← Κύπρος

SAVS & P LIMITED ν. ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 4914/09, 28/2/2017

SAVS & P LIMITED ν. ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 4914/09, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4914/09 Μεταξύ: SAVS & P LIMITED Εναγόντων και ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ ΝΕΟΚΛΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗ ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΟΙΛΙΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΥΡΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Λ. Χατζηδημητρίου για ΛΟΙΖΟΣ ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση η κα Χατζηδημητρίου) Για τους εναγομένους1, 3, 4, 5 & 6: κα Μ. Τζιουτ για ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση ο κ. Νικολαϊδης) Για τον Εναγόμενο 2: κ. Ν. Νεοκλέους για Ν.Ε. ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση ο κ. Νικολαϊδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποτελούν αδιαμφισβήτητα, μεταξύ των διαδίκων, γεγονότα τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ασχολείτο, κατά τον ουσιώδη χρόνο με την διεύθυνση και/ή την διαχείριση ποδοσφαιρικών ομάδων. Οι εναγόμενοι 1 είναι Σωματείο δεόντως εγγεγραμμένο, μέλος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ). Οι εναγόμενοι 2-5 ήσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου. Ο εναγόμενος 6, τον Μάιο του 2005 ήταν ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου. Μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 1 υπεγράφη στις 18.4.2003 Συμφωνία [Τεκμήριο 2

(1)] με την οποία οι ενάγοντες ανέλαβαν την διαχείριση του ποδοσφαιρικού τμήματος του Σωματείου για την περίοδο 31.5.2003 μέχρι 31.5.2006. Οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 εγγυήθηκαν γραπτώς [Τεκμήριο 2
(2)] στις 18.4.2003 την τήρηση, εκ μέρους του Σωματείου, των όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 18.4.
  1. Στις 4.5.2005 το Σωματείο αναγνώρισε (Τεκμήριο 25) πως όφειλε στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.15.808 (€27.009,57) ως διαχειριστικά έξοδα για την περίοδο από 1.6.2003 μέχρι την 31.12.
  2. Οι ενάγοντες διατείνονται στην αγωγή τους πως οι εναγόμενοι 1 (στη συνέχεια «το Σωματείο»), παρέβηκαν τους όρους της προαναφερόμενης συμφωνίας με αποτέλεσμα οι ίδιοι, για τους λόγους που εκθέτουν, να υποστούν ζημιά την οποία αξιώνουν από όλους τους εναγόμενους. Όπως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, η επίδικη συμφωνία ήταν «τριετούς διάρκειας» και σύμφωνα με τον όρο 11 αυτής, οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης της για άλλα τρία χρόνια. Οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα τους και με επιστολή τους προς τους εναγόμενους 2, 3, 4 και 5, ημερομηνίας 28.4.2005, ανανέωσαν την συμφωνία για άλλα τρία χρόνια, μέχρι την 31.5.
  3. Για την καλύτερη δυνατή εκτέλεση και εφαρμογή της συμφωνίας, «αριθμός αντιπροσώπων» των εναγόντων διορίστηκαν στο Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου, έτσι ώστε οι ενάγοντες «να έχουν εξουσία και/ή αρμοδιότητα για την λήψη αποφάσεων και άμεση εμπλοκή με την οργάνωση και/ή διαχείριση και/ή λειτουργία των εναγομένων 1». Με επιστολή ημερομηνίας 25.5.2005, το Σωματείο τερμάτισε την επίδικη συμφωνία. Είναι η θέση των εναγόντων πως η συμφωνία τερματίστηκε παράνομα. Η επιστολή «τερματισμού», υπεγράφη από τον εναγόμενο 6 ο οποίος, κατά τον χρόνο εκείνο, ήταν ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, χωρίς όμως να χρησιμοποιηθεί το επιστολόχαρτο ή η σφραγίδα του Σωματείου και χωρίς την εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου. Όπως υποστηρίζουν, μέχρις εκείνο το σημείο (25.5.2005) το Σωματείο ποτέ δεν εξέφρασε «παράπονο ή δυσαρέσκεια» για τον τρόπο που οι ενάγοντες εκτελούσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ούτε και το Διοικητικό Συμβούλιο ανέφερε ποτέ σ' αυτούς τα όσα επικαλέστηκε στην επιστολή του. Οι ίδιοι ποτέ δεν αποδέχτηκαν τους ισχυρισμούς των εναγομένων, τους οποίους κάλεσαν και με επιστολές των δικηγόρων τους ημερομηνίας 7.6.2005 και 6.8.2009, να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Οι ενάγοντες διατείνονται πως σύμφωνα με τον όρο 10 της συμφωνίας, οι ίδιοι δικαιούνται €51.258,04 (Λ.Κ.30.000.-) ως «αμοιβή και/ή διαχειριστικά έξοδα για τις προπαρασκευαστικές εργασίες μέχρι την ανάληψη της διαχείρισης» του ποδοσφαιρικού τμήματος. Σύμφωνα δε με τον όρο 8 της συμφωνίας, δικαιούνται διαχειριστικά έξοδα τα οποία «δεν θα είναι λιγότερα από το 10% των ετήσιων εσόδων» του Σωματείου. Δηλαδή, δικαιούνται 10% από τα συνολικά έσοδα των ετών 2005 μέχρι 2009, συμπεριλαμβανομένων. Τα έσοδα του Σωματείου για τα έτη 2007 και 2008 ανέρχοντο στο ποσό των €284.777 και €831.094 αντίστοιχα και συνεπώς τα ποσά που δικαιούνται για τα εν λόγω έτη είναι €28.477,70 και €83.129,40, αντίστοιχα. Είναι περαιτέρω η θέση τους πως κατά παράβαση της συμφωνίας και παρά τις προφορικές απαιτήσεις τους, το Σωματείο αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να παραδώσει στους ενάγοντες, τους ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη 2003-
  4. Μετά από πολλές προσπάθειες, οι ενάγοντες κατάφεραν να εξασφαλίσουν τα στοιχεία για τα έσοδα των ετών 2003, 2004, 2007 και
  5. Τέλος, αναφέρουν πως το Σωματείο αναγνώρισε γραπτώς στις 4.5.2005 ότι όφειλε στους ενάγοντες €27.009,57 (Λ.Κ.15.808.-), ως διαχειριστικά έξοδα για την περίοδο μέχρι 31.12.
