← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεώργιος Φιλιππίδης κ.α., Αγωγή αρ 2148/12, 24/2/2017

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γεώργιος Φιλιππίδης κ.α., Αγωγή αρ 2148/12, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αγωγή αρ 2148/12 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από Λευκωσία Εναγόντων και Γεώργιος Φιλιππίδης, από Λεμεσό

  1. Ιωάννα Ματθαίου, από Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2017 Για Αιτητές/Εναγόμενους 1 και 2: κα Μαυρή για Κυριακίδου, Λαμάρη Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η αίτηση/Ενάγοντες: κα Ν. Ηροδότου για Συμεού & Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 17/5/
  2. Η υπεράσπιση των εναγόμενων καταχωρήθηκε 14/1/2013 και στις 18/1/2013 καταχωρήθηκε από του Ενάγοντες η Απάντηση στην Υπεράσπιση. Ακολούθως η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, εκδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων και ακολούθως ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση. Στις 14/09/2016 οι εναγόμενοι - αιτητές καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση δια της οποίας εξαιτούνται: Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 ως ακολούθως: (α) Την διαγραφή και αντικατάσταση των λέξεων «στους Εναγόμενους οι τελευταίοι» με τις λέξεις « στον Εναγόμενο 1, οι Εναγόμενοι » μετά την λέξη διευκολύνσεις στην δεύτερη γραμμή της παραγράφου
  3. (β) Την διαγραφή του γράμματος «ς» από την λέξη «τους» που βρίσκεται στην δεύτερη γραμμή της παραγράφου 4 και τη προσθήκη μετά τη λέξη «του» στην ίδια παράγραφο των λέξεων «του Εναγομένου 1» και την αντικατάσταση των λέξεων «τους Εναγομένους» με τις λέξεις «τον Εναγόμενο 1» στο τέλος της δεύτερης και στη αρχή της τρίτης γραμμής της παραγράφου
  4. (γ) Την διαγραφή της λέξης «των» από την τρίτη γραμμή της πέμπτης παραγράφου και την αντικατάσταση της με τις λέξεις « του Εναγομένου 1» και την αντικατάσταση της λέξης «των» με την λέξη «του» στην τέταρτη γραμμή της παραγράφου
  5. (δ) την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων σε συνέχεια της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης.
  6. Άνευ βλάβης της πιο πάνω υπεράσπισης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το οποιοδήποτε υπόλοιπο παρουσίαζε ο λογαριασμός του Εναγομένου 1 έχει εξοφληθεί την 17/05/2011 και δεν οφείλεται κανένα απολύτως ποσό από τον Εναγόμενο 1 και η παρούσα εγείρεται καταχρηστικά και/ή εκδικητικά και/ή είναι προϊόν λάθους των Εναγόντων.
  7. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω και Άνευ βλάβης της παρούσα υπεράσπισης η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έχει συμβληθεί με τους Ενάγοντες και η παραχώρηση δεύτερης πιστωτικής κάρτας που συνδέεται με τον λογαριασμό του Εναγομένου 1 δεν συνιστά από μέρους της συμφωνία με τους Ενάγοντες και δεν δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντι της για πληρωμή οποιουδήποτε υπολοίπου του λογαριασμού με τον οποίο συνδέεται η πιστωτική κάρτα και ανήκει και/ή είναι επ ονόματι του Εναγομένου
  8. Η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι πέραν των νομικών υποχρεώσεων της ως κάτοχος κάρτας ο οποίος πρέπει να τηρεί κανόνες για την ασφάλεια των συναλλαγών δεν έχει καμία ευθύνη εφόσον χρησιμοποιούσε την κάρτα με την συγκατάθεση του δικαιούχου του λογαριασμού και την γνώση των Εναγόντων.
