Από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, αλλά και του επίδικου δημοσιεύματος, κρινόμενο αντικειμενικά, ουδόλως προκύπτει η στοιχειοθέτηση αγώγιμου δικαιώματος, στη βάση λιβέλου και/ή δυσφήμισης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας και/ή διαρροής εμπιστευτικών πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα, είτε από τον Εναγόμενο και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του, είτε, εν πάση περιπτώσει, από το δημοσιογράφο που συνέταξε το επίδικο δημοσίευμα.» Το Δικαστήριο, στην απόφασή του ημερομηνίας 8.04.2016, αναφερόμενο στους αντίστοιχους λόγους τους οποίους ήγειρε το Εναγόμενο ΙΠΕ στην 1η Αίτησή του, για να ζητήσει τη διαγραφή των αξιώσεων υπό στοιχεία Α και Β, κατέληξε στη σελίδα 13 της απόφασης στα εξής: «.Θεωρώ πρόωρο, με μόνο οδηγό τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος, να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι από το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος δεν στοιχειοθετείται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ΙΠΕ. Χωρίς ακόμα να καταχωρηθεί η Έκθεση Απαίτησης, θεωρώ επισφαλές να αποδεχθώ τις θέσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν προέρχεται από τον Εναγόμενο, αφού δεν συνιστά δικό του άρθρο, ούτε δική του δημοσίευση, ούτε δημοσίευση σε δικό του μέσο επικοινωνίας. Δεν μπορώ να εικάσω τι ακριβώς θα αποδώσει και τι ευθύνες θα επιρρίψει με την Έκθεση Απαίτησης του ο Ενάγοντας στο ΙΠΕ, αναφορικά με το επίδικο δημοσίευμα. Συνακόλουθα, δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η θέση του Αιτητή ότι το περιεχόμενο των θεραπειών των παραγράφων Α και Β του κλητηρίου εντάλματος είναι επιπόλαιο, ενοχλητικό, εκδικητικό, σκανδαλώδες παραπλανητικό και καταπιεστικό, έναντι του ΙΠΕ.» Από το πιο πάνω σκεπτικό προκύπτει σαφώς ότι Δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας των θέσεων του Εναγόμενου ΙΠΕ και ο μοναδικός λόγος για τον οποίο απέρριψε τις αντίστοιχες θέσεις του Εναγόμενου, όπως προβλήθηκαν στην 1η Αίτησή του (στοιχεία Β.2, 3 και 4 της 1ης Αίτησης), ήταν η πεποίθησή του ότι δεν μπορούσε να εικάσει τι ακριβώς θα απέδιδε με την Έκθεση Απαίτησής του ο Ενάγων στον Εναγόμενο. Εφόσον πλέον η Έκθεση Απαίτησης έχει καταχωρισθεί και βρίσκονται ολοκληρωμένες (κατά τα λεχθέντα της απόφασης 8.04.2016), οι θέσεις του Ενάγοντος ενώπιον του Δικαστηρίου, τίθενται εκ νέου προς εξέταση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι επιπλέον λόγοι (επιπρόσθετοι προς την ύπαρξη ουσιώδους παρατυπίας), για τους οποίους το Εναγόμενο ΙΠΕ πιστεύει ότι οι θεραπείες Α και Β πρέπει να παραμεριστούν. Στην υπόθεση «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λτδ ν. Χαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1Α Α.Α.Δ. 550, 553 το Δικαστήριο κρίνει ότι: «αξίζει να τονισθεί εξαρχής ότι σε αγωγή λιβέλου οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα και πρέπει επομένως να περιληφθούν στην έκθεση απαιτήσεως: British Data v. Boxer Removals [1996] 3 All ER 707». Επίσης στην πρωτόδικη απόφαση στην Αγ. 5941/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ Λάμπρου Χριστοφή ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ημερομηνίας 10.6.2011, το Δικαστήριο εξέτασε παρόμοια αιτήματα με τα εγειρόμενα στην παρούσα Αίτηση. Παραθέτουμε απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση, το οποίο θεωρούμε βοηθητικό για σκοπούς της παρούσας Αίτησης: «Διά να εκφρασθεί ολοκληρωμένη αιτία αγωγής για λίβελλο στην αγωγή θα πρέπει να περιέχει γεγονότα που να δείχνουν ότι το δημοσίευμα αφορά τον ενάγοντα και δεύτερο θα πρέπει να περιέχει γεγονότα που να εξηγεί γιατί προκύπτουν οι δυσφημιστικές ερμηνείες που εισηγείται ο ενάγοντας εάν τέτοια ερμηνεία δεν προκύπτει από την συνήθης ερμηνεία των λέξεων του δημοσιεύματος. ... Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι λέξεις του δημοσιεύματος είναι τέτοιες που αναγνώστης που γνωρίζει τον ενάγοντα θα αντιλαμβανόταν ότι το δημοσίευμα τον αφορά. (Gatley on Libel and Slander, Eleventh Edition, Sweet and Maxwell. Par. 7.2, Claimant need not be referred to by name). Αναφορικά με το δεύτερο σημείο το ερώτημα είναι κατά πόσο η δυσφημιστική ερμηνεία προκύπτει ως αποτέλεσμα πιθανής ερμηνείας των λέξεων του δημοσιεύματος χωρίς να προστρέξει κανείς σε γεγονότα που δεν περιέχονται στο δημοσίευμα (false innuendo) ή κατά πόσο γεγονότα, που δεν είναι στο δημοσίευμα, πρέπει να είναι γνωστά στον αναγνώστη για να προκύψει η δυσφημιστική ερμηνεία των λέξεων που εισηγείται ο ενάγοντας. (True innuendo). Στην περίπτωση που χρειάζεται ο αναγνώστης να γνωρίζει κάποια γεγονότα για να αντιληφθεί τη δυσφημιστική ερμηνεία τότε αυτά τα γεγονότα πρέπει να δικογραφηθούν και να αποδειχθεί ότι αυτά τα γεγονότα ήταν γνωστά σε κάποιους αναγνώστες της εφημερίδας. (Sweet & Maxwell on Libel and Slander par. 3.9). Νοείται ότι στην περίπτωση που ο ενάγοντας στηρίζεται σε 'true innuendo' για να αποδείξει την απαίτηση του θα πρέπει να καταγράψει αυτά τα γεγονότα στην απαίτηση του. Εάν αυτή είναι η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση οι εναγόμενοι μπορεί να έχουν δίκαιο ότι η απαίτηση όπως έχει δικογραφηθεί δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής. Με βάση τη Δ.19 θ.4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να εκθέτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα από τα οποία να προκύπτει η απαίτηση του ενάγοντα, αλλά όχι τα γεγονότα που συνιστούν μαρτυρία με την οποία προτίθεται να αποδείξει την απαίτηση του. Διά να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο θα πρέπει να διαγράψει την έκθεση απαιτήσεως θα πρέπει να εξετάσει δύο ζητήματα. Το πρώτο είναι κατά πόσο περιέχονται αρκετά ουσιώδη γεγονότα από την Έκθεση Απαιτήσεως ώστε να αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Το δεύτερο ζήτημα είναι κατά πόσο η αξίωση του ενάγοντα είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο στην έκθεση απαιτήσεως ώστε να προκαλεί σύγχυση στον εναγόμενο στο βαθμό που θα δυσκολευόταν να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή και να γνωρίζει την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Atkin's Court Forms, δεύτερη έκδοση, τόμος 25, στο κεφάλαιο που ονομάζεται Libel and Slander καθορίζονται ποια είναι τα ουσιώδη γεγονότα που πρέπει να υπάρχουν στην Έκθεση Απαιτήσεως διά να στοιχειοθετείται αξίωση για δυσφήμιση και αυτά είναι ως ακολούθως: Εισαγωγικοί ισχυρισμοί (introductory averments). Ισχυρισμός ότι υπάρχει δημοσίευση και ότι αυτή η δημοσίευση αφορά τον ενάγοντα. Το νόημα της δημοσίευσης (plain and ordinary meaning of the words or innuendo). Πρόκληση ζημιάς ως αποτέλεσμα της δυσφήμισης. Το πρώτο παράπονο των εναγομένων είναι ότι δεν προκύπτει από το επίδικο δημοσίευμα ότι η δυσφήμιση αφορά των ενάγοντα. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Atkin's Court Forms, πιο πάνω, είναι ουσιώδης παρατυπία να μην προκύπτει από την έκθεση απαιτήσεως ότι το επίδικο δημοσίευμα αφορά τον ενάγοντα. «The statement of claim must allege that the words were published of the plaintiff. If the words do not expressly refer to him, the facts and matters relied upon as showing that the words do refer to him are "material facts" and must be pleaded. Without these facts the statement of claim is defective and is liable to be struck out but in practice it is usual for them to apply for further and better particulars.» Στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απαίτηση του ενάγοντα έπασχε επειδή - όπως ακριβώς και στην παρούσα υπόθεση - έλειπαν τα γεγονότα που μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί το δημοσίευμα πρέπει να εκληφθεί ότι αφορά τον ενάγοντα, επειδή δεν ήταν γνωστό γιατί ο ενάγων θεωρούσε ότι η ερμηνεία που αποδίδεται στο δημοσίευμα ήταν η ορθή και επειδή το δικόγραφο του ενάγοντα προκαλούσε σύγχυση στην άλλη πλευρά. Εν όψει των ευρημάτων αυτών εξέδωσε διάταγμα διαγραφής της Έκθεσης Απαιτήσεως με υπό όρους αναστολή. Είναι φανερόν ότι ούτε από τις θεραπείες Α και Β, ούτε από την παράγραφο 33 της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει στοιχειοθέτηση των αγώγιμων δικαιωμάτων, τα οποία επικαλείται ο Ενάγων στις θεραπείες αυτές και ούτε μπορεί να γίνει αντιληπτό, τι ακριβώς καταλογίζει ο Ενάγων στο Εναγόμενο ΙΠΕ . Από μια ανάγνωση των θεραπειών Α και Β του Κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος (για αποζημιώσεις