  6. Οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιούν τα ακόλουθα: «Εναντίον των εναγομένων αρ. 1: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο οι εναγόμενοι αρ. 1 να καθορίζουν και να κοινοποιούν προς τους ενάγοντες τα συνολικά τους έσοδα για το έτος
  7. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο οι εναγόμενοι αρ. 1 να καθορίζουν και να κοινοποιούν προς τους ενάγοντες τα συνολικά τους έσοδα για το έτος
  8. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο οι εναγόμενοι αρ. 1 να καθορίζουν και να κοινοποιούν προς τους ενάγοντες τα συνολικά τους έσοδα για τους πρώτους πέντε μήνες του έτους
  9. Εναντίον όλων των εναγομένων ομού, κεχωρισμένως και/ή αλληλεγγύως: Δ. €51.258,04 αμοιβή και/ή διαχειριστικά έξοδα για τις προπαρασκευαστικές εργασίες μέχρι την ανάληψη της διαχείρισης από τους ενάγοντες στις 31/05/
  10. Ε. €27.009,57 δεδουλευμένα διαχειριστικά έξοδα περιόδου από την αρχή εφαρμογής της συμφωνίας ημερ. 18/04/2003 μέχρι 31/12/
  11. ΣΤ. Απόφαση για ποσό ίσο με το 10% των εσόδων των εναγομένων αρ. 1 ως διαχειριστικά έξοδα του έτους 2005, σύμφωνα και με το διάταγμα που αξιώνεται στο Α πιο πάνω. Ζ. Απόφαση για ποσό ίσο με το 10% των εσόδων των εναγομένων αρ. 1 ως διαχειριστικά έξοδα του έτους 2006, σύμφωνα και με το διάταγμα που αξιώνεται στο Β πιο πάνω. Η. €28.477,70 διαχειριστικά έξοδα ίσα με το 10% από τα συνολικά έσοδα των εναγομένων αρ. 1 για το έτος 2007 που ανέρχονται σε €284.
  12. Θ. €83.129,40 διαχειριστικά έξοδα ίσα με το 10% από τα συνολικά έσοδα των εναγομένων αρ. 1 για το έτος 2008 που ανέρχονται σε €831.
  13. Ι. Απόφαση για ποσό ίσο με το 10% των εσόδων των εναγομένων αρ. 1 (5/12) ως διαχειριστικά έξοδα του έτους 2009, σύμφωνα και με το διάταγμα που αξιώνεται στο Γ πιο πάνω. ΙΑ. Νόμιμο τόκο. ΙΑ.1 Διαζευκτικά των πιο πάνω, αναγνωριστική δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν απόφαση του εναγομένου 6 η οποία λήφθηκε αντικανονικά και/ή κατά παράβαση του Καταστατικού των εναγομένων 1 και/ή χωρίς την έγκριση και/ή συγκατάθεση των εναγομένων 1 - 5 και/ή καθ' υπέρβαση εξουσίας και συνεπώς ο εναγόμενος 6 έχει προσωπική ευθύνη έναντι των Εναγόντων, ως το υπαίτιο πρόσωπο δυνάμει του άρθρου 17
(4)των περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμων του 1972 και 1997 (57/1972) και/ή άλλως πως και οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγομένου 6 ως τα αιτητικά Δ - ΙΑ ανωτέρω. ΙΒ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορο υπό τις περιστάσεις. ΙΓ. Τα δικηγορικά έξοδα, τα έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α.» Οι εναγόμενοι 1, 3, 4, 5 και 6 στην Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Είναι η θέση τους πως η συμφωνία της 18.4.2003 είναι εξ' υπαρχής άκυρη, καθότι περιέχει όρους και/ή πρόνοιες ετεροβαρείς και/ή καταπιεστικές και/ή αόριστες και/ή ασαφείς σε βάρος των εναγομένων, όπως ο όρος 11, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα της μονομερούς ανανέωσης της συμφωνίας. Επί τούτου διατείνονται πως σε περίπτωση που αποφασισθεί πως η συμφωνία είναι έγκυρη, η ανανέωση της από τους ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 28.4.2005, δεν «επέφερε οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα και/ή δεν έχει οποιαδήποτε νομική βαρύτητα», καθότι οι ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα τους «λανθασμένα και/ή αντικανονικά και/ή αντισυμβατικά και/ή καταχρηστικά», αποστέλλοντας την προαναφερόμενη επιστολή, ένα περίπου χρόνο πριν την ημερομηνία λήξης της συμφωνίας. Είναι η θέση τους περαιτέρω πως «νομότυπα και/ή καλόπιστα» τερμάτισαν την συμφωνία και πως το δικαίωμα τους αυτό πηγάζει από τους όρους 14 και 15 της ίδιας της συμφωνίας. Άσκησαν δε το εν λόγω δικαίωμα τους λόγω παραλείψεων των εναγόντων τις οποίες απαριθμούν, όχι όμως εξαντλητικά όπως οι ίδιοι αναφέρουν, στην Υπεράσπιση τους. Η απόφαση για τον τερματισμό της συμφωνίας λήφθηκε νομότυπα σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, κατά την οποία είχε σχηματιστεί η απαιτούμενη απαρτία προς τον σκοπό λήψης αποφάσεων. Η επιστολή τερματισμού ορθά υπεγράφη από τον πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου (εναγόμενο 6), ο οποίος είχε την εξουσία να δεσμεύει το Σωματείο, λόγω αυτής της ιδιότητας του. Ο τελευταίος ενήργησε «σε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του καταστατικού» του Σωματείου. Αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και διατείνονται ότι ουδέποτε αναγνώρισαν «γραπτώς και/ή προφορικώς ότι όφειλαν στους ενάγοντες το ποσό των €27.009,57 (£15.808) και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό». Η υπερασπιστική γραμμή του εναγόμενου 2 συμπλέει με την γραμμή υπεράσπισης που ακολούθησαν οι εναγόμενοι 1, 3, 4, 5 και 6. Είναι και η δική του θέση, όπως προβάλλεται στην Έκθεση Υπεράσπισης του, πως η συμφωνία