  9. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συμφωνία για την παραχώρηση κάρτας στον Εναγόμενο 1 είναι άκυρη και/ή παράνομη καθώς οι Ενάγοντες δεν ακολούθησαν τις νόμιμες διαδικασίες και δεν επεξήγησαν στον Εναγόμενο 1 τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από την μεταξύ τους σύμβαση και/ή δεν ακολούθησαν το πρωτόκολλο και/ή τους κανονισμούς και/ή τον Νόμο όπου έπρεπε οι Ενάγοντες να: α) παρέχουν πληροφορίες όπως το ΣΕΠΕ ( συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο) με ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα που να αναφέρεται σε αριθμητικά δεδομένα σε σχέση με το επιτόκιο ή το κόστος της πίστωσης που προσφέρουν. β) παρέχουν πριν την σύναψη της σύμβασης και μέσω του εντύπου των Τυποποιημένων Ευρωπαϊκών Πληροφοριών Καταναλωτικής Πίστης (Παράρτημα ΙΙ του Νόμου) όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που χρειάζεται ο καταναλωτής για να συγκρίνει διάφορες προσφορές ώστε να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση. γ) παρέχουν όλες τις σημαντικές πληροφορίες με τρόπο σαφή και συνοπτικό για τον μέσο καταναλωτή κατά την σύναψη της σύμβασης και όχι με πολύ μικρά γράμματα. δ) ενημερώνουν περιοδικά μέσω ανάλυσης λογαριασμού ή επί άλλου σταθερού μέσου για τις σημαντικές πληροφορίες που αφορούν σύμβαση υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης , όπως το υπόλοιπο, τις ημερομηνίες και τα ποσά των αναλήψεων και των καταβολών, τις χρεώσεις το εφαρμοσθέν χρεωστικό επιτόκιο, και το ελάχιστο καταβλητέο ποσό. Η ενημέρωση του καταναλωτή για τις μεταβολές στο χρεωστικό επιτόκιο και στις χρεώσεις πρέπει να γίνεται πριν αυτές αρχίσουν να ισχύουν . Β. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου όπως η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος ή σε χρόνο που ήθελε κρίνει δίκαιο το Δικαστήριο. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.25 θθ 1- 6, Δ.48 θθ1 - 3, και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η αίτηση περαιτέρω στηρίζεται επί της ένορκης δήλωσης της Μαρίας Μαυρή, Δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Συνοπτικά η ενόρκως δηλούσα στηρίζει το αίτημα της στα κάτωθι: - Για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης στην παρούσα αγωγή έγινε εισήγηση στους εναγόμενους να διορίσουν εμπειρογνώμονές με σκοπό να ελέγξουν τις καταστάσεις λογαριασμών και τις άλλες χρεώσεις που αμφισβητούνται. - Οι εμπειρογνώμονες αυτοί διορίστηκαν και με βάση τα πρώτα τους ευρήματα το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου 1 έχει εξοφληθεί ενώ η εναγόμενη 2 ουδέποτε υπέγραψε σύμβαση με τους Ενάγοντες. - Ενόψει του ότι ήταν πρόσφατα ευρήματα είναι απαραίτητο να δικογραφηθούν για να έχει το Δικαστήριο μια πλήρη εικόνα των γεγονότων. - Τα όσα επιθυμούν να προσθέσουν δεν αποτελούν άσχετα γεγονότα με τα επίδικα ζητήματα. - Καμία ζημιά θα προκληθεί στους Ενάγοντες που να μην δύναται να αποζημιωθεί με χρήμα. - Η έκδοση των διαταγμάτων δεν εκτροχιάζει την πορεία της υπόθεσης. Οι Καθ' ων η αίτηση - Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Ως αναφέρουν στην ειδοποίηση ένστασης οι ενδεικτικοί και περιληπτικοί λόγοι της ένστασης έχουν ως ακολούθως:
  10. Η Αίτηση υποβάλλεται σε καθυστερημένο στάδιο, ήτοι μετά 4 χρόνων από τη συμπλήρωση των δικογράφων, με καταχωρηθείσα Έκθεση Υπερασπίσεως την 14/01/2013, και για λόγους που δεν τεκμηριώνονται από τα γεγονότα της Αίτησης.
