Active Export Technologies Limited ν. A.A.S. Advanced Automation Systems Limited, Γενική Αίτηση Αρ.:19 /2016, 14/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικο
ινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A74 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ.:19 /2016 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, Ν. 101/87 και Αναφορικά με την τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 11 Νοεμβρίου 2015 που εκδόθηκε από τον Δρα Κύπρο Χρυσοστομίδη ως διαιτητή στη διεθνή εμπορική διαιτησία Cyprus Chamber of Commerce and Industry Arbitration No. 1/2014 μεταξύ της Active Export Technologies Limited από το Ισραήλ ως Αιτήτριας (Applicant) και της A.A.S. Advanced Automation Systems Limited ως Καθ' ης η Αίτηση (Respondent). Μεταξύ: Active Export Technologies Limited Αιτήτριας και A.A.S. Advanced Automation Systems Limited Καθ'ης η Αίτηση Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Ο κ. Αλ. Γαβριηλίδης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ης η Αίτηση: Ο κ. Α. Δημητρίου για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για αναγνώριση ως εκτελεστής διαιτητικής απόφασης) Η Αιτήτρια επιζητεί την έκδοση διαταγμάτων όπως: (α) η τελική διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 11 Νοεμβρίου 2015 που εκδόθηκε από τον Δρα Κύπρο Χρυσοστομίδη ως διαιτητή στη διεθνή εμπορική διαιτησία Cyprus Chamber of Commerce and Industry Arbitration No. 1/2014 μεταξύ της Αιτήτριας, Active Export Technologies Limited από το Ισραήλ, και της Καθ' ης η Αίτηση, A.A.S. Advanced Automation Systems Limited από τη Λεμεσό, να αναγνωρίζεται ως εκτελεστή στην Κυπριακή Δημοκρατία, και (β) διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ή και να επιτρέπεται η εγγραφή ή και η εκτέλεση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης. H αίτηση βασίζεται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο, Ν.101/87, άρθρα 2,3,7,35 και 36, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.47, θ.θ. 1 - 3, Δ.48, θ.θ. 1 - 8, Δ.55, θ.θ. 1 - 4, στη νομολογία και πρακτική των Δικαστηρίων και στην εγγενή δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση υποστηρίζονται σε ένορκες δηλώσεις (αρχική και συμπληρωματική) της κας Μόνικας Κούλλη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Στην αρχική ένορκη δήλωση της η κα Μ. Κούλλη επισυνάπτει μεταξύ άλλων τα ακόλουθα τεκμήρια: (
- i)Ως Τεκμήριο 1, το πρωτότυπο της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης, το οποίο φέρει τη υπογραφή και τη σφραγίδα του Διαιτητή, (
- ii)ως Τεκμήριο 2, το πρωτότυπο των Όρων Εντολής (Terms of Reference) προς τον Διαιτητή που υπογράφηκαν εκ μέρους των διαδίκων από τους δικηγόρους τους στις 20.02.2014 και οι οποίοι αποτελούν και τη σχετική συμφωνία περί διαιτησίας μεταξύ των διαδίκων εν τη εννοία και για του σκοπούς του Ν.101/87, και (iii) ως Τεκμήριο 3, πιστοποιημένο από το Διαιτητή αντίγραφο της εν λόγω απόφασης μαζί με σχετική βεβαίωση του Διαιτητή (που πιστοποιείται από πιστοποιούντα υπάλληλο) με την οποία επιβεβαιώνεται η πιστότητα του σχετικού αντιγράφου. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση για την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων προβάλλοντας επτά λόγους την οποία υποστηρίζουν με ένορκες δηλώσεις τους ο κ. Δημήτρης Παρασκευόπουλος, Διευθύνων Σύμβουλος της Καθ΄ ης η Αίτηση και ο κ. Σέργιος Περικλέους, Σύμβουλος Ασφάλειας ΙΤ Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Η διαδικασία προχώρησε με γραπτές αγορεύσεις καθώς οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τις δύο πλευρές δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν οποιονδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και εμπεριστατωμένες καθώς ήταν με βοήθησαν στην εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Έλαβα υπόψη μου τόσο τις θέσεις που αναπτύχθηκαν σε αυτές σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όσο και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν. Σε αυτές θα γίνει αναφορά στην ανάλυση που θα ακολουθήσει. Επισημαίνεται από την Αιτήτρια ότι η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση εδράζεται στους ίδιους ακριβώς ισχυρισμούς - πλην ενός - στους οποίους εδραζόταν η Γενική Αίτηση Αρ. 3/2016 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία καταχωρήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση (ως Αιτήτρια) και με την οποία είχε ζητήσει τον παραμερισμό ή και την ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στη βάση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 20 του περί Διαιτησίας Νόμου (Κεφ. 4) και του άρθρου 34 του Ν.101/87. Αντίγραφο της Αίτησης Παραμερισμού και της ενόρκου δηλώσεως που την συνόδευε επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Δ. Παρασκευόπουλου ως Τεκμ. 2. Η πιο πάνω Αίτηση Παραμερισμού έχει απορριφθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.11.2016 (αντίγραφο αυτής μου δόθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων). Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (κα Γ. Κυριακίδου Α.Ε.Δ.), απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς στους οποίους εδραζόταν η Αίτηση Παραμερισμού στους οποίους εδράζεται και η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα αίτηση) ως αβάσιμους και κατέληξε ότι ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει για παραμερισμό ή ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η ως άνω απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 18.11.2016 επί της Αίτησης Παραμερισμού δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο καλύπτει όλα τα θέματα που εγείρονται και όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια και της παρούσας Αίτησης, το οποίο εμποδίζει την Καθ' ης η Αίτηση από του να ζητά στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης από το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει τα εν λόγω θέματα και τους εν λόγω ισχυρισμούς και το οποίο καθιστά επιτακτική την έκδοση των διαταγμάτων για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης που επιζητούνται με την παρούσα αίτηση. Η Αιτήτρια μετά την καταχώρηση της ένστασης εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση ζήτησε και έλαβε την άδεια από το Δικαστήριο και καταχώρησε συμπληρωματική ένορκο δήλωση προς περαιτέρω υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης και προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προβάλλονταν στις ένορκες δηλώσεις των κ.κ. Δ. Παρασκευόπουλου και Σ. Περικλέους που συνόδευαν την ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση. Για το σκοπό αυτό καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας συμπληρωματική ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Μ. Κούλλη με ημερομηνία 15.062016. Παρόμοια άδεια, αφού ζητήθηκε από αυτή, δόθηκε και στην Καθ' ης η Αίτηση για να καταχωρήσει και η ίδια συμπληρωματική ένορκο δήλωση προκειμένου να απαντήσει στα όσα αναφέρονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη, εντούτοις δεν καταχωρήθηκε τέτοια συμπληρωματική ένορκος δήλωση εκ μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση. Όπως συνοψίζονται στην αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας, οι σχέσεις και οι επακόλουθες διαφορές που ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων αυτές αφορούσαν: (α) την εμπορική σχέση πωλητή - διανομέα που υπήρχε μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση και η οποία βασιζόταν στην πολύχρονη φιλία μεταξύ των Διευθυνόντων Συμβούλων αυτών, και (β) μία γραπτή Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας (Mutual Exclusivity Agreement) (στο εξής «η Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας») που συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων στις 28.08.2012 και με την οποία η Αιτήτρια διόρισε την Καθ' ης η Αίτηση (υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις) ως αποκλειστικό παγκόσμιο διανομέα συγκεκριμένων μηχανημάτων που κατασκευάζονταν από την Αιτήτρια στα οποία ενσωματωνόταν συγκεκριμένη τεχνολογία που αποτελούσε αντικείμενο αίτησης για διεθνές δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (international patent application). Συνοπτικά, η Αιτήτρια είχε αξιώσεις εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση οι οποίες σχετίζονταν: (α) με την άρνηση ή και παράλειψη της Καθ' ης η Αίτηση να αποζημιώσει την Αιτήτρια για δαπάνες ή και έξοδα τα οποία η Αιτήτρια υπέστη για τους σκοπούς του σχεδιασμού, της κατασκευής και της αποθήκευσης συγκεκριμένου μηχανήματος (assembly machine) που η Καθ' ης η Αίτηση είχε παραγγείλει από την Αιτήτρια κατά το 2009 και το οποίο στη συνέχεια η Καθ' ης η Αίτηση παρέλειψε ή και αρνήθηκε να παραλάβει, και (β) με την άρνηση ή και παράλειψη της Καθ΄ ης η Αίτηση να εξοφλήσει εντός του συμφωνηθέντος χρόνου αριθμό τιμολογίων που είχαν εκδοθεί από την Αιτήτρια σε σχέση με μηχανήματα ή και προϊόντα που είχαν δεόντως πωληθεί και παραδοθεί από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση. H Καθ' ης η Αίτηση είχε όμως και αυτή ανταξιώσεις εναντίον της Αιτήτριας οι οποίες βασίζονταν στον ισχυρισμό ότι ο τερματισμός από την Αιτήτρια της Συμφωνίας Αποκλειστικής Συνεργασίας και της εμπορικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων ήταν παράνομος και προκλήθηκαν σε αυτή οικονομικές ζημιές. Μετά από Αίτηση για Διαιτησία (Notice of Arbitration) που αποστάληκε από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση και στον Πρόεδρο του ΚΕΒΕ, οι διάδικοι συμφώνησαν να παραπέμψουν όλες τις μεταξύ τους διαφορές σε διαιτησία. Κατόπιν εισήγησης του Προέδρου του ΚΕΒΕ, οι διάδικοι αποδέχθηκαν να διοριστεί ως διαιτητής ο δικηγόρος Δρ Κύπρος Χρυσοστομίδης. Στις 20.02.2014 οι διάδικοι υπέγραψαν, μέσω των δικηγόρων τους, τους Όρους Εντολής (Terms of Reference) που επισυνάπτονται στην Πρώτη ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη ως Τεκμήριο 2. Με τους Όρους Εντολής οι διάδικοι (μεταξύ άλλων): (α) επιβεβαίωσαν την αποδοχή του διορισμού του Δρος Κ. Χρυσοστομίδη ως διαιτητή, (β) συμφώνησαν ότι όλα τα ζητήματα και όλες