και απαγορευτικό διάταγμα), δίδεται η εντύπωση, αφενός από το λεκτικό τους και αφετέρου από το γεγονός ότι οι θεραπείες αξιώνονται εναντίον του Εναγομένου ΙΠΕ, ότι ο κατ' ισχυρισμόν λίβελος διαπράχθηκε από το ίδιο το Εναγόμενο ΙΠΕ. Ο Ενάγων κάνει λόγο στη θεραπεία «Α» για δυσφήμιση, επιζήμια ψευδολογία, διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα εκ μέρους των Εναγομένων ή υπαλλήλων, αντιπροσώπων κλπ, στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος». Στη θεραπεία υπό στοιχείο «Β» ζητείται, η έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στο Εναγόμενο ΙΠΕ και στους αντιπροσώπους του να «προβαίνουν σε δυσφημιστικά σχόλια και/ή δηλώσεις και/ή δημοσιεύματα και/ή διαρροή πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα και/ή αναπαραγωγή οποιωνδήποτε τέτοιων σχολίων..». Η διατύπωση που χρησιμοποιείται από τον Ενάγοντα στις δύο αυτές θεραπείες δίδει την εντύπωση ότι το πρόσωπο που προέβη σε δυσφημιστικά σχόλια και/ή δηλώσεις και/ή δημοσιεύματα και/ή διαρροή και ή αναπαραγωγή αυτών, ήταν το Εναγόμενο ΙΠΕ ή οι αντιπρόσωποί του. Δηλαδή, εκ του γεγονότος ότι αξιώνονται θεραπείες για λίβελο εναντίον του Εναγόμενου ΙΠΕ, κάποιος θα ανέμενε φυσιολογικά, να αποτελεί ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι ο λίβελος διαπράχθηκε από το Εναγόμενο ΙΠΕ. Ασφαλώς όμως όπως προκύπτει και από τα γεγονότα που παρατέθηκαν, δεν είναι αυτό που συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Από μια πιο προσεκτική ανάγνωση των ίδιων των εν λόγω θεραπειών, κατά πρώτο λόγο, αλλά και του δημοσιεύματος, κατά δεύτερο λόγο, το οποίο επισυνάπτεται στην Αίτηση ως Τεκμήριο 3, προκύπτουν τα εξής: (α) το δημοσίευμα συνιστά άρθρο που συντάχθηκε από το δημοσιογράφο Βάσο Βασιλείου και όχι από τον Εναγόμενο ή αντιπροσώπους του, (β) δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος», δηλαδή όχι σε ιστότοπο ή μέσο ή τόπο που να συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με τον Εναγόμενο, (γ) ακόμα και ο τίτλος του επίδικου δημοσιεύματος «Πόλεμος Εισαγγελίας και Ιδρύματος Έρευνας» παραπέμπει σε διαφορά μεταξύ του Εναγόμενου ΙΠΕ και της Εισαγγελίας και δεν αφορά τον Ενάγοντα. Για να εκφρασθεί ολοκληρωμένη αιτία αγωγής για λίβελο, θα πρέπει να περιέχει καταρχάς γεγονότα που να δείχνουν ότι το δημοσίευμα αφορά τον Ενάγοντα, ότι προέρχεται από τον Εναγόμενο και θα πρέπει επίσης να καταδεικνύει τη δυσφημιστική ερμηνεία που εισηγείται ή εκλαμβάνει ο Ενάγων, εάν δεν προκύπτει τέτοια ερμηνεία από τη συνήθη ερμηνεία των λέξεων του δημοσιεύματος. Στην παρούσα περίπτωση, ήδη από το περιεχόμενο των θεραπειών του κλητηρίου εντάλματος, χωρίς να χρειαστεί να ανατρέξουμε στο δημοσίευμα, προκύπτει ότι το δημοσίευμα δεν προέρχεται από το Εναγόμενο ΙΠΕ, αφού δεν συνιστά δικό του άρθρο, ούτε δική του δημοσίευση, ούτε δημοσίευση σε δικό του μέσο επικοινωνίας. Επομένως, προκύπτει το εύλογο ερώτημα γιατί να στρέφεται η Αγωγή εναντίον του Εναγόμενου ΙΠΕ, το οποίο δεν είναι ούτε ο συγγραφέας, ούτε ο συντάκτης, ούτε ο εκδότης, ούτε ο διανομέας του δημοσιεύματος, ούτε το δημοσίευμα συνιστά δικό του κείμενο. Ούτε και οποιοσδήποτε από τους προαναφερθέντες, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με το δημοσίευμα δεν είναι εναγόμενος στην Αγωγή, ούτε ο συντάκτης του σχετικού δημοσιεύματος (δημοσιογράφος Βάσος Βασιλείου), ούτε ο εκδότης της συγκεκριμένης εφημερίδας (Phileleftheros Public Company Ltd), ούτε ο διανομέας της συγκεκριμένης εφημερίδας. Εναγόμενος είναι μόνο το ΙΠΕ, το οποίο δεν προέβη το ίδιο ή αντιπρόσωποι ή υπάλληλοι του στο σχετικό δημοσίευμα ή στην αποστολή οποιασδήποτε επιστολής στη συγκεκριμένη εφημερίδα και κατ' επέκταση δεν ήταν δυνατό ή νοητό να προβεί το ίδιο ή αντιπρόσωποι ή υπάλληλοι του «σε λίβελο και/ή δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα... στην έκδοση της εφημερίδας "O Φιλελεύθερος" ημερομηνίας 21/3/2015.». Στην παράγραφο 33 της Έκθεσης Απαίτησης, αναφέρεται το όνομα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του Εναγόμενου, χωρίς να καθίσταται κατανοητό τι ακριβώς του καταλογίζεται. Σε ποια προσωπικά δεδομένα του Ενάγοντος αναφέρεται η Έκθεση Απαίτησης, σε ποια στοιχεία και τι ακριβώς είχε στόχο