  11. Με την υποβληθείσα αίτηση και των δι' αυτής εξαιτουμένων θεραπειών, θα προκληθεί τόσο παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας, όσο και πλήρης σύγχυση των επιδίκων θεμάτων, άνευ οιασδήποτε λογικής εξηγήσεως από πλευράς των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών περί της μη συμπερίληψη στην Υπεράσπιση του νέου τούτου ισχυρισμού περί δήθεν εξόφλησης την 17/5/2011 του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του Εναγομένου 1, ισχυρισμός ο οποίος αν ευσταθούσε τότε θα ήτο σε γνώση των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών 1 ½ χρόνο πριν από την καταχωρηθείσα Έκθεση Υπερασπίσεως ήτοι 5 ½ χρόνια πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ως επίσης και ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 ουδέποτε συμβλήθηκε με τους Ενάγοντες, αν ευσταθούσε, ήταν εκ των προτέρων γνωστός στους Εναγομένους 1 και 2 και κατά τον χρόνο ετοιμασίας της Εκθέσεως Υπερασπίσεως, με αβιάστως συναγόμενο το συμπέρασμα περί της κακοπιστίας τους και εν γένει των όψιμων, αναληθών, εντελώς αδικαιολόγητων και αναιτιολόγητων ισχυρισμών και σκέψεων τους.
  12. Με την αίτηση επιχειρείται κακόπιστα η εισαγωγή νέας βάσης Υπεράσπισης και επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων.
  13. Οι Αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν γεγονότα/λεπτομέρειες τα οποία αν ίσχυαν, θα ήταν γνωστά σε αυτούς εδώ και πάρα πολλά χρόνια και δεν αιτιολογούν και/ή δεν αιτιολογούν επαρκώς την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και/ή η δικαιολογία που δίδεται είναι προφανώς παντελώς ανεδαφική και/ή ψευδής.
  14. Περαιτέρω, η απόρριψη της Αιτήσεως αποτελεί νομολογιακή επιταγή και για λόγους ορθής απονομής και συμφέροντος της δικαιοσύνης, καθ' ότι με αυτή, επιδιώκεται όχι η προσθήκη η διευκρίνιση οιωνδήποτε ισχυρισμών οι οποίοι διαλαμβάνονται στην Υπεράσπιση τους, αλλά η εκ βάθρων αλλαγή και ή εν γένει αναδόμηση του δικογράφου τους, εξ ου και αιτούμενο είναι, η καταχώρηση νέας Υπεράσπισης γεγονός το οποίο αποτελεί καινοφανές μεν εγχείρημα, άγνωστο δε τόσο προς την Νομολογία όσο και τους Θεσμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου.
  15. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ή και μέρος αυτών προκαλούν αδικία και/ή ανεπανόρθωτη ζημία στους Ενάγοντες/Καθ'ών η Αίτηση και η τυχόν αποδοχή τους είναι αντίθετη με την υφιστάμενη νομοθεσία και νομολογία.
  16. Γενικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας και/ή ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  17. Διά της ρηθείσας όψιμης και καθυστερημένα υποβληθείσας Αίτησης και των ανωτέρω αναφερομένων, καθίσταται έκδηλη η κακοπιστία των Εναγομένων για εκτροχιασμό της δίκης και πασίδηλες οι επιπτώσεις στα δικαιώματα των Εναγόντων για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης.
  18. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.
  19. Έγκριση του αιτήματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα των Εναγόντων, αλλά και της δικαιοσύνης, που είναι συνυφασμένα με τη βεβαιότητα των διαδίκων για το αντικείμενο της δίκης και λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσης της.
  20. Η Ένορκη Δήλωση της ομνύουσας είναι παράτυπη και αντικανονική.
  21. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αδικαιολόγητη, εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και είναι αντίθετη με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Ως εκ των ανωτέρω είναι ταπεινή θέση και εισήγηση της πλευράς των Εναγόντων, όπως η δικαστικά ασκούμενη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου οδηγηθεί σε απόρριψη της Αίτησης μετ' εξόδων εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών και υπέρ των Εναγόντων/Καθ'ών η Αίτηση. Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 4-7 και 9, Δ.39, Δ.25 Θ.1 και 5, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στις σχετικές Αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και της εν γένει νομολογίας, των αγγλικών Δικαστικών Αποφάσεων, της διακριτικής εξουσίας, πρακτικής και συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η ένσταση στηρίζεται επί γεγονότων τα οποία φαίνονται στη συνημμένη Ένορκη Δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Χωραΐτη, υπαλλήλου του τμήματος ανάκτησης χρεών των Εναγόντων, εκ Λεμεσού, ημερομηνίας 12.1.