οι εκατέρωθεν αξιώσεις που εγείρονταν με την Αίτηση για Διαιτησία που είχε επιδοθεί από την Αιτήτρια και την Απάντηση στην εν λόγω Αίτηση που είχε παραδοθεί από την Καθ' ης η Αίτηση, είτε σχετίζονταν με την Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας είτε όχι, θα εξετάζονταν και θα αποφασίζονταν από τον διαιτητή στα πλαίσια της διαιτησίας, (γ) επιβεβαίωσαν ότι δεν θα εγείρονταν οποιεσδήποτε ενστάσεις ως προς την δικαιοδοσία/αρμοδιότητα του διαιτητή, και (δ) συμφώνησαν αριθμό ζητημάτων που αφορούσαν τον τόπο και τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας. Μετά την υπογραφή των Όρων Εντολής, οι διάδικοι προχώρησαν στην παράδοση των δικογράφων που αναφέρονταν στους εν λόγω Όρους. Συγκεκριμένα παραδόθηκαν: Έκθεση Απαίτησης από πλευράς της Αιτήτριας, Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση, Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από πλευράς της Αιτήτριας και Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση. Ακολούθως έγινε συνάντηση στα γραφεία του διαιτητή στη Λευκωσία όπου, αφού άκουσε τις απόψεις των δικηγόρων των διαδίκων ο διαιτητής έδωσε οδηγίες για παράδοση γραπτών καταθέσεων των προσώπων που η κάθε πλευρά προτίθετο να καλέσει ως μάρτυρες και ορίστηκαν προκαταρκτικές ημερομηνίες για ακρόαση/αντεξέταση των μαρτύρων. Αμφότερες οι πλευρές παρέδωσαν γραπτές καταθέσεις των προσώπων που πρότειναν να καλέσουν ως μάρτυρες και τα πρόσωπα αυτά παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή σε ημερομηνίες που ορίστηκαν από τον διαιτητή για να δώσουν προφορική μαρτυρία και να αντεξεταστούν. Από πλευράς της Αιτήτριας έδωσε μαρτυρία ο διευθύνων σύμβουλος αυτής κ. Shlomo Bloom ενώ από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση έδωσαν μαρτυρία ο διευθύνων σύμβουλος αυτής κ. Δημήτριος Παρασκευόπουλος, ο Οικονομικός Διευθυντής αυτής κ. Δημήτριος Παπαδήμας και ο εργοδοτούμενος από την Καθ' ης η Αίτηση μηχανολόγος κ. Χρίστος Μπολίνης. Όλοι οι εν λόγω μάρτυρες παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή, έδωσαν προφορική μαρτυρία και αντεξετάστηκαν. Ακροάσεις για σκοπούς παροχής προφορικής μαρτυρίας και αντεξέτασης των μαρτύρων έγιναν στις 4.11.2014, στις 5.11.2014, στις 19.2.2015, στις 20.2.2015, στις 3.3.2015, στις 4.3.2015 και στις 3.4.2015. Σημειώνεται ότι αμφότεροι οι διάδικοι συμμετείχαν κανονικά καθ' όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους τους. Σημειώνεται επίσης ότι, με τη συμφωνία των δικηγόρων των διαδίκων καθώς και όλων των παρευρισκομένων, οι ακροάσεις που έγιναν ηχογραφήθηκαν και στη συνέχεια ετοιμάστηκαν πλήρη δακτυλογραφημένα πρακτικά τα οποία αποστάληκαν από τον διαιτητή στους δικηγόρους των διαδίκων. Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του τελευταίου μάρτυρα οι δικηγόροι των διαδίκων παρέδωσαν στον διαιτητή πολυσέλιδες γραπτές τελικές αγορεύσεις (αυτές παραδόθηκαν στις 25.06.2015) και ο διαιτητής επιφύλαξε την απόφαση του. Περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με τη διαιτητική διαδικασία παρατίθενται στις σελίδες 7 έως 11 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης (Τεκμήριο 1 στην αρχική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη). Η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση παραδόθηκε από τον διαιτητή Δρα Κ. Χρυσοστομίδη στις 19.11.2015 παρέδωσε στους δικηγόρους των διαδίκων η οποία εκδόθηκε στις 11.11.2015. Ανάγνωση της πολυσέλιδης επίδικης Διαιτητικής Απόφασης φανερώνει ότι αυτή είναι πλήρως αιτιολογημένη και κάλυπτε το σύνολο των θεμάτων που είχαν εγερθεί στα πλαίσια της διαιτησίας και τα οποία ο διαιτητής κλήθηκε να αποφασίσει (συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που εγέρθηκαν με την Ανταπαίτηση της που εγέρθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση). Ουσιαστικά με την επίδικη Διαιτητική Απόφαση ο διαιτητής: (α) Αποφάσισε, κατόπιν λεπτομερούς εξέτασης κάθε ενός εκ των σχετικών τιμολογίων και των εκατέρωθεν ισχυρισμών που προβάλλονταν αναφορικά με αυτά, ότι όλα τα ποσά που αξιώνονταν από την Αιτήτρια βάσει τιμολογίων που είχαν εκδοθεί για μηχανήματα ή και προϊόντα που είχαν δεόντως πωληθεί και παραδοθεί από την Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση (συνολικό ποσό Ευρώ 475.573,00) όντως οφείλονταν και ήταν άμεσα πληρωτέα από την Καθ' ης η Αίτηση στην Αιτήτρια και εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε την Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια το συνολικό ποσό των €475.573,00 πλέον νόμιμο τόκο προς 5.5% ετησίως από τις 19.12.2013 μέχρι την 31.12.2014 και προς 4% από την 01.01.2015 (βλ. Διάταγμα Β, παράγραφος
(1)στις σελίδες 141 και 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (β) εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε την Καθ' ης η Αίτηση να καταβάλει το συνολικό ποσό που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (δ) πιο πάνω πλέον τόκους στην Αιτήτρια εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης (βλ. Διάταγμα Β, παράγραφος
(2)στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (γ) αποφάσισε ότι η Συμφωνία Αποκλειστικής Συνεργασίας τερματίστηκε νόμιμα λόγω της αποτυχίας της Καθ' ης η Αίτηση να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και εξέδωσε σχετική διακήρυξη (βλ. παράγραφο Γ
(1)(C
(1)) στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (δ) αποφάσισε ότι η ευρύτερη εμπορική σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ΄ ης η Αίτηση τερματίστηκε νόμιμα και εξέδωσε σχετική διακήρυξη (βλ. παράγραφο Γ
(2)(C
(2)) στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (ε) απέρριψε την Ανταπαίτηση που είχε εγερθεί από την Καθ' ης η Αίτηση στην ολότητα της ως επίσης και τις λοιπές αξιώσεις που είχαν εγερθεί από την Αιτήτρια στα πλαίσια της διαιτησίας (βλ. παράγραφο Δ (D) στη σελίδα 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), (στ) διέταξε όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. Μετά την έκδοση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης μεταξύ των ημερομηνιών 7.12.2015 μέχρι 14.01.2016 οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν αριθμό ηλεκτρονικών μηνυμάτων και επιστολών προς τους τότε δικηγόρους της Καθ΄ ης η Αίτηση με τις οποίες τους ζητούσαν να πληροφορηθούν πότε η Καθ' ης η Αίτηση προτίθετο να καταβάλει στην Αιτήτρια τα ποσά που αναφέρονταν στην παράγραφο
(1)του Διατάγματος Β που εκδόθηκε από τον διαιτητή (σελ. 141 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης). Τα εν λόγω μηνύματα και οι εν λόγω επιστολές παρέμειναν αναπάντητα/αναπάντητες. Στις 8.01.2016 η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την Αίτηση Παραμερισμού (Τεκμήριο 2Α στην ένορκη δήλωση του κ. Δ. Παρασκευόπουλου) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζήτησε τον παραμερισμό ή και την ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στη βάση (μεταξύ άλλων) των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 34 του Ν.101/
- Όπως εξηγείται στην υποσημείωση 1 στη σελ. 6 της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μ. Κούλλη, η Αιτήτρια έλαβε γνώση της ύπαρξης της Αίτησης Παραμερισμού αρκετές μέρες μετά την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης αφού αυτή επιδόθηκε στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας στις 15.02.
- Η Καθ' ης η Αίτηση εξακολουθούσε να παραλείπει να καταβάλει στην Αιτήτρια τα ποσά που είναι πληρωτέα στην Αιτήτρια βάσει της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης (συνολικό ποσό Ευρώ €475.573,00 ή όπως αυτό θα πρέπει να μειωθεί κατά €37.000,00 ήτοι ποσό €438,573,00 πλέον νόμιμο τόκο προς 5.5% ετησίως από τις 19.12.2013 μέχρι την 31.12.2014 και προς 4% ετησίως από την 01.01.2015 (βλ. Διάταγμα Β, παράγραφος
(1)στις σελίδες 141 και 142 της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης), παρά το γεγονός ότι είχαν παρέλθει 60 μέρες τόσο από την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης (11.11.2015) όσο και από την ημερομηνία παράδοσης της εν λόγω απόφασης στους δικηγόρους των διαδίκων (19.11.2015), η Αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης (και ταυτόχρονα της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης και που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου). Στις 18.11.2016 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την Αίτηση Παραμερισμού. Ανατρέχοντας στο κείμενο της εν λόγω απόφασης με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς στους οποίους εδραζόταν η Αίτηση Παραμερισμού, διαπιστώνεται δε ότι στους ίδιους λόγους εδράζεται και η ένσταση στην παρούσα Αίτηση, ως αβάσιμους και κατέληξε ότι ουδείς έγκυρος λόγος συντρέχει για παραμερισμό ή ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Παρά την απόρριψη της Αίτησης Παραμερισμού και τα όσα αναφέρονται στην σχετική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 18.11.2016, η Αιτήτρια επιμένει και προώθησε την ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση. Δηλαδή, ενώ το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει αποφασίσει ότι δεν συντρέχει λόγος για παραμερισμό ή ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης η Αιτήτρια καλεί το παρόν Δικαστήριο να αρνηθεί να αναγνωρίσει και να διατάξει/επιτρέψει την εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στη βάση ότι συντρέχει τέτοιος λόγος. Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ: Η υπό κρίση Αίτηση (για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης) βασίζεται, μεταξύ άλλων στο άρθρο 35 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87. Το ως άνω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: Το άρθρο 35 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87προνοεί τα ακόλουθα: «Αvαγvώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης 35.-
(1)Η διαιτητική απόφαση, αvεξάρτητα από τη χώρα στηv oπoία εξεδόθη, αvαγvωρίζεται ως δεσμευτική. Τo Δικαστήριo, μετά από γραπτή αίτηση oπoιoυδήπoτε τωv μερώv, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό τηv επιφύλαξη τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς ή τoυ επόμεvoυ άρθρoυ.
(2)Τo μέρoς πoυ στηρίζεται στη διαιτητική απόφαση ή πoυ επιζητεί τηv εκτέλεση της oφείλει vα πρoσκoμίσει δεόvτως θεωρημέvo τo πρωτότυπo ή δεόvτως κεκυρωμέvo αvτίγραφo της διαιτητικής απόφασης και της συμφωvίας περί διαιτησίας, όπως αυτή καθoρίζεται στo άρθρo
- Αv η διαιτητική απόφαση και η συμφωvία περί διαιτησίας δεv είvαι διατυπωμέvες στηv επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημoκρατίας, τo Δικαστήριo δύvαται vα ζητήσει και τηv πρoσκόμιση δεόvτως κεκυρωμέvης μετάφρασης αυτώv στηv επίσημη γλώσσα της Δημoκρατίας.» Παρόλο που η διαιτησία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη Διαιτητική Απόφαση διεξάχθηκε στην Κύπρο, είναι ξεκάθαρο ότι αυτή συνιστούσε διεθνή εμπορική διαιτησία που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 101/
- Και τούτο διότι κατά το χρόνο συνομολόγησης της σχετικής συμφωνίας περί διαιτησίας τα μέρη είχαν την έδρα των εργασιών τους σε διαφορετικά κράτη (βλ. ορισμό «διεθνούς» διαιτησίας στο άρθρο 2
(2)του Ν.101/87). Ο Ν. 101/87βασίζεται στον Πρότυπο Νόμο της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration, στο εξής «ο Πρότυπος Νόμος»), o οποίος έχει υιοθετηθεί και από αριθμό άλλων κρατών που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο όπως ο Καναδάς και η Ιρλανδία. Σε σχέση με τον Πρότυπο Νόμο και τον Ν.101/87 αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας ν. Bank fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1 Α.Α.Δ. 585 τα εξής: «Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια της κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύνης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας για ποικίλης φύσεως διαφορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα. Μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Στο εσωτερικό μας δίκαιο οι κανόνες αυτοί, όπως και οι ευρύτεροι κανόνες που διέπουν τη διαιτησία, θεσμοθετούνται από ειδική νομοθεσία, τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4. Η συχνή και επιτυχής χρήση του θεσμού σε οικουμενική κλίμακα ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να θεσπίσουν, χάριν πληρότητας και ομοιομορφίας, ολοκληρωμένο πρότυπο κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21/6/85 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαμόρφωση του ήταν απόρροια συστηματικής μελέτης των σχετικών θεσμών διαφόρων χωρών. Έχει ήδη υιοθετηθεί από αριθμό κρατών είτε στο σύνολο του είτε μερικώς. Ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (N. 101/87)αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του διεθνούς αυτού κώδικα. Μπορεί να λεχθεί ότι η Διεθνής Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958, γνωστή ως Σύμβαση της Νέας Υόρκης, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 84/79, υπήρξε ο μακρινός προπομπός του παραπάνω κώδικα. Οι διατάξεις του N. 101/87 και σε πολύ μικρότερο βαθμό του N. 84/79 συνάπτονται των θεμάτων της κρινόμενης υπόθεσης. Η διαιτησία στην προκείμενη περίπτωση έχει διεθνή χαρακτήρα και υπόκειται στις διατάξεις του παραπάνω νόμου (αρ. 101/87) δοθέντος ότι τα μέρη της συμφωνίας, όταν συμβλήθηκαν, είχαν την έδρα των σχέσεων τους σε διαφορετικές χώρες: βλ. ορισμό της λέξης "διεθνής" στο άρθρ. 2
(2)(β) που περιέχει τις ερμηνευτικές διατάξεις.» Οι λόγοι για τους οποίους διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας μπορεί να ακυρωθεί από το Δικαστήριο απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 34 του Ν. 101/87 το οποίο βασίζεται στο άρθρο 34 του Πρότυπου Νόμου. Το άρθρο 34 του Ν.101/87 έχει ως εξής: «34.-
(1)Απoκλειστικό μέσo πρoσφυγής κατά της διαιτητικής απόφασης είvαι η αίτηση ακυρώσεως πoυ υπoβάλλεται στo Δικαστήριo κατά τα oριζόμεvα στις επόμεvες διατάξεις τoυ παρόvτoς άρθρoυ.
(2)Η διαιτητική απόφαση ακυρώvεται από τo Δικαστήριo μόvo εφόσo συvτρέχει έvας από τoυς ακόλoυθoυς λόγoυς: (α) αv τo μέρoς πoυ υπoβάλλει τηv αίτηση ακυρώσεως απoδείξει ότι: (ι) έvας από τoυς συvoμoλoγήσαvτες τη συμφωvία περί διαιτησίας, όπως αυτή καθoρίζεται στo άρθρo 7, εστερείτo δικαιoπρακτικής ικαvότητας· ή ότι η συμφωvία αυτή περί διαιτησίας δεv είvαι έγκυρη κατά τo δίκαιo στo oπoίo τα μέρη υπέβαλαv τη συμφωvία ή, ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, κατά τo δίκαιo της Κυπριακής Δημoκρατίας· ή (ιι) δεv τoυ εγvωστoπoιήθη, έγκαιρα και καvovικά, τo γεγovός τoυ διoρισμoύ διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ότι κατ' oπoιoδήπoτε άλλo τρόπo εστερήθη της ευκαιρίας πρoς εμφάvιση και αvάπτυξη της υπόθεσης τoυ· ή (ιιι) η διαιτητική απόφαση αvαφέρεται σε διαφoρά μη πρoβλεπόμεvη ή μη εμπίπτoυσα στoυς όρoυς της συμφωvίας πρoς παραπoμπή σε διαιτησία ή περιέχει απoφάσεις επί ζητημάτωv πoυ εκφεύγoυv από τα όρια της συμφωvίας πρoς παραπoμπή σε διαιτησία· αv oι απoφάσεις επί ζητημάτωv παραπεμφθέvτωv σε διαιτησία μπoρoύv vα διαχωρισθoύv από τις απoφάσεις επί τωv μη παραπεμφθέvτωv, δύvαται vα ακυρωθεί μόvo τo καθ' υπέρβαση εξoυσίας εκδoθέv μέρoς της απόφασης· ή (ιv) η σύvθεση τoυ διαιτητικoύ δικαστηρίoυ ή η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας έγιvε κατά παράβαση σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, εκτός αv η συμφωvία αυτή αvτίκειται σε επιτακτική διάταξη τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ή ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv έγιvε κατά παράβαση τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ· ή (β) αv τo Δικαστήριo εύρει ότι: (ι) τo αvτικείμεvo της διαφoράς δεv είvαι δεκτικό διαιτησίας κατά τo δίκαιo της Κυπριακής Δημoκρατίας· ή (ιι) η διαιτητική απόφαση πρoσκρoύει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημoκρατίας. ...» Το γεγονός ότι το άρθρο 34 του Ν.101/87 απαριθμεί εξαντλητικά τους λόγους για τους οποίους μια διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας μπορεί να ακυρωθεί από το Δικαστήριο σημειώθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Κένυας ν. Bank fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1 Α.Α.Δ.
- Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε επίσης την ανάγκη για αυτοσυγκράτηση κατά την αναθεώρηση διαιτητικών αποφάσεων από τα κρατικά δικαστήρια. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ως εξής: «Το άρθρ. 6 του ν. 101/87 ορίζει ότι χωρεί προσφυγή στο δικαστήριο κατά διεθνούς διαιτητικής απόφασης μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Τις περιπτώσεις αυτές απαριθμεί εξαντλητικά, πιστεύουμε, το άρθρ.
- Το αντίστοιχο άρθρο του πρότυπου κώδικα είναι το άρθρ. 5 με το οποίο η κυπριακή διάταξη είναι ταυτόσημη. Την ερμηνευτική μας άποψη υποστηρίζει το σύντομο σχόλιο σχετικά με το άρθρο αυτό, που απαντάται στον Russel on Arbitration, 21η έκδοση
(1997), στην παράγραφο Α5-013. Και αξίζει να το παραθέσουμε: "Οf all articles, this most clearly illustrates the tensions between international arbitration and the national courts. Article 5 tries to limit court intervention to specific instances." Έτσι η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, πλην άλλων λόγων που αναφέρει το άρθρο 34 και αν "η διαιτητική απόφαση προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας" (άρθρ. 34
(2)(β)(ii)]. Οι αλλοδαπές αποφάσεις, που παρέθεσε ο δικηγόρος της εφεσίβλητης, τονίζουν την ανάγκη για αυτοσυγκράτηση κατά την αναθεώρηση από τα κρατικά δικαστήρια των διαιτητικών αποφάσεων. Αξίζει να σταθούμε στο παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση Quintette Coal Ltd v. Nippon Steel Corporation et al. του Εφετείου της British Columbia, ημερ. 24/10/90 σελ. 9 γιατί περιέχει και τους λόγους που επιβάλλουν αυστηρότητα στο ζήτημα αυτό: "The reasons advanced in the cases discussed above for restraint in the exercise of judicial review are highly persuasive. The "concerns of international comity, respect for the capacities of foreign and transnational tribunals, and sensitivity to the need of the international commercial system for predictability in the resolution of disputes" spoken of by Blackmun J. are as compelling in this jurisdiction as they are in the United States or elsewhere. It is meet therefore, as a matter of policy, to adopt a standard which seeks to preserve the autonomy of the forum selected by the parties and to minimize judicial intervention when reviewing international commercial arbitral awards in British Columbia. That is the standard to be followed in this case."...» Οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, απαριθμούνται εξαντλητικά στο άρθρο 36 του Ν.101/87 το οποίο έχει ως εξής: «Λόγoι πoυ δικαιoλoγoύv απόρριψη της αίτησης πρoς αvαγvώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης 36.-
(1)Η αίτηση για αvαγvώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης αvεξάρτητα από τη χώρα στηv oπoία εξεδόθη, απoρρίπτεται μόvo εφόσo συvτρέχει έvας από τoυς ακόλoυθoυς λόγoυς: (α) κατ' αίτηση τoυ μέρoυς κατά τoυ oπoίoυ επιζητείται η αvαγvώριση ή η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, αv απoδείξει ότι: (ι) έvας από τoυς συvoμoλoγήσαvτες τη συμφωvία περί διαιτησίας, όπως αυτή καθoρίζεται στo άρθρo 7, εστερείτo δικαιoπρακτικής ικαvότητας ή ότι η συμφωvία αυτή περί διαιτησίας δεv είvαι έγκυρη κατά τo δίκαιo στo oπoίo τα μέρη υπέβαλαv τη συμφωvία ή, ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, κατά τo δίκαιo της χώρας στηv oπoία εξεδόθη η διαιτητική απόφαση· ή (ιι) δεv τoυ εγvωστoπoιήθη, έγκαιρα και καvovικά, τo γεγovός τoυ oρισμoύ διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ότι κατ' oπoιoδήπoτε άλλo τρόπo εστερήθη της ευκαιρίας πρoς εμφάvιση και αvάπτυξη της υπόθεσης τoυ· ή (ιιι) η διαιτητική απόφαση αvαφέρεται σε διαφoρά μη πρoβλεπόμεvη ή μη εμπίπτoυσα στoυς όρoυς της συμφωvίας πρoς παραπoμπή σε διαιτησία ή περιέχει απoφάσεις επί ζητημάτωv πoυ εκφεύγoυv απά τα όρια της συμφωvίας περί παραπoμπής σε διαιτησία· αv oι απoφάσεις επί ζητημάτωv παραπεμφθέvτωv σε διαιτησία μπoρoύv vα διαχωρισθoύv από τις απoφάσεις επί τωv μη παραπεμφθέvτωv, δύvαται vα αvαγvωρισθεί και εκτελεσθεί μόvo τo μέρoς της διαιτητικής απόφασης πoυ αvαφέρεται σε παραπεμφθέvτα ζητήματα· ή (ιv) η σύvθεση τoυ διαιτητικoύ δικαστηρίoυ ή η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας έγιvε κατά παράβαση σχετικής συμφωvίας τωv μερώv ή ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, έγιvε κατά παράβαση τoυ δικαίoυ της χώρας στηv oπoία διεvεργήθη η διαιτησία· ή (v) η διαιτητική απόφαση δεv κατέστη ακόμη δεσμευτική επί τωv μερώv ή ότι ακυρώθηκε ή αvεστάλη από αρμόδιo δικαστήριo της χώρας στηv oπoία εξεδόθη ή κατά τo δίκαιo της oπoίας εξεδόθη· ή (β) αv τo Δικαστήριo εύρει ότι: (ι) τo αvτικείμεvo της διαφoράς δεv είvαι δεκτικό διαιτησίας κατά τo δίκαιo της Κυπριακής Δημoκρατίας· ή (ιι) η αvαγvώριση ή η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης πρoσκρoύει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημoκρατίας.
(2)Αv υπεβλήθη αίτηση ακυρώσεως ή αvαστoλής της διαιτητικής απόφασης, στo δικαστήριo τo μvημovευόμεvo στo εδάφιo
(1)(α)(v) τoυ παρόvτoς άρθρoυ, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ επιζητείται αvαγvώριση ή εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης έχει διακριτική εξoυσία, σε κατάλληλες περιπτώσεις, vα αvαβάλει τηv απόφαση τoυ και, κατ' αίτηση τoυ επιζητoύvτoς τηv αvαγvώριση και εκτέλεση, vα διατάξει τo άλλo τωv μερώv σε εγγυoδoσία.» Απλή σύγκριση του άρθρου 36 του Ν.101/87 με το άρθρο 34 του εν λόγω Νόμου καταδεικνύει ότι οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης είναι ακριβώς οι ίδιοι με τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να ακυρώσει διαιτητική απόφαση. ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΟΛΑ ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΘ'ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ: Οι λόγοι ένστασης: Στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση παρατίθενται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:
- H επίδικη διαιτητική απόφαση δεν συντάχθηκε και δεν εκδόθηκε από τον διαιτητή (δηλαδή τον Δρα Χρυσοστομίδη) αλλά από άλλο πρόσωπο και συγκεκριμένα τον δικηγόρο κ. Ναπολέοντα Ξανθούλη ο οποίος εργαζόταν στο γραφείο του διαιτητή και ήταν παρών στις «συνεδριάσεις» που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της διαιτησίας.
- Η επίδικη διαιτητική απόφαση συντάχθηκε και εκδόθηκε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του προαναφερόμενου κ. Ναπολέοντα Ξανθούλη.
- Οι εξηγήσεις που δόθηκαν από τον διαιτητή και/ή το γραφείο του για το πιο πάνω θέμα δεν είναι επαρκείς και/ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
- Η διαιτητική απόφαση είναι παράτυπη και/ή παράνομη.
- Η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι παράτυπη και/ή παράνομη και/ή αντίθετη με το εφαρμοστέο δίκαιο στην Κύπρο αναφορικά με την Διεθνή Διαιτησία.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.
- Η επίδικη απόφαση ήταν αποτέλεσμα κακού χειρισμού της διαιτησίας υπό του διαιτητού κατά το ότι αυτός έδρασε εκτός των καθορισμένων πλαισίων των αρμοδιοτήτων του όπως αυτές εμφαίνονται από τον περί Διαιτησίας Νόμο. Εξετάζοντας τους πιο πάνω λόγους ένστασης παρατηρώ τα ακόλουθα: Η Καθ' ης η Αίτηση δεν αμφισβητεί ότι η Αιτήτρια έχει προσκομίσει και παρουσιάσει στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 35
(2)του Ν.101/87. Εκείνο που ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι συντρέχουν λόγοι για ακύρωση/μη εγγραφή της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Οι λόγοι ένστασης 4 - 7 που παρατίθενται στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση και οι ισχυρισμοί στους οποίους αυτοί εδράζονται (οι οποίοι παρατίθενται στις παραγράφους 21-36 της ένορκης δήλωσης του κ. Παρασκευόπουλου) είναι πανομοιότυποι με τους λόγους και ισχυρισμούς στους οποίους εδραζόταν η Αίτηση Παραμερισμού οι οποίοι παρατίθενται στη σελίδα 2 της Αίτησης Παραμερισμού (Τεκμήριο 2Α στην ένορκο δήλωση του κ. Παρασκευόπουλου) και στις παραγράφους 6-21 της ένορκης δήλωσης του εξωτερικού συμβούλου της Καθ' ης η Αίτηση κ. Ανδρέα Μεταξά που συνόδευε την Αίτηση Παραμερισμού (μέρος Τεκμηρίου 2Α στην ένορκο δήλωση κ. Παρασκευόπουλου) αντίστοιχα. Αυτό γίνεται ρητά παραδεκτό και στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης κ. Παρασκευόπουλου όπου αναφέρεται ότι «η Καθ' ης η Αίτηση προβάλλει για σκοπούς της παρούσας ένστασης τους λόγους που έχει προβάλει με την αίτηση αρ. 3/2016 για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δηλαδή.» και ακολουθεί παράθεση των λόγων ένστασης 4-7 που παρατίθενται στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση. Οι εν λόγω λόγοι και ισχυρισμοί εξετάστηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού και απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι με την απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.11.2016. Οι λόγοι ένστασης 1-3 που παρατίθενται στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση και οι σχετικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται στις παραγράφους 4 - 19 της ένορκης δήλωσης κ. Παρασκευόπουλου (ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δήθεν δεν συντάχθηκε και δεν εκδόθηκε από τον διαιτητή κ.λ.π.) δεν εγέρθηκαν και δεν προβλήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού. Και τούτο παρά το γεγονός ότι οι σχετικοί λόγοι και ισχυρισμοί έκδηλα μπορούσαν και έπρεπε να προβληθούν από την Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού. Όπως δε εξηγείται στη συνέχεια, είναι σαφές ότι η Καθ' ης η Αίτηση ενσυνείδητα και καταχρηστικά επέλεξε να μην εγείρει και να μην προβάλει τους σχετικούς λόγους και ισχυρισμούς στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού στα πλαίσια της προσπάθειας της να αποφύγει το δεδικασμένο που θα δημιουργείτο από τυχόν απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που θα απέρριπτε την Αίτηση Παραμερισμού και να προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Η ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΩΛΥΜΑΤΟΣ: Θέση της Αιτήτριας είναι ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 18.11.2016 με την οποία απορρίφθηκε η Αίτηση Παραμερισμού που καταχωρήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο καλύπτει όλα τα επίδικα θέματα και όλους τους λόγους ένστασης και ισχυρισμούς που εγείρονται από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν εγέρθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού ενώ έκδηλα μπορούσαν και έπρεπε να εγερθούν. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέση ότι η απόρριψη αίτησης για παραμερισμό ή ακύρωση διαιτητικής απόφασης δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο προκαθορίζει και το αποτέλεσμα τυχόν εκκρεμούσας αίτησης για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της ίδιας διαιτητικής απόφασης σχετική είναι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (N. Γιαπανάς Α.Ε.Δ., όπως ήταν τότε) ημερομηνίας 20.02.2015 στην Γενική Αίτηση Αρ. 673/2012, μεταξύ της Flecha Constracting Limited και της Escalade Priority Developments Ltd. Στην εν λόγω υπόθεση ο κ. Ν. Γιαπανάς είχε ενώπιον του - όπως και το παρόν Δικαστήριο σήμερα - αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Οι καθ' ων η αίτηση στην εν λόγω αίτηση - όπως και η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση - είχε καταχωρήσει δική της αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζήτησε τον παραμερισμό ή και την ακύρωση της ίδιας διαιτητικής απόφασης. Η εν λόγω αίτηση παραμερισμού - όπως και η Αίτηση Παραμερισμού που καταχωρήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση - εκδικάστηκε από άλλο δικαστήριο και απορρίφθηκε. Παρά την απόρριψη της σχετικής αίτησης παραμερισμού, οι καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης - όπως και η Καθ' ης η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση - επέμεινε στην ένσταση της στην αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση. Οι αιτητές στην αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση επικαλέστηκαν το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την απόφαση επί της αίτησης παραμερισμού και προέβαλαν τη θέση ότι η επιμονή των καθ' ων η αίτηση να εξεταστούν τα ζητήματα που ήγειραν στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση συνιστούσε ή και απέληγε σε κατάχρηση της διαδικασίας. Ο Δικαστής κ. Ν. Γιαπανάς κατέληξε ότι : (
- i)η απόρριψη της αίτησης παραμερισμού της διαιτητικής απόφασης σφράγιζε τελεσίδικα τους λόγους ένστασης που προβάλλονταν στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση γιατί αφαιρούσαν το υπόβαθρο επί του οποίου στηριζόταν η σχετική ένσταση, (
- ii)ότι ακόμα και αν εγείρονταν πρόσθετοι λόγοι στα πλαίσια της ένστασης στην αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση αυτοί θα καλύπτονταν από το πέπλο του δεδικασμένου, (iii) ότι η απόρριψη της αίτησης παραμερισμού δημιουργούσε κώλυμα λόγω δεδικασμένου (issue estoppel) που καθιστούσε την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση άνευ αντικειμένου, και (
- iv)ότι πέραν του κωλύματος λόγω δεδικασμένου, τυχόν επανεξέταση από το δικαστήριο θεμάτων τα οποία ουσιαστικά άπτονταν του κατά ποσό συντρέχει λόγος ακύρωσης της σχετικής διαιτητικής απόφασης, θα προσέκρουε και στη νομολογιακή αρχή ότι Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και να αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή καθώς στην αρχή της αποφυγής ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων επί του ιδίου θέματος, και (
- v)ότι η επιμονή των καθ' ων η αίτηση στην ένσταση τους στην αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση παρά την απόρριψη της αίτησης παραμερισμού συνιστούσε ή και απέληγε σε κατάχρηση της διαδικασίας. Παρατίθενται πιο κάτω τα σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση: «Εκείνο που ουσιαστικά καλείται το δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο μπορεί να εξετάσει εκ νέου στα πλαίσια εξέτασης αίτησης προς εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής αποφάσεως, τα ίδια θέματα που ηγέρθησαν και εξετάστηκαν στα πλαίσια Αίτησης προς ακύρωση της απόφασης του διαιτητή που εκδικάσθηκε - από άλλο δικαστήριο - και εκδόθηκε απορριπτική απόφαση. Το σύντομο ιστορικό όπως προκύπτει από τις εκατέρωθεν προβαλλόμενες θέσεις, αλλά και την απόφαση του δικαστηρίου που κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο, οι δυο διορισθέντες από τους διαδίκους διαιτητές την 24.1.12 εξέδωσαν την απόφαση τους δυνάμει της οποίας οι καθ ων η αίτηση θα έπρεπε να καταβάλουν στους αιτητές το ποσό των €154.650,69 πλέον ΦΠΑ, πλέον τόκο, πλέον τα έξοδα των διαιτητών. Την 14.9.12 οι καθ ων η αίτηση υπέβαλαν Αίτηση για τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης για σειρά λόγων που αρκούντως καταγράφονται στην πιο πάνω απόφαση του δικαστηρίου ημερ.1.8.14. Η υπόθεση εκδικάσθηκε και το δικαστήριο στο καταληκτικό μέρος της ρηθείσης αποφάσεως του (σελ.30) αναφέρει τα κάτωθι: «Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ μέρους της αιτήτριας οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι διαιτητές επέδειξαν ανάρμοστη συμπεριφορά ή χειρίστηκαν κακώς την υπόθεση υπερβαίνοντας την εξουσία τους ή ότι η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση της επίδικης απόφασης» Οι ίδιοι λόγοι που προβλήθηκαν προς ακύρωση της απόφασης των διαιτητών προωθούνται από τους καθ ων η αίτηση ως λόγοι για τους οποίους δεν θα πρέπει να εγγραφεί η απόφαση των διαιτητών. Προστίθεται πως για την πιο πάνω απόφαση, ως είναι παραδεκτό, υπεβλήθη Έφεση η οποία εκκρεμεί. Είναι η θέση του κ. Χριστάκη για τους αιτητές αναλύοντας τις θέσεις του στην γραπτή του αγόρευση, ότι το δικαστήριο έχει εξουσία στο στάδιο της εγγραφής να εξετάσει τους λόγους ένστασης δυνάμει των Άρθρων 20 και 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4, βασιζόμενος στις υποθέσεις Πιττάκα ν. Γ και Β Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1895 και Πιττάκα,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1932. Στην συνέχεια αναλύει τους λόγους ένστασης, με αναφορά στα προβαλλόμενα δια της ενστάσεως γεγονότα και σε νομολογία για να καταδείξει ότι η απόφαση των διαιτητών πάσχει και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να εγγραφεί. Ο κ. Διομήδους για τους αιτητές στην γραπτή του αγόρευση αναδεικνύει την ταυτότητα των επιδίκων θεμάτων, ήτοι μεταξύ της αίτησης προς ακύρωση της απόφασης των διαιτητών και της παρούσης ενστάσεως προς εγγραφή της διαιτητικής αποφάσεως, και είναι η θέση του ότι πρόκειται, με αναφορά σε νομολογία, περί κατάχρησης της διαδικασίας και ως τέτοιας η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί. Η επανεξέταση των ιδίων θεμάτων, ως είναι η εισήγηση του, θα καταστήσει την διαδικασία καταπιεστική και καταχρηστική. Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση ότι τα θέματα και οι λόγοι που ηγέρθηκαν κατά το στάδιο της εκδίκασης της Αίτησης ακυρώσεως της αποφάσεως των διαιτητών, είναι τα ίδια και ταυτόσημα με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης στην παρούσα διαδικασία. Αυτό βεβαίως ευκόλως εξάγεται από την ρηθείσα απόφαση του δικαστηρίου, που παρατίθενται οι λόγοι ακύρωσης, σε αντιπαραβολή με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω αποτελεί διαπίστωση από την ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, ότι οι ίδιοι λόγοι που προβάλλονται, τέθηκαν δια της ενόρκου δηλώσεως που υποστήριζε την αίτηση προς ακύρωση της αποφάσεως των διαιτητών και εξετάστηκαν στην πιο πάνω υπόθεση. Η σελ.5 της αποφάσεως είναι σχετική, όπου παρατίθενται οι σχετικοί ισχυρισμοί, δια τους οποίους παρεμπιπτόντως ορκίζεται το ίδιο πρόσωπο, ήτοι ο κ. Ανδρέας Πέτσας. Εκ της ταυτοσημίας των προβαλλομένων ισχυρισμών εγείρονται διάφορα θέματα τα οποία χρήζουν εξέτασης. Κατ' αρχή εγείρεται θέμα αν εφαρμόζεται η αρχή του κωλύματος στην εκδίκαση των προβαλλόμενων λόγων της ενστάσεως. Σύμφωνα με την νομολογία για να μπορεί να ισχύσει και να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις. (α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και να είχε εγερθεί και αποφασιστεί τελικά από το δικαστήριο κατά την πρώτη διαδικασία. (β) ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. (γ) το δικαστήριο να είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα. (δ) η προηγούμενη απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη. Σχετικές προς τούτο είναι και οι υποθέσεις Κανάρης ν. Λοίζου κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ 599, καθώς και η υπόθεση Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1 Α.Α.Δ. 1125. Για μια γενικότερη ανάλυση, χρήσιμη παραπομπή μπορεί να γίνει και στο σύγγραμμα The Modern Law Of Evidence, Adrian Keane, 5η έκδ. σελ. 594 επ. Στην υπόθεση Σκουτέλλα ανωτέρω, υπεδείχθη ότι για να πετύχει το κώλυμα του δεδικασμένου δεν είναι απαραίτητο ο ενάγων και ο εναγόμενος στην προηγούμενη αγωγή, να είναι ενάγων και εναγόμενος αντίστοιχα και στην νέα αγωγή. Αποτελεί επίσης βασική αρχή ότι αυτά που λέχθηκαν στην απόφαση του δικαστηρίου παρεμφερώς ή εν παρόδω (obiter) και εκ του περισσού, δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για την δημιουργία δεδικασμένου γιατί δεν έχουν δεσμευτική ισχύ και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν έγκυρα αντικείμενο έφεσης (Paphos Stone C. Estates Ltd κά ν. Χριστοδουλίδης κ.ά
(2000)1 Α.Α.Δ. 2110). Υποδεικνύεται περαιτέρω πως δεδικασμένο, σύμφωνα με την Σκουτέλα ανωτέρω, δημιουργείται όχι μόνο σε σχέση με αξιώσεις που περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε σχέση με εκείνες τις αξιώσεις που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί, εντασσόμενες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας και δεν προβλήθηκαν. (..) Η ουσία όμως, όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι πως για την επίδικη διαιτητική απόφαση προηγήθηκε αίτηση για την ακύρωση της και όλα τα τεθέντα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα ένσταση, τέθηκαν στην διαδικασία προς ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως, εξετάστηκαν από το δικαστήριο, κρίθηκαν και απερρίφθησαν. Και το ερώτημα παραμένει αν τα εγερθέντα ζητήματα μπορούν να εξεταστούν εκ νέου. Στο σύγγραμμα Cross On Evidence, 5η εκδ. σελ.332, υπό τον τίτλο issue estoppel αναφέρεται το εξής: «The second kind of estoppel by record inter partes is often called "issue estoppel". It may be regarded as an extension of the first for, to quote L. Denning, M.R. "within one cause of action, there may be several issues raised which are necessary for the determination of the whole case. The rule then is that, once an issue has been raised and distinctly determined between the parties, then, as a general rule, neither party can be allowed to fight that issue all over again» (δες Fidelitas Shipping Co, Ltd v. V/O, Exportchleb,
(1996)1 Q.B. 630, 640)». Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν και ικανοποιούνται όλες οι πιο πάνω τεθείσες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του πιο πάνω αποδεικτικού κανόνα. Αλλά και αν ακόμη θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει απόλυτη ταύτιση των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των δυο διαδικασιών, παρόλο που η γενεσιουργός αιτία και η βάση και των δυο διαδικασιών αποτελεί η διαιτησία, τα επίδικα θέματα που εγείρονται υπό μορφή ενστάσεως στην παρούσα διαδικασία, τέθηκαν, εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν τελεσίδικα από το δικαστήριο κατά την προηγούμενη διαδικασία. Ουσιαστικά οι λόγοι που προβάλλονται στην παρούσα διαδικασία ταυτίζονται απόλυτα με εκείνους που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν στην προγενέστερη υπόθεση και αποφασίστηκαν. Ακόμα και να εγείρονταν πρόσθετοι λόγοι στην παρούσα ένσταση - που δεν εγείρονται - και πάλι σύμφωνα με την Σκουτέλλα ανωτέρω, καλύπτονται υπό το πέπλο του δεδικασμένου. Εξηγείται περαιτέρω στον Cross ανωτέρω, σελ.336-337, με αναφορά στις υποθέσεις Bell v. Holmes
(1956)3 All.E.R 449 και Wood v. Luscombe
(1964)3 All.E.R 972, ότι υπάρχει κώλυμα (issue estoppel) ακόμα και εκεί που ενώ τα επίδικα θέματα είναι τεχνικώς διαφορετικά (technically different), τα επίδικα γεγονότα και η υποστηρίζουσα μαρτυρία είναι ταυτόσημα. Αν τα δικόγραφα, η μαρτυρία καθώς και τα επιχειρήματα είναι ταυτόσημα, τότε υπάρχει και επενεργεί το κώλυμα και τούτο προς αποφυγή ύπαρξης συγκρουόμενων δικαστικών αποφάσεων, επί ουσιωδώς ταυτοσήμων θεμάτων και γεγονότων. Εκείνο που ενέχει σημασία είναι πως άπαξ και ηγέρθηκαν τα θέματα και κρίθηκαν ξεχωριστά, όπως ακριβώς έγινε στην προηγηθείσα υπόθεση, σύμφωνα με τον Cross ανωτέρω, ως γενικός κανόνας δεν θα επιτραπεί στους διαδίκους να τα επαναφέρουν και να τα εκδικάσουν εκ νέου. Η απόρριψη της Αίτησης προς ακύρωση της απόφασης των διαιτητών, σφραγίζει τελεσίδικα τους λόγους ένστασης της παρούσης διαδικασίας, γιατί αφαιρεί το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται. Υπάρχει ακόμα μια πτυχή εδραζόμενη στο γεγονός ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει τα ίδια ουσιαστικά ζητήματα, γιατί πέραν του κωλύματος του δεδικασμένου, προσκρούει και στην νομολογιακή αρχή ότι ένας Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή (Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Αίτηση Αρ. 4/2012, ημερ.31.1.12, Papademedriou ν. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101 και Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906). Γιατί στην ουσία, εμμέσως και στην τελική κατάληξη εκεί οδηγούνται τα πράγματα, προσκρούοντας και στην πιο πάνω αρχή της αποφυγής ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων επί του ιδίου θέματος. Με βάση την πιο πάνω πραγματική κατάσταση πραγμάτων τα δεδομένα και γεγονότα είναι τέτοια, που ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, δημιουργούν κώλυμα (issue estoppel), τέτοιο που καθιστά την κρινόμενη ένσταση άνευ αντικειμένου. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω υπάρχει ακόμα μια διάσταση που αφορά την κατάχρηση της διαδικασίας, που εγείρει ο κ. Διομήδους. Είναι η θέση του ότι ουσιαστικά επιδιώκεται όμοιος σκοπός με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων. Στην υπόθεση Σαρρής κ.ά ν. C. & R. Undersea Adv. Co. Ltd κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1722, υπεδείχθησαν τα πιο κάτω: «Η νομολογία μας, έχει αναγνωρίσει ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία (Δέστε: Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου (Δέστε Περρέλλα, ανωτέρω). . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Στην υπόθεση Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1 Α.Α.Δ. 1710 επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι η πολλαπλότητα διαδικασιών (που αφορούσαν προσωπικά θέματα μεταξύ των διαδίκων για ακίνητη ιδιοκτησία, στην υπόθεση εκείνη) οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής και όχι σε διακοπή της δίκης». Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την Σαρρής ανωτέρω, η κατάχρηση της διαδικασίας επενεργεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη δεδικασμένου, γιατί ακριβώς συνίσταται στην παράλληλη διαδικασία και την με δυο διαδικασίες προώθηση ίδιων σκοπών. Και ο όμοιος σκοπός στην παρούσα υπόθεση με βάση τους προβαλλόμενους λόγους ενστάσεως και όσα επί τούτου προκρίνονται δια της ενόρκου δηλώσεως, είναι σε τελική ανάλυση η ακύρωση της αποφάσεως των διαιτητών, το οποίο ως πραγματικό και επίδικο γεγονός κρίθηκε και αποφασίστηκε δια την ρηθείσης αποφάσεως. Η ομοιότητα του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι η ακύρωση της αποφάσεως των διαιτητών, δια δυο παραλλήλων ενδίκων μέσων, συνιστά κατάχρηση που οδηγεί σε απόρριψη των λόγων ένστασης. Για τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί η ένσταση των καθ ων η αίτηση απορρίπτεται. (.........)Δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η πιο πάνω απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί ως απόφαση του δικαστηρίου και κατά συνέπεια, είναι η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου δίδεται άδεια για καταχώριση προς εγγραφή και εκτέλεση της ρηθείσης διαιτητικής αποφάσεως (.).» Η πάνω απόφαση του Δικαστή κ. Ν. Γιαπανά και τα όσα αναφέρονται σε αυτή ισχύουν και εφαρμόζονται απόλυτα και στην παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα:
(1)Είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για δημιουργία κωλύματος λόγω δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam) ως αποτέλεσμα της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 18/11/2016 επί της Αίτησης Παραμερισμού. H απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί της Αίτησης Παραμερισμού είναι τελεσίδικη αφού αποτελεί την τελική κρίση του Δικαστηρίου επί της εν λόγω αίτησης. Ακόμα και αν η εν λόγω απόφαση έχει ή υπάρχει πρόθεση να εφεσιβληθεί από την Καθ' ης η Αίτηση, η απόφαση δεν παύει από του να είναι τελεσίδικη για σκοπούς δημιουργίας δεδικασμένου αφού, όπως σημειώνεται (μεταξύ άλλων) στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Tabalo v. Nautley Shipping Company Limited
(1992)1(B) AAΔ.1488 απόφαση εναντίον της οποίας έχει ασκηθεί έφεση δεν παύει από του να είναι "τελική" απόφαση από την οποία μπορεί να προκύψει δεδικασμένο. Περαιτέρω είναι σαφές ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων καθώς και ταύτιση των επίδικων θεμάτων. Δεδομένου ότι οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει αίτηση για αναγνώριση ή εκτέλεση διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας (βλ. άρθρο 36 Ν.101/87)είναι πανομοιότυποι με τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει ή να παραμερίσει τέτοια διαιτητική απόφαση (βλ. άρθρο 34), είναι ξεκάθαρο ότι το κεντρικό επίδικο θέμα που εγείρεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτηση είναι ακριβώς το ίδιο με το κεντρικό επίδικο θέμα που εγέρθηκε, εξετάστηκε και αποφασίστηκε στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού, ήτοι κατά πόσο συντρέχει ή όχι έγκυρος λόγος για ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.101/87.
(2)Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι το δεδικασμένο (και το συναφές κώλυμα - estoppel) που δημιουργείται από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 18/11/2016 επί της Αίτησης Παραμερισμού καλύπτει όχι μόνο τους λόγους και ισχυρισμούς που εγέρθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού (λόγοι ένστασης 4-7 στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση και σχετικοί ισχυρισμοί) αλλά και τους επιπρόσθετους λόγους και ισχυρισμούς (ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δήθεν δεν συντάχθηκε και δεν εκδόθηκε από τον διαιτητή κ.λ.π. - λόγοι ένστασης 1-3 και σχετικοί ισχυρισμοί) που η Καθ' ης η Αίτηση μπορούσε και έπρεπε να εγείρει στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού αλλά εντέχνως επέλεξε να μην το πράξει. Πέραν της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1125 στην οποία γίνεται παραπομπή στην πιο πάνω απόφαση του Δικαστή κ. Ν. Γιαπανά) σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Α. Χαραλάμπους ν. Μ. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ. 1298 : «Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας. Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί. Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Κλεόπα ν. Αντωνίου
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 58, στην οποία η εφεσείουσα αρχικά καταχώρισε αγωγή για αποζημιώσεις για τις ζημιές που είχε υποστεί το όχημα της σε τροχαίο ατύχημα. Μετά την έκδοση απόφασης για £1.900, καταχώρισε νέα αγωγή εναντίον του ίδιου εφεσίβλητου ζητώντας αποζημιώσεις για τα τραύματα που είχε υποστεί. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις Arnold v. Natwest Bank Plc [1991] 2 AC 93 και στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, αποφάνθηκε ότι η έγερση της νέας αγωγής που είχε τους ίδιους διαδίκους και ταυτόσημη βάση αγωγής με την προηγούμενη, προσέκρουε στον κανόνα του δεδικασμένου. Με βάση τα πιο πάνω έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη της εφεσείουσας να περιλάβει στην α΄ αγωγή της την απαίτηση της για αμέλεια, την εμποδίζει από του να προβάλλει με νέα αγωγή απαίτηση εναντίον της εφεσίβλητης για αμέλεια.» Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Καθ' ης η Αίτηση μπορούσε κάλλιστα (και όφειλε) να εγείρει τους λόγους ένστασης 1 - 3 που εγείρει στα πλαίσια της ένστασης της στην υπό κρίση Αίτηση και του σχετικούς με αυτούς ισχυρισμούς (ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δήθεν δεν συντάχθηκε και δεν εκδόθηκε από τον διαιτητή κ.τ.λπ.) στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού. Συναφώς αρκεί το γεγονός ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση και των ενόρκων δηλώσεων των κ. κ. Δ. Παρασκευόπουλου και Σ. Περικλέους που τη συνοδεύουν (16.05.2016), η Αίτηση Παραμερισμού ακόμη εκκρεμούσε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Είναι, κατά συνέπεια, σαφές ότι (ακόμα και αν υπήρχε κάποιος legitimate λόγος για τον οποίο η Καθ' ης η Αίτηση δεν ήγειρε εξ αρχής τους σχετικούς λόγους και ισχυρισμούς στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού), η Καθ' ης η Αίτηση μπορούσε κάλλιστα να εγείρει τους σχετικούς λόγους και ισχυρισμούς στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού (π.χ. ζητώντας άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της Αίτησης Παραμερισμού) ακόμα και σε εκείνο το στάδιο (δηλαδή στο στάδιο που καταχώρησε την ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση). Θα μπορούσε να εικάσει κάποιος - όπως είναι και η εισήγηση της Αιτήτριας με την οποία και συμφωνώ - ότι η Καθ' ης η Αίτηση σκόπιμα και ενσυνείδητα επέλεξε να μην εγείρει τους σχετικούς λόγους και ισχυρισμούς στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού αλλά να τους εγείρει μόνο στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Ο λόγος είναι προφανής κατά την Αιτήτρια με τον οποίο επίσης συμφωνώ: «Η Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε ότι η Αίτηση Παραμερισμού ήταν εντελώς αβάσιμη και ότι αυτή στο τέλος θα απορρίπτονταν και γνώριζε επίσης ότι η σχετική απορριπτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας θα δημιουργούσε δεδικασμένο το οποίο θα την εμπόδιζε από του να επιμένει στην ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση. Στα πλαίσια λοιπόν της προσπάθειας της να αποφύγει την εφαρμογή του δεδικασμένου που θα προέκυπτε από την απόρριψη της Αίτησης Παραμερισμού, η Καθ' ης η Αίτηση αποφάσισε να εγείρει στα πλαίσια της ένστασης της στην υπό κρίση Αίτηση κάποιους επιπρόσθετους (αβάσιμους) λόγους και ισχυρισμούς ώστε να έχει κάποια δικαιολογία (έστω αβάσιμη) για να επιμένει στην ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση ακόμα και μετά την απόρριψη της Αίτησης Παραμερισμού προκαλώντας έτσι περαιτέρω καθυστέρηση στην εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης.» Υπό τις περιστάσεις η απορριπτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 18.11.2016 επί της Αίτησης Παραμερισμού και το δεδικασμένο (και το σχετικό κώλυμα) που αυτή δημιουργεί σφραγίζουν τελεσίδικα όλους τους λόγους ένστασης που εγείρονται από την Καθ' ης η Αίτηση στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης γιατί αφαιρούν το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται η εν λόγω ένσταση και καθιστούν επιτακτική την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης. Η επιμονή της Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση παρά την απόρριψη της Αίτησης Παραμερισμού συνιστά ή και απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας την οποία το Δικαστήριο οφείλει να αποτρέψει αρνούμενο να εξετάσει την εν λόγω ένσταση. Σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστή κ. Ν. Γιαπανά στη Γενική Αίτηση Αρ. 673/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας όπως καταγράφηκαν πιο πάνω. Επιπρόσθετα με δεδομένο ότι το κεντρικό επίδικο θέμα που εγείρεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτηση είναι ακριβώς το ίδιο με το κεντρικό επίδικο θέμα που εγέρθηκε, εξετάστηκε και αποφασίστηκε στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού (ήτοι κατά πόσο συντρέχει ή όχι έγκυρος λόγος για ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.101/87), αυτό που η Καθ' ης η Αίτηση στην πραγματικότητα ζητά από το παρόν Δικαστήριο είναι να ανατρέψει ή να αναιρέσει την απορριπτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί της Αίτησης Παραμερισμού. Δηλαδή, ενώ το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει αποφασίσει ότι δεν συντρέχει λόγος για παραμερισμό ή ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης η Αιτήτρια καλεί το παρόν Δικαστήριο να αρνηθεί να αναγνωρίσει και να διατάξει/επιτρέψει την εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στη βάση ότι συντρέχει τέτοιος λόγος. Τέτοια όμως πορεία θα προσέκρουε και στη νομολογιακή αρχή ότι Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και να αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή καθώς στην αρχή της αποφυγής ύπαρξης συγκρουόμενων αποφάσεων επί του ιδίου θέματος. Για το ζήτημα αυτό σχετικά είναι όσα αναφέρονται στην απόφαση του Δικαστή κ. Ν. Γιαπανά στην Γενική Αίτηση Αρ. 673/2012 του Ε.Δ. Λευκωσίας (πιο πάνω). Η Καθ' ης η Αίτηση δεσμεύεται από το δεδικασμένο που δημιουργεί η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί της Αίτησης Παραμερισμού και κωλύεται από του να επιμένει στην ένσταση της στην υπό κρίση Αίτηση, κωλύεται επίσης από του να συνεχίσει να ισχυρίζεται ότι συντρέχει λόγος για ακύρωση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ή για απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης, κωλύεται από του να εγείρει προς εξέταση από το παρόν Δικαστήριο τους λόγους ένστασης και τους ισχυρισμούς που εγείρει στα πλαίσια της εν λόγω ένστασης (συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν ήγειρε αλλά μπορούσε και όφειλε να εγείρει στα πλαίσια της Αίτησης Παραμερισμού) και ότι, υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση των διαταγμάτων που επιζητούνται με την υπό κρίση Αίτηση. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς τους οποίους προβάλλει στην ένορκη δήλωση του ο κ. Παρασκευόπουλος και ο κ. Περικλέους (στους οποίους βασίζεται η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση) καταρρίπτονται κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφισβήτησης από τα γεγονότα που παρατίθενται και τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη ημερομηνίας 15.06.2016 που καταχωρήθηκε κατόπιν άδειας του σεβαστού Δικαστηρίου προς περαιτέρω υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης χωρίς προς τούτο να υπάρξει απάντηση από μέρους της Καθ΄ ης η Αίτηση παρόλο ότι είχε την ευχέρεια. Προς τούτο παρατίθενται τα ακόλουθα: (
- i)ότι (όπως ρητά αναφέρεται στο άρθρο 36(α) του Ν.101/87), παρόλο που αιτήτρια στην υπό κρίση Αίτηση είναι η Αιτήτρια, το βάρος της απόδειξης ότι συντρέχει έγκυρος λόγος για απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης βάσει του άρθρου 36 του Ν.101/87 το φέρει το μέρος «κατά του οποίου επιζητείται η αναγνώριση ή εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης», δηλαδή η Καθ' ης η Αίτηση, (
- ii)ότι τα όσα αναφέρονται στη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη δεν έχουν αμφισβητηθεί ή αντικρουστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο (είτε μέσω αντεξέτασης είτε μέσω συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως) και παραμένουν αναντίλεκτα, και (iii) ότι παρόλο που, μετά την καταχώρηση της Συμπληρωματικής ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη, η Καθ' ης η Αίτηση ζήτησε και έλαβε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει συμπληρωματική/απαντητική ένορκο δήλωση, τέτοια συμπληρωματική/απαντητική ένορκος δήλωση δεν έχει καταχωρηθεί. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 4 - 7 και τους σχετικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 20 - 36 της ένορκης δήλωσης Παρασκευόπουλου (οι οποίοι είναι πανομοιότυποι με τους λόγους και ισχυρισμούς στους οποίους εδραζόταν η Αίτηση Παραμερισμού παραθέτω τα ακόλουθα: (α) αναφέρονται στις παραγράφους 12-18 της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μ. Κούλλη και στα έγγραφα που επισυνάπτονται σε αυτή ως τεκμήρια 5 έως 8, και (β) στα ευρήματα/συμπεράσματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (κα Γ. Κυριακίδου Α.Ε.Δ.) που καταγράφονται στην απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.11.2016 επί της Αίτησης Παραμερισμού στα όσα. Από την ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη και την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί της Αίτησης Παραμερισμού προκύπτoυν ξεκάθαρα και κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο τα ακόλουθα: «(
- i)Ο διαιτητής ουδέποτε εισηγήθηκε να «διεξάγει διαδικασία διαμεσολάβησης» και ουδέποτε πρότεινε οποιαδήποτε «διαδικασία» άλλη από τη διαδικασία της διαιτησίας που προβλεπόταν στους Όρους Εντολής. Απλά πρότεινε να συζητηθεί το ενδεχόμενο φιλικής διευθέτησης και ανέφερε ότι θα μπορούσε σε πρώτη φάση να έχει ξεχωριστές συναντήσεις με εκπροσώπους της κάθε πλευράς προκειμένου να διαπιστώσει εάν υπήρχε πραγματική πιθανότητα κατάληξης σε διευθέτηση. (
- ii)H σχετική πρόταση του διαιτητή δεν έγινε «κατά ή περί την 3/4/2015 αφού ακούστηκαν όλοι οι μάρτυρες και προς το τέλος της όλης ακροαματικής διαδικασίας», όπως αναληθώς ισχυρίζεται η Καθ' ης η Αίτηση, αλλά κατά την ακρόαση που έλαβε χώρα στις 4/3/2015 (προτού ξεκινήσει η αντεξέταση του δεύτερου από τους τρεις μάρτυρές που έδωσαν μαρτυρία εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση). (iii) Oι εκπρόσωποι της Καθ' ης η Αίτηση όχι μόνο αποδέχθηκαν την εισήγηση του διαιτητή για διερεύνηση του ενδεχομένου φιλικής διευθέτησης της υπόθεσης αλλά εξέφρασαν την εκτίμηση τους για την εισήγηση αυτή και ενεργά ενεθάρρυναν τον διαιτητή να προχωρήσει στη διευθέτηση συνάντησης ή συναντήσεων για συζήτηση του ενδεχομένου αυτού. (
- iv)O διαιτητής ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε πίεση στους διαδίκους ή στους δικηγόρους τους να αποδεχθούν την εισήγηση του για διερεύνηση του ενδεχομένου φιλικής διευθέτησης της υπόθεσης. Αντιθέτως, κατά την τελευταία ακρόαση που έλαβε χώρα στις 3/4/2015 ο διαιτητής δεν ήγειρε ξανά ο ίδιος το θέμα αυτό. Όταν δε το θέμα ηγέρθηκε από τον δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση ο διαιτητής δήλωσε ξεκάθαρα ότι θα προτιμούσε να μην γίνει συνάντηση εκτός εάν υπήρχε διάθεση από πλευράς των διαδίκων και πραγματική πιθανότητα κατάληξης σε διευθέτηση. (
- v)Οι οδηγίες που εντέλει δόθηκαν από τον διαιτητή στις 3/4/2015 (κατόπιν παρότρυνσης του τότε δικηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση κ. Πολύβιου Παναγίδη) δεν προνοούσαν για πραγματοποίηση «ξεχωριστών και κατ' ιδίαν συναντήσεων» μεταξύ του διαιτητή και των εκπροσώπων της κάθε πλευράς αλλά για υποβολή από τους δικηγόρους των διαδίκων γραπτών «άνευ βλάβης» προτάσεων για διευθέτηση της υπόθεσης. (
- vi)Oυδεμία «κατ' ιδίαν συνάντηση» πραγματοποιήθηκε μεταξύ του διαιτητή και εκπροσώπων της Αιτήτριας και ουδεμία «διαδικασία διαμεσολάβησης» διεξάχθηκε. Ο διαιτητής απλά ζήτησε από τους δικηγόρους των διαδίκων να αποστείλουν γραπτές «άνευ βλάβης» προτάσεις για διευθέτηση της υπόθεσης, μελέτησε τις προτάσεις αυτές και αφού έκρινε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα φιλικής διευθέτησης ενημέρωσε σχετικά τους δικηγόρους των διαδίκων και προχώρησε στην έκδοση απόφασης αφού εν των μεταξύ κατατέθηκαν και οι τελικές γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων. Η υποβολή γραπτών «άνευ βλάβης» προτάσεων έγινε στα πλαίσια της συμφωνηθείσας διαδικασίας της διαιτησίας και εκκρεμούσης της κατάθεσης γραπτών αγορεύσεων από τους δικηγόρους των διαδίκων. Ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε πρόταση ή εισήγηση από πλευράς του διαιτητή για εγκατάλειψη της διαδικασίας της διαιτησίας ή για «χρησιμοποίηση του μέσου της διαμεσολάβησης» αντί της διαδικασίας της διαιτησίας. (vii) Η εικασία της Καθ'ης η Αίτηση ότι ο διαιτητής ενδεχομένως να έλαβε «τις σχετικές πληροφορίες για απόδειξη του anticipatory breach» «μέσω της διαδικασίας της διαμεσολάβησης» αποτελεί αποκύημα ζωηρής φαντασίας δεδομένου ότι ουδεμία «διαδικασία διαμεσολάβησης» διεξάχθηκε και δεδομένου ότι οι δικηγόροι των διαδίκων δεν είχαν σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας τη δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του διαιτητή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία ή να του δώσουν οποιεσδήποτε πρόσθετες «πληροφορίες». Είναι, εν πάση περιπτώσει, ξεκάθαρο από τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 66 έως 78 (και ειδικά στις σελίδες 73-78) της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης ότι η κατάληξη του διαιτητή περί «anticipatory breach» βασίστηκε (όπως είναι απόλυτα φυσικό) αποκλειστικά στην μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και κυρίως στις απαντήσεις που δόθηκαν από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο των Αιτητών κ. Δημήτριο Παρασκευόπουλο κατά την αντεξέταση του. (viii) Oι διάδικοι και οι δικηγόροι τους γνώριζαν από τις 3/4/2015 ότι οι τελικές γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων έπρεπε να κατατεθούν μέχρι τις 15/6/2015. (
- ix)Ήταν απόλυτα σαφές ότι οι όποιες προσπάθειες για διευθέτηση της υπόθεσης θα γίνονταν παράλληλα με την ετοιμασία των τελικών γραπτών αγορεύσεων. (
- x)Οι δικηγόροι της Καθ' ης η Αίτηση γνώριζαν από τις 27/5/2015 ότι ο διαιτητής δεν ήταν διατεθειμένος να παρατείνει την προθεσμία για κατάθεση των τελικών γραπτών αγορεύσεων παρά το γεγονός ότι οι «άνευ βλάβης» γραπτές προτάσεις που υποβλήθηκαν από τους δικηγόρους των διαδίκων βρίσκονταν ακόμη (σε εκείνο το στάδιο) υπό μελέτη. (
- xi)Στις 4/6/2015, ο διαιτητής τελικά παρέτεινε την αρχικά καθορισθείσα προθεσμία για κατάθεση των τελικών γραπτών αγορεύσεων κατά 10 μέρες και κάλεσε τους δικηγόρους των διαδίκων να καταθέσουν τις τελικές γραπτές τους αγορεύσεις μέχρι τις 25/6/2015. (xii) O ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκο δήλωση Παρασκευόπουλου ότι η Καθ' ης η Αίτηση είχε δήθεν «μόλις 10 μέρες» για να συμπληρώσει και να καταθέσει την γραπτή της αγόρευση είναι αναληθής. (xiii) Oι ισχυρισμοί αναφορικά με το επιπρόσθετο ποσό αμοιβής που χρεώθηκε από το διαιτητή είναι εντελώς απαράδεκτοι δεδομένου ότι η σχετική επιπρόσθετη χρέωση ήταν απόλυτα εύλογη και έγινε με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων.» Σε σχέση με τους λόγους ένστασης 1 - 3 και τους σχετικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στις παραγράφους 4 - 18 της ένορκης δήλωσης του κ. Παρασκευόπουλου και στην ένορκη δήλωση του κ. Περικλέους θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: (
- i)Στις παραγράφους 4 έως 18 της ένορκης δήλωσης του κ. Παρασκευόπουλου προβάλλονται οι εξής ισχυρισμοί : (α) ότι η επίδικη Διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε στις 11.11.2015 «ως ισχυρίζεται ο διαιτητής» αλλά στις 19.11.2015, και (β) ότι η επίδικη Διαιτητική απόφαση δεν ετοιμάστηκε και δεν εκδόθηκε από τον Διαιτητή αλλά από «υπάλληλο του γραφείου του διορισμένου Διαιτητή και συγκεκριμένα από τον κ. Ναπολέοντα Ξανθούλη, νομικό από την Ελλάδα», «ο οποίος εργαζόταν στο γραφείο του Διαιτητή Δρα Κύπρου Χρυσοστομίδη κατά το χρόνο τόσο της διεξαγωγής της Διαιτησίας όσο και κατά το χρόνο της έκδοσης της επίδικης διαιτητικής απόφασης». (
- ii)Το μόνο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Παρασκευόπουλου προς υποστήριξη των ισχυρισμών αυτών είναι ότι στα «χαρακτηριστικά» («document properties») συγκεκριμένου ηλεκτρονικού αρχείου (file) στο οποίο περιεχόταν ηλεκτρονικό αντίγραφο του κειμένου της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης και το οποίο αποστάληκε από τον Διαιτητή (μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου) στον τότε δικηγόρο της Καθ' ης η Αίτηση κ. Πολ. Παναγίδη κατά την ημέρα που η επίδικη Διαιτητική απόφαση παραδόθηκε στους δικηγόρους των διαδίκων (19.11.2015), αναφερόταν ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό αρχείο (στο εξής «το Ηλεκτρονικό Αρχείο») δημιουργήθηκε στις 19.11.2015 και ώρα 16:37 ενώ στο «πεδίο» (field) που τιτλοφορείται «author» αναγράφονταν τα γράμματα «NX» (βλ. Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ Παρασκευόπουλου). Προς υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών του ο κ. Παρασκευόπουλος επικαλείται περαιτέρω και την «Έκθεση» ημερομηνίας 13.05.2016 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση Περικλέους ως Τεκμ. 1. (iii) Όπως εξηγείται στις παραγράφους 7 - 11 της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μ. Κούλλη, οι πιο πάνω ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Παρασκευόπουλου είναι αναληθείς και εντελώς απαράδεκτοι. (
- iv)Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η επίδικη Διαιτητική απόφαση δεν εκδόθηκε στις 11.11.2015 «ως ισχυρίζεται ο Διαιτητής» αλλά στις 19.11.2015, δόθηκε εξήγηση από τον ίδιο το Διαιτητή στην απάντηση που αυτός φαίνεται να απέστειλε στον τότε δικηγόρο της Αιτήτριας κ. Πολ. Παναγίδη στις 14.12.2015 η οποία παρατίθεται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Παρασκευόπουλου. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην απάντηση που δόθηκε από τον Διαιτητή, στις 10.11.2015 ο Διαιτητής είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους των διαδίκων με το οποίο τους ειδοποίησε ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση ήταν έτοιμη και ότι αυτή θα έφερε ημερομηνία 11.11.2015. Στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα, ο Διαιτητής εισηγήθηκε να παραδώσει την επίδικη Διαιτητική Απόφαση στους δικηγόρους των διαδίκων στις 19.11.2015 όπως και τελικά έγινε. Όπως εξηγείται στην παράγραφο 9 της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μ. Κούλλη, τα όσα αναφέρονται σε σχέση με το θέμα αυτό στην απάντηση του Διαιτητή που παρατίθεται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Παρασκευόπουλου είναι απόλυτα ορθά. Ο Διαιτητής είχε όντως αποστείλει σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους των διαδίκων στις 10.11.2015 (παραπέμπω στο Τεκμ. 1 στη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη). Όπως προκύπτει από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, ο λόγος για τον οποίο ο Διαιτητής εισηγήθηκε να παραδώσει την επίδικη Διαιτητική Απόφαση στους δικηγόρους των διαδίκων σε ημερομηνία μεταγενέστερη από την ημερομηνία έκδοσης της ήταν για να δοθεί χρόνος στους διαδίκους να εξοφλήσουν, κατά το μεσοδιάστημα, τα τελευταία τιμολόγια που είχαν εκδοθεί από τον Διαιτητή σε σχέση με τη διαιτησία και τα οποία αποστάληκαν στους δικηγόρους των διαδίκων με το υπό αναφορά ηλεκτρονικό μήνυμα του Διαιτητή ημερομηνίας 10.11.2015 (παραπέμπω στο Τεκμ. 1 στη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη). (
- v)Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση σίγουρα δεν εκδόθηκε στις 19.11.2015 και ώρα 16:37 που είναι η ώρα που αναγράφεται στα χαρακτηριστικά («document properties») του Hλεκτρονικού Aρχείου ως ώρα δημιουργίας του εν λόγω αρχείου (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του κ. Παρασκευόπουλου). Όπως εξηγείται στην παράγραφο 10 της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μ. Κούλλη (και όπως η κα Μ. Κούλλη είναι σε θέση να επιβεβαιώσει και επιβεβαιώνει αφού ήταν παρούσα όταν ο Διαιτητής παρέδωσε το πρωτότυπο της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στους δικηγόρους των διαδίκων στις 19.11.2015) το πρωτότυπο της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης παραδόθηκε από τον Διαιτητή στους δικηγόρους των διαδίκων γύρω στις 4 μ.μ. (16:00) που ήταν η ώρα που είχε καθορισθεί από τον Διαιτητή. Είναι, κατά συνέπεια, ξεκάθαρο ότι το Ηλεκτρονικό Αρχείο που αποστάληκε από τον Διαιτητή στον κ. Πολ. Παναγίδη και το οποίο η Καθ' ης η Αίτηση επικαλείται, δημιουργήθηκε και αποστάληκε μετά που ο Διαιτητής είχε ήδη παραδώσει το πρωτότυπο της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στους δικηγόρους των διαδίκων. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τα όσα αναφέρονται στην απάντηση που αποστάληκε από τον Διαιτητή στον τότε δικηγόρο της Αιτήτριας κ. Πολ. Παναγίδη στις 14.12.2015 η οποία παρατίθεται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Παρασκευόπουλου. Στην εν λόγω απάντηση ο Διαιτητής σημειώνει ότι: «The reason why the document was "created on 19.11.2015 at 16:37", a short while after you left our offices, was because that was the time when our secretary printed and scanned the final award into a .pdf file.» (
- vi)Όσον αφορά τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην ένορκο δήλωση του κ. Παρασκευόπουλου ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δήθεν δεν ετοιμάστηκε και δεν εκδόθηκε από τον Διαιτητή αλλά από τον κ. Ναπολέοντα Ξανθούλη, o εν λόγω ισχυρισμός δεν εδράζεται σε αποδεδειγμένα γεγονότα. (vii) Όπως εξηγείται στην αρχική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη (που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση) και όπως προκύπτει από το πρωτότυπο της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης που επισυνάπτεται σε αυτήν ως Τεκμήριο 1, η επίδικη Διαιτητική Απόφαση φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του Δρα Κ. Χρυσοστομίδη ως Διαιτητή και παραδόθηκε από τον ίδιο στους δικηγόρους των διαδίκων στις 19.11.2015. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί με κανένα τρόπο να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δεν είναι απόφαση του Διαιτητή αλλά απόφαση τρίτου προσώπου. (viii) Όπως εξηγείται πιο πάνω (βλ. υποπαράγραφο (
- v)πιο πάνω) και στην παράγραφο 10 της Συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας Μ. Κούλλη, το Ηλεκτρονικό Αρχείο που αποστάληκε από τον διαιτητή στον κ. Πολ. Παναγίδη και το οποίο η Καθ'ης η Αίτηση επικαλείται, δημιουργήθηκε και αποστάληκε μετά που ο Διαιτητής είχε ήδη παραδώσει το πρωτότυπο της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στους δικηγόρους των διαδίκων. Κατά συνέπεια, το ποιος παρουσιάζεται στα «DOCUMENT PROPERTIES» ως «AUTHOR» του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού αρχείου (ενός ηλεκτρονικού αρχείου που περιέχει ηλεκτρονικό αντίγραφο της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης και που δημιουργήθηκε μετά την έκδοση της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης και μετά την παράδοση του πρωτοτύπου της επίδικης Διαιτητικής Απόφασης στους δικηγόρους των διαδίκων) δεν έχει καμιά σημασία και σίγουρα δεν αποτελεί στοιχείο το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δεν ετοιμάστηκε από τον Διαιτητή ή ότι δεν είναι απόφαση του Διαιτητή αλλά άλλου προσώπου. (
- ix)Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. Περικλέους και στην «Έκθεση» του ημερομηνίας 13.05.2016 που επισυνάπτεται σε αυτή ως Τεκμ. 1 δεν αποτελούν στην ουσία τίποτα άλλο παρά ατεκμηρίωτες εικασίες και έκδηλα δεν υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Παρασκευόπουλου και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι αποδεικνύουν ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δεν ετοιμάστηκε από τον Διαιτητή ή ότι δεν είναι απόφαση του Διαιτητή αλλά άλλου προσώπου. Στην Έκθεση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Περικλέους προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εξήγηση που δόθηκε στον τότε δικηγόρο της Καθ'ης η Αίτηση από το διαιτητή αναφορικά με το θέμα του ποιος παρουσιάζεται ως «author» του Ηλεκτρονικού Αρχείου «δεν δύναται να αποτελέσει επαρκή εξήγηση του λόγου για την ύπαρξη των αρχικών «ΝΧ»» χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για τον ισχυρισμό αυτό. Ακολούθως αναφέρεται ότι κατά την επιστημονική άποψη του κ. Περικλέους «η παραταθείσα εξήγηση από τον Διαιτητή Δρα Κύπρο Χρυσοστομίδη (.) αποτελεί την ισχνότερη εκδοχή» και πάλι χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για την «επιστημονική» αυτή άποψη του κ. Περικλέους. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ο κ. Περικλέους στη σχετική Έκθεση παραδέχεται ότι δεν μπορεί να εξαγάγει «τελικό συμπέρασμα» αναφορικά με τους λόγους λόγοι για την ύπαρξη των αρχικών «ΝΧ» στο πεδίο «Author» των «document properties» του Ηλεκτρονικού Αρχείο και ότι για να μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα πρέπει να εκδοθεί Διάταγμα «με το οποίο να επιτρέπεται η επιτόπια εξέταση και έλεγχος επί των ηλεκτρονικών υπολογιστών και του διακομιστή (server) της Δικηγορικής εταιρείας του Διαιτητή». Επομένως κρίνω στη βάση των πιο πάνω ότι η Έκθεση του κ. Περικλέους είναι άνευ αποδεικτικής αξίας και ότι αυτή με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει τον ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση ότι η επίδικη Διαιτητική Απόφαση δήθεν δεν συντάχθηκε και δεν εκδόθηκε από τον διαιτητή. Εν όψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, στη Συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη και στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 18.11.2016 επί της Αίτησης Παραμερισμού, κρίνω ότι όλοι οι ισχυρισμοί στους οποίους εδράζεται η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση στην υπό κρίση Αίτηση παρέμειναν αστήρικτοι και είναι εντελώς αβάσιμοι και ότι η Καθ' ης η Αίτηση έκδηλα δεν έχει αποδείξει (ως βαρύνεται στη βάση του άρθρου 36(α) Ν.101/87, οποιοδήποτε έγκυρο λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την υπό κρίση Αίτηση βάσει του άρθρου 36 του Ν.101/87. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Εν όψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, και με δεδομένο ότι η Αιτήτρια έχει προσκομίσει όλα τα έγγραφα που απαιτείται να προσκομιστούν βάσει του άρθρου 35
(2)του Ν.101/87 (βλ. Τεκμήρια 1, 2 και 3 στην αρχική ένορκη δήλωση της κας Μ. Κούλλη) θα εγκρίνω την αίτηση και επομένως θα εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα όπως αυτά ζητούνται στα αιτητικά Α και Β της αίτησης. Δεν έχω λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα του. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............... Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο