← Κύπρος

Ιπποκράτης Ιωάννου ν. Σχολή Οδηγών «ΚΙΜΩΝ» Ltd κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 730/15, 10/2/2017

Ιπποκράτης Ιωάννου ν. Σχολή Οδηγών «ΚΙΜΩΝ» Ltd κ.α., Πολιτική Αγωγή Αρ.: 730/15, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΑΝΑΓΗ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή Αρ.: 730/15 Μεταξύ: Ιπποκράτης Ιωάννου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα - και -

  1. Σχολή Οδηγών «ΚΙΜΩΝ» Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Κίμων Βαρδάκης, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κος. Φωτάκης Αποστολίδης Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κος. Στέλιος Στυλιανού ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 25/02/2015 και αφορά αξίωση της Ενάγουσας ύψους για διάφορα ποσά ως οφειλόμενα ενοίκια, ζημιές, τόκους και άλλα εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, ως ενοικιαστή του εναγόμενου 1 και ως εγγυητή αυτού του εναγόμενου
  3. Η όλη δικονομική διαδικασία εντάσσεται στις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτοί τροποποιήθηκαν προσφάτως ενώ η ακρόαση διεξήχθη με την διαδικασία της «ταχείας εκδίκασης». Συμμορφούμενοι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις «νέες» αυτές πρόνοιες και τις συνεπακόλουθες οδηγίες του Δικαστηρίου κατέθεσαν γραπτώς την μαρτυρία τους, υπό μορφή γραπτών ενόρκων δηλώσεων ενώ εκδόθηκε κατόπιν αίτηση ως αυτή προβλέπεται από την νέα διαταγή 30 του διάταγμα αντεξέτασης του Ενάγοντα επί συγκεκριμένων ζητημάτων. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας ως ανωτέρω αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν με γραπτές αγορεύσεις για τις τελικές του θέσεις και επιχειρηματολογία. ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ: Ο Ενάγων δια της παρούσας Αγωγής αξιώνει εναντίον των Εναγόμενών 1 και 2 τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α). €1.230.00 οφειλόμενα ενοίκια ως λεπτομερώς αναφέρεται στην παράγραφο
  4. (Β) Το ποσό των €180,88 αξία για την αντικατάσταση του καταστραφέντος υαλιπίνακα της βιτρίνας ως ανωτέρω αναφέρεται στην παράγραφο
  5. (Γ) Το ποσό των €1.366,88 για την επιδιόρθωση των αλουμινένιων κασιών ως ανωτέρω αναφέρεται στην παράγραφο
  6. (Δ) Το ποσό των €499,32 που αντιστοιχεί με το ποσοστό του φόρου άμυνας για περίοδο 36 μηνών, που η εναγόμενη 1, όφειλε να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στην παράγραφο
  7. (Ε) Νόμιμους τόκους (ΣΤ) Έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον Φ.Π.Α (Αρ. Μητρώου 00115048G)» Ο Ενάγων στην έκθεση απαίτησης του βασίζει την αξίωση του στους κάτωθι ισχυρισμούς: - Ο Ενάγων είναι ιδιοκτήτης ενός καταστήματος που βρίσκεται στη οδό Νίκου Παττίχη αρ.107 στη Λεμεσό. - Την 1/12/1989 ενοικίασε δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου στην εναγόμενη 1 το κατάστημα με εγγυητή τον εναγόμενο
  8. Το ύψος του ενοικίου καθορίστηκε στις ΛΚ.145,00= ήτοι σε €239,20σ. κατά τον χρόνο της παράδοσης της κατοχής του ακινήτου το ενοίκιο είχε ανέλθει με τις αυξήσεις σε ποσό εκ €615,00σ. - Στις 22/9/2014 η εναγόμενη 1 παρέδωσε στον Ενάγοντα την κατοχή του εν λόγω καταστήματος ενώ κατά τον χρόνο παράδοσης του οφείλονταν δεδουλευμένα ενοίκια για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2014 ανερχόμενα σε συνολικό ποσό εκ €1.230=. - Περαιτέρω το κατάστημα δεν παραδόθηκε στην καλή κατάσταση που αρχικά παραχωρήθηκε για ενοικίαση. Συγκεκριμένα παραδόθηκε με σπασμένο υαλοπίνακα βιτρίνας για την επιδιόρθωση του οποίου κατέβαλε ο Ενάγων ποσό ύψους €180,88σ. - Περαιτέρω υπήρχε ζημιά στις αλουμινένιες κάσιες και/ή βιτρίνες και/ή κατασκευές τις οποίες ο Ενάγων επιδιόρθωσε καταβάλλοντας ποσό ύψους €1.366,88σ. - Η εναγόμενη 1 σύμφωνα με τον νόμο ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει απευθείας στον Έφορο Φορολογίας ποσό άμυνας που αντιστοιχεί σε €13,87 μηνιαίως αποκόπτοντας το από το μηνιαίως καταβαλλόμενο ενοίκιο. Ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να του παραδώσει απόδειξη και βεβαίωση καταβολής των φόρων αυτών για όλη την διάρκεια της ενοικίασης πράγμα που παρέλειψε να πράξει συνεπακόλουθα διεκδικεί ποσό ύψους €499,32 που αντιστοιχεί σε 36 μήνες αφού ο ίδιος είναι ο τελικά υπεύθυνος να τα καταβάλει στον φόρο. - Παρά τις οχλήσεις του προς τους εναγόμενους τόσο δια ζώσης όσο και δια επιστολής ημερ.14/10/2014, οι εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση με την οποία αρνούνται ουσιαστικά ότι υπέχουν υποχρέωση να καταβάλουν τα διεκδικούμενα ποσά. Περαιτέρω καταχωρήθηκε ανταπαίτηση των εναγόμενων 1, η οποία με ενδιάμεση απόφαση του τότε δικάζοντος Δικαστηρίου ημερ.11/02/2016 αποκλείστηκε αφήνοντας έτσι ως επίδικο ζήτημα προς εκδίκαση, την αξίωση του Ενάγοντος. Η υπεράσπιση των εναγόμενων 1 και 2 βασίζεται στις πιο κάτω δικογραφημένες θέσεις τους: - Ο Ενάγων ενοικίασε στην εναγόμενη 1 τον Δεκέμβριο του 1989 το κατάστημα που βρίσκεται στην οδό Νίκου Παττίχη 107Β. Σε αυτό παρέμεινε ως ενοικιαστής με ενοικίαση από μήνα σε μήνα μέχρι ή περί το έτος
  9. - Κατόπιν μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας ενοικίασης του ενάγοντα με την εναγόμενη 1 ενοικιάστηκε από την τελευταία το κατάστημα στην ίδια οδό Νίκου Παττίχη με αριθμό 107Α ενώ με την ενοικίαση αυτή παρέδωσε στον Ενάγοντα ελεύθερη την κατοχή του πρώτου υπό ενοικίαση καταστήματος 107Β. - Η ισχυριζόμενη ενοικίαση του Δεκεμβρίου του 1989 είναι άκυρη καθότι η περίοδος ενοικίασης που συμφωνήθηκε υπερέβαινε το ένα έτος και το ενοικιαστήριο έγγραφο δεν υπογράφηκε από 2 μάρτυρες. - Περαιτέρω και επιπλέον το εν λόγω έγγραφο δεν φέρει την σφραγίδα της εναγόμενης
  10. - Σε κάθε περίπτωση όμως το εν λόγω έγγραφο και η ενοικίαση δεν ισχύει πλέον καθότι αυτή τερματίστηκε με την σύναψη νέας συμφωνίας το 2000 για το κατάστημα 107Α και εφόσον η κατοχή του καταστήματος 107 Β παραδόθηκε στον Ενάγοντα. - Η εναγόμενη 1 αναφέρει ότι κατά τον Ιούλιο του 2014 ζήτησε από τον Ενάγοντα μείωση του ενοικίου την οποία ο ίδιος δεν αποδέχθηκε με αποτέλεσμα να του τερματίσει τη σύμβαση και να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του καταστήματος στον Ενάγοντα τον Αύγουστο του
  11. Η εναγόμενη 1 ουδέποτε ενοικίασε κατάστημα με αριθμό
  12. - Αρνείται την οφειλή οιονδήποτε ενοικίων και ισχυρίζεται ότι το ενοίκιο για τον μήνα Αύγουστο 2014 έχει διευθετηθεί με την κατακράτηση του ποσού που αρχικά ο Ενάγων έλαβε ως εγγύηση και/ή ασφάλεια. - Αρνείται την πρόκληση οιονδήποτε ζημιών στο κατάστημα 107 ή στο ενοικιαζόμενο από αυτήν κατάστημα 107Α. - Σε σχέση με τον διεκδικούμενο φόρο άμυνας ισχυρίζεται ότι κατέβαλλε στον Έφορο Φορολογίας το ποσό και ενημέρωνε προς τούτο και τον Ενάγοντα. - Οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι η αγωγή είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ζητούν απόρριψη της με έξοδα. Με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση των εναγόμενων ο Ενάγων αναφέρει τα κάτωθι: - Το ενοικιαστήριο έγγραφο του 1989 αναφέρει το κατάστημα 107 και δεν προσδιορίζει εάν ήταν το Α ή το Β. Ανεξάρτητα από αυτό όμως το κατάστημα η εναγόμενη 1 δεν το παρέδωσε στην καλή κατάσταση που το παρέλαβε αρχικά αλλά με ζημιές. - Ο ενάγων αποδέχεται ότι το ενοικιαστήριο 1/12/1989 είναι εξ' υπαρχής άκυρο αλλά οι όροι του είναι δεσμευτικοί για τους συμβαλλόμενους σημερινούς διαδίκους. - Η εγγύηση στο ενοικιαστήριο έγγραφο είναι δεσμευτική για τον εναγόμενη 2 καθότι αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία και δεν χρειάζεται 2 μάρτυρες. - Η παράδοση του καταστήματος έγινε στις 22/9/2014 και όχι τον Αύγουστο του και ως εκ τούτου οφείλονται τα ενοίκια Αυγούστου και Σεπτεμβρίου
  13. - Όσον αφορά τον ισχυρισμό για την κατακράτηση της εγγύησης ο Ενάγων αναφέρει ότι ποσό ύψους ΛΚ300,00= ήτοι €512,58σ βρίσκεται στην κατοχή του και δεν έχει συμψηφιστεί με το ενοίκιο του Αυγούστου του
  14. - Οιαδήποτε επιδίκαση επί των αξιώσεων του Ενάγοντα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το ποσό αυτό του ντεπόζιτου. - Αρνείται την πληρωμή από την εναγόμενη 1 οιουδήποτε ποσού ως άμυνα και επαναλαμβάνει την αξίωση και θέση του. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: Η πλευρά του Ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης της κατέθεσε σύμφωνα και με τις οδηγίες του Δικαστηρίου την γραπτή μαρτυρία του, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, του ίδιου του Ενάγοντα. Περαιτέρω κατόπιν διατάγματος αντεξέτασης που εκδόθηκε δυνάμει της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο Ενάγων αντεξετάστηκε επί συγκεκριμένων ζητημάτων. Η προσαχθείσα μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους του Ενάγοντα συνοψίζεται ως ακολούθως: - Ο Ενάγων επαναλαμβάνει του ισχυρισμούς της έκθεσης απαιτήσεως του και παρουσιάζει ως Τεκμήριο 1 την σύμβαση του
  15. - Επιμένει στους ισχυρισμούς του ότι η κατοχή του καταστήματος που ενοικίασε η εναγόμενη 1 με εγγυητή τον εναγόμενο 2 παραδόθηκε στον ίδιο στις 22/9/
  16. - Κατά την παράδοση της κατοχής υπήρχαν απλήρωτα δεδουλευμένα ενοίκια για τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2014 τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των €1320=. - Ως τεκμήριο 2 καταχώρησε τιμολόγιο για την αντικατάσταση του σπασμένου υαλοπίνακα για το ποσό των €180,88 ημερ.22/10/2014 ποσό το οποίο αναφέρει ότι κατέβαλε για την επιδιόρθωση του εν λόγω υαλοπίνακα. - Ως τεκμήριο 3 κατέθεσε έντυπο προσφοράς ημερ.05/08/2016 για την επιδιόρθωση των αλουμινένιων κασιών του καταστήματος και τα τζαμιών τους για το ποσό των €838,
  17. Αναφέρει στην γραπτή του μαρτυρία ότι εκ παραδρομής στην έκθεση απαίτησης αναφέρει ότι έχει καταβάλει αυτά τα ποσά καθότι δεν τα κατέβαλε και δεν έχει επιδιορθώσει ακόμα τις ζημιές αυτές. - Αναφορικά με την αξίωση του για το ποσό των €499,32σ αναφέρει ότι την αποσύρει καθότι έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό που φαίνεται ότι η εναγόμενη 1 κατέβαλε τα ποσά αυτά. Το εν λόγω δε πιστοποιητικό το καταθέτει ως Τεκμήριο
  18. - Ουδέποτε ο ίδιος συμφώνησε σε συμψηφισμό των ενοικίων με την εγγύηση που δόθηκε και κρατείται από τον ίδιο για το ποσό των €512,58σ και μάλιστα ζητά όπως το εν λόγω ποσό υπολογιστεί ανάλογα κατά την τελική απόφαση των οφειλόμενων προς τον ίδιο ενοικίων. - Στις 14/10/2014 απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους καλώντας τους να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά πράγμα που δεν έπραξαν μέχρι σήμερα. Από την αντεξέταση του Ενάγοντα, δυνάμει διατάγματος ως ανωτέρω ανέφερα προκύπτει η κάτωθι περαιτέρω της γραπτής του ένορκης δήλωσης, μαρτυρία: - Το ακίνητο επί του οποίου βρίσκονται τα καταστήματα κτίστηκε το 1989 με αρχική πολεοδομική άδεια για ανέγερση 3 καταστημάτων. Έγιναν μεταγενέστερα και μετατροπές η τελευταία με την μετακόμιση της εναγομένης 1 σε διπλανό κατάστημα, το οποίο χαρακτηρίζει ως το γωνιακό. - Κατά πόσο αυτό το κατάστημα στο οποίο μετακόμισε είναι το 107Α ο ενάγων απαντά ότι δεν καθορίζεται με αρίθμηση Α - Β - Γ αλλά είναι το νότιο γωνιακό το
  19. Πριν μετακομίσει η εναγόμενη 1 στο γωνιακό με αρ. 1 όπως το χαρακτηρίζει ενοικίαζε το μεσαίο κατάστημα. Δεν θυμάται πότε έγινε η αλλαγή και μετακόμιση από το αρχικό κατάστημα στο επόμενο. - Για την μετακίνηση στο κατάστημα από το πρώτο δεν καταρτίστηκε νέα συμφωνία ενοικίασης αλλά συμφωνήθηκε όπως ισχύει το πρώτο συμβόλαιο του 1989 με ύψος ενοικίου για την περίοδο μετακόμισης το ίδιο με το αρχικό αλλά δεν θυμόταν το ακριβές ποσό. - Ως ενοίκιο καθόρισε το ποσό των €650= όμως λάμβανε €615= καθότι αφαιρείτο από τους εναγόμενους το ποσό για την άμυνα. - Το ενοίκιο καταβαλλόταν από μήνα σε μήνα προκαταβολικά ενώ με την μετακίνηση στο άλλο κατάστημα δεν καθορίστηκε χρονική διάρκεια της ενοικίασης. - Την κατοχή του καταστήματος την παρέλαβε ο ίδιος περί τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2014 από την σύζυγο του εναγόμενου 2 η οποία του παρέδωσε το κλειδί. Κατά την παράδοση της κατοχής δεν υπογράφηκε οιοδήποτε έγγραφο. - Αρνήθηκε ότι η κατοχή του καταστήματος παραδόθηκε τον Αύγουστο του 2014 στην σύζυγο του αναφέροντας ότι είναι χωρισμένος εδώ και 14 χρόνια και η πρώην σύζυγος του δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να παραλάβει κατοχή καταστήματος. - Στην υποβολή ότι το ενοίκιο του Αυγούστου εξοφλήθηκε με βάση το ντεπόζιτο που καταβλήθηκε ως εγγύηση αρχικά ο Ενάγων ανάφερε ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε το 1989 και ανερχόταν σε ΛΚ300= ήτοι περίπου €500= και το ποσό αυτό ο ίδιος το συμψήφισε με τις ζημιές που είχε υποστεί το πρώτο κατάστημα και για τις οποίες δεν αναφέρεται στην αγωγή του και δεν διεκδικεί αποζημιώσεις. Οι ισχυριζόμενες δε αυτές ζημιές στοιχίζουν πολύ περισσότερα από το ποσό που συμψηφίστηκε. - Στο ερώτημα εάν έχει αποδείξεις για τις ζημιές αυτές ο Ενάγων απάντησε ότι δεν αναφέρεται στις ζημιές που συμψηφίστηκαν αλλά στις εσωτερικές ζημιές του καταστήματος όπως το σπάσιμο των δαπέδων κατόπιν αυθαίρετου διαχωρισμού του καταστήματος σε γραφεία, μεγάλες οπές επί των τοίχων, επικόλληση αυτοκόλλητων στις βιτρίνες, καθαρισμό των δαπέδων από τα μηχανέλαια. Για τις ζημιές αυτές προχώρησε σε συμψηφισμό και όχι για τις αξιούμενες στις παραγράφους 8 και
  20. - Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν του οφείλεται κανένα ενοίκιο και το ενοίκιο του Αυγούστου έχει ήδη εξοφληθεί όπως επίσης και την θέση ότι στο κατάστημα 107Α καμία ζημιά υπάρχει και γι' αυτό ο ίδιος δεν αναφέρεται στην ενοικίαση 2 ξεχωριστών καταστημάτων. Κατ' αρχή, και προτού αξιολογήσω την δοθείσα μαρτυρία θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Περαιτέρω και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι ο Ενάγων έθεσε ενώπιον μου και προφορική μαρτυρία αντεξεταζόμενος επί συγκεκριμένων και ουσιωδών για τα επίδικα ζητήματα αναφέρω ότι τον αξιολογώ βασιζόμενη στις καθιερωμένες νομολογιακά αρχές, σε σχέση με την παρουσία του στο εδώλιο. Με βάση την απόφαση στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει. Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 6739, ημερ. 27.03.2000). » Περαιτέρω αναφέρω ότι η μαρτυρία εξετάζεται στο σύνολό της και όχι αποσπασματικά και ανεξάρτητα η μια από την άλλη (βλ. Mustafa v. Κακούρη κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 165). Η λογική του πράγματος, δηλαδή των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν και περιστοιχίζουν όλη την έκταση της διαφοράς, μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση, σύγκλιση και την αντιπαραβολή όλου του φάσματος της μαρτυρίας, όπως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τη σκοπιά που κάθε ένας μάρτυρας έχει αντιληφθεί τα γεγονότα, στο βαθμό που έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα (βλ. Mustafa, ανωτέρω), σε άμεση συσχέτιση βέβαια, αν θα ληφθεί υπόψη ή όχι, με τους ισχυρισμούς και θέσεις όπως αυτές προβάλλονται στη δικογραφία, αφού μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Κουκούνη κ.ά ν. A.N. Stasis Estates Co Ltd κ.ά
(2006)1 ΑΑΔ 489 και Σοφοκλής ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153). Στην υπόθεση Σφυρή ν. Πολυκάρπου
(2005)1 ΑΑΔ 941 αναφέρθηκε ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να αξιολογούν το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και να προβαίνουν σε διαπιστώσεις πάνω σ' όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα έτσι ώστε η τελική απόφασή τους να περιέχει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα (βλ. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552). Ούτε βέβαια, από μόνο του το γεγονός, ότι κάποιος μάρτυρας δεν θυμάται όλα τα γεγονότα ή όλες τις λεπτομέρειες ή μέρος ή κάποιο σημείο της μαρτυρίας του δεν είναι ίδιο με κάποιου άλλου που ενθυμείται καλύτερα τα γεγονότα ή λεπτομέρειες αυτών, καταδεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να πει ψέματα (βλ. Παπακόκκινου κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 1833) ή τον καθιστά ψεύτη ή ότι μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όταν σε γενικές γραμμές κρίνεται αξιόπιστος και το μέρος αυτό της μαρτυρίας του συνάδει με το σύνολο της μαρτυρίας. Σε σχέση με τις αντιφάσεις που η μία ή η άλλη πλευρά επισήμανε πρέπει να αναφερθεί ότι αυτές πρέπει να είναι τέτοιες που να δημιουργούν ρήγμα στην υπόθεση. Πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα. Πρέπει να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της από το Δικαστήριο (βλ. Ομήρου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 98, Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 558, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 449 και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390, Στρατής ν. Πεντέλη - Εταιρεία Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1708 και Ηλία κ.ά ν. Σταυρινίδη
(2000)1 ΑΑΔ 874). Αντίθετα, μπορεί να λεχθεί ότι οι μικροαντιφάσεις ενδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων προβάλλοντας τον φυσικό τρόπο με τον οποίο διατυπώθηκαν τα σχετικά γεγονότα, όπως αυτά υπήρχαν στη μνήμη τους (βλ. Σφυρή ανωτέρω και Ξυδιάς κ.ά ν. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 179). Ο Ενάγων αναφέρω εξαρχής ότι δεν άφησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον Ενάγοντα να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα, αντεξεταζόμενος επί συγκεκριμένων και ουσιωδών για τα επίδικα ζητήματα και τον αξιολογώ βασιζόμενη στις καθιερωμένες νομολογιακά αρχές, σε σχέση με την παρουσία του στο εδώλιο αλλά πάντοτε και σε συνάρτηση με την γραπτή του μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης. Από το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντα, γραπτής, προφορικής και τεκμηρίων και λαμβάνοντας υπόψη μου και τις δικογραφημένες θέσεις του καταλήγω ότι ο Ενάγων δεν ανέφερε την αλήθεια ή δεν είχε την διάθεση να αναφέρει στο Δικαστήριο την πλήρη εικόνα των όσων πραγματικά έλαβαν χώρα κατά την επίδικη περίοδο και σε σχέση με την επίδικη ενοικίαση. Το σύνολο της μαρτυρίας του Ενάγοντα καλύπτεται από αντιφατικές θέσεις και ισχυρισμούς, αξιώσεις που στο τέλος αποσύρθηκαν και συγκεχυμένες θέσεις σε συγκεκριμένα ουσιώδη για την αγωγή ζητήματα. Την πιο πάνω κατάληξη μου την βασίζω στα κάτωθι: - Με την έκθεση απαίτησης του αλλά και την γραπτή του μαρτυρία παρουσιάζει μια εκδοχή των επίδικων γεγονότων την οποία κατά την αντεξέταση του ανατρέπει. Τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στην γραπτή μαρτυρία αναφέρει και παρουσιάζει ότι η εναγόμενη 1 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας του Δεκεμβρίου του 1989 ενοικίασε ένα κατάστημα σε συγκεκριμένη οδό με αρ.
  1. Παρά την ξεκάθαρη θέση της υπεράσπισης περί λήξης της αρχικής ενοικίασης και μετακόμιση της εναγόμενης 1 σε άλλο κατάστημά περί το 2000 με σύναψη νέας συμφωνίας, καμία αναφορά περί τούτου γίνεται στην απάντηση στην Υπεράσπιση. Αντίθετα παρουσιάζει μια γενική θέση περί μη διάκρισης στο ενοικιαστήριο σε αριθμούς 107 Α - Β και σε κάθε περίπτωση το κατάστημα που παραδόθηκε δεν βρισκόταν στην κατάσταση που αρχικά ενοικιάστηκε. Από την θέση του αυτή δεν προσδιορίζεται σε ποιο κατάστημα αναφέρεται και η θέση του παραμένει αόριστη ως προς ένα κατάστημα. Παρά την γενική θέση και άρνηση του η οποία διατυπώθηκε και ενόρκως στην γραπτή δήλωση του, κατά την αντεξέταση αποδέχεται ότι η εναγόμενη 1 αρχικά και με βάση το τεκμήριο 1 ενοικίασε ένα κατάστημα, το μεσαίο ως το χαρακτηρίζει και ακολούθως σε χρόνο που δεν θυμάται μετακόμισε σε άλλο. Η επιλογή του Ενάγοντα να μην αποκαλύψει τόσο στα δικόγραφα του όσο και στην κυρίως μαρτυρία του τις επακριβείς πτυχές των γεγονότων και κυρίως το ότι η εναγόμενη 1 αρχικά ενοικίασε συγκεκριμένο κατάστημα ενώ μετά μετακόμισε σε άλλο δημιουργεί και από μόνη της εξεταζόμενη μια σκιά στην αξιοπιστία του ενώ εγείρει εύλογα ερωτήματα. - Από την μαρτυρία στο σύνολο της από πλευράς Ενάγοντα είναι αδύνατο να εξακριβωθούν οι ακριβείς αξιώσεις του και κατά πόσο αυτές, πλην των ενοικίων, αφορούν το κατάστημα που αρχικά ενοικιάστηκε το 1989 ή το επίδικο κατάστημα το οποίο παραδόθηκε πίσω στον Ενάγων το
  2. Η γενική άρνηση του και η επίκληση της παράδοσης με ζημιές του καταστήματος δεν είναι αρκετή από μόνη της να πείσει περί την ύπαρξη ζημιών στο επίδικο κατάστημα, το γωνιακό ως ο ίδιος το χαρακτηρίζει. - Σε σχέση τώρα με τις αξιούμενες ζημιές, σημειώνω ότι ο Ενάγων αρχικά διεκδικούσε και ποσό ύψους €499,32σ (αξίωση Δ της έκθεσης απαίτησης) την οποία ακολούθως εγκαταλείπει στην παράγραφο 10 της ένορκης του δήλωσης καθότι με βάση πιστοποιητικό που κατέθεσε το αξιούμενο αυτό ποσό έχει πληρωθεί από την εναγόμενη
  3. Η ευκολία με την οποία εισάγει αξιώσεις και ακολούθως τις αποσύρει ενώ θα μπορούσε να λάμβανε το πιστοποιητικό αυτό και πριν την καταχώρηση της αγωγής δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά που άπτονται της αξιοπιστίας του μάρτυρα. - Επιπλέον σε σχέση με τις λοιπές ζημιές τις οποίες αξιώνει (συγκεκριμένα αξιώσεις Β και Γ της έκθεσης απαίτησης) παρατηρώ ότι ενώ δικογραφεί ότι τα ποσά αυτά τα κατέβαλε προς επιδιόρθωση των ζημιών ακολούθως στην παράγραφο 9 της γραπτής του μαρτυρίας αναφέρει ότι την αξίωση υπό Γ της Ε/Α όχι μόνο την περιορίζει από €1366,88 σε €838,95 αλλά αναφέρει ότι εκ παραδρομής αναγράφηκε στην απαίτηση ότι αυτή η ισχυριζόμενη ζημιά επιδιορθώθηκε και καταβλήθηκαν τα ποσά αλλά τώρα αναφέρει ότι ζήτησε μόνο προσφορά και είναι ουσιαστικά αξίωση για ποσό που θα καταβάλει εάν τα επιδιορθώσει. Για το ίδιο ζήτημα όμως καταθέτει ως Τεκμήριο έντυπο προσφοράς ημερ.5/8/2016 μεταγενέστερη δηλαδή της έκθεσης απαίτησης του χωρίς να δίδει καμία εξήγηση πως αξιώνει με την έκθεση απαίτησης ποσό το οποίο τελικά δεν κατέβαλε βασιζόμενος σε προσφορά που κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής δεν είχε ακόμα λάβει. Το σημείο αυτό είναι μια περαιτέρω ένδειξη της προχειρότητας με την οποία ο Ενάγων αντιμετωπίζει την παρούσα διαδικασία στο σύνολο της και η οποία αποτελεί ένα ακόμα κρίκο στην αλυσίδα του σκεπτικού που οδηγούν στην απόρριψη της μαρτυρίας του. - Επιπλέον με τα πιο πάνω, ερωτηματικά προκαλεί η θέση του περί του χρόνου παράδοσης της κατοχής του ακινήτου. Ενώ δεν θυμάται πότε έγινε η νέα ενοικίαση, δεν θυμάται το ακριβές ποσό του ενοικίου θυμάται χωρίς οιοδήποτε αποδεικτικό την ακριβή ημέρα παράδοσης της κατοχής ως την 22/9/
  4. Η θέση του δεν συνάδει με την λογική πως ένας ιδιοκτήτης ο οποίος είχε ήδη να λαμβάνει ενοίκια καθυστερημένα και με ζημιές στο υποστατικό του παραλαμβάνει κατοχή χωρίς να τηρεί κάποιο έγγραφο ή αρχείο ή έστω κάποια σημείωση. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της παράδοσης της κατοχής κρίνεται πολύ σημαντικό ενόψει και της θέσης της υπεράσπισης για έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Επιπλέον σημειώνω ότι ο Ενάγων ουδεμία θέση παρουσιάζει για τον λόγο που παραδόθηκε το ακίνητο ενώ στην θέση των εναγόμενων ότι αυτό παραδόθηκε μετά την άρνηση για μείωση του ενοικίου προβάλει μια γενική άρνηση. - Σε σχέση με τα τεκμήρια που κατέθεσε παρατηρώ ότι δεν προσδιορίζεται το κατάστημα το οποίο αφορούν. Ακόμα και κατά την αντεξέταση του ο Ενάγων δεν κατάφερε να προσδιορίσει με σαφήνεια τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι προκάλεσαν οι εναγόμενοι στο πρώτο κατάστημα που ενοικίαζαν και ποιες στο δεύτερο. Σημειώνω βέβαια ότι στο τεκμήριο 2 που αφορά την τοποθέτηση γυαλιού αναφέρεται το κατάστημα 107Α ενώ ο Ενάγων επέμεινε ότι τέτοια αρίθμηση δεν υπήρχε. Επιπλέον σημειώνω ότι το τιμολόγιο αυτό φέρει ημερομηνία 22/10/2014 αλλά καμία θετική μαρτυρία παρουσιάστηκε που να συνδέει την τοποθέτηση του γυαλιού αυτού λόγω ζημιάς προκληθείσας από τους εναγόμενους. - Σημαντική αντίφαση υπάρχει και στο ζήτημα του ποσού που ο Ενάγων παραδέχεται ότι έχει στην κατοχή του ως ποσό καταβληθέν ως εγγύηση και / ή ντεπόζιτο. Στην έκθεση απαίτησης καμία αναφορά γίνεται σε αυτό ενώ στην απάντηση στην υπεράσπιση μετά που τίθεται η θέση των εναγόμενων ότι το ποσό συμψηφίστηκε με το ενοίκιο του Αυγούστου του 2014 ο ενάγων αναφέρει ότι το ποσό αυτό βρίσκεται στην κατοχή του και δεν συμψηφίστηκε με το ενοίκιο του Αυγούστου. Επιπλέον όμως ζητά από το Δικαστήριο όπως κατά την επιδίκαση των αξιώσεων του λάβει υπόψη και το ποσό των €512,58σ. Επαναλαμβάνει την ίδια θέση στην γραπτή του μαρτυρία ενώ κατά την αντεξέταση του προκύπτει για το ίδιο θέμα ένας εντελώς νέος ισχυρισμός για πρώτη φορά, ότι το ποσό αυτό διατέθηκε κατόπιν συμψηφισμού για άλλες ζημιές ανεξάρτητες και διαφορετικές με αυτές τις οποίες αξιώνει. - Ενώ αναφέρεται σε επιστολή που απέστειλε προς τους εναγόμενους με την οποία τους καλεί να καταβάλουν τα αξιούμενα ποσά καμία τέτοια επιστολή ή αντίγραφο αυτής παρουσιάζεται ως τεκμήριο. - Περαιτέρω αναφέρω ότι ενώ ο Ενάγων βασίζει την αξίωση του επί του τεκμηρίου 1, ήτοι σε μια γραπτή σύμβαση ενοικίασης, ταυτόχρονα αποδέχεται την σύναψη νέας προφορικής σύμβασης με όρους μάλιστα ταυτόσημους ως η πρώτη γραπτή σύμβαση ενοικίασης την οποία σημειώνω αποδέχεται ως άκυρη ενόψει της μη υπογραφής της από 2 μάρτυρες. Όλα τα πιο πάνω είναι στοιχεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα στο σύνολο της τα οποία άπτονται των ουσιαστικών επίδικων ζητημάτων. Οι αντιφάσεις που εντοπίζονται καταλήγω ότι είναι τέτοιου βαθμού και σε σωρεία ζητημάτων που δεν αφήνουν άλλη επιλογή από την απόρριψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Η εκδοχή του Ενάγοντα ως παρουσιάστηκε από τον ίδιο παρουσιάζει μια συγκεχυμένη κατάσταση όχι απλά των γεγονότων αλλά και των ίδιων του των αξιώσεων τις οποίες ούτε ο ίδιος φαίνεται να προσδιόρισε επακριβώς. Το συνονθύλευμα αυτό θέσεων, αντιφατικών ισχυρισμών και γεγονότων δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή τη μαρτυρία για την εξαγωγή οιονδήποτε συμπερασμάτων. Η πλευρά των εναγόμενων κατέθεσε γραπτή μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2 τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και ως Διευθυντή της εναγόμενης
  5. Ο εναγόμενος 2 ουσιαστικά επαναλαμβάνει ενόρκως τα όσα παρατίθενται στην υπεράσπιση των εναγόμενων 1 και
  6. - Αναφέρεται στην θέση του ότι η εναγόμενη 1 σύνηψε σύμβαση ενοικίασης με τον Ενάγοντα τον Δεκέμβριο του 1989 για το κατάστημα 107Β της οικοδομής ιδιοκτησίας του Ενάγοντα. - Το έτος 2000 παρέδωσε ελεύθερη την κατοχή του εν λόγω καταστήματος στον Ενάγοντα και με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία ενοικίασε το κατάστημα με αριθμό 107Α. - Το τεκμήριο 1 αναφέρει ότι είναι άκυρο καθότι δεν υπογράφηκε από 2 μάρτυρες ενώ η σύμβαση εγγύησης που ο ίδιος υπέγραψε πέρα από άκυρη δεν ίσχυε για την νέα ενοικίαση που σύνηψε η εναγόμενη 1 για την ενοικίαση του καταστήματος με αρ.107Α. - Η ενοικίαση του 2ου καταστήματος 107Α διήρκησε μέχρι και τον Ιούλιο του
  7. Ο εναγόμενος αναφέρει ότι κατά τον Ιούνιο του 2014 ζήτησε από τον Ενάγοντα μείωση του καταβληθέντος ενοικίου την οποία δεν αποδέχθηκε ο ενάγων. Ενόψει της άρνησης του αυτής περί τον Ιούλιο του 2014 ενημέρωσε τον ενάγοντα για την πρόθεση του να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του καταστήματος τον Αύγουστο του 2014 και τερμάτισε την συμφωνία. - Περί τα τέλη Αυγούστου του 2014 παρέδωσε ελεύθερη την κατοχή του καταστήματος στον ενάγοντα και/ή στην αντιπρόσωπο του - σύζυγο του. - Η εναγόμενη 1 έχει διευθετήσει την πληρωμή του ενοικίου για τον μήνα Αύγουστο με συμφωνία με τον ενάγοντα όπως ο ίδιος κατακρατήσει το ποσό της εγγύησης που ήταν στην κατοχή του. - Αρνείται την ύπαρξη ζημιών είτε στο κατάστημα 107Α είτε σε οιοδήποτε άλλο ενώ τέλος αρνείται ότι έγινε δέκτης οιασδήποτε απαίτησης πριν την αγωγή. Από την ενώπιον μου μαρτυρία αυτό που προκύπτει είναι ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν αρνούνται την ύπαρξη συμβατικής σχέσης ενοικίασης με τον Ενάγοντα. Αυτό που έντονα αμφισβητούν είναι η φύση αυτής και το αντικείμενο της ήτοι το πιο κατάστημα αυτή αφορούσε. Η μαρτυρία των εναγόμενων ως παρουσιάστηκε, χωρίς να υποβληθεί οιοδήποτε αίτημα αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα, παρουσιάζει μια εκδοχή πιο λογική και αληθοφανή από αυτήν του Ενάγοντα. Στην κατάληξη μου αυτή βεβαίως λαμβάνω υπόψη και το σύνολο της μαρτυρίας που ενώπιον μου τέθηκε και συγκεκριμένα τα όσα ο Ενάγων ουσιαστικά αποδέχτηκε κατά την αντεξέταση του. Παρά το ότι ο Ενάγων ουδεμία αναφορά έκανε σε 2η συμφωνία ενοικίασης παρουσιάζοντας ουσιαστικά ότι υπήρχε μια συμφωνία γραπτή για κατάστημα η οποία συνεχιζόταν μέχρι και το 2014, αποδέχεται ότι πράγματι αρχικά ενοικιάστηκε ένα κατάστημα και ακολούθως άλλο. Αναφέρει επιπλέον ότι για την 2η συμφωνία ενοικίασης συμφωνήθηκε με την εναγόμενη 1 να ισχύουν οι όροι της πρώτης. Με βάση τα πιο πάνω που τελικά προκύπτουν ως μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ήτοι η αρχική ενοικίαση ενός καταστήματος, άσχετα με το πως αυτό χαρακτηρίζεται αριθμητικά και η μεταγενέστερη συμφωνία για ενοικίαση άλλου δημιουργούν την εικόνα και την εντύπωση ότι οι εναγόμενοι παρουσίασαν μια εκδοχή ισχυρή ως προς την αληθοφάνεια της και εν πάση περίπτωσή ως έχουσα περισσότερη λογική από αυτήν του Ενάγοντα, ενόψει δε και της σύνδεσης της εκδοχής αυτής με τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Σημειώνω βεβαίως στο στάδιο αυτό ότι το βάρος απόδειξης της δικής της εκδοχής έχει η πλευρά του Ενάγοντα στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ήτοι με βάση την νομολογία και συγκεκριμένα την απόφαση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 , «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Συνεπώς καταλήγω ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εκ μέρους των εναγόμενων 1 και 2 δεν περιέχει αντιφάσεις σε τέτοιο βαθμό που να δύναται να απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Αντίθετα παρουσιάζει μια λογική εκδοχή των πραγμάτων η οποία έχει σε αρκετά σημεία της γίνει και αποδεκτή από τον Ενάγοντα του οποίου η εκδοχή έχει απορριφθεί. Συνεπώς καταλήγω ότι δύναμαι να αποδεχθώ την μαρτυρία του εναγόμενου 2 ως αξιόπιστη και συνεπακόλουθα ως ασφαλής βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Στο σημείο αυτό και προτού προχωρήσω με την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου οφείλω να αναφέρω ότι ουσιώδες ζήτημα αποτελεί και η εισήγηση περί έλλειψης Δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και η εισήγηση ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει και καθηκόντως να εξεταστεί αλλά είμαι της άποψης ότι για να μπορέσω να καταλήξω σε ασφαλή θέση θα πρέπει πρώτα να αναφέρω τα ευρήματα μου επί του είδους της σύμβασης ενοικίασης και του τερματισμού αυτής. Συνεπώς και λαμβάνοντας υπόψη μου την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία αλλά και τα τεκμήρια που ενώπιον μου τέθηκαν καταλήγω ότι τα αληθή γεγονότα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα είναι τα κάτωθι: - Η εναγόμενη 1 στις 09/12/2989 υπέγραψε σύμβαση ενοικίασης με τον Ενάγοντα και εγγυητή των υποχρεώσεων της τον Εναγόμενο 2 για ένα κατάστημα που βρίσκεται επί της οικοδομής της οδού Νίκου Παττίχη
  1. Το κατάστημα αυτό έφερε τον χαρακτηριστικό αριθμό 107Β. - Η ενοικίαση αυτή συνεχίστηκε μέχρι και το έτος 2000 οπότε και παραδόθηκε η κατοχή του ενοικιαζόμενου καταστήματος στον Ενάγοντα. - Περί το έτος 2000 Ενάγων και εναγόμενη 1 σύνηψαν προφορική σύμβαση ενοικίασης με το μηνιαίο ενοίκιο να καταβάλλεται από μήνα σε μήνα προκαταβολικά χωρίς συγκεκριμένη χρονική διάρκεια για το κατάστημα στην ίδια οικοδομή με αρίθμηση 107Α. Στο εν λόγω κατάστημα μετακόμισε την επιχείρηση της η εναγόμενη
  2. - Περί τον Ιούνιο του 2014 η εναγόμενη 1 ζήτησε από τον ενάγοντα μείωση του μηνιαίου ενοικίου και συνεπεία της άρνησης τους περί τον Ιούλιο του 2014 τερμάτισε την σύμβαση ενοικίασης και ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι θα παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του ενοικιαζόμενου ακινήτου τον Αύγουστο του
  3. - Περί τα τέλη Αυγούστου η εναγόμενη 1 παρέδωσε την κατοχή του ενοικιαζόμενου καταστήματος 107Β στον Ενάγοντα και/ή σε αντιπρόσωπο αυτού. Είδος Ενοικίασης - Ευθύνη εναγόμενου 2 ως εγγυητή και ζήτημα δικαιοδοσίας: Ουσιώδες ζήτημα για την εξέταση του ζητήματος της Δικαιοδοσίας αποτελεί κατά πόσο η εναγόμενη 1 είχε καταστεί θέσμια ενοικιαστής του επίδικου ακινήτου. Με δεδομένο το εύρημα ότι η ενοικίαση του καταστήματος 107Β βασιζόταν σε προφορική συμφωνία χωρίς χρονική διάρκεια και το ενοίκιο θα καταβαλλόταν μηνιαίως προκαταβολικά καταλήγω ότι η ενοικίαση ήτο συμβατική από μήνα σε μήνα. Καταρχήν αναφέρω ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο τεκμήριο 1 δεν έχει καμία σχέση η σύνδεση με τα επίδικα ζητήματα. Η αποδοχή της θέσης του εναγόμενου 2 αλλά στο σημείο αυτό και η αποδοχή του ενάγοντα ότι με βάση του τεκμήριο 1 ενοικιάστηκε συγκεκριμένο κατάστημα και όχι το επίδικο, το οποίο μάλιστα και παραδόθηκε οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συμβατική εκείνη ενοικίαση δεν έχει να κάνει τίποτα με μια νέα σύμβαση ενοικίασης μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενου 1 για άλλο κατάστημα. Η ταύτιση ενοικιαστή και ιδιοκτήτη στην νέα σύμβαση δεν οδηγεί σε συνέχιση της ενοικίασης υπό τους όρους μιας γραπτής σύμβασης η οποία και έληξε με την παράδοση της κατοχής του καταστήματος που ήτο αντικείμενο της. Συνεπώς και με βάση τα ευρήματα ανωτέρω καταλήγω ότι η προφορική συμφωνία ενοικίασης του καταστήματος 107Α μεταξύ Ενάγοντας και εναγόμενης 1 ήταν εξαρχής μια νέα ανεξάρτητη με οιαδήποτε προηγούμενη σύμβαση. Η σύμβαση αυτή ως προκύπτει από τα ευρήματα δεν καθόριζε χρονική διάρκεια ενώ το ενοίκιο ήταν καταβλητέο μηνιαίως και προκαταβολικά. Συνεπώς και με βάση τη νομολογία η σύμβαση ήταν προφορική και αποτελούσε ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Με βάση την κατάληξη μου περί μιας νέας εξ' αρχής προφορικής σύμβασης ενοικίασης και σε συσχετισμό με την απόρριψη της μαρτυρίας του Ενάγοντας καταλήγω ότι η οιαδήποτε εγγύηση δόθηκε και παρασχέθηκε από τον εναγόμενο 2 στα πλαίσια της πρώτης ενοικίασης άλλου ακινήτου δεν δύναται να ισχύει και για την επίδικη σύμβαση. Πέραν από την μαρτυρία του ενάγοντα περί ισχύς των ίδιων όρων με το τεκμήριο, η οποία μαρτυρία δεν έγινε αποδεκτή, καμία άλλη μαρτυρία παρουσιάστηκε για ισχύ και ύπαρξη συμφωνίας εγγύησης του εναγομένου 2 προς τον Ενάγοντα σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εναγομένης
  4. Συνεπώς καταλήγω ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις του στον απαιτούμενο βαθμό σε σχέση με τον εναγόμενο 2 και η αξίωση του θα πρέπει να απορριφθεί. Επανερχόμενη τώρα στο ζήτημα της ενοικίασης και κατά πόσο αυτή ήταν θέσμια παραπέμπω στην απόφαση Aeneas Hotels Ltd v.
  5. Αντώνη Νίκου Παπανικολάου, 2.Θανάση Νίκου Παπανικολάου, Πολιτική Έφεση 348/2006,
(2008)1 Α.Α.Δ.. 1016 όπου οι ενάγοντες είχαν ενοικιάσει το 1998 ακίνητα με προφορική συμφωνία ενοικίασης από έτος σε έτος και η συμφωνία αυτή τερματίστηκε ενώ παρέδωσαν τα κλειδιά όταν η σύμβαση τερματίστηκε Από την μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προέκυψε ότι η τελευταία συμφωνία ενοικίασης τερματίστηκε πριν τη λήξη της ενοικίασης και παραδόθηκε η κατοχή επίσης πριν την λήξη. Με βάση τα γεγονότα αυτά κατέληξε το πρωτόδικο δικαστήριο ότι οι ενοικιαστές δεν είχαν καταστεί θέσμιοι εφόσον παρέδωσαν το ακίνητο πριν την λήξη της ενοικίασης. Συγκεκριμένα αναφέρεται ως απόσπασμα στην πιο πάνω απόφαση: «Η εφεσείουσα τερμάτισε την τελευταία ενοικίαση, ήτοι την ενοικίαση για την περίοδο από 1.4.2003 μέχρι 31.3.2004, τον Οκτώβριο του 2003, ήτοι πριν την λήξη, και, ταυτόχρονα, εγκατέλειψε τα δύο διαμερίσματα έχοντας τα κλειδιά στην διάθεση των εφεσιβλήτων. Αργότερα στις 29.3.2004 επίσης πριν την λήξη, οι εφεσίβλητοι παρέλαβαν τα κλειδιά των διαμερισμάτων από τη εφεσείουσα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι η εφεσείουσα δεν κατέστη θέσμιος ενοικιαστής κατά τον τερματισμό της τελευταίας ενοικίασης, ούτε βέβαια κατά τη λήξη της.» Στην προκειμένη περίπτωση και το κατά πόσο η ενοικίαση είχε τερματιστεί παραπέμπω στην αποδοχή ανωτέρω της θέσης των εναγομένων ότι η ενοικίαση από μήνα σε μήνα είχε τερματιστεί από την εναγομένη 1 μετά από την απόρριψη της πρότασης της για μείωση του ενοικίου. Με βάση την μαρτυρία του εναγόμενου 2 περί το τέλος Ιουλίου του 2014 έδωσε προειδοποίηση στον ενάγοντα για παράδοση της κατοχής τον Αύγουστο και τερματισμό της σύμβασης ενοικίασης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Woodfall's Law of Landlord & Tenant, 27η έκδοση, Τόμος 1, παράγραφοι 663: «Monthly and weekly tenancies are similar to tenancies from year to year in that they do not expire at the end of each month or week, but continue for a period of time until determined by due notice to quit". Καταρχήν καταλήγω ότι η προφορική ενημέρωση του ενάγοντα για την πρόθεση παράδοσης της κατοχής του ακινήτου το τέλος Αυγούστου του 2014 η οποία έγινε το τέλος Ιουλίου συνιστά έγκυρο και νομότυπο τερματισμό της ενοικίασης. Η παραμονή του ενοικιαστή συνεπώς μετά την λήξη της προειδοποίησης του τερματισμού στο ακίνητο καθιστά τον ενοικιαστή ως θέσμιο. Στην προκειμένη όμως περίπτωση ο εναγόμενος 2 ενημέρωσε τον Ενάγοντα για τον τερματισμό περί τα τέλη Ιουλίου και ενημέρωσε ταυτόχρονα για την προθεσμία παράδοσης του ακινήτου το τέλος Αυγούστου, συνεπώς παραμονή της εναγομένης 1 στο ακίνητο μετά την 1η Σεπτεμβρίου θα την καθιστούσε θέσμιο ενοικιαστή. Χαρακτηριστικό απόσπασμα που δίδει μια ξεκάθαρη θέση στο ζήτημα του τερματισμού ενοικίασης από μήνα σε μήνα και πότε καθίσταται θέσμια η ενοικίαση προσφέρεται στην απόφαση Χαρίκλεια Κύπρου Μιχαήλ ν. Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ και Χρίστου Προδρόμου, Γιάννου Προδρόμου, Πολιτική Έφεση Αρ.11909, 22/2/2007
(2007)1 Α.Α.Δ. 241, όπου αναφέρθηκαν τα κάτωθι: «Είναι γεγονός για το οποίο δεν υπάρχει αμφισβήτηση, ότι μετά την προφορική τους συμφωνία με την εφεσείουσα, η εφεσίβλητη-καθ΄ης η αίτηση 1, κατέστη ενοικιαστής από μήνα σε μήνα. Σύμφωνα με τις αυθεντίες, δεν απαιτείται η ειδοποίηση τερματισμού να έχει συγκεκριμένη μορφή, αλλά απλώς να είναι σαφής και να καθορίζει τον τερματισμό της υφιστάμενης ενοικίασης σε συγκεκριμένο χρόνο.(Gardner v. Ingram [1886-90] All E.R. 258, Glykys v. Ioannides (1959-60) 2 C.L.R. 220). Τέτοια ειδοποίηση τερματισμού μπορεί να είναι είτε προφορική είτε γραπτή. Στην παρούσα περίπτωση, αφού η σύμβαση ήταν προφορική δεν βλέπουμε γιατί και ο τερματισμός να μη μπορούσε να γίνει προφορικά. (Δέστε Bird v. Defonville [1846] 2 Carr & Κir 415). Eν όψει των αυθεντιών, το γεγονός ότι η πρόθεση/ειδοποίηση της εφεσίβλητης εκφράστηκε προφορικά και σε τηλεφωνική επικοινωνία, χωρίς να έχει συγκεκριμένη μορφή, δεν είναι σχετικός παράγοντας, όπως λανθασμένα έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ώστε να θεωρηθεί ότι δεν μπορούσε να συνιστά έγκυρο τερματισμό, κάτω από τέτοιες συνθήκες. Είναι επίσης απαραίτητο, όπως προκύπτει από σχετικές αυθεντίες (δέστε, μεταξύ άλλων, Glykys v. Ioannides, πιο πάνω), ότι η διδόμενη ειδοποίηση πρέπει να λήγει την τελευταία ημέρα του μηνός, εάν η από μήνα σε μήνα ενοικίαση, όπως στην παρούσα περίπτωση, ξεκινούσε την πρώτη κάθε μηνός. Ο όρος αυτός ικανοποιείται από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη ειδοποίησε την εφεσείουσα ότι θα κρατούσε το υποστατικό και το μήνα Μάιο. Δεν απαιτείτο δε να καθορίσει και ημερομηνία παράδοσης. Ήταν σαφές ότι η ημερομηνία αυτή θα ήταν, το αργότερο η 1η Ιουνίου. Καταλήγουμε πως η προφορική πληροφόρηση συνιστούσε έγκυρη ειδοποίηση τερματισμού. Πέρα όμως απ΄όλα τα πιο πάνω, παρατηρούμε και τα ακόλουθα. Οι κανόνες και οι αρχές με βάση τις οποίες κρίνεται αν μία ειδοποίηση τερματισμού είναι νόμιμη και έγκυρη, σκοπό έχουν κυρίως να πληροφορήσουν σαφώς και εγκαίρως το πρόσωπο προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση, είτε αυτό είναι ο ενοικιαστής ή ο ιδιοκτήτης, ώστε να μπορεί να προγραμματίζει τις επόμενες ενέργειές του. Άρα, οι αρχές αυτές ισχύουν προς όφελος του προσώπου προς το οποίο δίδεται η ειδοποίηση τερματισμού. Στην παρούσα περίπτωση, όπως και το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, ο διευθυντής της εφεσίβλητης εταιρείας είχε πληροφορήσει το σύζυγο της αιτήτριας «ότι οι καθ΄ων η αίτηση δεν προτίθενται να συνεχίσουν την ενοικίαση του επίδικου υποστατικού, ότι θα έμεναν σε αυτό και το Μάιο τον οποίο και θα πλήρωναν με το ποσό ΛΚ370, το οποίο είχαν καταθέσει ως εγγύηση κατά την έναρξη της ενοικίασης. Ο ΜΑ1 συμφώνησε και συγκατατέθηκε στα όσα ο ΜΥ1 εισηγήθηκε». Εφόσον, λοιπόν, η ιδιοκτήτρια, προς την οποία δόθηκε η ειδοποίηση τερματισμού, τη θεώρησε ως μία έγκυρη ειδοποίηση τερματισμού και συμφώνησε, δεν μπορούσε πια η εφεσίβλητη να εγείρει θέμα ακυρότητας μίας τέτοιας ειδοποίησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η πρωτόδικη απόφαση παραμερίζεται, καθώς αναπόφευκτα κρίνουμε πως η ενοικιάστρια εφεσίβλητη εταιρεία κατέστη θέσμιος ενοικιαστής μετά που παρέμεινε στο υποστατικό μετά τις 31 Μαΐου, και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση» (Οι υπογραμμίσεις και εμφάσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω καταλήγω ότι ο τερματισμός ήταν έγκυρος και με αυτόν ειδοποιήθηκε ο Ενάγων ότι η εναγόμενη 1 θα κρατούσε το ακίνητο και τον μήνα Αύγουστο όπως και έπραξε. Συνεπώς δεν παρέμεινε μετά την 31/8/2014 και ως εκ τούτου ουδέποτε κατέστη θέσμια ενοικιαστής που θα καθίστατο στην περίπτωση που θα παρέμεινε στο ακίνητο μετά την 1ην Σεπτεμβρίου 2014. Συνεπακόλουθα καταλήγω ότι το παρών Δικαστήριο δεν στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και η εισήγηση περί αναρμοδιότητας απορρίπτεται. Κατάληξη: Με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως ανωτέρω την παρέθεσα και τα ευρήματα εις τα οποία προέβηκα καταλήγω ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τις αξιώσεις του. Καταρχήν σε σχέση με τις ζημιές ως αυτές περιορίστηκαν από τον Ενάγοντα στην μαρτυρία του καμία μαρτυρία αξιόπιστη δεν τέθηκε ενώπιον μου και ως εκ τούτου αυτές απορρίπτονται. Σε ότι αφορά το ενοίκιο του μηνός Σεπτεμβρίου και με δεδομένο το εύρημα περί παράδοσης της κατοχής τον Αύγουστο του 2014 καταλήγω ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται ούτε σε αυτή την αξίωση του. Με βάση την αποδοχή της θέσης του εναγόμενου 2, ως διευθυντής της εναγόμενης 1, για πληρωμή του ενοικίου του Αυγούστου από το ποσό που παρέμεινε στην κατοχή του Ενάγοντα από την πρώτη ενοικίαση, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας που αποδέχτηκα ως αληθή, ούτε και η αξίωση για το ενοίκιο του Αυγούστου απορρίπτεται. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την απαίτηση του ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των εναγομένων 1 και 2 από τον ίδιο συνήγορο επιδικάζεται ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ________________________ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.