  22. Με βάση την ένορκη δήλωση αναφέρονται συνοπτικά τα κάτωθι: - Πλην των ισχυρισμών που γίνονται αποδεκτοί ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στην αίτηση και στην ένορκη δήλωση. - Σε κανένα σημείο δεν δίδεται επεξηγηματικός λόγος σε σχέση με την μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ήτοι 4 χρόνια μετά την καταχώρηση μετά. Η αναφορά μόνο στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων καθιστά πρόδηλη την κακοπιστία και εν γένει την πρόθεση των εναγόμενων για εκτροχιασμό. - Είναι προφανής η πρόθεση των εναγόμενων για διαγραφή καθ' ολοκληρία της υπεράσπισης τους και αντικατάστασης της από άλλη βασιζόμενη σε νέο ισχυρισμό περί εξόφλησης, ισχυρισμός που αν ίσχυε θα ήταν εις γνώση των εναγόμενων 1 χρόνο πριν την έγερση της αγωγής. Ομοίως γνωστή θα έπρεπε να ήταν και η θέση της εναγόμενης 2 ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε συμφωνία εγγύησης. - Η ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε από δικηγόρο καθιστά την αίτηση παράτυπη και υποκείμενη σε απόρριψη. - Οι ισχυρισμοί των εναγομένων είναι αβάσιμοι, ψευδείς, ατεκμηρίωτοι και ανεδαφικοί και δε δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι εντελώς νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι αλλάζουν εντελώς τη βάση της υπεράσπισης. - Οι ισχυρισμοί των εναγομένων είναι σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς της ισχύουσας υπεράσπισης. - Με την αιτούμενη τροποποίηση βλάπτονται τα δικαιώματα των Εναγόντων για σύντομη εκδίκαση και δίκαιη δίκη. Ακρόαση της αίτησης: Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν με γραπτά κείμενα αγορεύσεων προς στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων και επιχειρηματολογίας τους. Τα όσα ανέφεραν βρίσκονται κατατεθειμένα στον φάκελο του Δικαστηρίου έχουν μελετηθεί δεόντως και δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω τα όσα τέθηκαν. Αναφορά θα γίνει όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Νομική Πτυχή του επίδικου ζητήματος της τροποποίησης: Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
  23. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Σημειώνω βεβαίως εδώ ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17/05/2012 συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.
  24. Σε σχέση και αναφορικά με την εφαρμογή της Δ.25 υπάρχει σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μέσα από τις οποίες τίθεται το πλαίσιο αρχών εντός του οποίου το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια να επιτρέπει η να απορρίπτει αιτήματα για τροποποίηση των δικογράφων. Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others

(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα αυτό αναλύθηκε στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, σελ. 26, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Επιπλέον παραπέμπω στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, όπου αναφέρθηκε ότι: «Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Ενδεικτική της σύγχρονης τάσης της νομολογίας αποτελεί και η απόφαση στην Πολ. Εφ. 58/2012, Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, ημερ. 4.3.2013, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Στην απόφαση αυτή το Ανώτατο Δικαστήριο επαναλαμβάνοντας τις αρχές που τέθηκαν σε σωρεία προγενέστερης νομολογίας ανέφερε ότι: «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.» Με δεδομένο ότι η αίτηση σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, επιβεβαιώθηκε ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να καταχωρηθεί και εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Η έγκριση βεβαίως μιας τροποποίησης τελεί υπό την εξέταση του κριτηρίου της αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης πάντοτε όμως υπό το πρίσμα και της μη πρόκλησης οιασδήποτε αδικίας στο αντίπαλο μέρος, αδικία βεβαίως που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Ακόμα και όπου η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934). Μέσα από την νομολογία εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1005). Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745). Τα πιο πάνω αναλύθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδριανή Αρακελιάν, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτώμενων της Εταιρειών κ.α. Π.Ε.51/2012, ημερ.11/2/20016 όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι σε σχέση με την Δ.25: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων». Ενόψει της αναφοράς στους λόγους ένστασης και ισχυριζόμενης ριζικής αλλαγής της υπεράσπισης οφείλω να παραπέμψω στην απόφαση Kallice Holdings Co Ltd v. MTN (Overs.) Metals Ltd (Αρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162, όπου καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης μετά από 2 χρόνια και 4 μήνες από την καταχώρηση της αγωγής και 2 μήνες περίπου μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των Εναγόντων. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση ανέφερε τα κάτωθι καθοδηγητικά: «Η προβολή νέας υπεράσπισης στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των Εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους» Για το ίδιο ζήτημα της αλλαγής της υπεράσπισης παραπέμπω εκ νέου στην Αρακελιάν ανωτέρω όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι με αποτέλεσμα η πρωτόδικη απόφαση για απόρριψη αιτήματος τροποποίησης να ανατραπεί και να επιτραπεί η τροποποίηση της υπεράσπισης: «Ανεξάρτητα των πιο πάνω, θεωρούμε επίσης ορθή την εισήγηση του δικηγόρου της Εφεσείουσας ότι ενώ ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής καθοδηγεί ορθά τον εαυτό του ως προς τις νομολογιακές αρχές, εντούτοις στη συνέχεια δεν τις εφαρμόζει ανάλογα στα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Κατ' αρχάς οι νέες αξιώσεις του αποβιώσαντα δεν είναι εντελώς άσχετες με τις αξιώσεις που ήδη προσέβαλλε με την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. Μπορεί ορισμένες από τις νέες αξιώσεις να θέτουν καινούργια θέματα, αλλά αυτά δεν έπρεπε να ήταν καθοριστικά στοιχεία στην έκβαση της αίτησης, εφόσον η νομολογία σαφώς δεν απαγορεύει εκ προοιμίου κάτι τέτοιο (βλ. Χρίστου ν. Αζά
(1992)1Α ΑΑΔ 704). Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss [1899] 32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ. 627). Στην προκειμένη περίπτωση η Εφεσείουσα κατά την άποψή μας δεν διαφοροποιεί ουσιωδώς τον πυρήνα της απαίτησής της, αλλά απλώς διευρύνει τους νομικούς λόγους χωρίς να μεταβάλλει τους αρχικούς ισχυρισμούς του αποβιώσαντα εναντίον του Εφεσίβλητου που αφορούν το Ταμείο Προνοίας (βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α. & G. Leventis & Company (Νigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 AAΔ 726 στην οποία υιοθετήθηκε παρόμοια προσέγγιση). Η άρνηση του δικαστηρίου να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση, θα σήμαινε ότι η Εφεσείουσα θα κατέφευγε εκ νέου στο Δικαστήριο, κάτι που καθόλου δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την κρίση μας, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο δεν διαπίστωσε ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, ή κακή πίστη εκ μέρους της Εφεσείουσας, η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα έπρεπε να ασκηθεί υπέρ της Εφεσείουσας.» (Η έμφαση και υπογράμμιση ανωτέρω είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω και με δεδομένο ότι η καθ' ής η αίτηση ενίσταται ισχυριζόμενη και τον χρόνο υποβολής του αιτήματος επικαλούμενη υπέρμετρη καθυστέρηση παραπέμπω στην ίδια ανωτέρω απόφαση όπου κρίθηκε ότι η καθυστέρηση ακόμα και να διαπιστωθεί δεν είναι καθοριστικής σημασίας, συνεκτιμημένη με άλλους παράγοντες. «Επομένως το δικαστήριο, κατά την κρίση μας, αξιολόγησε εσφαλμένα τον παράγοντα καθυστέρηση, τον οποίο άφησε να επηρεάσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Εν πάση περιπτώσει, όπως τονίστηκε στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α. & G. Leventis & Company (Νigeria) Ltd κ.α., ανωτέρω, ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, αλλά δεν είναι «εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας». Κατάληξη: Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέφεραν στις γραπτές τους αγορεύσεις αλλά και στα όσα περιλαμβάνονται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση περιλαμβανομένων των ένορκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν. Επιπλέον με την παρούσα αίτηση έχω μελετήσει τα καταχωρηθέντα δικόγραφα αμφότερων των διαδίκων με τις εκατέρωθεν θέσεις και ισχυρισμούς τους Αναφορικά πρώτα με το ζήτημα της καθυστέρησης αναφέρω ότι πράγματι η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε 4 περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της υφιστάμενης υπεράσπισης, χρόνος που από μόνος του υποδηλοί καθυστέρηση, ενώ η αιτήτρια για την καθυστέρηση αυτή αναφέρει ότι κατά την μελέτη και προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση δόθηκαν οδηγίες σε εμπειρογνώμονες να διεξάγουν έρευνα από τα πρώτα αποτελέσματα της οποίας προέκυψε η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση. Σημειώνω ότι με βάση τις ανωτέρω νομολογιακά καθιερωμένες αρχές ο χρόνος ως τέτοιος δεν εξετάζεται αυτόνομα χωρίς εξέταση άλλων παραγόντων. Στην προκειμένη περίπτωση η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει παρά την πάροδο των ετών αυτών ως εκ τούτου και με δεδομένο ότι με ανάλογες οδηγίες του Δικαστηρίου μπορούν να τεθούν χρονικά όρια για την συμπλήρωση της τροποποιημένης δικογραφίας κρίνω και καταλήγω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση από μόνος του εξεταζόμενος δεν καθίσταται εμπόδιο για την έγκριση της αίτησης. Βεβαίως η τροποποίηση θα πρέπει να εξεταστεί και υπό το πρίσμα των ισχυρισμών που επιχειρούνται να τεθούν στην προτεινόμενη υπεράσπιση. Έχοντας μελετήσει την αίτηση που καταχωρήθηκε σε συνδυασμό με τα υφιστάμενα δικόγραφα παρατηρώ ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις άπτονται 3 κυρίως ζητημάτων: - Της άρνησης της εναγόμενης 2 περί του ότι αυτή συμβλήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους Ενάγοντες σε σχέση με το αξιούμενο ποσό. - Στον ισχυρισμό του εναγόμενου 1 ότι το υπόλοιπο έχει εξοφληθεί. - Στους ισχυρισμούς για πράξεις και παραλείψεις της Ενάγουσας κατά την δανειοδότηση σε σχέση με νομοθεσία και τους κανονισμούς. Με βάση τα ανωτέρω κεφάλαια των οποίων άπτεται η αιτούμενη τροποποίηση σε συνδυασμό με την υφιστάμενη υπεράσπιση καταλήγω ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός των καθ' ών η αίτηση περί εκ βάθρων και καθ' ολοκληρία αλλαγή της υπεράσπισης. Στην υφιστάμενη υπεράσπιση οι εναγόμενοι 1 και 2 αναφέρουν ότι έλαβαν κάποιες πιστωτικές διευκολύνσεις από τους Ενάγοντες αλλά αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης που θέτουν την ισχυριζόμενη ευθύνη της εναγόμενης
  1. Η γενική άρνηση που τέθηκε στην υφιστάμενη υπεράσπιση πλέον γίνεται προσπάθεια να συγκεκριμενοποιηθεί με ισχυρισμό, ο οποίος βεβαίως δεν αξιολογείται στο παρών στάδιο, ότι για την εν λόγω διευκόλυνση η εναγόμενη 2 δεν έχει οιαδήποτε συμβατική σχέση. Η θέση αυτή που τώρα γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί κρίνω ότι δεν είναι άσχετη με την υφιστάμενη υπεράσπιση σε βαθμό που να μην επιτρέπεται η εισαγωγή της. Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το υπόλοιπο εξοφλήθηκε σε συγκεκριμένη ημερομηνία οι εναγόμενοι 1 και 2 στην αρχική υπεράσπιση αρνούνται την οφειλή οιουδήποτε ποσού ως εκ τούτου ούτε αυτή η προτεινόμενη τροποποίηση εκ φεύγει του κλίματος της υπεράσπισης ως ετέθη. Ομοίως και οι ισχυρισμοί περί παραλείψεων της Ενάγουσας οι οποίοι σαφώς δεν αξιολογούνται όμως δεν κρίνω ότι είναι σε σύγκρουση με το πνεύμα της υφιστάμενης τροποποίησης. Σε κάθε περίπτωση όμως ακόμα και στην αντίθετη κατάληξη να είχα φτάσει, ήτοι ότι η υπεράσπιση αλλάζει πλήρως, αυτό δεν θα ήταν μοιραίο για την αίτηση ενόψει του ότι οι Ενάγοντες καμία ζημιά κρίνω ότι θα υποστούν από αυτή την τροποποίηση, η οποία να μην δύναται να αποζημιωθεί με χρήμα και σχετικές οδηγίες ως προς τα έξοδα. Οι Ενάγοντες θα έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς αυτούς θέτοντας τις δικές τους θέσεις ενώ η ακροαματική διαδικασία ακόμα δεν έχει ξεκινήσει. Σε κάθε περίπτωση οι ισχυρισμοί αυτοί θα αξιολογηθούν στο στάδιο που πρέπει. Σε σχέση με την ισχυριζόμενη από πλευράς καθ' ών η αίτηση κακοπιστία των εναγόμενων, δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να την δικαιολογεί ως θέση. Πράγματι ενδεχομένως η εναγόμενη 2 με περισσότερη επιμέλεια να μπορούσε να θέσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό εξ' αρχής όμως με βάση την νομολογία «Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.» (βλέπε Νικολάου ανωτέρω). Ομοίως και με τους λοιπούς ισχυρισμούς, είναι η κατάληξη μου ότι οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να είχαν διορίσει τους εμπειρογνώμονες τους εξ' αρχής έχοντας ήδη αυτήν την μαρτυρία διαθέσιμη πριν καταρτίσουν την υφιστάμενη τους υπεράσπιση. Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι εάν το ζήτημα όμως αυτό και η φερόμενη αμέλεια τους να το πράξουν, είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να τους εμποδίσει από του να προβάλουν την υπεράσπιση που επιθυμούν να προωθήσουν. Προς απάντηση του ερωτήματος τούτου είναι η θέση μου ότι το Δικαστήριο οφείλει να ζυγίσει και αξιολογήσει την ζημιά που έκαστος εκ των διαδίκων θα υποστεί σε κάθε μια εκ των περιπτώσεων. Είναι η κατάληξη μου ότι η ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες είναι κατά πολύ ολιγότερη εφόσον ουσιαστικά συνίσταται σε μια μικρή περαιτέρω καθυστέρηση ενώ οι εναγόμενοι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης τους θα στερηθούν του δικαιώματος τους να προβάλουν την υπεράσπιση που επιθυμούν, κάτι που ίσως να επηρεάσει το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη ή ακόμα και να εμποδίσει το Δικαστήριο από του να έχει ενώπιον του όλο το φάσμα της διαφοράς των διαδίκων. Αναφορικά με τους καθ΄ών η αίτηση αδυνατώ να εντοπίσω ότι υπάρχει το ενδεχόμενο πρόκλησης τέτοιας ζημιάς η οποία να μην αποζημιώνεται με χρήμα. Οι Ενάγοντες θα έχουν την δυνατότητα να απαντήσουν στην αιτούμενη τροποποιημένη υπεράσπιση ενώ γνωρίζουν όλες τις θέσεις και ισχυρισμούς της άλλης πλευράς πρότερων της έναρξης της ακρόασης και μπορούν να προετοιμαστούν προς τούτο κατάλληλα. Από την άλλη ενδεχόμενη απόρριψη της αίτησης θα αποκλείσει από τους εναγόμενους την δυνατότητα να θέσουν τους ισχυρισμούς και τις θέσεις τους με ενδεχόμενο καταχώρησης άλλων ένδικων μέσων που θα περιπλέξουν τα ζητήματα και ενδεχομένως να αυξήσουν τις δικαστικές εκκρεμότητες μεταξύ των διαδίκων ενώ υπάρχει η δυνατότητα όλα τα ζητήματα που άπτονται της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των μερών να επιλυθούν σε μια και μόνο διαδικασία. Συνεπώς καταλήγω ότι παρά την ύπαρξη πράγματι καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, αυτή δεν επηρεάζει σε τέτοιο βαθμό την ουσία της αίτησης που να δικαιολογεί απόρριψη της χωρίς άλλο. Περαιτέρω κρίνω και καταλήγω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν πλήττεται η απονομή της δικαιοσύνης αντίθετα εξυπηρετείται καθότι θα δοθεί η δυνατότητα να εκδικαστούν οι διαφορές των διαδίκων σε όλο το φάσμα της επίδικης συμφωνίας αποκλείοντας ενδεχομένως άλλες διαδικασίες. Σε σχέση με την επικαλούμενη κακοπιστία των αιτητών επαναλαμβάνω ότι αυτή δεν έχει προκύψει από τα πιο πάνω. Δεν έχω εντοπίσει για ποιο λόγο θα πληγούν τα δικαιώματα των Εναγόντων ούτε και γιατί αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ούτως ώστε να καταλήξω σε εύρημα κακοπιστίας στα κίνητρα των αιτητών πέραν από το κίνητρο να θέσουν έστω και σε αυτό το στάδιο και ενδεχομένως αφού επέδειξαν αμέλεια την υπεράσπιση που επιθυμούν. Περαιτέρω και λαμβάνοντας υπόψη μου την ένσταση που αφορά το ζήτημα της ενόρκου δηλώσεως από δικηγόρου προς στήριξη της αίτησης έχωνα αναφέρω τα ακόλουθα: Πράγματι η αίτηση στηρίζεται από γεγονότα που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους αιτητές. Στην ένορκη δήλωση η δηλούσα αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η ίδια προβαίνει στην δήλωση και συγκεκριμένα ότι οι εναγόμενοι απουσιάζουν στο εξωτερικό είναι δε εξουσιοδοτημένη να προβεί σε αυτήν από τους ίδιους τους εναγόμενους. Σύμφωνα με την ίδια οι εναγόμενοι απουσίαζαν κατά τον χρόνο εκείνο στο εξωτερικό ενώ αναφέρει ως πηγές της γνώσης της τον φάκελο της υπόθεσης, όσο και από τις πληροφορίες που έλαβε από τους εναγόμενους 1 και
  2. Καταρχήν και με βάση την νομολογία είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι των διαδίκων να ορκίζονται σε ένορκες δηλώσεις που συντάσσονται στα πλαίσια της επίδικης δικαστικής διαδικασίας και περαιτέρω απαγορευμένο εκεί όπου ο δικηγόρος ορκίζεται σε ένορκη δήλωση και ακολούθως καθίσταται μάρτυρας γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση τώρα σημειώνω ότι δικηγόρος των εναγόμενων είναι δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται η ενόρκως δηλούσα, η ίδια δεν αναφέρει την δική της θέση αλλά τα όσα κατά την ίδια προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης και από πληροφορίες που έλαβε από τους εναγόμενους 1 και 2 από τους οποίους εξουσιοδοτήθηκε να προβεί στην ένορκη δήλωση ενόψει της απουσίας τους στο εξωτερικό. Δεν κρίνω ότι η αναφορά σε ένα σημείο της ένορκης δήλωσης της (παράγραφος 6) στην φράση «. κατά τους ισχυρισμούς μας.) είναι αρκετή αναφορά για να την καταστήσει μάρτυρα γεγονότων με συνέπεια να πληγεί ανεπανόρθωτα η νομιμότητα της αίτησης. Σταθμίζοντας, λοιπόν, κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς των αιτητών στην υποβολή της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα των Εναγόντων - καθ'ών η αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης και κατά τρόπο που η όποια ζημιά τους δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη μου ως προς την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και τις συνέπειες που θα έχει για τους αιτητές η απόρριψη της αίτησης, καθώς και την κατάληξη μου ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος δεν φαίνεται να επηρεάζει, από μόνη της τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου κατά τρόπο που θα επέβαλλε την απόρριψη του αιτήματος, κρίνω ότι η έγκριση της αίτησης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτως ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση των Εναγόμενων - αιτητών ημερομηνίας 14/09/2016 εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η δε σύνταξη του να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Περαιτέρω τυχόν τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την καταχώρηση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ' ής η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων - αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.