της 18.4.2003 είναι εξ' υπαρχής άκυρη για τους ίδιους λόγους που προβάλλουν και οι υπόλοιποι εναγόμενοι. Περαιτέρω προβάλλει πως οι εναγόμενοι νομότυπα τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία, λόγω παράβασης, από τους ενάγοντες, ουσιωδών όρων της. Τέλος, ισχυρίζεται πως «οι εναντίον του αξιώσεις και η εναντίον του αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και/ή ουσία αβάσιμη με έξοδα εις βάρος των εναγόντων». Ανταπαιτητικώς αιτείται εναντίον των εναγόντων: «Απόφαση και/ή διάταγμα και/ή δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να αποφασίζεται ότι: (α) Η συμφωνία ημερομηνίας 18/04/2003 είναι άκυρη εξυπαρχής και/ή παράνομη και/ή ανυπόστατη ως πιο πάνω αναφέρεται. (β) Ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 18/04/2003 έγινε νομότυπα με την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 22/04/2005 ως πιο πάνω αναφέρεται. (γ) Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. (δ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία κριθεί ορθή και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν ως μάρτυρες, από πλευράς των εναγόντων, ο Πέτρος Μηνά (Μ.Ε.1), η Κωνσταντία Μιχαήλ (Μ.Ε.2), ο Χρήστος Παπαπέτρου (Μ.Ε.3), ο Άθως Κακοφεγγίτης (Μ.Ε.4), ο Βάσος Κουτσιούντας (Μ.Ε.5) και ο Νίκος Μιχαηλίδης (Μ.Ε.6). Από πλευράς των εναγομένων κατέθεσε ένας μάρτυρας, ο Ελευθέριος Ελευθερίου (Μ.Υ.1). Ο Πέτρος Μηνά (Μ.Ε.1), κατέθεσε τα εξής: Τον Απρίλιο του 2003 ήταν ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων. Η συμφωνία της 18.4.2003 υπεγράφη εκ μέρους των τελευταίων από τον Σάββα Μηνά (επίσης διευθυντή) και από τον εναγόμενο 2, πρόεδρο, κατά τον χρόνο εκείνο, του Σωματείου. Ταυτόχρονα με την υπογραφή της Συμφωνίας υπεγράφη από τους εναγόμενους 2 - 5 και το Εγγυητήριο Έγγραφο [Τεκμήριο 2
(2)]. Τόσο το λεκτικό της συμφωνίας όσο και αυτό της εγγύησης, ήταν το αποτέλεσμα συζητήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ των εναγόντων και μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου, «υπό την καθοδήγηση του νομικού τους και προέδρου τους, εναγόμενου 2». Ο τελευταίος, «σαν δικηγόρος στο επάγγελμα», είχε πλήρη γνώση των νομικών συνεπειών των όρων της συμφωνίας. Στη βάση των προνοιών της συμφωνίας, οι ενάγοντες ανέλαβαν από τις 31.5.2003 την «απόλυτη και πλήρη διαχείριση» του ποδοσφαιρικού τμήματος. Ήταν η «συνεννόηση» των εναγόντων και του Σωματείου πως για την «καλύτερη δυνατή εφαρμογή και εκτέλεση» της συμφωνίας, ο ίδιος προσωπικά (ως διευθυντής και αντιπρόσωπος των εναγόντων) θα συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο, ώστε οι ενάγοντες να έχουν «άμεση επαφή και πρόσβαση στο χώρο λήψης αποφάσεων» του Σωματείου. Ο διορισμός του στη θέση του Γενικού Γραμματέα, έγινε στις 29.6.
  1. Τον Απρίλιο του 2003, η ποδοσφαιρική ομάδα των ανδρών (στη συνέχεια «η ομάδα»), ήταν σε πολύ κακή αγωνιστική και οικονομική κατάσταση και οι ενάγοντες έκαμαν «τεράστιες προσπάθειες» για την βελτίωση τόσο της αγωνιστικής της κατάστασης όσο και για την εξεύρεση χορηγιών. Προέβησαν σε σωρεία ενεργειών (εξεύρεση χώρου προπονήσεων, χώρου προετοιμασίας της ομάδας, χώρου που θα χρησιμοποιείτο ως έδρα του Σωματείου), οι οποίες ήσαν αναγκαίες για την σωστή λειτουργία και οργάνωση του ποδοσφαιρικού τμήματος. Διευθέτησαν σωρεία οικονομικών υποχρεώσεων του Σωματείου σε «παλαιούς» ποδοσφαιριστές. Με τον τρόπο αυτό, απεφεύχθη αφενός μεν ο κίνδυνος επιβολής «τιμωριών» από την Κυπριακή Εταιρεία Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ) και αφετέρου το Σωματείο εξοικονόμησε σημαντικά ποσά χρημάτων. Προέβησαν σε όλα τα αναγκαία διαβήματα ώστε η ομάδα να στελεχωθεί όσο το δυνατόν καλύτερα με επαγγελματίες και ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές. Με δικές τους αποκλειστικά ενέργειες, αναζήτησαν και πέτυχαν την εξεύρεση σημαντικού αριθμού χορηγιών. Για την καλύτερη δυνατή λειτουργία του ποδοσφαιρικού τμήματος, ετοίμασαν εσωτερικούς κανονισμούς τόσο για την σεζόν 2003 - 2004, όσο και για την σεζόν 2004 -
  2. Η ομάδα λόγω της συνετούς διαχείρισης και διοίκησης των εναγόντων, άρχισε να αποδίδει καλύτερα, με αποτέλεσμα την χρονιά 2003 - 2004 να τερματίσει στο μέσο του βαθμολογικού πίνακα, εν αντιθέσει με την προηγούμενη σεζόν που κινδύνευσε με διαβάθμιση στην Γ' Κατηγορία. Αλλά και τα οικονομικά του Σωματείου καλυτέρευσαν. Ενώ για την σεζόν 2002 - 2003 (έληγε στις 31.5.2003), είχε ζημιά ΛΚ.16.266.- και το συνολικό χρέος του Σωματείου ήταν ΛΚ.55.813.-, για την σεζόν 2003 - 2004 (έληγε στις 31.5.2004), είχε κέρδη ΛΚ.23.545.-, με αποτέλεσμα το χρέος να μειωθεί στις ΛΚ.32.268.- Λόγω της «υγιούς κατάστασης που εξέπεμπε η ομάδα» εκδηλώθηκε ενδιαφέρον από «αριθμό προσωπικοτήτων» να εμπλακούν στα «διοικητικά» του Σωματείου. Ένας εξ' αυτών ήταν ο εναγόμενος 6, ο οποίος εκλέγηκε πρόεδρος στην Γενική Συνέλευση της 25.7.
  3. Ο ίδιος (Πέτρος Μηνά) παρέμεινε στη θέση του Γενικού Γραμματέα. Η ίδια η ομάδα προσέλκυσε «ποιοτικούς» ποδοσφαιριστές, οι οποίοι στο παρελθόν δεν υπήρχε περίπτωση να αποδεχθούν να ενσωματωθούν σ' αυτήν. Συνέχισε δε ακόμη πιο «δυνατά αγωνιστικά» και την σεζόν 2004 - 2005, τερμάτισε στην δεύτερη θέση της βαθμολογίας, κερδίζοντας έτσι την άνοδο της στην Α' Κατηγορία της ΚΟΠ. Πέραν τούτου, είχε και σημαντικές διακρίσεις στον θεσμό του Κυπέλλου. Με την άνοδο στην Α' Κατηγορία, το Σωματείο ήταν αυτόματα δικαιούχο σημαντικότατου ποσού χορηγίας τόσο από την ΚΟΠ όσο και από τον Κυπριακό Οργανισμό Αθλητισμού (ΚΟΑ), το οποίο ανερχόταν στις ΛΚ.500.000,00, περίπου. Λόγω της ανόδου της ομάδας στην Α' Κατηγορία, οι «απαιτήσεις και υποχρεώσεις είχαν πλέον αλλάξει» και έπρεπε να γίνει «νέος, καλύτερος και πιο επαγγελματικός προγραμματισμός», σε βάθος χρόνου, με απώτερο σκοπό την καθιέρωση της ομάδας στην Α' Κατηγορία. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι ενάγοντες ανανέωσαν την συμφωνία για άλλα τρία χρόνια, εξασκώντας το δικαίωμα τους δυνάμει του όρου 11 της συμφωνίας. Απέστειλαν την επιστολή ημερομηνίας 28.4.2005 (Τεκμήριο 17), η λήψη της οποίας επιβεβαιώθηκε από το Σωματείο με την δική του επιστολή ημερομηνίας 4.5.2005 (Τεκμήριο 18). Περί τα τέλη Μαΐου του 2005 και χωρίς καμιά προηγούμενη ειδοποίηση, οι ενάγοντες έλαβαν επιστολή με ημερομηνία 25.5.2005 (Τεκμήριο 19), υπογεγραμμένη μόνο από τον εναγόμενο 6, με την οποία τερματιζόταν «μονομερώς» η συμφωνία. Η εν λόγω επιστολή, σε αντίθεση με ό,τι προνοεί το καταστατικό του Σωματείου, δεν ήταν καταγεγραμμένη σε επιστολόχαρτο του Σωματείου, ούτε υπογράφετο και από τον Γενικό Γραμματέα (τον ίδιο δηλαδή), ούτε και έφερε την σφραγίδα του Σωματείου. Πέραν τούτου, παρόλο που στην επιστολή αναφέρετο πως η απόφαση για τερματισμό της συμφωνίας λήφθηκε σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου στις 7.5.2005, ουδέποτε συγκλήθηκε τέτοια συνεδρίαση αφού ο ίδιος, ως Γενικός Γραμματέας, ουδέποτε υπέγραψε αλλά ούτε και έλαβε οποιαδήποτε επιστολή για σύγκλιση συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου. Τούτο καταδεικνύει πως η εν λόγω απόφαση λήφθηκε αυθαίρετα από τον εναγόμενο 6, χωρίς την προγενέστερη έγκριση ή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για τον παράνομο τερματισμό, με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 7.6.2005 (Τεκμήριο 20). Ο ίδιος δε παραιτήθηκε από την θέση του Γενικού Γραμματέα. Είναι η θέση του Μ.Ε.1 πως «πριν την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας και ενόψει της ύπαρξης της», συμφωνήθηκε πως οι ενάγοντες θα προέβαιναν σε «αριθμό εργασιών» έναντι αμοιβής του ποσού των ΛΚ.30.000.- (€51.258,04), όπως προβλέπετο στον όρο 10 της συμφωνίας. Οι ενάγοντες συμφώνησαν πως σε περίπτωση που θα ετηρούντο πιστά οι όροι της συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων, θα αποποιούντο του δικαιώματος των να αξιώσουν την πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Δεδομένου του ότι το Σωματείο παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις, οι ενάγοντες αξιώνουν την πληρωμή και αυτού του ποσού. Προβάλλει επίσης πως σύμφωνα με τον όρο 8 της συμφωνίας, οι ενάγοντες δικαιούνται «σε πληρωμή ίση με τουλάχιστον το 10% των ετήσιων εσόδων» του Σωματείου. Το Σωματείο αποδέκτηκε σε έγγραφο ημερομηνίας 4.5.2005 πως όφειλε στους ενάγοντες το ποσό των ΛΚ.15.808.- (€27.009,57) ως διαχειριστικά έξοδα για την περίοδο από 1.6.2003 μέχρι 31.12.
  4. Παρόλο που δεσμεύτηκε πως θα προέβαινε στην εξόφληση του ποσού αυτού μέχρι 31.5.2005, ουδέποτε το έπραξε. Πέραν του ποσού αυτού οι ενάγοντες δικαιούνται διαχειριστικά έξοδα για τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και
  5. Οι ενάγοντες επανειλημμένα ζήτησαν από το Σωματείο ενημέρωση ως προς τα έσοδα του για την εν λόγω περίοδο, χωρίς όμως καμιά ανταπόκριση. Οι ενάγοντες «κατάφεραν» να εξασφαλίσουν τις οικονομικές καταστάσεις για το έτος που έληγε στις 31.12.
  6. Σύμφωνα με τις εν λόγω καταστάσεις, οι ενάγοντες δικαιούνται σε πληρωμή του ποσού των €28.478.-για το έτος 2007 και €83.129.- για το έτος
  7. Η Κωνσταντίνα Μιχαήλ (Μ.Ε.2), εργαζόμενη στο λογιστήριο της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ), αναφέρθηκε στις «Καταστάσεις Λογαριασμού» που διατηρεί η Ομοσπονδία για τα αθλητικά σωματεία. Ως Τεκμήρια 32 και 33 κατέθεσε τις Καταστάσεις Λογαριασμού (Χρεώσεων και Πιστώσεων) του Σωματείου για τις περιόδους 1.5.2005-31.12.2007 και 1.1.2008 - 31.5.2007, αντίστοιχα. Επεξήγησε πως η στήλη «Πιστώσεις» περιλαμβάνει τα χρήματα που εδικαιούτο το Σωματείο κατά τον ουσιώδη χρόνο που εκδόθηκε η «Κατάσταση» και τα οποία αφορούν είτε επιχορηγήσεις από την ΚΟΠ είτε χρήματα από άλλες πηγές που δόθηκαν όμως, μέσω της ΚΟΠ. Η στήλη «Χρεώσεις» περιλαμβάνει τα ποσά που το Σωματείο οφείλει στην ΚΟΠ ή ποσά που η ίδια η ΚΟΠ χρεώνει το Σωματείο. Στην τελευταία δε στήλη «Υπόλοιπο» καταγράφεται το υπόλοιπο ποσό μετά την αφαίρεση των χρεώσεων από τις πιστώσεις. Για την περίοδο 1.5.2005 μέχρι 31.12.2007, το σύνολο των χορηγιών που εδικαιούτο το Σωματείο ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ. 213.118,28, αφαιρουμένων δε των χρεώσεων το υπόλοιπο που «υπήρχε στο λογαριασμό του Σωματείου στις 31.12.2007, ήταν Λ.Κ. 2.346,
  8. Αντίστοιχα για την περίοδο 1.1.2008 μέχρι 31.5.2009 τα σύνολο των πιστώσεων ανήρχετο στο ποσό των €223.773,20 αφαιρουμένων δε των χρεώσεων, το υπόλοιπο στις 31.5.2009 ήταν €35=. Ο Χρήστος Παπαπέτρου (Μ.Ε.3) κατέθεσε πως εργάζεται στο τμήμα «αγωνιστικού αθλητισμού» του Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού (ΚΟΑ). Σύμφωνα με ό,τι κατέθεσε, οποιαδήποτε χορηγία δίδεται στα σωματεία, «ετοιμάζεται» από το αγωνιστικό τμήμα και προωθείται στο λογιστήριο ώστε να καταστεί δυνατή η πληρωμή της. Ο Άθως Κακοφεγγίτης (Μ.Ε.4), κατέθεσε πως είναι λογιστής-ελεγκτής και διατηρεί ελεγκτικό γραφείο. Το Σωματείο ήταν πελάτες του γραφείου του. Ετοίμασε τις Οικονομικές Καταστάσεις για το δεύτερο εξάμηνο του 2006 και για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2007 (Τεκμήριο 34) καθώς επίσης και για το έτος 2008 (Τεκμήριο 35). Τα έσοδα του Σωματείου για την περίοδο 1.7.2006 μέχρι 1.12.2006 ήταν Λ.Κ. 143.571=, ενώ για ολόκληρο το 2007 ήταν Λ.Κ. 166.673=. Τα δε έσοδα για το έτος 2008 ήταν €831.294=. Ο Βάσος Κουτσιούντας (Μ.Ε.5) προϊστάμενος της Οικονομικής Διαχείρισης του Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού (ΚΟΑ), κατέθεσε πως η ΑΠΕΠ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ είναι εγγεγραμμένη στον ΚΟΑ ως αθλητικό σωματείο. Ως Τεκμήρια 36-41 κατέθεσε σχετικές «Καταστάσεις» στις οποίες εμφαίνονται οι χορηγίες που δόθηκαν στο Σωματείο από την ΚΟΠ, τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο όσο και για άλλες περιόδους. Αναφέρθηκε επίσης σε χορηγίες που δόθηκαν στο Κοινοτικό Συμβούλιο Κυπερούντας σε διάφορες χρονιές (τα έτη 2005, 2006, 2007, 2008 και 2011). Κατά τον μάρτυρα οι εν λόγω χορηγίες εδόθησαν για βελτιωτικά έργα στο υφιστάμενο κοινοτικό στάδιο της Κυπερούντας, το οποίο εχρησιμοποιείτο όχι μόνο για το ποδόσφαιρο αλλά και για άλλες εκδηλώσεις. Χαρακτήρισε τις χορηγίες αυτές ως «δώρα» της πολιτείας προς τους διάφορους αθλητικούς φορείς, γι' αυτό και δεν αποτελούν ανταποδοτικό τέλος. Η μαρτυρία του Νίκου Μιχαηλίδη (Μ.Ε.6) συνοψίζεται ως εξής: Την περίοδο 2003-2004, υπηρέτησε το Σωματείο από τη θέση του Προέδρου ενώ την περίοδο 2004-2005 από τη θέση του Ταμία. Τους Διευθυντές των εναγόντων τους γνωρίζει προσωπικά αφού είναι συγγενείς. Την περίοδο 2002-2003 η ποδοσφαιρική ομάδα των ανδρών (είναι η μοναδική ομάδα που διέθετε το Σωματείο), δεν «πήγαινε καθόλου καλά» και κινδύνευε μάλιστα να υποβαθμιστεί από την Β΄ Κατηγορία στη Γ΄ Κατηγορία. Πέραν των αγωνιστικών προβλημάτων το Σωματείο αντιμετώπιζε και οικονομικά προβλήματα. Οφείλοντο χρήματα σε τρίτα πρόσωπα, περιλαμβανομένων και παλαιών ποδοσφαιριστών και το Σωματείο κινδύνευε να τιμωρηθεί από την ΚΟΠ. Είναι γι' αυτό τον λόγο που το Σωματείο «εκχώρησε» την διαχείριση του ποδοσφαιρικού του τμήματος στους ενάγοντες με την συμφωνία της 18.4.
  9. Για καλύτερη και πιο πρακτική εφαρμογή της συμφωνίας, συμφωνήθηκε όπως ο Πέτρος Μηνά, συμμετέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου αναλαμβάνοντας τη θέση του Γενικού Γραμματέα. Προτού ο συνδυασμός του αναλάβει την διοίκηση του Σωματείου «γνώριζαν» πως οι ενάγοντες «δικαιούνται σε αμοιβή ύψους Λ.Κ. 30.000=, για τις εργασίες τους, από της υπογραφής της συμφωνίας μέχρι και τις 31.5.2003». Στην επίδικη συμφωνία συμπεριελήφθηκε όρος πως σε περίπτωση που το Σωματείο τηρούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, οι ενάγοντες θα «κωλύονταν από του να διεκδικήσουν την πιο πάνω αμοιβή των υπηρεσιών τους». Καθώς δεν ήταν δυνατόν για την νέα διοίκηση να καταβάλει τα χρήματα αυτά, είχε συμφωνηθεί με τους ενάγοντες πως η αμοιβή θα καταβάλλετο σε μεταγενέστερο στάδιο. Για τις περιόδους 2003-2004 και 2004-2005, το σύνολο των αποφάσεων όσον αφορά τα θέματα του ποδοσφαιρικού τμήματος του Σωματείου, λαμβάνονταν από τους ενάγοντες. Η διαχείριση του τμήματος από τους τελευταίους ήταν ιδιαίτερα πετυχημένη. Η ομάδα συνέχισε την ανοδική της πορεία κερδίζοντας μάλιστα την άνοδο της στην Α΄ Κατηγορία. Στο τέλος της περιόδου 2003-2004 η καλή πορεία της ομάδας προσέλκυσε «προσωπικότητες» μεταξύ αυτών και ο εναγόμενος 6 οι οποίοι ήθελαν να «εμπλακούν στα διοικητικά της ομάδας». Το καλοκαίρι του 2004, ο εναγόμενος 6 ανέλαβε την προεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου. Τέλος Απριλίου του 2005, οι Ενάγοντες «άσκησαν» το δικαίωμα τους για ανανέωση της συμφωνίας με σχετική επιστολή που απέστειλαν. Τούτο ήταν λογικό, από την στιγμή που η ομάδα ανήλθε στην Α΄ Κατηγορία. Ήταν αναγκαίο να γίνει διαφορετικός προγραμματισμός. Η ανανέωση της συμφωνίας ήταν «κάτι που υπήρχε στο μυαλό όλων των μελών του Συμβουλίου από το καλοκαίρι του 2004, καθότι όλοι ήσαν ευχαριστημένοι από την «δουλειά» των εναγόντων και ήθελαν να συνεχιστεί και να επεκταθεί η συνεργασία τους. Ο εναγόμενος 6, παρά το ότι ήταν «ιδιαίτερα ευχαριστημένος» από την «διαχείριση» των εναγόντων, αρχές Μαίου του 2005, του ανέφερε ότι ήθελε να τερματιστεί η συμφωνία διαχείρισης. Κύρια, επειδή θεωρούσε πως η αμοιβή των εναγόντων, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί την περίοδο 2002-2003, ήταν πολύ ψηλή, ιδιαίτερα μάλιστα «τώρα που το Σωματείο ανέβηκε κατηγορία και τα έσοδα του θα πολλαπλασιάζονταν». Περί τα τέλη Μαϊου του 2005, «έμαθε» πως ο εναγόμενος 6 είχε προβεί σε μονομερή «τερματισμό» της συμφωνίας. Ο ίδιος ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου δεν είχε ενημερωθεί εκ των προτέρων για αυτή την απόφαση, ούτε και είχε κληθεί σε οποιαδήποτε συνεδρίαση, κατά την οποία το θέμα αυτό είτε να συζητήθηκε είτε να αποφασίστηκε. Απέρριπτε το περιεχόμενο της επιστολής το οποίο, κατά τον ίδιο, δεν ευσταθούσε στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του Ελευθέριου Ελευθερίου (Μ.Υ.1) συνοψίζεται ως εξής: Είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου «πέραν των 15 ετών» και λόγω της ενασχόλησης του με τις δραστηριότητες του Σωματείου για πολλά χρόνια, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Με την συμφωνία της 18.4.2003, οι ενάγοντες θα είχαν την «αποκλειστική διαχείριση του ποδοσφαιρικού τμήματος και το Διοικητικό Συμβούλιο θα καθοδηγούσε και θα ασκούσε εποπτικό έλεγχο στην διαχείριση των εναγόντων». Στις 29.6.2003 διενεργήθηκαν εκλογές, σύμφωνα με το Καταστατικό του Σωματείου. Βάσει των αποτελεσμάτων, ο εναγόμενος 2 αποχώρησε από το Διοικητικό Συμβούλιο και στην θέση του εκλέγηκε ο Νίκος Μιχαηλίδης (Μ.Ε.6). Στη θέση του Γενικού Γραμματέα εκλέγηκε ο Πέτρος Μηνά (Μ.Ε.1) ο οποίος στο παρελθόν υπήρξε ποδοσφαιριστής της ΑΠΕΠ Πιτσιλιάς. Σε κανένα στάδιο, δεν υπήρξε συνεννόηση με τον Πέτρο Μηνά πως θα αναλάμβανε την θέση του Γενικού Γραμματέα για να «εκτελεί τα καθήκοντα των εναγόντων όπως αυτά προέκυπταν από την Συμφωνία». Ο ίδιος διαβεβαίωσε το Διοικητικό Συμβούλιο πως δεν θα δημιουργείτο θέμα «σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με τις δύο του ιδιότητες». Και μετά την υπογραφή της συμφωνίας, το Διοικητικό Συμβούλιο συνέχισε να έχει «ουσιαστικό και πρωταγωνιστικό ρόλο» στην διαχείριση του ποδοσφαιρικού τμήματος και τούτο επειδή οι ενάγοντες δεν εκτελούσαν τα συμβατικά τους καθήκοντα (ασχολήθηκαν σε μικρό βαθμό με την διαχείριση). Πέραν του Πέτρου Μηνά, οι ενάγοντες δεν «έθεσαν στην διάθεση του ποδοσφαιρικού τμήματος, δικά τους πρόσωπα». Έτσι το Σωματείο με «την σκληρή δουλειά» του Διοικητικού του Συμβουλίου «βελτιώθηκε», τόσο το ίδιο οικονομικά όσο και η ομάδα του «αγωνιστικά». Η άνοδος της ομάδας στην Α΄ Κατηγορία κατά την ποδοσφαιρική χρονιά 2004-2005, ήταν το «αποκορύφωμα των επιτυχιών» του Διοικητικού Συμβουλίου. Η επιτυχία αυτή οφείλετο στις ενέργειες των μελών του και όχι στους ενάγοντες. Οι τελευταίοι «βοηθούσαν σε μικρό βαθμό κάποιες φορές το Διοικητικό Συμβούλιο στην οργάνωση του ποδοσφαιρικού τμήματος». Για τις υπηρεσίες που οι ενάγοντες πρόσφεραν από 1.6.2003 μέχρι 31.12.2004, «υπογράφτηκε διακανονισμός» μεταξύ αυτών και του Σωματείου ο οποίος προέβλεπε την πληρωμή στους πρώτους, ποσού ύψους Λ.Κ.15.808=. Η συμφωνία προέβλεπε ότι το Σωματείο όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες Λ.Κ.30.000= ως «αμοιβή και διαχειριστικά έξοδα» μέχρι την 31.5.
  10. Οι ενάγοντες θα «αποποιούντο» του δικαιώματος αυτού εάν το Σωματείο εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Πράγματι, το Σωματείο εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του. Παρουσίασε στους ενάγοντες «οικονομικούς» λογαριασμούς από εγκεκριμένους ελεγκτές, τόσο για τα προηγούμενα χρόνια όσο και μέχρι «την ημερομηνία παρουσιάσεως τους στους ενάγοντες». Επίσης εξόφλησε «στον βαθμό που του επέτρεπε το ενεργητικό του» οικονομικές οφειλές και εκκρεμότητες. Η έννοια των «εσόδων» όπως αναφέρεται στον όρο 8 της Συμφωνίας, δεν περιλαμβάνει ποσά από χορηγίες ή δωρεές που έγιναν προς το Σωματείο, αλλά μόνο εισπράξεις που οφείλοντο στο ποδοσφαιρικό τμήμα. Επειδή το Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου είχε «σοβαρά παράπονα» εναντίον των εναγόντων (παρέλειπαν να εκτελέσουν τα συμβατικά τους καθήκοντα τα οποία εκτελούντο από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου), θεωρήθηκε επιβεβλημένος ο τερματισμός της συμφωνίας. Στις 7 Μαϊου 2005 συνεδρίασε το Διοικητικό Συμβούλιο, παρόντος του ιδίου, και αποφασίστηκε ο «μονομερής» τερματισμός της συμφωνίας. Ο Πέτρος Μηνά δεν κλήθηκε στην συνέλευση, αν και κατείχε την θέση του Γενικού Γραμματέα του Σωματείου καθότι υπήρχε σύγκρουση «προσωπικών συμφερόντων εκ μέρους του, αφού ήταν επίσης ένας εκ των διευθυντών των εναγόντων. Την θέση του την είχε «αναπληρώσει» ο ίδιος ως «Γραμματέας του Συμβουλίου». Ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε από τον «τότε» Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου (εναγόμενο 6) με επιστολή του ημερομηνίας 25.5.2005 (Τεκμήριο 19) αφού προηγουμένως «είχε εξουσιοδοτηθεί να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο». Οι λόγοι για τους οποίους το Σωματείο ετερμάτισε την συμφωνία, καταγράφονται στην επιστολή. Το πρακτικό της συνεδρίασης της 7.5.2005 (Τεκμήριο 42) το εντόπισε σ΄ ένα «παραπεταμένο box file της ΑΠΕΠ», δεκαπέντε
(15)μέρες προτού καταθέσει στο Δικαστήριο. Κατά τις αγορεύσεις που ακολούθησαν, η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε τις θέσεις της. Ο κ. Χατζηδημητρίου εκ μέρους των εναγόντων στην πολυσέλιδη αγόρευση του, εστίασε την προσοχή του στην μαρτυρία που προσκομίστηκε και από τις δύο πλευρές. Εισηγήθηκε πως ο Ελευθέριος Ελευθερίου, μάρτυρας των εναγομένων, θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος εν' αντιθέσει με τους μάρτυρες που παρήλασαν για τους ενάγοντες. Ήταν η θέση του πως οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποσείσουν από τους ώμους τους το βάρος που είχαν να αποδείξουν πως ο τερματισμός της συμφωνίας από την πλευρά τους ήταν νόμιμος. Όσον αφορά τον εναγόμενο 6, εισηγήθηκε πως αυτός έχει προσωπική ευθύνη αφού «αυτός προέβη στον τερματισμό της συμφωνίας». Κατέληξε πως οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την υπόθεση τους και θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ τους στην απαίτηση. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Νικολάου και της κας Τζιούτ εκ μέρους των εναγομένων. Υπεστήριξαν κατ' αρχήν πως ο όρος 11 της συμφωνίας, ο οποίος έδιδε στους ενάγοντες το δικαίωμα της μονομερούς ανανέωσης, είναι ετεροβαρής με αποτέλεσμα η συμφωνία να καθίσταται «άκυρη ως καταχρηστική και/ή ετεροβαρής». Ακόμη και στην περίπτωση συνέχισαν που ήθελε φανεί ότι η συμφωνία είναι έγκυρη, οι ενάγοντες «άσκησαν λανθασμένα και/ή αντικανονικά και/ή αντισυμβατικά και/ή καταχρηστικά» το «εν λόγω δικαίωμα», ένα περίπου χρόνο πριν από την ημερομηνία λήξης της συμφωνίας. Εισηγήθηκαν περαιτέρω πως είναι οι ενάγοντες που παραβίασαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και πως οι εναγόμενοι «σε μια προσπάθεια να μετρήσουν τις ζημιές και/ή απώλειες και/ή έξοδα τους» τερμάτισαν τη συμφωνία. Τέλος εισηγούνται ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα της, και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών (Βλ. Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση αρ. 10705, ημερ. 8.2.02, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, 530). Η Κωνσταντία Μιχαήλ (Μ.Ε.2), ο Χρήστος Παπαπέτρου (Μ.Ε.3), ο Άθως Κακοφεγγίτης (Μ.Ε.4) και ο Βάσος Κουτσιούντας (Μ.Ε.5) ήσαν ανεξάρτητοι μάρτυρες, αφού δεν είχαν εμπλοκή στην υπόθεση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Διεξήλθα τη μαρτυρία του Πέτρου Μηνά (Μ.Ε.1) με μεγάλη προσοχή. Εξέτασα την κάθε πτυχή της και την μελέτησα σε βάθος. Την έχω αντιπαραβάλει με την μαρτυρία του Ελευθέριου Ελευθερίου (Μ.Υ.1). Πράγματι είναι δυσδιάκριτο σε ποιες περιπτώσεις ο Πέτρος Μηνά ενεργούσε ως διευθυντής των εναγόντων και σε ποιες ως Γενικός Γραμματέας του Σωματείου. Παρουσίασε την εικόνα πως όλες οι ενέργειες του καλύπτοντο από το πέπλο του διευθυντού των εναγόντων. Δεν επεξήγησε όμως ούτε και ανέφερε ποιά ήταν τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες τους ως Γενικός Γραμματέας του Σωματείου. Κρίνω πως δεν μπορώ να στηρικτώ στη μαρτυρία του για να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι τη θέση και την εκδοχή του. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως ο Νίκος Μιχαηλίδης (Μ.Ε.6) ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την πλευρά των εναγόντων. Ακόμη και το λεκτικό που χρησιμοποίησαν στις Γραπτές τους Δηλώσεις ήταν το ίδιο. Ταυτόσημες ήταν και οι απαντήσεις τους. Για τους ίδιους λόγους που απέρριψα την εκδοχή του Πέτρου Μηνά (Μ.Ε.1) απορρίπτω και τη δική του θέση και εκδοχή. Ο Ελευθέριος Ελευθερίου (Μ.Υ.1) μου έδωσε την εικόνα μάρτυρα της αλήθειας. Δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση. Ήταν σταθερός στη θέση και στην εκδοχή του την οποία αποδέχομαι. Τα όσα κατέθεσε συνιστούν και τα ευρήματα μου. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως η ερμηνεία μιας σύμβασης είναι θέμα νομικό και γίνεται από το Δικαστήριο, το οποίο περιορίζεται στους όρους της συμφωνίας, μέσα από την οποία αναζητά την πρόθεση των μερών (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση 57/2009 ημερ. 18.7.2012). Η ερμηνεία που δίδεται σε μία σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο, εξεταζόμενο ως ένα σύνολο χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση. Ο κάθε όρος της σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένος από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων (βλ. Λίλλης ν. Ξενή, Πολιτική Έφεση 46/2007, ημερ. 27.2.2009). Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι ενάγοντες ασκώντας το δικαίωμα τους για ανανέωση της συμφωνίας ένα περίπου χρόνο πριν τη λήξη της, κατέστησαν τον όρο αυτό επαχθή για τους εναγόμενους. Ο όρος 11 της Συμφωνίας έχει ως ακολούθως: «
  1. Καθορίζεται μεταξύ των Συμβαλλομένων ότι η συμφωνία αυτή θα έχει διάρκεια 3 έτη. Περαιτέρω ο Β ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ θα έχει το δικαίωμα μονομερούς ανανέωσης της για άλλα τρία χρόνια και από τριετία σε τριετία.» «Επαχθείς συναλλαγές» χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, οι συναλλαγές στις οποίες το ένα μέρος έχει εκμεταλλευτεί την αδυναμία του άλλου μέρους, με αποτέλεσμα να προκύψει μια άδικη, ετεροβαρής και επαχθής για το μέρος αυτό, συμφωνία. Ο όρος της μονομερούς ανανέωσης από την πλευρά των εναγόντων, όπως ετέθη στην επίδικη συμφωνία, δεν είναι ετεροβαρής αφού αυτός ήταν το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών. Το γεγονός όμως της άσκησης του δικαιώματος αυτού ένα χρόνο πριν την λήξη της συμφωνίας, καθιστά, κατά την κρίση μου, τον όρο αυτό επαχθή για την πλευρά του Σωματείου. Η θέση των εναγόντων πως αυτό ήταν επιβεβλημένο να γίνει κατά τον χρόνο που ασκήθηκε το δικαίωμα (ο Πέτρος Μηνά κατέθεσε πως η άνοδος της ομάδας στην Α΄ Κατηγορία επέβαλλε καλύτερο προγραμματισμό ο οποίος είναι αδύνατο να γίνει μέσα σ' ένα χρόνο) δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η διατήρηση της ομάδας όχι μόνο σε καλή αγωνιστική κατάσταση αλλά και η εξέλιξη της, ήταν συμβατική υποχρέωση των εναγόντων. Από την μαρτυρία του Ελευθέριου Ελευθερίου (Μ.Υ.1) την οποία αποδέκτηκα και συνιστά τα ευρήματα μου, προκύπτει πως οι ενάγοντες πολύ λίγες από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις εκτέλεσαν (ασχολήθηκαν σε μικρό μόνο βαθμό με την διαχείριση του ποδοσφαιρικού τμήματος) αναγκάζοντας το Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου να δράσει, όπως ο Μ.Υ.1 κατέθεσε. Είναι συνεπώς η κατάληξη μου πως είναι οι ενάγοντες που παρέβηκαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και όχι το Σωματείο. Παρόλα αυτά, οι ενάγοντες δικαιούνται στην πληρωμή προς όφελος τους του ποσού των Λ.Κ.15.808.= (€27.009,57) αφού το Σωματείο αναγνώρισε πως το ποσό αυτό αντιπροσώπευε τα «διαχειριστικά έξοδα» των εναγόντων, για την περίοδο από 1.6.2003 μέχρι 31.12.
  2. Το τελευταίο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι ενάγοντες νομιμοποιούντο να καταχωρήσουν την αγωγή και εναντίον του εναγόμενου 6 προσωπικά. Ο περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμος (Ν.57/1972)καθορίζει στο άρθρο 17
(1)πως το πρόσωπο που έχει την διοίκηση του Σωματείου, επιμελείται των υποθέσεων του και αντιπροσωπεύει τούτο «δικαστικώς και εξωδίκως». Από την διάταξη αυτή προκύπτει πως το Σωματείο εκπροσωπείται από τον πρόεδρο του, ο οποίος όμως δεν μπορεί να εναχθεί προσωπικά για πράξεις ή παραλείψεις του Σωματείου. Ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 6 θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον του. Είναι παραδεκτό γεγονός πως οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 εγγυήθηκαν την τήρηση των όρων της επίδικης συμφωνίας. Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται σε έκδοση απόφασης εναντίον τους. Βάσει των όσων έχουν λεχθεί μέχρι τώρα, οι ενάγοντες δικαιούνται σε έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 για το ποσό των €27.509,57 (Λ.Κ.15.808.=). Δια ταύτα εκδίδεται απόφαση προς όφελος των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5 ευθυνομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €27.009,57 το οποίο θα φέρει νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται επίσης έξοδα προς όφελος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή, στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού, και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 6 απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. Η Ανταπαίτηση του εναγόμενου 2 επίσης απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .............................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΣΤΚ/ΑΓ/ΜΚ Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Παράβαση όρων συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.