να εκθέσει τον Ενάγοντα (κατά την αντίληψή του) στον επαγγελματικό, φιλικό, κοινωνικό του περίγυρο, σε χλεύη για δήθεν παράνομη διαπλοκή, ποιο ακριβώς ήταν αθέμιτο αποτέλεσμα που μπορούσε ενδεχομένως να επιτύχει το Εναγόμενο ΙΠΕ και ποια ακριβώς ζημιά ισχυρίζεται ότι έπαθε ο Ενάγων εξ αιτίας του Εναγόμενου ΙΠΕ. Δεν μπορεί το Εναγόμενο ΙΠΕ να ενάγεται και να μην γνωρίζει τι ακριβώς του καταλογίζεται και τι έχει να αντιμετωπίσει. Εξ ου και η Δ.2 θ.9, ως αναλύθηκε ανωτέρω, επιβάλλει την εξειδίκευση των αξιώσεων που πηγάζουν από τις βάσεις αγωγής στις οποίες στηρίζονται οι θεραπείες Α και Β της Αγωγής του Ενάγοντος. Καταλήγω ότι το περιεχόμενο των θεραπειών Α και Β του Κλητηρίου Εντάλματος είναι επιπόλαιο, ενοχλητικό, εκδικητικό, σκανδαλώδες, παραπλανητικό και καταπιεστικό έναντι του Εναγόμενου ΙΠΕ, αφού δημιουργεί παραπλανητικές εντυπώσεις όσον αφορά το πρόσωπο το οποίο προέβη στη συγκεκριμένη δημοσίευση στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος», ημερομηνίας 21.03.2015, το οποίο πρόσωπο, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο της θεραπείας Α αλλά του δημοσιεύματος κατ' επέκταση, δεν ήταν το Εναγόμενο ΙΠΕ ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος ή υπάλληλός του, αλλά συγκεκριμένος δημοσιογράφος της εφημερίδας «ο Φιλελεύθερος», ο οποίος μάλιστα κατονομάζεται στην θεραπεία Α του Κλητηρίου. Ο ίδιος ο τίτλος του εν λόγω δημοσιεύματος, ο οποίος παρατίθεται στη θεραπεία «Α» «Πόλεμος Εισαγγελίας - Ιδρύματος Έρευνας», φαίνεται ότι το δημοσίευμα δεν αφορά, κατά κύριο λόγο, τον Ενάγοντα. Από μια ανάγνωση δε του δημοσιεύματος, ημερομηνίας 21.03.2015, το οποίο παραθέτει ο Αιτητής ως Τεκμήριο Ε στην Αίτησή του, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι αντικείμενο του ενδιαφέροντος του συγκεκριμένου δημοσιογράφου του Φιλελεύθερου δεν ήταν ο Ενάγων, πόσο μάλλον η δυσφήμιση του Ενάγοντος, ούτε καν η οποιαδήποτε τυχόν διαφορά μεταξύ του Ενάγοντος και του Εναγομένου ΙΠΕ , αλλά η τυχόν ύπαρξη «διαμάχης» μεταξύ του ΙΠΕ και του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Το μόνο απόσπασμα του δημοσιεύματος (Τεκμήριο 3), το οποίο αφορά λεχθέντα από εκπρόσωπο του ΙΠΕ είναι τα εξής: : «Ο διευθυντής του ΙΠΕ, Γιώργος Γεωργίου, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του «Φ», ανέφερε ότι το δ.σ. του Ιδρύματος στηρίζει πλήρως τις ενέργειες της Υπηρεσίας, η οποία προασπίζει το δημόσιο συμφέρον. Μάλιστα, όπως είπε, το δ.σ. του ΙΠΕ θα ενημερώσει το Γενικό Εισαγγελέα σχετικά με τους λόγους που δεν προτίθεται να εγκρίνει πληρωμή της παραπονούμενης εταιρείας». Αντικειμενικά εξετάζοντας κάποιος τις ως άνω αναφορές μπορεί να διερωτηθεί πως οι εν λόγω αναφορές του εκπροσώπου του ΙΠΕ δύνανται να θεωρηθούν ως λίβελλος, ή δυσφημιστικές προς τον Ενάγοντα, ή ότι συνιστούν επιζήμια ψευδολογία ή διαρροή εμπιστευτικών πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα σε βάρος του Ενάγοντος, όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων με τις θεραπείες/αξιώσεις Α και Β της παρούσας Αγωγής. Όλες οι υπόλοιπες αναφορές που περιέχονται στο δημοσίευμα έγιναν από τον ίδιο το δημοσιογράφο, όπως άλλωστε φαίνεται και από το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος. Καταλήγω ότι και για όλους τους πιο πάνω λόγους το κλητήριο ένταλμα, κατά την έκταση που αφορά τις θεραπείες Α και Β θα πρέπει να παραμεριστεί ή/και διαγραφεί όπως είναι και η απόφαση μου. Παραμερισμός των αξιώσεων «Γ, Δ, Ε, Ζ, Η , Θ, Η, Ι, Κ και Λ» του κλητηρίου της αγωγής λόγω πολλαπλότητας και εξέταση του παράγοντα της κατάχρησης: Οι λόγοι που υποστηρίζουν το αίτημα του Εναγόμενου ΙΠΕ - Αιτητή στην παρούσα για παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος στην έκταση που αφορά την παράγραφο 34 αιτητικά «Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Η, Ι, Κ και Λ» του αιτητικού της Αγωγής και οι οποίες αφορούν αξιώσεις για κατ΄ ισχυρισμό παράβαση σύμβασης, είναι, όπως και πάλι καταγράφονται στην ίδια την Αίτηση του Αιτητή, υπό στοιχείο (Γ) ως εξής: «Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται και/ή διαγράφονται και/ή αναστέλλονται, οι υπόλοιπες θεραπείες της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι οι θεραπείες Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Η, Ι, Κ και Λ, καθότι συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή πολλαπλότητα της διαδικασίας και/ή είναι επιπόλαιες και ενοχλητικές και/ή καταπιεστικές, λόγω του ότι με τις θεραπείες αυτές ζητούνται οι ίδιες ή/και ουσιωδώς οι ίδιες θεραπείες με εκείνες της Αγωγής αρ. 5679/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή/και στις θεραπείες της παρούσας Αγωγής περιλαμβάνονται θεραπείες, οι οποίες ζητούνται ταυτόχρονα και στην Αγωγή αρ. 5679/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.» Ο αδελφός Δικαστής κ. Θ. Θωμά Α.Ε.Δ., στην απόφασή του ημερομηνίας 8.04.2016 έκανε αναφορά και στους αντίστοιχους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ΙΠΕ όπως ηγέρθηκαν στην παράγραφο 5 της 1ης Αίτησης, για πολλαπλότητα των διαδικασιών και κατάχρηση (βλ. σελίδες 14 και 15 της Απόφασης). Συγκριμένα, στη σελίδα 15 προέβη στο εξής εύρημα: «Αυτό το οποίο διαπιστώνω, μετά από μελέτη της Έκθεσης Απαίτησης της Αγωγής αρ. 5679/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση (Τεκμήριο Γ), είναι ότι οι θεραπείες των παραγράφων 27(Α), (Β) και (Δ) της ως άνω αγωγής είναι όμοιου περιεχομένου με τις παραγράφους (Γ), (Ε) και (Θ) του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής.» Προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε διαπίστωση της ομοιότητας των ανωτέρω αναφερόμενων παραγράφων. Μια απλή ανάγνωση αυτών καταδεικνύει ότι δεν είναι απλώς όμοιες, αλλά ακριβώς οι ίδιες. Πρόκειται δηλαδή για πιστή αντιγραφή. Ο αδελφός Δικαστής, δεν προχώρησε στη διαγραφή ή τον παραμερισμό τους με την αιτιολογία ότι κάτι τέτοιο θα ήταν πρόωρο, εν όψει της μη καταχώρισης Έκθεσης Απαίτησης. Επί τούτου αναφέρθηκαν τα εξής, στη σελίδα 15 της απόφασης: «Είμαι της άποψης ότι στην απουσία της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής, δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε εύρημα ότι υπάρχει ταύτιση των επίδικων ζητημάτων, ώστε να υπάρχει και πολλαπλότητα διαδικασιών... Αυτό το οποίο θα καθορίσει και θα προσδιορίσει, κατά την άποψη μου, τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, είναι η Έκθεση Απαίτησης, ώστε να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει ταύτιση των αιτούμενων θεραπειών, με τις θεραπείες οι οποίες ζητούνται στην αγωγή υπ' αρ. 5679/2011, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.» Αντίστοιχη ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου και επί της θέσης του Εναγόμενου ΙΠΕ ότι η θεραπεία/αξίωση Ζ της παρούσας Αγωγής, καλύπτει και περιλαμβάνει τη θεραπεία/αξίωση Γ στην Αγωγή 5679/2011, με τη μόνη διαφορά ότι στη θεραπεία Ζ της παρούσης περιλαμβάνεται και επιπρόσθετο ποσό (ήτοι η τρίτη δόση χρηματοδότησης). Αποτέλεσμα τούτου είναι ο Ενάγων να αξιώνει με την παρούσα Αγωγή το ποσό των €109.752,50, στο οποίο περιλαμβάνεται το ποσό των €75.582,85, το οποίο ζητά και με τη θεραπεία/αξίωση Γ της Αγωγής 5679/2011. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη σε οποιοδήποτε εύρημα επί των θέσεων αυτών του Εναγόμενου ΙΠΕ, σημειώνοντας τα ακόλουθα στη σελίδα 16 της απόφασής του: «Όσον αφορά τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών ότι το ποσό των €75.592,85, που απαιτείται ως αποζημιώσεις στην αγωγή 5679/2011, αποτελεί μέρος του ποσού των €109.752,50, που αξιώνεται με την υπό εξέταση αγωγή, αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι, στην απουσία της Έκθεσης Απαίτησης, θεωρώ επισφαλές να προβώ, από αυτό το στάδιο, σε οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, όσον αφορά τη σχέση των δύο ποσών που περιγράφονται πιο πάνω.» Με την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος να βρίσκεται πλέον στο φάκελο του Δικαστηρίου και την Αγωγή αρ. 5679/2011 να έχει τεθεί και αυτή ενώπιον μου, ως Τεκμήριο 6 στην παρούσα Αίτηση του Εναγόμενου ΙΠΕ, το τελευταίο με την αίτηση του αυτή καλεί το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει επί της ουσίας τις θέσεις του για ύπαρξη πολλαπλότητα των διαδικασιών και συνεπώς κατάχρησης της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας και να προβεί σε σχετικό εύρημα. Η καταχώριση της Αγωγής 5679/2011, η οποία έχει ως αντικείμενο τη διεκδίκηση της 2ης/ενδιάμεσης δόσης ύψους €75.582,85 συνιστά παραδεκτό γεγονός στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος. Κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος όμως, στην ίδια παράγραφο, η αγωγή αυτή «στη συνέχεια ανεστάλη, το Μάιο του 2012», ως δήθεν ένδειξη καλής θέλησης του Ενάγοντος για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Δηλαδή αμφισβητείται η μέχρι σήμερα εκκρεμότητά της. Όπως όμως προκύπτει από τις παραγράφους 13, 14 και 15 της ένορκης δήλωσης του κ. Γ. Γεωργίου, η οποία υποστηρίζει την 2η Αίτηση του Εναγόμενου και τα τεκμήρια 4, 5 και 6 που επισυνάπτονται σε αυτήν, η Αγωγή 5679/2011 εξακολουθεί να υφίσταται, με αποτέλεσμα να εκκρεμούν σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια, δύο ξεχωριστές Αγωγές, οι οποίες εν πολλοίς, πραγματεύονται κοινά ουσιώδη στοιχεία και αξιώνουν ταυτόσημες θεραπείες. Επισημαίνεται ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος κ. Γ. Γεωργίου επί αυτών των ισχυρισμών του. Συγκεκριμένα, οι δύο αυτές αγωγές του Ενάγοντος έχουν τα ακόλουθα κοινά ουσιώδη στοιχεία: (α) Οι διάδικοι και στις δύο Αγωγές είναι οι ίδιοι, υπό την ίδια ιδιότητα ο καθένας. (β) Αμφότερες οι Αγωγές έχουν ως βάση και ως αντικείμενο το συμβόλαιο έργου ημερομηνίας 22.12.2009, το οποίο συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, το οποίο αφορά χρηματοδότηση, από τον Εναγόμενο, της εκτέλεσης, από τον Ενάγοντα, του ερευνητικού έργου με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ/ΕΦΑΡΜ/0308/04, το οποίο εντάχθηκε στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Αειφόρος Ανάπτυξη και Ανταγωνιστικότητα 2007 - 2013» (αντίγραφο του συμβολαίου, χωρίς τα παραρτήματα του, επισυνάπτεται στην 2η Αίτηση ως Τεκμ. «7»). (γ) Από μια απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου των δύο δικογράφων καθίσταται εύκολα αντιληπτό ότι ότι η μισή Έκθεση Απαίτησης της παρούσας Αγωγής συνιστά αντιγραφή μέρους της Αγωγής αρ. 5679/2011. Συγκεκριμένα, οι παράγραφοι 1-13 και 14-17 της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας Αγωγής είναι πανομοιότυπες με τις παραγράφους 1-12 και 14-17 αντίστοιχα, των λεπτομερειών της Αγωγής 5679/2011. (δ) Όπως προκύπτει από τις Εκθέσεις Απαίτησης των δύο
(2)Αγωγών, ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου ανερχόταν σε €240.391,00 και η μέγιστη ενίσχυση του ΙΠΕ θα ήταν μέχρι €168.850,
- Καταβλήθηκε στον Ενάγοντα, ως προκαταβολή, το ποσό των €59.097,50 και το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν σε δύο δόσεις ανάλογα με την πρόοδο και την ορθή εκτέλεση του έργου. Προϋπόθεση για την καταβολή των εν λόγω δόσεων αποτελούσε η έγκριση από τον Εναγόμενο της ενδιάμεσης έκθεσης προόδου και της τελικής έκθεσης προόδου αντίστοιχα. (ε) Όπως αναφέρεται στις παραγράφους 12, 16 και 17 της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας Αγωγής (και αντιστοίχως στις παραγράφους 11, 16 και 17 της Αγωγής 5679/2011), ενώ η πρώτη δόση είχε καταβληθεί στον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος αρνήθηκε να καταβάλει την ενδιάμεση δόση ύψους €75.592,85, με το αιτιολογικό ότι εντοπίστηκαν πληθώρα ελλείψεων και παρατυπιών στην ενδιάμεση έκθεση που υπέβαλε ο Ενάγων. Το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της απόφασής του αυτής, αποτελεί αντικείμενο αμφότερων των Αγωγών. (στ) Λόγω της άρνησης του Εναγομένου να καταβάλει τη 2η δόση χρηματοδότησης, ο Ενάγων καταχώρισε στις 29.08.2011 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, μέσω του δικηγορικού γραφείου Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σία, την πιο πάνω Αγωγή αρ. 5679/2011, στην οποία περιλαμβάνονται διάφορες αξιώσεις/θεραπείες, οι οποίες συνίσταντο, ουσιαστικά, στην αξίωσή του για καταβολή της 2ης δόσης, ανερχόμενης στο ποσό των €75.582,85σ. (ζ) Όλες οι θεραπείες της Αγωγής αρ. 5679/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας είναι ουσιωδώς οι ίδιες με τις θεραπείες της παραγράφου 34, αιτητικά Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Η, Ι, Κ και Λ του αιτητικού της παρούσας Αγωγής, αφού αντικείμενο όλων των εν λόγω θεραπειών των δύο Αγωγών είναι το ίδιο συμβόλαιο ημερομηνίας 22.12.
- i. Επισημαίνεται ότι για το ταυτόσημο των θεραπειών υπό τα αιτητικά Γ, Ε και Θ της παραγράφου 34 της παρούσας Αγωγής με τις θεραπείες Α, Β και Δ, αντίστοιχα, της Αγωγής 5679/2011, έχει ήδη προβεί σε σχετικό εύρημα το Δικαστήριο, στην Απόφαση ημερομηνίας 8.04.
- ii. Οι θεραπείες υπό τα αιτητικά Δ, Η, δεύτερο Η και Ι της παραγράφου 34 παρούσας Αγωγής είναι συναφείς ή παρεπόμενες των υπολοίπων αξιώσεων του Ενάγοντος εναντίον του Εναγομένου ΙΠΕ και στην πρώτη και στη δεύτερη Αγωγή. iii. Η μόνη διαφορά που υφίσταται στις δύο Αγωγές εντοπίζεται στη θεραπεία/αξίωση του αιτητικού Ζ της παραγράφου 34 της παρούσας Αγωγής, η οποία αφορά τη 2η και/ή ενδιάμεση δόση ύψους €75.582,85 που ήδη ζητείται και με τη θεραπεία/αξίωση Γ στην Αγωγή 5679/2011 και επιπρόσθετα, την 3η και/ή τελική δόση, με αποτέλεσμα να συμποσούται η αξίωση των δύο αυτών δόσεων σε €109.752,
- Εν όψει του τρόπου με τον οποίο είναι διατυπωμένες οι θεραπείες αλλά και οι σχετικές λεπτομέρειες, διαφαίνεται σαφώς η πολλαπλότητα των διαδικασιών και συνεπώς η κατάχρηση. Για να καταστεί καλύτερα αντιληπτή η κατάχρηση που παρατηρείται, επισημαίνεται ότι στην υποθετική περίπτωση που ο Ενάγων επιτύχει και στις 2 Αγωγές του, θα εισπράξει εις διπλούν το ποσό των €75.582,85, αφού αξιώνει το ποσό αυτό τόσο με τη θεραπεία Γ της Αγωγής 5679/2011, όσο και με την θεραπεία Ζ της παρούσας Αγωγής (αφού το ποσό αυτό περιλαμβάνεται στις €109.752,50 τις οποίες αξιώνει με τη θεραπείας Ζ). Ο Ενάγων, με την ένστασή του στη 2η Αίτηση (βλ. παράγραφος 7 της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει), ισχυρίζεται ότι οι δύο Αγωγές δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Προκύπτει σαφώς από την ανωτέρω σύγκριση, ότι πλείστα των επίδικων θεμάτων και αξιώσεων στις δύο Αγωγές είναι ταυτόσημα και οι μόνες διαφορές που υπάρχουν, είναι οι αξιώσεις για λίβελο (θεραπείες Α και Β) της παρούσας Αγωγής και η αξίωση της 3ης δόσης, η οποία περιλήφθηκε στη θεραπεία Ζ της παρούσας Αγωγής μαζί με τη 2η δόση. Ακόμα όμως και υπό το πρίσμα των δύο αυτών διαφορών, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Εναγόμενο ΙΠΕ καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του για τα ίδια επίδικα ζητήματα ή σε κάθε περίπτωση για ουσιωδώς τα ίδια επίδικα ζητήματα σε δύο ξεχωριστές Αγωγές και μάλιστα σε δύο διαφορετικές επαρχίες. Η όποια διαφορά υπάρχει στις δύο Αγωγές, δεν δικαιολογεί την εκδίκαση εις διπλούν του μεγαλύτερου μέρους της παρούσας Αγωγής, μόνο και μόνο επειδή στην παρούσα εγείρονται και δύο επιπρόσθετα ζητήματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει κλητήρια εντάλματα, ή ισχυρισμούς ή δικόγραφα είναι δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας, με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων ή επιπόλαιων αγωγών (Drummond-Jackson v. British Medical Association and Others
(1970)1 All E.R. 1094, Mavromoustaki v. Yeroudis
(1965)1 C.L.R. 176, In Re Pelmaco Development Ltd v. In Re The Companies Law, CAP 113
(1991)1 A.A.Δ. 246 και Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ v. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς το γεγονός ότι η πολλαπλότητα των διαδικασιών συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και δικαιολογείται, ως εκ τούτου, η διαγραφή του σχετικού δικογράφου είναι σαφέστατη και καλά γνωστή (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Αναφορικά με την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής των Φυλακών ν. Περρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, In Re Beogradska D.D.
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Σχετική αναφορά στις βασικές αυθεντίες, υπάρχει στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.04.
- Στην υπόθεση Αναφορικά με την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, η οποία υιοθετήθηκε και από την Περρέλλα, στην οποία η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διατύπωσε με σαφήνεια ότι η πολλαπλότητα των διαδικασιών συνιστά, μιας μορφής, κατάχρηση και λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Παρ' όλο που τα επίδικα θέματα της έφεσης δεν είναι επάλληλα με εκείνα της παρούσας διαδικασίας είναι γεγονός ότι και τα δύο ένδικα μέσα αποβλέπουν στην επίτευξη του ίδιου αντικειμενικού στόχου δηλαδή στον παραμερισμό και ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.»
- Από την υπόθεση Beogradska (ανωτέρω) παραπέμπουμε επίσης στις ακόλουθες δύο Αγγλικές αποφάσεις, τις οποίες αναφέρει το Ανώτατο στις σελίδες 918-920 της απόφασής του, το σκεπτικό των οποίων, στην ουσία υποστηρίζει όσα αναφέρουμε στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με το γεγονός ότι η διεκδίκηση των ίδιων θεραπειών με δύο διαφορετικές Αγωγές συνιστά κατάχρηση (υπογράμμιση δική μας): «Η υπόθεση Wright ν. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παράδειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώσεις για δόλια ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώσεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για το λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλητική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: "The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action." Μετάφραση στα ελληνικά: "Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει την σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγομένους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή." Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R.
- Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33: "If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court wereof a wider and more general nature than the problems which confronted the other court. Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious."» Στην παρούσα περίπτωση, δύο διαφορετικά Δικαστήρια, σε δύο ξεχωριστές αγωγές καλούνται να ερμηνεύσουν τους όρους της ίδιας σύμβασης και να προβούν στη βάση ουσιωδώς των ίδιων γεγονότων ή, έστω, σε μεγάλο βαθμό, ίδιων γεγονότων, σε εύρημα κατά πόσο υπήρξε από μέρους του Ενάγοντος ή του Εναγόμενου ΙΠΕ παράβαση όρων της σύμβασης αυτής. Η παρούσα περίπτωση κατά την άποψη μου συνιστά κλασική περίπτωση κατάχρησης διαδικασιών δια της χρησιμοποίησης δύο παράλληλων και ίδιων, μάλιστα, ένδικων μέσων, προς εξασφάλιση των ίδιων ακριβώς θεραπειών. Αν αφεθεί μάλιστα ο Ενάγων να προωθήσει και τις δύο Αγωγές, θα βρεθεί το Εναγόμενο ΙΠΕ υπόλογο για τα ίδια ποσά σε δύο ξεχωριστές Αγωγές. Στην υπόθεση Περρέλλα το Δικαστήριο αφού προέβη σε επισκόπηση της Αγγλικής και Κυπριακής νομολογίας, κατέληξε ότι η Κυπριακή νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης, όσο και το μέτρο της αναστολής στις περιπτώσεις κατάχρησης διαδικασίας λόγω πολλαπλότητας. Στη βάση λοιπόν των γεγονότων της υπόθεσης κρίνω ότι η διαταγή περί αναστολής της αγωγής σε σχέση με αυτά τα αιτητικά θα ήταν υπό τις περιστάσεις η πρέπουσα. Θεωρώ ότι η πιο πάνω κατάληξη μου καθιστά πλέον πλεονασμό την ενασχόληση μου και με το άλλο ζήτημα που θέτει η πλευρά του Εναγόμενου ΙΠΕ, αυτό του παραμερισμού της αγωγής λόγω έλλειψης κατά τόπο αρμοδιότητας, ζήτημα το οποίο ενόψει των πιο πάνω δεν κρίνω σκόπιμο να με απασχολήσει. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Συνοψίζοντας καταλήγω στα ακόλουθα:
- Η διαπίστωση αφενός μεν ότι συντρέχει ζήτημα ουσιώδους παρατυπίας στη διατύπωση των θεραπειών των αιτητικών Α και Β της παραγράφου 34 της Έκθεσης Απαιτήσεως, η οποία παρά την ευκαιρία που είχε η πλευρά του ενάγοντος να πράξει αναλόγως δεν έχει αρθεί και αφετέρου δε της κατάληξης μου περί μη ύπαρξης, αντικειμενικά εξεταζόμενου, αγώγιμου δικαιώματος στη βάση λιβέλου, δυσφήμισης, επιζήμιας ψευδολογίας και της διαρροής εμπιστευτικών πληροφοριών, καταλήγω να παραμερίσω και απορρίψω τις πιο πάνω θεραπείες.
- Οι θεραπείες των αιτητικών Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, Θ, Η, Ι, Κ και Λ της παραγράφου 34 της Έκθεσης Απαιτήσεως όπως και οι ισχυρισμοί που τις υποστηρίζουν αναστέλλονται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Δεν βλέπω λόγο γιατί να αποκλίνω από τον κανόνα ότι τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγόμενου/ Αιτητή και εναντίον του Ενάγοντος/ Καθ΄ου η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από τον Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο