MAGOT INCORPORATION LIMITED ν. VEBECA HOLDINGS LIMITED κ.α., Γενική Αίτηση: 8/2015, 17/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. ΘΩΜΑ, Α.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 8/2015 Αναφορικά με τον περί της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/79) -και- Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) -και- Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(Ι)/00) -και- Αναφορικά με την διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) και την Διαιτητική Απόφαση του ημερομηνίας 23/05/2014, όπως αυτή τροποποιήθηκε και διορθώθηκε με περαιτέρω απόφαση ημερομηνίας 23/06/2015, στην Υπόθεση Διαιτησίας με Αρ. 122213 αναφορικά με την διαφορά μεταξύ των: MAGOT INCORPORATION LIMITED από τη Λεμεσό -και- 1.VEBECA HOLDINGS LIMITED, από τη Λεμεσό
- NABI KAYUMOVICH SHADIEV, από το Ουζμπεκιστάν 17 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή: Ο κ. Ν.Κυπραίος για κ. Λ.Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ (κα Ειρ. Ηλία για να ακούσει απόφαση) Για τους καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Π. Κούρτελος για D.Katsis LLC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση αίτηση επιζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο διατάζεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) στην Υπόθεση Διαιτησίας με αρ. 122213, ημερομηνίας 23/5/2014, όπως αυτή τροποποιήθηκε και διορθώθηκε με περαιτέρω απόφαση και/ή μνημόνιο ημερομηνίας 23/6/2015 («η Διαιτητική Απόφαση»). Τα μέρη στην παρούσα διαδικασία είναι ο NABI KAYUMOVICH SHADIEV (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο αιτητής), πολίτης του Ουζμπεκιστάν και η κυπριακή εταιρεία Magot Incorporation Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως οι καθ΄ ων η αίτηση), της οποίας το εγγεγραμμένο γραφείο βρίσκεται στη Λεμεσό. Aποτέλεσε κοινό τόπο ότι η διαιτητική διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση, της οποίας επιζητείται η αναγνώριση και εγγραφή, αφορούσε απαίτηση την οποία ήγειραν οι καθ΄ ων η αίτηση εναντίον της κυπριακής εταιρείας Vebeca Holdings Ltd (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εταιρεία Vebeca) και του αιτητή. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ευστάθιου Χριστοφίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Όπως αναφέρεται από τον κ. Χριστοφίδη, αντικείμενο της διαμάχης μεταξύ των μερών ήταν η κοινοπραξία των καθ΄ ων η αίτηση και της Vebeca οι οποίες δημιούργησαν για το σκοπό αυτό την Κυπριακή Εταιρεία Decimanco Limited. Οι καθ΄ ων η αίτηση και η Vebeca κατείχαν εκάστη το 50% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Decimanco. Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Decimanco ήταν η θυγατρική της εταιρεία 000 Poligrafinvest. Η διαμάχη δημιουργήθηκε λόγω ισχυριζόμενης κακόβουλης πώλησης της Poligrafinvest σε μια εταιρεία με το όνομα Zimmerco Ltd και στη συνέχεια σε μια Εταιρεία με το όνομα Gazin Holdings Corp. Oι συμφωνίες που διέπουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις μεταξύ των μερών και οι οποίες προβλέπουν την παραπομπή σε διαιτησία είναι οι ακόλουθες:
- Η συμφωνία πώλησης μετοχών ημερομηνίας 28/9/2009 μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση και της Vebeca (στο εξής «η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών»). Ο Αιτητής υπέγραψε την Συμφωνία Πώλησης Μετοχών υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής.
- Η συμφωνία μετόχων μεταξύ της καθ΄ ης η αίτηση, της Vebeca και της "Desimanco Ltd ημερομηνίας 28/9/2009 (στο εξής «η Συμφωνία Μετόχων»). Ο Αιτητής δεν ήταν μέρος στη Συμφωνία Μετόχων. Η διαιτησία ηγέρθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση και στις 21/11/12, συστάθηκε διαιτητικό σώμα σύμφωνα με τους κανονισμούς του LCIA. Η διαιτησία έλαβε τον αριθμό LCIA Arbitration No.
- O Aιτητής ήταν ο καθ΄ ου η αίτηση 2 στην εν λόγω διαιτησία. Κατόπιν ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, το διαιτητικό σώμα εξέδωσε την απόφαση του στις 23/5/14, την οποία ακολούθως διόρθωσε με μνημόνιο που εξέδωσε σύμφωνα με το άρθρο 27.1 των κανονισμών του LCIA. Με την απόφαση του το Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή και καταδίκασε τους καθ΄ ων η αίτηση (αιτητές στη διαιτητική διαδικασία) να πληρώσουν στον αιτητή νομικά και άλλα έξοδα ύψους USD 551.841,
- Με μνημόνιο ημερ. 23.6.14 που εξέδωσε το Δικαστήριο διορθώθηκε η παράγραφος 302 και η παράγραφος iii στην τελευταία σελίδα της απόφασης, με αποτέλεσμα τα έξοδα που επιδικάστηκαν προς όφελος του αιτητή να αυξηθούν σε USD 561.065,
- Σύμφωνα με την παράγραφο 11 του μνημονίου, αυτό κατέστη μέρος της διαιτητικής απόφασης για όλους τους σκοπούς. Οι καθ΄ ων η αίτηση παρέλειψαν να πληρώσουν στον αιτητή το ως άνω περιγραφόμενο ποσό που του οφείλεται δυνάμει της διαιτητικής απόφασης. Oι καθ΄ ων η αίτηση εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης την οποία κατεχώρισαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν οι λόγοι προκειμένου να ασκηθεί θετικά η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αίτηση δέον να απορριφθεί ως εκ του ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει αυτήν είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκές και τελεί σε σύγκρουση μετά των οικείων δικονομικών διατάξεων, ειδικότερα τις Δ.39 θ.2-10 και της Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ώστε δεν συνιστά κατάλληλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή δέον να αγνοηθεί καθ΄ όσον ουδεμία εξουσιοδότηση υπό του αιτητή εμφανίζει ο ομνύοντας την ένορκη δήλωση υπέρ του αιτητή ούτε δε στοιχειοθετούνται ειδικά οι λόγοι αδυναμίας αυτού να ορκιστεί τη σχετική ένορκη δήλωση.
- Επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό του πιο πάνω λόγους ένστασης δεν παρουσιάζονται επαρκή γεγονότα και/ή αποδείξεις και/ή στοιχεία ώστε να δημιουργείται η δικαιοδοσία για το Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης ημερομηνίας 23/7/
- Η αίτηση δέον να απορριφθεί καθότι προωθείται από πρόσωπο το οποίο δεν αποτέλεσε διάδικο μέρος διεθνούς διαιτησίας (not proper party to arbitration) και/ή αφορά σε θέμα μη προβλεπόμενο από όρους συμφωνία διαιτησίας μεταξύ των μερών στην παρούσα και/ή ουδεμία συμφωνία διαιτησίας σνήφθη μεταξύ των (no arbitration agreement no submission to arbitration).
- Το μέρος της απόφασης το οποίο αφορά στον Αιτητή δεν έχει εισέτι παραγάγει δεσμευτικό και/ή τελικό αποτέλεσμα βάσει του δικαίου της έδρας όπου διεξήχθη η διεθνής διαιτησία (law of arbitration situs) είναι δε εισέτι δεκτικό σε έλεγχο υπό των αγγλικών δικαστηρίων (can be challenged before courts) ώστε δεν δεσμεύει τα μέρη στην παρούσα (not yet become binding on the parties).
- Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων ένστασης, ο αιτητής στερείται locus standi και/ή δεν νομιμοποιείται όπως προωθεί την εγγραφή και/ή αναγνώριση διαιτητικής απόφασης ως εκ του ότι υπήρξε τρίτο μη διάδικο μέρος σε διεθνή διαιτησία, ηο ποία δε απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου δεν υπήρξε προϊόν άσκησης της δικαιοδοσίας του επί του αιτητή, τουναντίον, συνεπώς ελλείπει το δικαιοδοτικό βάθρο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του ημεδαπού Δικαστηρίου.
- Ο αιτητής κωλύεται και/ή στερείται ικανότητας ως τρίτο μέρος μη δεσμευόμενο από συμφωνία Διαιτησίας (third non signatory party) να διώκει την εγγραφή Διαιτητικής Απόφασης ούτε δε ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του ημεδαπού Δικαστηρίου για τον σκοπό αυτό και/ή δεν υφίσταται δικαιοδοτικό βάθρο προκειμένου για τον σκοπό αυτό.
- Περαιτέρω και άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων ένστασης ο αιτητής κωλύεται να διώκει την εγγραφή απόφασης καθώς δεν αποτέλεσε και/ή δεν αποτελεί μέρος σε γραπτή συμφωνία διαιτησίας μετά των καθ΄ ων η αίτηση (non signatory to arbitration agreement) ώστε δεν συντρέχουν οι εκ του οικείου νόμου και/ή της σχετικής διεθνούς Συνθήκης τιθέμενες προϋποθέσεις εγγραφής και/ή αναγνώριση διαιτητικής απόφασης.
- Το μέρος της επίδικης διαιτητικής απόφασης το οποίο αφορά στον αιτητή δεν συνιστά εγγράψιμη και/ή δεκτική αναγνώρισης και/ή εκτελέσεως διαιτητική απόφαση αλλά παρεμπίπτον ζήτημα κριθέν αρμοδίως υπό του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου (LCIA) στα πλαίσια της σύμφυτης δικαιοδοσίας αυτού (δόγμα Kompetenz-Kompetenz) ώστε αναφορικά με τον αιτητή δεν αποτελεί διεθνή διαιτητική απόφαση εντός του πλαισίου της οικείας Νομοθεσίας, ούτε ο αιτητής αποτέλεσε διάδικο μέρος στην επίμαχη διεθνή διαιτησία τουναντίον.
- Άνευ βλάβης του ισχυρισμού ανωτέρω ο αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου (res judicata) και/ή λόγω κωλύματος σε σχέση με επίδικο θέμα (cause of issue estoppel/estoppel by record) και/ή εμποδίζεται ως εκ των διαπιστώσεων του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου επί της έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού επί του αιτητή ώστε η όλη διαδικασία ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου πάσχει εξ΄ υπ΄ αρχής και/ή η αίτηση προωθείται αντικανονικά και/ή αντινομικά.
- Ο αιτητής εμποδίζεται βάσει κωλύματος πρότερης συμπεριφοράς (estoppels by conduct) όπως διώκει την υπαγωγή του στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού δυνάμει του Κυρωτικού της Σύμβασης περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων Νόμου Αρ. 84/1979 ώστε η αίτηση απολήγει σε κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) και/ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση είναι πρόωρη και/ή νομικά αβάσιμη και/ή διαδικαστικά θνησιγενής καθώς οι πρόνοιες του περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος 84/79 δεν τυγχάνουν εφαρμογής, τουναντίον κωλύουν και/ή αναχαιτίζουν την αίτηση η οποία δέον να απορριφθεί.
- Επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω λόγων ένστασης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κυρωτικού Νόμου 84/79 που προνοεί για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων και/ή δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στη Συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της ειδικά δε των βάσεων που θέτουν τα άρθρα V
(1)(a), V
(1)(c) και V
(2)(a)(
- b)της οικείας διεθνούς Συνθήκης. 15. Ο αιτητής στερείται ικανότητας όπως διώκει την αναγνώριση και εκτέλεση της επίμαχης διαιτητικής απόφασης καθότι: (
- i)Ουδέποτε αποτέλεσε συμβαλλόμενο μέρος σε συμφωνία διαιτησίας (non signatory to arbitration agreement) μετά των καθ΄ ων η αίτηση και/ή ουδέποτε συναίνεσε συμβατικά γραπτώς και/ή άλλως πως σε ρήτρα υπαγωγής διαφοράς μετά των καθ΄ ων η αίτηση σε διαιτησία (non contractual or implied consensus) (
- ii)Το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας και/ή δεν μπορεί ειδικά σε ότι αφορά τον αιτητή να ασκήσει τη δικαιοδοσία του στη βάση που διώκεται ως εκ του ότι αυτός δεν υπήρξε διάδικο μέρος σε Διεθνή Εμπορική Διαιτησία ακριβώς επειδή δε αποδέχθηκε ποτέ τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου και/ή ότι δεσμεύεται από συμφωνία διαιτησίας (not ex-facie a party to arbitration agreement). (iii) Ο αιτητής αντικανονικά και/ή καταχρηστικά της διαδικασίας και/ή των οικείων εφαρμοστέων αρχών διώκει την αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης και/ή μέρους αποφάσεως το ποιο φύσει και/ή νόμω δεν αποτελεί εγγράψιμη απόφαση ώστε η αίτηση δέον να απορριφθεί. (
- iv)Η επίδικη διαιτητική απόφαση και/ή το μέρος του οποίου σκοπείται αναγνώριση και/ή εκτέλεση αφορά σε νομικό ζήτημα εκτός του βεληνεκούς συμφωνίας για διαιτησία και/ή δεν απορρέει από συμφωνία για διαιτησία (decision on matter beyond the scope of arbitration) ώστε είναι δεκτικό άρνησης και/ή απόρριψης. 16. Η αίτηση προς εγγραφή διαιτητικής απόφασης δέον να απορριφθεί (refused) καθότι: (
- i)Η επίδικη απόφαση δεν είναι δεσμευτική μεταξύ των μερών στην παρούσα και/ή δεν απορρέει από συμφωνία των μερών για διαιτησία. (
- ii)Η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν είναι εγγράψιμη και/ή εκτελέσιμη μεταξύ των διαδίκων μερών στην παρούσα (non enforceable). (iii) Ο αιτητής δεν ενέπιπτε εντός της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου και προκειμένου για το μέρος της επίδικης απόφασης που τον αφορά δεν αποτελεί Διαιτητική Απόφαση (arbitral award) αλλά απόφαση επί θέματος δικαιοδοσίας το οποίο ενσωματώθηκε στην επίμαχη Διαιτητική Απόφαση, κείται δε εκτός των όρων συμφωνίας διαιτησίας ώστε δεν επιτρέπει στον αιτητή να διώκει την αναγνώριση και εγγραφή της στην ημεδαπή. (
- iv)Πραγματεύεται διαφορά μη προβλεπόμενη υπό των όρων και/ή μη εμπίπτουσα εντός των όρων της υποβολής προς διαιτησία δυνάμει συμφωνίας διαιτησίας και/ή περιέχει απόφαση επί θέματος πέραν των όρων υποβολής διαφοράς σε διαιτησία ώστε κατά το μέρος αυτό δεν υπόκειται σε εγγραφή και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση στην ημεδαπή. 17. Επιπρόσθετα, και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω λόγων ένστασης κατά παράβαση του Άρθρου IV
(1)(α) της Σύμβασης περί αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων που κυρώθηκε με τον Νόμο 84/79, δεν έχει υποβληθεί μετά της αιτήσεως δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο ή αντίγραφο της Διαιτητικής Απόφασης της οποίας επιζητείται η εγγραφή (not duly authenticated arbitral award) και/ή η επισυναφθείσα μετάφραση της συμφωνίας περί διαιτησίας δεν έχει πιστοποιηθεί από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή Διπλωματικό ή Προξενικό αντιπρόσωπο. 18. Επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό των πιοι πάνω λόγων ένστασης κατά παράβαση του Άρθρου IV
(1)(β) της Σύμβασης περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων που κυρώθηκε με τον Νόμο 84/79, δεν έχει υποβληθεί μαζί με την αίτηση, το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της γραπτής συμφωνίας για υποβολή σε διαιτησία (arbitration agreement or clause) και/ή η επισυναφθείσα μετάφραση της Συμφωνίας περί Διαιτησίας δεν έχει πιστοποιηθεί από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή Διπλωματικό ή Προξενικό αντιπρόσωπο.
- Περαιτέρω δεν εκπληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου 101/87 και/ή δεν υπάρχει ικανοποιητική και/ή επαρκής μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων που σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Νόμου νομιμοποιούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου και διευθυντή των καθ΄ ων η αίτηση Αντώνη Βαφέα και της δικηγόρου Αγγελίνας Καραμανή. O κ. Βαφέας στην ένορκη δήλωση του δεν αρνείται την προς όφελος του αιτητή έκδοση της διαιτητικής απόφασης, η οποία μνημονεύεται στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφίδη. Οσον αφορά το ιστορικό της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς υποστηρίζει ότι συνεπεία της αποξένωσης των μετοχών, που συνιστούν το σύνολο των μετοχών της Polygrafinvest, μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας Decimanco Ltd που, κατά τους καθ΄ ων η αίτηση, ήταν το αποτέλεσμα απάτης, δόλου και παράνομων ενεργειών, οι μετοχές αυτές μεταβιβάστηκαν από την Decimanco στην εταιρεία Ζimmerco για εξευτελιστικά χαμηλό τίμημα με αποτέλεσμα οι καθ΄ ων η αίτηση να υποστούν ζημιά και απώλεια σε σχέση με την επένδυση στην οποία προέβηκαν για την απόκτηση του 50% των μετοχών της Decimanco. Eνόψει της ως άνω διαφοράς των μετόχων, οι καθ΄ ων η αίτηση την παρέπεμψαν προς επίλυση στο διεθνές διαιτητικό δικαστήριο του Λονδίνου (LCIA) στις 21/11/12 εξ ου και η υπόθεση διαιτησίας υπ΄ αρ. 122213 του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου μεταξύ των καθ΄ ων η αίτηση ως απαιτητών και της εταιρείας Vebeca και του αιτητή ως καθ΄ ων η αίτηση. Το διαιτητικό δικαστήριο προέβηκε στην έκδοση της απόφασης του στις 23/5/2014 δυνάμει της οποίας η εταιρεία Vebeca διατάσσεται όπως καταβάλει στους καθ΄ ων η αίτηση (απαιτητές) τα περιγραφόμενα στην ένορκη δήλωση του ποσά. Είναι επίσης παραδεκτό από τον κ. Βαφέα ότι το διαιτητικό δικαστήριο με μνημόνιο του ημερ. 23.6.14 το οποίο εξέδωσε διόρθωσε τη διαιτητική απόφαση, με αποτέλεσμα τα έξοδα που επιδικάστηκαν προς όφελος του αιτητή (καθ΄ ου η αίτηση στη διαδικασία της διαιτησίας) να αυξηθούν σε USD561.065,
- Λεπτομερής αναφορά στα βασικά σημεία των ενόρκων δηλώσεων του κ. Βαφέα και της κας Καραμανή θα γίνει κατά τον σχολιασμό των λόγων ένστασης. Νομική πτυχή. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμου του 1979 (Ν.84/79)με την οποία επικυρώνεται η ομώνυμη Σύμβαση της Νέας Υόρκης ημερομηνίας 10/06/1958, Αρθρα Ι, ΙΙ, ΙΙ, ΙV, και V, στον περί Διεθνούς εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, (Ν.101/87)- άρθρα 35 και 36, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν.121(Ι)/00άρθρα 2, 3, 4 και 5, στον περί Απόδειξης Νόμο, Κεφ.9, άρθρα 17 και 34, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60όπως τροποποιήθηκε) - άρθρο 33, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Μέρη ΙΙΙ, ΙV, V, VI και VII, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.55 Θ.1 και Δ.48 ΘΘ.1-4 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της BEOGRADSKA BANKAD.D.,
(1995)1 Α.Α.Δ. 737 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την αναγνώριση και εγγραφή αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων: «Το άρθρο ΙΙΙ της Σύμβασης καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοεί πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα Δικαστή. Βέβαια αν για κάποιο τέτοιο ζήτημα υπάρχει πρόνοια στη Σύμβαση, τότε ακολουθούνται οι πρόνοιες της Σύμβασης. Η Σύμβαση δεν καθορίζει δικονομικούς κανονισμούς που να ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ούτε και στην Κύπρο καθορίστηκε δεσμευτική διαδικασία. Επομένως για ένα τέτοιο διάβημα πρέπει να γίνει επίκληση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πως μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό είναι περιορισμένοι και καθορίζονται. Τα άρθρα αυτά τα παραθέτω στην αγγλική και σε μετάφραση στην ελληνική. Μεταξύ των δύο κειμένων υπερισχύει το κείμενο του αγγλικού πρωτοτύπου, όπως προνοεί ο Ν.84/79.» .................................... «Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψη μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» Oι λόγοι ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση μπορούν να διαχωριστούν σε δύο ενότητες. Στην πρώτη ενότητα υπάγονται οι λόγοι που σχετίζονται με την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων εκ μέρους του αιτητή. Στη δεύτερη ενότητα υπάγονται οι λόγοι που αφορούν τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχει ακόμα μια ενότητα λόγων με τους οποίους προσβάλλεται το νομότυπο της ενόρκου δηλώσεως η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Όμως με ρητή δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση όλοι οι σχετιζόμενοι με το παραδεκτό της ρηθείσας ενόρκου δηλώσεως λόγοι ένστασης εγκαταλείφθηκαν. Τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων. Στο άρθρο ΙV του Νόμου 84/79 καταγράφονται οι προϋποθέσεις τις οποίες θα πρέπει να ικανοποιήσει ο αιτητής για να πετύχει στην αίτηση του. Το άρθρο αυτό προνοεί τα ακόλουθα: «1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφον αυτής, (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφερομένης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής. 2. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Στην ένορκη δήλωση του Ευστάθιου Χριστοφίδη η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση επισυνάπτεται αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και του μνημονίου (Τεκμήριο 6) καθώς και μετάφραση αυτών στα ελληνικά (Τεκμήριο 7). Κατά τον κ.Χριστοφίδη, το Τεκμήριο 6 αποτελεί δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και του μνημονίου το δε Τεκμήριο 7 αποτελεί τη μετάφραση τους στα ελληνικά, η οποία διενεργήθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Στο εξώφυλλο του τεκμήριο 6 υπάρχει η ακόλουθη πιστοποίηση. «TO ALL TO WHOM THESE PRESENTS SHALL COME, I MICHELLE SCOTT-BRYAN of the City of London, England NOTARY PUBLIC by royal authority duly admitted, sworn and holding a faculty to practice throughout England and Wales, DO HEREBY CERTIFY that the photographic copies hereunto annexed are true copies of an original final award issued in London, England on 23rd May 2014 and memorandum relating thereto. I having carefully collated and compared the said copies with the said originals and found the same to agree therewith. IN FAITH AND TESTIMONY WHEREOF I the said notary have subscribed my name and set and affixed my seal of office in London, England this sixth day of October in the year two thousand and fourteen." Η ρηθείσα πιστοποίηση φέρει την υπογραφή του Νοtary Public με επιβεβαίωση της γνησιότητας της στην πίσω σελίδα του εξώφυλλου. Στην υπόθεση Nimegam Trading Ltd v. Wigram Inc
(2009)1 (B) A.A.Δ. 825, ηγέρθη από πλευράς εφεσειόντων ζήτημα αναφορικά με την εγκυρότητα της πιστοποίησης η οποία υπήρχε επί του αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης. Ας σημειωθεί ότι η πιστοποίηση επί της απόφασης στην υπόθεση εκείνη ήταν παρόμοια με την πιστοποίηση που υπάρχει επί του Τεκμήριο 6. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι η πιστοποίηση δεν ήταν έγκυρη και έκανε αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Enforcement of International Arbitration Awards των Pretta & Platte, σελ.126: «..., parties can turn to a diplomatic or consular agent of the country where enforcement is sought in the country where the arbitration took place. Judicial officers or notaries in that country (where the arbitration took place) are other options." Σε μετάφραση: «..., διάδικοι μπορεί να αποταθούν σε μια διπλωματική ή προξενική αποστολή της χώρας όπου η εφαρμογή και εκτέλεση ζητείται στη χώρα όπου η διαιτησία διεξάχθηκε. Δικαστικοί λειτουργοί ή συμβολαιογράφοι (notaries) σε εκείνη την ώρα (όπου διεξάχθηκε η διαιτησία) είναι άλλες επιλογές.» Έχοντας κατά νου αφενός το κείμενο της πιστοποίησης του πιστοποιούντα υπαλλήλου (notary public) επί του εξώφυλλου του Τεκμήριου 6 αφετέρου τα όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Nimegam Trading Ltd v. Wigram Inc (ανωτέρω), καταλήγω ότι ικανοποιείται η προϋπόθεση του άρθρου IV
(1)(α) του Νόμου 84/79. Επιπρόσθετα θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση ότι το Τεκμήριο 6 αποτελεί δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο του πρωτότυπου κειμένου της διαιτητικής απόφασης και του μνημονίου. Η ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση εστιάζεται στο ότι η επισυναφθείσα μετάφραση της διαιτητικής απόφασης και του μνημονίου στα ελληνικά, κατά παράβαση του άρθρου IV
(2)του Νόμου δεν έχει πιστοποιηθεί από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο. Ο κ. Βαφέας στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, διατείνεται ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ότι το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών το οποίο διενήργησε τη μετάφραση στα ελληνικά είναι επίσημος μεταφραστής. Σε απάντησε του ισχυρισμού αυτού, ο κ. Χριστοφίδης στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση, της οποίας η καταχώρηση επιτράπηκε κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου υποστηρίζει ότι βάσει της ιστοσελίδας του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, εκτύπωση της οποίας επισυνάπτει (Τεκμήριο 9), το Τμήμα Μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών είναι το επίσημο κυβερνητικό τμήμα το οποίο παρέχει πιστοποιημένες μεταφράσεις. Ο κ. Βαφέας στην απαντητική ένορκη δήλωση του υποστηρίζει ότι το επισυναφθέν Τεκμήριο 9 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφίδη απλά περιγράφει το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών ως το κυβερνητικό τμήμα για την ετοιμασία πιστοποιημένων μεταφράσεων. Κατά τον κ. Βαφέα, ότι πιστοποιείται με τις ελληνικές αποδόσεις των επίμαχων εγγράφων είναι το γεγονός της μετάφρασης και όχι της επικύρωσης της απόφασης, κάτι που δεν μπορεί να κάμει ο μεταφραστής. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι το Τεκμηρίου 7 περιλαμβάνει μετάφραση στα ελληνικά της διαιτητικής απόφασης και του μνημονίου καθώς και φωτοαντίγραφο του αγγλικού κειμένου της διαιτητικής απόφασης και του μνημονίου. Όλες οι σελίδες του Τεκμηρίου 7 φέρουν τη σφραγίδα του γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. Στην τελευταία σελίδα της ελληνικής μετάφρασης βεβαιώνεται ενυπογράφως ότι το κείμενο αυτό είναι η πιστή μετάφραση του επισυναπτόμενου εγγράφου το οποίο, όπως έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω, είναι η διαιτητική απόφαση και το μνημόνιο. Στη συνέχεια επιβεβαιώνεται, επίσης ενυπογράφως, ότι η υπογραφή πάνω από την ως άνω βεβαίωση είναι της μεταφράστριας Αναστασίας Μιλτιάδους. Αμέσως κάτω από την υπογραφή που επιβεβαιώνει την υπογραφή της μεταφράστριας υπάρχει η ακόλουθη αναφορά: Για Αν.Διευθύντρια Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η πλευρά του αιτητή διατείνεται ότι το τμήμα μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών αποτελεί το επίσημο τμήμα της Κυβέρνησης για την ετοιμασία πιστοποιημένων μεταφράσεων. Στηρίζει δε τη θέση αυτή στην ιστοσελίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, εκτύπωση της οποίας επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ.Χριστοφίδη (Τεκμήριο 9). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 9 παρήχθη μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου ECLI:CY:AD:2016:A364, Πολ. Εφεση 6/2011, ημερ. 15.7.2016: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του 'Αρθρου 36 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, το Δικαστήριο μπορεί για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο ή αρχεία ή είδος εγγράφων ή αρχείων. Μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να συμβεί εάν διαπιστωθεί ελαττωματικότητα του ηλεκτρονικού υπολογιστή ή λανθασμένη λειτουργία του (R. V. Cochrane
(1993), Crim. L.R., 48).» Στην υπό εξέταση υπόθεση η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση δεν έχει αμφισβητήσει μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Βαφέα την αυθεντικότητα ή τη γνησιότητα του Τεκμήριο 9. Συνεπώς, θεωρώ ότι υπάρχει το ασφαλές υπόβαθρο ώστε να βασιστώ επί του περιεχομένου του. Στην πρώτη σελίδα του Τεκμήριο 9 υπάρχει, μεταξύ άλλων, η ακόλουθη αναφορά: "The Translation Section is the official Government department providing certified translations. The Section undertakes translations for both members of the public as well as other Government departments. For translations that don't need any certification, you may contact the Pancyprian Union of Graduate Translators and interpreters http://www.pancyuti.com or any private translation agency" Τα όσα περιγράφονται αμέσως πιο πάνω αποτελούν την καλύτερη διαβεβαίωση, κατά την άποψη μου, ότι το τμήμα μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών συνιστά το Επίσημο Κυβερνητικό Τμήμα για πιστοποιημένες μεταφράσεις. Έχοντας δε υπόψη μου ότι η μετάφραση της διαιτητικής απόφασης και του μνημονίου στα ελληνικά διεκπεραιώθηκε από μεταφράστρια του συγκεκριμένου τμήματος καταλήγω ότι η συγκεκριμένη μετάφραση προέρχεται από το επίσημο κυβερνητικό τμήμα, το πλέον αρμόδιο να προβαίνει σε πιστοποιημένες μεταφράσεις. Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω, καταλήγω στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι ο αιτητής πέτυχε να ικανοποιήσει την προϋπόθεση του άρθρου IV
(2)του Νόμου 84/79 για πιστοποίηση της μετάφρασης από επίσημο μεταφραστή. Συνεπώς, οι σχετικοί με το ζήτημα αυτό λόγοι ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση απορρίπτονται. Στην ίδια ενότητα λόγων ένστασης εντάσσεται και η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι ο αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει την προϋπόθεση του άρθρου IV(β) του Νόμου για παρουσίαση του πρωτοτύπου της γραπτής συμφωνίας για παραπομπή σε διαιτησία ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής. Ο κ. Χριστοφίδης στην αρχική ένορκη δήλωση του υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες που διέπουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών και οι οποίες προβλέπουν την παραπομπή σε διαιτησία είναι (α) η συμφωνία πώλησης μετοχών ημερ. 28.9.2009, την οποία ο αιτητής υπογράφει υπό την ιδιότητα του εγγυητή και (β) η συμφωνία μεταξύ μετόχων της ίδιας ημερομηνίας στην οποία ο αιτητής δεν ήταν μέρος. Η υπό (α) συμφωνία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 και η υπό (β) συμφωνία ως Τεκμήριο
- Επισυνάπτεται ακόμα μετάφραση των Τεκμηρίων 1 και 3 στα ελληνικά η οποία διενεργήθηκε από το γραφείο Τύπου και Πληροφοριών (Τεκμήρια 2 και 4 αντίστοιχα). Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφίδη ο αιτητής δεν είχε στην κατοχή του τη συμφωνία των μετόχων, στην οποία δεν ήταν μέρος, αλλά ούτε και τη συμφωνία πώλησης μετοχών. Συνεπώς, ο μόνος τρόπος ανάκτησης πιστού αντιγράφου των εν λόγω συμφωνιών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της διαιτησίας ενώπιον LCIA, ήταν το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού όπου οι ίδιες συμφωνίες κατατέθηκαν από τον διευθυντή των καθ΄ ων η αίτηση στα πλαίσια της αγωγής 4252/
- Πληροφορείται επίσης από τους άγγλους δικηγόρους που αντιπροσώπευσαν τον αιτητή ενώπιον του LCIA ότι δεν υπάρχει διαδικασία και δεν είναι εφικτό να ληφθούν πιστά αντίγραφα των εγγράφων που καταχωρίστηκαν στο LCIA για τους σκοπούς της διαιτησίας. Υποστηρίζεται από τον ενόρκως δηλούντα ότι τα Τεκμήρια 1 και 3 πιστοποιήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αφού είχαν κατατεθεί σ΄ αυτό στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 4254/12 που καταχώρησαν οι καθ΄ ων η αίτηση. Όπως πληροφορήθηκε από το δικηγορικό γραφείο Πατρίκου Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μέρος των εναγομένων στα πλαίσια της ρηθείσας αγωγής, καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του κ.Βαφέα, στην οποία επισυνάπτονται αντίστοιχα ως Τεκμήρια 6 και 7 η συμφωνία πώλησης μετοχών (Τεκμήριο 1) και η συμφωνία μεταξύ μετόχων (Τεκμήριο 3). Είναι τα ρηθέντα Τεκμήρια 6 και 7 που πιστοποίησε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η ένορκη δήλωση του κ.Βαφέα η οποία συνοδεύει την αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων στην ως άνω αναφερθείσα αγωγή επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ.Χριστοφίδη (Τεκμήριο 5). Στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση ο κ.Βαφέας προβάλλει κατ΄ αρχήν ότι δεν αποκαλύπτεται από τον κ. Χριστοφίδη ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε στην κατοχή του το Τεκμήριο
- Το βασικό όμως ζήτημα που εγείρεται από τον κ. Βαφέα είναι ότι δεν προσδιορίζεται από τον κ. Χριστοφίδη κατά πόσο τα επισυνημμένα στην ένορκη δήλωση του - Τεκμήρια 1 και 3 - αποτελούν πιστοποιημένα αντίγραφα πρωτοτύπου ή αντιγράφου. Όπως υποστηρίζεται δε από τον κ. Βαφέα τα Τεκμήρια 1 και 3 δεν είναι παρά πιστά αντίγραφα αντιγράφων με αποτέλεσμα να μην ικανοποιούνται οι επιτακτικές πρόνοιες του άρθρου IV
(1)(β) του Νόμου για παρουσίαση του πρωτοτύπου της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο τους. Η δικηγόρος Αγγελίνα Καραμανή στην ένορκη της δήλωση η οποία επίσης υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατόπιν έρευνας την οποία διεξήγαγε κατά την 23.10.2015 στο δικαστικό φάκελο της αγωγής υπ΄ αρ. 4252/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, διαπίστωσε ότι τα Τεκμήρια 6 και 7 της ένορκης δήλωσης Βαφέα ημερ. 19.9.2012, δηλαδή η συμφωνία πώλησης μετοχών και η συμφωνία μεταξύ μετόχων ημερ. 28.9.2009 (Τεκμήρια 1 και 3 της ενόρκου δηλώσεως Χριστοφίδη) είναι αντίγραφα και όχι πρωτότυπα έγγραφα ούτε επίσης δεόντως κεκυρωμένα αντίγραφα, εντός του πλαισίου που θέτει η ημεδαπή νομοθεσία. Το κατά πόσο τα Τεκμήρια 6 και 7 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Βαφέα, βάσει των οποίων πιστοποιήθηκαν τα συνημμένα στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφίδη Τεκμήρια 1 και 3, αποτελούν πρωτότυπα ή αντίγραφα διευκρινίστηκε με από κοινού δήλωση των συνηγόρων των δύο πλευρών οι οποίοι δήλωσαν ως παραδεκτό γεγονός ότι τα Τεκμήρια 6 και 7 της ενόρκου δηλώσεως του κ.Βαφέα είναι αντίγραφα. Επίσης, όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο λήφθηκαν από τους δικηγόρους του αιτητή τα συνημμένα στην ένορκη δήλωση του κ.Χριστοφίδη Τεκμήρια 1, 3 και 5, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ.Χριστοφίδη διευκρινίζεται ότι αυτά λήφθηκαν από το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, από το δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, το οποίο τους προσκόμισε τα σχετικά έγγραφα. Αν και η επεξήγηση που δόθηκε από τον κ. Χριστοφίδη δεν ξεκαθαρίζει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο λήφθηκαν τα υπό αναφορά έγγραφα, εντούτοις θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν εγείρεται από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση ότι αυτά αποκτήθηκαν με παράνομη πράξη. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι οποιοσδήποτε περαιτέρω ισχυρισμός επί του συγκεκριμένου ζητήματος καθίστανται περιττός. Ένα από τα επιχειρήματα των εκπαιδευτών συνηγόρων του αιτητή ήταν ότι από τη στιγμή που ο κ.Βαφέας παρουσίασε τα ίδια επακριβώς έγγραφα στην ένορκη δήλωση του, χωρίς μάλιστα να αμφισβητήσει τη γνησιότητα και αυθεντικότητα των Τεκμηρίων 1 και 3, διευκρινίστηκε κατ΄ αυτό τον τρόπο ότι δεν υπάρχει πλέον αμφισβήτηση ότι τα έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων. Από πλευράς τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι από τη διατύπωση του άρθρου IV(I) του Νόμου, ειδικά δε από τη χρήση του ρήματος «οφείλει» προκύπτει σαφέστατα ότι οι πρόνοιες του είναι επιτακτικού χαρακτήρα και το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται σ΄ αυτό το έχει ο αιτητής. Εγείρουν επίσης ζήτημα αρμοδιότητας του επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να προβεί στη συγκεκριμένη πιστοποίηση. Όπως ειδικότερα αναφέρουν, το επαρχιακό δικαστήριο δεν είναι η αρμόδια εντεταλμένη πιστοποιούσα αρχή. Η όποια πιστοποίηση ή επικύρωση θα έπρεπε να προέρχεται από πρόσωπο που θα επιβεβαίωνε το γνήσιο των υπογραφών καθώς και της σφραγίδας. Η εισήγηση καταλήγει στο ότι η ύπαρξη και μόνο σφραγίδας πιστού αντιγράφου χωρίς επικύρωση της γνησιότητας των σχετικών εγγράφων δεν καθιστά ένα έγγραφο «δεόντως επικυρωμένο αντίγραφο». Eν πρώτοις θα πρέπει να επισημανθεί ότι στο άρθρο IV
(1)του Νόμου 84/79 γίνεται μια διάκριση μεταξύ της απόφασης και της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία, που οφείλει να παρουσιάσει ο αιτητής. Ενώ για την απόφαση απαιτεί όπως παρουσιαστεί το δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής, για τη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία αρκείται στην παρουσίαση του πρωτοτύπου ή δεόντως πιστοποιημένου αντιγράφου αυτής. Δεν απαιτεί δηλαδή όπως το πρωτότυπο είναι κεκυρωμένο. Ας σημειωθεί ότι το αυθεντικό αγγλικό κείμενο της σύμβασης, όπως είναι διατυπωμένο, αναφέρεται σε: «duly authenticated original award» το οποίο στα ελληνικά μεταφράστηκε ως «δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο». Όσον αφορά τον όρο «δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο» που υπάρχει στην ελληνική απόδοση του άρθρου IV
(1)το αυθεντικό αγγλικό κείμενο αναφέρεται σε «duly certified copy». Στο σύγγραμμα του Albert Jan Van den Berg "The New York Arbitration Convention of 1958", το οποίο μνημονεύεται και στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Lombard - Knight and another v. Rainstorm Pictures Inc
(2014)EWLA Cir. 356, γίνεται αναφορά, στη σελίδα 251, στους όρους «authentication of a document» και «certification of a document» και επεξηγείται η μεταξύ τους διαφορά. Όπως ειδικότερα αναφέρεται: «Τhe first question is the distinction between an authenticated original of the award, on the one hand, and a certified copy of the award and the agreement, on the other. The authentication of a document is the formality by which the signature thereon is attested to be genuine. The certification of a copy is the formality by which the copy is attested to be a true copy of the original. The authentication therefore concerns the signature, whilst the certification concerns the document as a whole.» Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι τα Τεκμήρια 1 και 3 της ενόρκου δηλώσεως του κου Χριστοφίδη τα οποία περιέχουν τη ρήτρα παραπομπής σε διαιτησία πιστοποιήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επισημαίνω ότι στην πρώτη και τελευταία σελίδα του κάθε τεκμηρίου υπάρχει η σφραγίδα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Υπάρχει, επίσης, τυπωμένη η φράση «πιστό αντίγραφο» και κάτω από αυτή η λέξη «Πρωτοκολλητής» με μια υπογραφή επ΄ αυτών. Αποτέλεσε, ακόμα, κοινό τόπο ότι αντίγραφο των δύο συμφωνιών - Τεκμήρια 1 και 3 - επισυνάπτονται ως τεκμήρια και στην ένορκη δήλωση του κου Βαφέα η οποία υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, η οποία καταχωρίστηκε στα πλαίσια της αγωγής 4252/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Αναμφίβολα δε είναι βάσει αυτών των τεκμηρίων της ενόρκου δηλώσεως του κ. Βαφέα που το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού προχώρησε στην πιστοποίηση των Τεκμηρίων 1 και
- Όπως έχει αναφερθεί, η ένορκη δήλωση του κου Βαφέα που συνοδεύει την ως άνω αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στα πλαίσια της ως άνω αναφερθείσας αγωγής, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κου Χριστοφίδη η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση (Τεκμήριο 5). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο κος Βαφέας είναι ένας εκ των διευθυντών των καθ΄ ων η αίτηση δηλαδή της εταιρείας Magot Incorporation Limited, ενάγουσας στη ρηθείσα αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στις παρ. 1 - 5 της ως άνω ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «
- Είμαι δικηγόρος και ένας εκ των διευθυντών της Magot Incorporation Limited, εταιρείας εγγεγραμμένης στην Κύπρο, που είναι οι αιτητές της παρούσας αίτησης (οι «Αιτητές»). Γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Τα γεγονότα τα οποία αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι εντός της προσωπικής μου γνώσης ως διευθυντής των Αιτητών και είναι αληθή. Όταν δεν είναι εντός της προσωπικής μου γνώσης, τότε διευκρινίζω την πηγή της πληροφόρησης και πεποίθησης μου και στην περίπτωση αυτή είναι αληθή εξ΄ όσων γνωρίζω και πιστεύω.
- Προσάγεται και παρουσιάζεται ένα σύνολο τεκμηρίων, το οποίο περιέχει ακριβή αντίγραφα των εγγράφων στα οποία αναφέρομαι στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Λόγω της φύσης του ζητήματος, ήταν δυνατό να ληφθούν και παρέχονται περιορισμένα υποστηρικτικά έγγραφα.
- Πιστεύω ότι τα έγγραφα που συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα ένορκη δήλωση είναι γνήσια και ακριβή αντίγραφα των πρωτότυπων που είτε οι Ενάγοντες έχουν στην κατοχή τους είτε προέρχονται από αναζήτηση διάφορων δημόσιων διαθέσιμων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων διαδικτυακών ερευνών και αρχείων.» Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω προκύπτει, χωρίς κανένα περιθώριο αμφιβολίας, ότι ο ίδιος ο κος Βαφέας βεβαιώνει ότι οι δύο επίδικες συμφωνίες που εμπεριέχουν τη ρήτρα παραπομπής σε διαιτησία - Τεκμήρια 6 και 7 της ενόρκου δηλώσεως του αποτελούν γνήσια και ακριβή αντίγραφα των πρωτότυπων συμφωνιών. Υπενθυμίζω ότι τα Τεκμήρια 6 και 7 της ως άνω ενόρκου δηλώσεως του κου Βαφέα, αποτέλεσαν τη βάση για την πιστοποίηση των Τεκμηρίων 1 και 3 της ενόρκου δηλώσεως του κου Χριστοφίδη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Αυτό δε το οποίο κατ΄ ουσία πιστοποίησε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι ότι τα Τεκμήρια 1 και 3 αποτελούν πιστά αντίγραφα των Τεκμηρίων 6 και 7 της ενόρκου δηλώσεως του κου Βαφέα, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως αποτελούντα μέρος του δικαστικού φακέλου της αγωγής υπ΄ αρ. 4252/
- Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είχε την εξουσία αλλά και την αρμοδιότητα να προβεί στην πιστοποίηση των Τεκμηρίων 1 και
- Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση ότι η όποια πιστοποίηση θα έπρεπε να προέρχεται από πρόσωπο που θα επιβεβαίωνε το γνήσιο των υπογραφών καθώς και της σφραγίδας. Επισημαίνω ότι σύμφωνα με το απόσπασμα από το σύγγραμμα που έχω παραθέσει αμέσως πιο πάνω, η πιστοποίηση αντιγράφου αφορά το έγγραφο ως σύνολο, είναι δε εντελώς διαφορετική έννοια από την επικύρωση (authentication), η οποία αφορά την υπογραφή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, αυτό που προνοεί το άρθρο IV(β) του Νόμου σε σχέση με τη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία είναι να παρουσιαστεί το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο αυτής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε επεξήγηση του όρου «δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο» στη σχετική Σύμβαση, ειδικά δε κατά πόσο απαιτείται κάποιο ειδικό λεκτικό στη σχετική πιστοποίηση. Η αλληλουχία των γεγονότων όπως την έχω παραθέσει πιο πάνω δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας ότι τα Τεκμήρια 1 και 3 αποτελούν πιστά αντίγραφα (certified copies) των πρωτοτύπων συμφωνιών παραπομπής σε διαιτησία. Θα ήθελα, ακόμα, να υπενθυμίσω ότι ο κος Βαφέας ο οποίος βεβαιώνει τη γνησιότητα των συνημμένων Τεκμηρίων 6 και 7, των συμφωνιών δηλαδή παραπομπής σε διαιτησία, είναι το ίδιο πρόσωπο που υπογράφει και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ο κ. Βαφέας επισυνάπτει τις ίδιες συμφωνίες παραπομπής σε διαιτησία, την μεν συμφωνία πώλησης μετοχών ως Τεκμήριο 4, τη δε συμφωνία μεταξύ των μετόχων ως Τεκμήριο
- Είναι δε άξιον απορίας πως είναι δυνατόν στην μεν ένορκη δήλωση του που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 4252/2012 να ισχυρίζεται ότι όλα τα έγγραφα που παρουσιάζει είναι γνήσια και ακριβή αντίγραφα των πρωτοτύπων, στη δε ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση να αρνείται ότι αυτά αποτελούν πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων. Ο σκοπός δε της μεταστροφής στην ως άνω θέση του, κατά την άποψη μου, δεν ήταν άλλος παρά να αντικρούσει τη θέση της πλευράς του αιτητή ότι τα Τεκμήρια 1 και 3 αποτελούν πιστά αντίγραφα των πρωτοτύπων συμφωνιών. Στην Nimegam Trading Ltd v. Wigram Inc (ανωτέρω) μνημονεύεται το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα The Law and Practice of Commercial Arbitration in England 2nd Ed. Των M.J. Mustill και S.C.Boyd στη σελ.425: «The references to documents being duly authenticated or duly certified are unfamiliar in an English context, but probably add nothing to the ordinary rules of evidence concerning proof of documents: the most convenient method of proof will generally b e by exhibiting the document to an affidavit deposing to its authenticity, accuracy as a copy, or truth as a translation, as the case may be." Σε μετάφραση: «Οι αναφορές σε έγγραφα 'δεόντως κεκυρωμένα' ή 'δεόντως πιστοποιημένα' είναι έννοιες άγνωστες στην Αγγλία, αλλά πιθανώς δεν προσθέτουν τίποτε στους συνήθεις κανόνες μαρτυρίας που αφορούν απόδειξη εγγράφων: η πιο πρόσφορη μέθοδος απόδειξης γενικά είναι με την επισύναψη του εγγράφου σε μία ένορκη δήλωση που πιστοποιεί την αυθεντικότητα του, την ακρίβεια του ως αντίγραφο ή την πιστότητα του ως μετάφραση, ανάλογα με την περίπτωση». Ορθά κατά την άποψη μου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του αιτητή στην γραπτή τους αγόρευση στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους στην υπόθεση Lombard - Knight and another v. Rainstorm Pictures Inc (ανωτέρω). Η ως άνω αναφερόμενη υπόθεση αφορούσε αίτημα για παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο επιτράπηκε η εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Στην υπόθεση εκείνη ο αιτητής επισύναψε στο έντυπο απαίτησης (Claim Form) αντίγραφα των συμφωνιών που περιείχαν την ρήτρα παραπομπής σε διαιτησία. Το έντυπο απαίτησης υποστηρίζετο από τη δήλωση αλήθειας, στην οποία ο δηλών ανέφερε, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "I believe that the facts stated in these Particulars of Claim are true. I am duly authorized by the Claimant to sign this statement." Πρωτόδικα ακυρώθηκε το διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν τηρηθεί οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει η Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη κρίση, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι η πιστοποίηση αντιγράφου της συμφωνίας που περιείχε τη ρήτρα διαιτησίας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την ισχύ ή την αυθεντικότητα της. Υποδείχθηκε επίσης ότι η συνθήκη δεν απαιτεί ανεξάρτητη πιστοποίηση και ότι η δήλωση δικηγόρου με την οποία παρουσιάζονται πιστά ή γνήσια αντίγραφα ικανοποιεί τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η Συνθήκη. Θεωρώ ορθό να μεταφέρω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την ως άνω απόφαση: "The reasoning of the judge at para 4 of his judgment is in my respectful view open to question in three respects. First, there is no requirement in the Act for "independent" certification and Mr Berkley did not contend for certification of the arbitration agreements by an independent person. The reason why the Claim Form did not here work as certification of the copies was, submitted Mr Berkley because Mr Hodge did not say that he had compared the copies with the originals. Mr Berkley referred to definitions of "certified copy" in both Black's Law Dictionary, 9th ed. And Jowitt's Dictionary of English Law, 3rd ed, which speak of a duplicate or copy of an original document certified as an exact reproduction [usually] by the officer responsible for issuing or keeping the original or by the officer to whose custody the original is entrusted. Mr Berkley did not suggest that the class of those capable of certifying a copy of an original is for present purposes so circum-scribed, but he did suggest that inherent in the process of "due certification" was a comparison of the copy with the original. I will revert to that point, but the judge was I think wrong to look for "independent" certifications and I am not quite sure what in any event by meant by it, bearing in mind that he later accepted certification by Rainstorm's solicitor, Mr Bignell. Although there is and was criticism of the role played by Mr Hodge, I do not think that the judge was suggesting that the certification was defective simply because of his involvement in it." Ο κ. Χριστοφίδης στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτει μετάφραση στα ελληνικά των Τεκμηρίων 1 και 3 (Τεκμήρια 2 και 4) η οποία, όπως υποστηρίζει, διενεργήθηκε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Από μια προσεκτική εξέταση των Τεκμηρίων 2 και 4 διαπιστώνω ότι η κάθε σελίδα αυτών φέρει την σφραγίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. Η σελίδα 23 του Τεκμηρίου 2 και η σελίδα 33 του Τεκμηρίου 4 φέρουν ενυπόγραφη επιβεβαίωση, παρόμοια με αυτή που υπάρχει επί του Τεκμηρίου 7, με την οποία βεβαιώνεται ότι το ελληνικό κείμενο είναι πιστή μετάφραση του επισυναπτόμενου εγγράφου - Τεκμήρια 1 και
- Η επιβεβαίωση επί του Τεκμηρίου 2 υπογράφεται από τον μεταφραστή Γιαννάκη Σολωμού, με βεβαίωση της υπογραφής του, ενώ η επιβεβαίωση επί του Τεκμηρίου 4 φέρει την υπογραφή της Βασιλικής Κοκότη, η υπογραφή της οποίας επίσης βεβαιώνεται. Έχοντας ήδη αποδεχθεί ότι το τμήμα μεταφράσεων του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών συνιστά το επίσημο κυβερνητικό τμήμα για πιστοποιημένες μεταφράσεις, καταλήγω ότι τα Τεκμήρια 2 και 4 πιστοποιούνται από επίσημο μεταφραστή. Συνεπώς, ο αιτητής πέτυχε να ικανοποιήσει την πρόνοια του άρθρου IV
(2)όπως η μετάφραση της συμφωνίας η οποία περιέχει την ρήτρα διαιτησίας να πιστοποιείται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή. Κατάληξη μου είναι ότι ο αιτητής πέτυχε να ικανοποιήσει όλες τις τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου IV του Νόμου 84/79. H δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου επί του αιτητή. Οι καθ΄ ων η αίτηση με τη δεύτερη ενότητα των λόγων ένστασης τους εγείρουν ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου να αποδεκτεί την θεραπεία η οποία αξιώνεται από τον αιτητή. Εισηγούνται ότι το μέρος της επίδικης απόφασης που τον αφορά δεν συνιστά εγγράψιμη και δεκτική αναγνώρισης διαιτητική απόφαση αλλά παρεμπίπτον δικαιοδοτικό ζήτημα, κριθέν αρμοδίως υπό του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου (LCIA) στα πλαίσια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του, ώστε αναφορικά με τον αιτητή δεν αποτελεί διεθνή διαιτητική απόφαση, ούτε ο αιτητής αποτέλεσε διάδικο μέρος στην επίμαχη διαιτησία, με τρόπο που να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της οικείας νομοθεσίας προς το σκοπό της αναγνώρισης διαιτητικής απόφασης. Υποστηρίζουν επίσης ότι ο αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου (res judicata) και λόγω κωλύματος σε σχέση με το επίδικο θέμα (cause of issue estoppel/estoppel by record) ως εκ των διαπιστώσεων του διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου, ώστε η όλη διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πάσχει εξ υπαρχής και η αίτηση προωθείται αντικανονικά και/ή αντινομικά. Υποστηρίζουν ακόμα ότι ο αιτητής κωλύεται να αξιώνει την εγγραφή της ρηθείσας απόφασης για το λόγο ότι δεν αποτέλεσε μέρος σε γραπτή συμφωνία διεθνούς διαιτησίας με τους καθ΄ ων η αίτηση (non signatory to arbitration agreement). Στην ένορκη δήλωση του κ. Βαφέα η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά την εισήγηση του, να απορρίψει την αίτηση: «i. προωθείται από πρόσωπο το οποίο δεν αποτέλεσε διάδικο μέρος διεθνούς διαιτησίας (not a proper party to arbitration) και αφορά σε θέμα μη προβλεπόμενο από όρους συμφωνίας διαιτησίας μεταξύ των μερών στην παρούσα αφού βάσει της Διαιτητικής Απόφασης ουδεμία συμφωνία διαιτησίας συνήφθη μεταξύ των (no arbitration agreement no submission to arbitration). ii. To μέρος της απόφασης το οποίο αφορά στον Αιτητή δεν έχει εισέτι παραγάγει δεσμευτικό και/ή τελικό αποτέλεσμα βάσει του δικαίου της έδρας όπου διεξήχθη η διεθνής διαιτησία (law or arbitration situs) είναι δε δεκτικό σε έλεγχο υπό των αγγλικών δικαστηρίων (can be challenged before courts) ώστε δεν δεσμεύει τα μέρη στην παρούσα (not yet become binding on the parties). iii. δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κυρωτικού Νόμου 84/79 που προνοεί για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων και/η δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων που αναφέρονταιστην Συνθήκη σχετικά με την εφαρμογή της ειδικά δε των βάσεων που θέτουν τα άρθρα V
(1)(c) και V
(2)(a), (
- b)της οικείας διεθνούς Συνθήκης. Η επίδικη διαιτητική απόφαση δεν είναι εγγράψιμη και/ή εκτελέσιμη μεταξύ των διαδίκων μερών στην παρούσα (not encorceable). iv. O Aιτητής δεν ενέπιπτε εντός της δικαιοδοσίας του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου και προκειμένου για το μέρος της επίδικη απόφασης που τον αφορά δεν αποτελεί Διαιτητική Απόφαση (arbitral award) αλλά απόφανση επί θέματος δικαιοδοσίας το οποίο ενσωματώθηκε στην επίμαχη τελική Διαιτητική απόφαση, κείται δε εκτός των όρων συμφωνίας διαιτησίας ώστε δεν επιτρέπει στον Αιτητή να διώκει την αναγνώριση και εγγραφή της στην ημεδαπή. v. Πραγματεύεται διαφορά μη προβλεπόμενη υπό των όρων και μη εμπίπτουσα εντός των όρων της υποβολής προς διαιτησία δυνάμει συμφωνίας διαιτησίας και/ή περιέχει απόφαση επί θέματος πέραν των όρων υποβολής διαφοράς σε διαιτησία (τέτοια εξάλλου δεν υπήρξε) ώστε κατά το μέρος αυτό δεν υπόκειται σε εγγραφή και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση στην ημεδαπή.» Ο αιτητής απαντά στις εισηγήσεις των καθ΄ ων η αίτηση για κώλυμα λόγω δεδικασμένου και κώλυμα σε σχέση με επίδικο θέμα, μέσω της έκθεσης του αγγλικού δικηγορικού οίκου "KΙΝG & SPALDING", η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφή. Όπως ειδικότερο αναφέρεται στην υπό αναφορά έκθεση, το γεγονός ότι το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάσει προς όφελος του αιτητή τα έξοδα της διαιτησίας, βάση του άρθρου 61 του νομοθετήματος "The Arbitration Act 1996". Aυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο αιτητής υπέβαλε, σε περιορισμένη έκταση, τον εαυτό του στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου για να αποφασίσει το ζήτημα της δικαιοδοσίας και των εξόδων. Συνεπώς ο αιτητής νομιμοποιείται να ζητά την εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου κατά το μέρος της που σχετίζεται με τα επιδικασθέντα προς όφελος του έξοδα. Πέραν των πιο πάνω υποστηρίζεται ακόμα στην υπό αναφορά έκθεση ότι τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των συγκεκριμένων αξιώσεων που υποβλήθηκαν στην διαιτησία αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των μερών που συμμετείχαν σε αυτήν. Επίσης τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ηγέρθηκαν στη διαδικασία της Διαιτησίας, περιλαμβανομένων ευρημάτων επί γεγονότων συνιστούν κώλυμα - issue estoppel - το οποίο εμποδίζει τον διάδικο από του να αμφισβητήσει τα ευρήματα αυτά σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαδικασία μεταξύ των ιδίων μερών. Το γεγονός όμως ότι το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή δεν επηρεάζει την εφαρμογή του δόγματος του δεδικασμένου (res judicata and issue estoppel). Οπως επίσης αναφέρεται, η απόφαση του Δικαστηρίου είναι δεσμευτική μεταξύ των μερών στην ολότητα της, περιλαμβανομένων του ζητήματος της δικαιοδοσίας και των επιδικασθέντων εξόδων. Τα συγκεκριμένα μέρη της απόφασης δεν μπορούν να διαχωριστούν και δεν θεωρούνται ότι αποτελούν παρεμπίπτον ζήτημα ή ενδιάμεση απόφαση. Από πλευράς τους οι καθ΄ ων η αίτηση παρουσίασαν την γνωμοδότηση του αναπληρωτή καθηγητή νομικής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Νικήτα Ε. Χατζιημιχαήλ (Τεκμήριο 1 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Βαφέα). Ο κ. Χατζιήμιχαήλ υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν δύναται να επιδιώκει την εκτέλεση της επίμαχης διαιτητικής απόφασης σε σχέση με τα επιδικασθέντα προς όφελος του έξοδα για το λόγο ότι δεν αποτέλεσε διάδικο μέρος σε διεθνή διαιτησία και με δεδομένο ότι η αίτηση αφορά σε θέμα που δεν καλύπτεται από συμφωνία διαιτησίας. Υποστηρίζει επίσης ότι ο αιτητής έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει νομικά ασφαλή εκτελεστό τίτλο επί των επιδικασθέντων προς όφελος του εξόδων, προσφεύγοντας ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων. Το σχετικό σημείο της επίμαχης διαιτητικής απόφασης μπορεί να αποτελέσει βάση αγωγής και η υπαγωγή των καθ΄ ων η αίτηση στη δικαιοδοσία του διαιτητικού δικαστηρίου μπορεί να θεωρηθεί ως συναίνεση τους να αναλάβουν τις όποιες υποχρεώσεις προκύψουν από τη διαδικασία με αντιπαροχή τη συμμετοχή του αιτητή στη διαιτητική διαδικασία, έστω και την τελευταία στιγμή. Aποτέλεσε κοινό τόπο ότι ο αιτητής υπέγραψε υπό την ιδιότητα του εγγυητή των υποχρεώσεων του πωλητή τη συμφωνία πώλησης μετοχών - Τεκμήριο 1 - η οποία εμπεριέχει τη ρήτρα παραπομπής σε διαιτησία. Πρόκειται για τη συμφωνία ημερ. 28/9/09 δυνάμει της οποίας η εταιρεία Vebeca πώλησε στους καθ΄ ων η αίτηση το 50% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Desimanco Ltd. Αποτέλεσε επίσης κοινό τόπο ότι το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή. Πέραν του θέματος της δικαιοδοσίας το Δικαστήριο εξέτασε τις απαιτήσεις που ήγειραν οι καθ΄ ων η αίτηση εναντίον του αιτητή οι οποίες αφορούσαν ισχυριζόμενη απάτη και/ή καταδολίευση τις οποίες επίσης απέρριψε. Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι καθ΄ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο αιτητής δεν αποτέλεσε μέρος στην επίδικη διαιτητική διαδικασία δυνάμει της οποίας εξεδόθη η απόφαση, της οποίας επιζητείται η εγγραφή, με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιείται στην εγγραφή της. Το άρθρο V του Νόμου 84/79 προνοεί τα ακόλουθα: «Η αναγνώρισις και εκτέλεσις της αποφάσεως δύναται να απορριφθή, τη αιτήσει του μέρους εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις αυτής, μόνον εάν το εν λόγω μέρος παράσχη εις την εαμοδίαν αρχήν, ενώπιον της οποίας επιζητείται η αναγνώρισις και εκτέλεσις, απόδειξιν ότι: (α) τα μέρη της εν άρθρω 11 αναφερομένης συμφωνίας διετέλουν, κατά την εφαρμοστέαν επ' αυτών νομοθεσίαν, υπό τινά ανικανότητα, ή ότι η ειρημένη, συμφωνία δεν είναι έγκυρος δυνάμει της νομοθεσίας εις την οποίαν τα μέρη έχουν υποβάλει ταύτην ή, εν ελλείψει οιασδήποτε προς τούτο ενδείξεως, δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας ένθα εξεδοθή η απόφασις ή (β) το μέρος εναντίον του οποίου γίνεται επίκλησις της αποφάσεως δεν είχεν ειδοποιηθεί προσηκόντως περί του διορισμού του διαιτητού ή περί της διαιτητικής διαδικασίας ή άλλως πως δεν ηδυνήθη να παρουσιάση την υπόθεσιν αυτού ή (γ) η διαιτητική απόφασιν πραγματεύεται διαφοράν μη προβλεπομένην υπό των όρων, ή μη εμπίπτουσαν εντός των όρων της υποβολής εις διαιτησίαν, ή ότι αύτη περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων πέραν των ορίων της υποβολής εις διαιτησία νοείται ότι, εάν αι αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν είναι δυνατόν να αποχωρισθούν εκ των μη υποβληθέντων τοιούτων, το μέρος της αποφάσεως το οποίον περιέχει αποφάσεις επί θεμάτων υποβληθέντων εις διαιτησίαν δύναται να αναγνωρισθή και εκτελεσθή ή (δ) η σύνθεσις της διαιτητικής αρχής ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήτο σύμφωνος προς την συμφωνίαν των μερών ή ελλείψει τοιαύτης συμφωνίας, δεν ήτο σύμφωνος προς την νομοθεσίαν της χώρας ένθα έλαβε χώραν η διαιτησία ή (δ) η σύνθεσις της διαιτητικής αρχής ή η διαιτητική διαδικασία δεν ήτο σύμφωνος προς την συμφωνία των μερών ή ελλείψει τοιαύτης συμφωνίας, δεν ήτο σύμφωνος προς την νομοθεσίαν της χώρας ένθα έλαβε χώραν η διαιτησία ή (ε) η διαιτητική απόφασις δεν κατέστη εισέτι δεσμευτική δια τα μέρη, ή ότι αύτη, ηκυρώθη, ή ανεστάλη υπό τινός αρμοδίας αρχής της χώρας εις την οποίαν, δυνάμει της νομοθεσίας της οποίας, εξεδόθη, η απόφασις.» Οι Καθ΄ ων η αίτηση εισηγούνται, μέσω των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, ότι στην κρινόμενη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η παράγραφος (γ) του άρθρου V. Σύμφωνα με όσα νομολογήθηκαν στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Beogradska Banka (ανωτέρω) οι καθ΄ ων η αίτηση είναι εκείνοι που έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι τυγχάνει εφαρμογής το συγκεκριμένο άρθρο ώστε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Εν πρώτοις αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι βάσει του "claimant statement of case" (απαίτηση διαιτησίας), η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Βαφέα (Τεκμήριο 2) οι ίδιοι οι καθ΄ ων η αίτηση κατέστησαν τον αιτητή μέρος της επίδικης διαδικασίας διαιτησίας αξιώνοντας εναντίον του, ως και εναντίον της εταιρείας Vebeca, αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη δόλια μεταβίβαση της Poligrafinvest από την εταιρεία Desimamco Ltd προς την εταιρεία Zimmerco και ακολούθως από την Zimmerco στην Gasin. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης, το επιχείρημα των καθ΄ ων η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι οι ρήτρες διαιτησίας που εμπεριέχει η συμφωνία πώλησης μετοχών (Τεκμήριο 1) καθώς και η συμφωνία μεταξύ των μετόχων (Τεκμήριο 3) είναι ανεξάρτητες και αρκετά ευρείες (wide enough) για να ενσωματώσουν τις διαφορές μεταξύ του αιτητή και των Καθ΄ ων η αίτηση. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο το Δικαστήριο στην απόφαση του καταλήγει ότι οι αξιώσεις των Καθ΄ ων η αίτηση εναντίον του αιτητή για εξαπάτηση και δόλο δεν αναφύονται ή συνδέονται ή σχετίζονται ούτε με τη συμφωνία πώλησης μετοχών (Τεκμήριο 1) ούτε με οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο καταχωρήθηκε με βάση τη ρηθείσα συμφωνία. Ενόψει του ως άνω ευρήματος του κατέληξε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει τις εγερθείσες από τους καθ΄ ων η αίτηση αξιώσεις εναντίον του αιτητή. Θεωρώ ορθό να μεταφέρω αυτούσιες τις σχετικές παραγράφους της απόφασης: «160. Τhe tribunal is of the clear view that the claims in deceit and equitable fraud, as pleaded, neither: (
- i)arise out of or in connection with, nor relate to, the SSA; nor (
- ii)arise out of or relate to "any document entered into in pursuance" of the SSA. "161. Accordingly, the Tribunal does not have jurisdiction to determine the claims made by Magot against Mr Shadiev. It reaches such conclusion reluctantly because, as Magot says, Vebeca is a shell company, but at the end of the day the issue of jurisdiction is not determined by issues of merits, but it is an issue of contruction and the answer goes only one way." Τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καταρρίπτουν κατά την άποψη μου το επιχείρημα των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο αιτητής δεν αποτέλεσε μέρος στη διαδικασία της επίμαχης διαιτησίας. Οι ίδιοι οι καθ΄ ων η αίτηση κατέστησαν τον αιτητή μέρος στη διαιτησία. Παρά το ότι ο αιτητής αρχικά δεν έλαβε μέρος στη διαδικασία εντούτοις σε μεταγενέστερο στάδιο συμμετείχε σ΄ αυτήν επιφυλάσσοντας τη θέση του επί της δικαιοδοσίας. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή δεν ήταν ζήτημα που βρισκόταν εκτός των όρων της επίμαχης διαιτησίας. Επισημαίνω ότι όπως προκύπτει από τις παραγράφους 159-162 της απόφασης το συμπέρασμα του δικαστηρίου ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή βασίστηκε στο ότι τα υπό αμφισβήτηση ζητήματα, στην έκταση που επηρέαζαν τον αιτητή δεν σχετίζονταν με την πώληση των μετοχών της εταιρείας Vebeca προς τους καθ΄ ων η αίτηση, επιπλέον δε οι εγερθείσες εναντίον του αιτητή αξιώσεις δεν αναφύονταν ή συνδέονταν ή σχετίζονταν με τη συμφωνία πώλησης μετοχών. Είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε την αντίθετη θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι οι ρήτρες διαιτησίας που εμπεριέχονταν τόσο στη συμφωνία πώλησης μετοχών (Τεκμήριο 1) όσο και στη συμφωνία μεταξύ μετόχων (Τεκμήριο 3) ήταν αρκετά ευρείες ώστε να καλύψουν και τις εγερθείσες αξιώσεις εναντίον του αιτητή. Το Δικαστήριο αποδέχτηκε την αντίθετη άποψη του αιτητή ότι ο όρος «διαφορά» που εμπεριέχεται στην παρά.14.2 της συμφωνίας πώλησης μετοχών (Τεκμήριο 1) δεν είναι αρκετά ευρής ώστε να συμπεριλάβει και τις εναντίον του εγερθείσες αξιώσεις. Το γεγονός όμως ότι το Δικαστήριο απέρριψε τα ως άνω επιχειρήματα των καθ΄ ων η αίτηση καταλήγοντας ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τη θέση ότι το ζήτημα αυτό ήταν εκτός των ορίων των θεμάτων που υποβλήθηκαν στη διαιτησία. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση κατά το μέρος της που αφορά τον αιτητή συνιστά παρεμπίπτον δικαιοδοτικό ζήτημα με αποτέλεσμα να μην αποτελεί διεθνή διαιτητική απόφαση σε σχέση με τον αιτητή. Όπως έχω ήδη αναφέρει το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή βασίστηκε επί συγκεκριμένου ευρήματος του που ήταν το ότι οι εγερθείσες με την επίμαχη διαδικασία διαιτησία αξιώσεις εναντίον του αιτητή δεν καλύπτονταν από τη ρήτρα διαιτησίας η οποία εμπεριέχεται στη συμφωνία πώλησης μετοχών (Τεκμήριο 1) που ήταν και η μόνη συμφωνία την οποία υπέγραψε ο αιτητής ως εγγυητής. Η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση προς επίρρωση του επιχειρήματος ότι ο αιτητής δεν ήταν μέρος στη διαδικασία της διαιτησίας επικαλέστηκε την απόφαση του Αγγλικού Ανώτατου Δικαστηρίου Dallah Real Estate and Tourism Holdings Company n. The Ministry of Religious Affairs Government of Pakistan
(2010)UKSC46. Την ίδια υπόθεση επικαλείται και ο εμπειρογνώμονας των καθ΄ ων η αίτηση κ. Χατζιημιχαήλ στη γνωμάτευση του. Στην υπόθεση εκείνη οι εφεσείοντες, μέλος ενός ομίλου που παρείχε υπηρεσίες για ιερούς τόπους στη Σαουδική Αραβία, υπέγραψε μνημόνιο κατανόησης με την κυβέρνηση του Πακιστάν να παρέχει υπηρεσίες στέγασης σε προσκυνητές. Ακολούθως οι εφεσείοντες υπέγραψαν σύμβαση με το εμπίστευμα Awami Hajj Trust το οποίο είχε ιδρυθεί στη βάση προεδρικών διαταγμάτων (ordinances). O όρος 27 της σύμβασης προέβλεπε ότι το εμπίστευμα μπορούσε να εκχωρήσει ή να μεταβιβάσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στην κυβέρνηση του Πακιστάν χωρίς να απαιτείται η γραπτή συγκατάθεση των εφεσειόντων. Η κυβέρνηση του Πακιστάν όμως δεν υπέγραψε την ως άνω σύμβαση. Η σύμβαση περιείχε ρήτρα διαιτησίας δυνάμει της οποίας οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ του εμπιστεύματος και των εφεσειόντων αναφύονταν ή συνδέονταν με τη σύμβαση θα επιλύονταν με διαιτησία. Τον Νοέμβριο του 1996 η κυβέρνηση του Πακιστάν κατέρρευσε και η νέα κυβέρνηση που τη διαδέκτηκε στην εξουσία δεν παράτεινε τη συνέχιση του εμπιστεύματος με αποτέλεσμα αυτό να σταματήσει να υφίσταται ως οντότητα. Το 1998 οι εφεσείοντες ήγειραν διαδικασία διαιτησίας εναντίον της κυβέρνησης του Πακιστάν. Το δικαστήριο δικαίωσε τους εφεσείοντες και εξέδωσε απόφαση προς όφελος τους. Στη συνέχεια οι εφεσείοντες προσπάθησαν να εγγράψουν και εκτελέσουν την απόφαση στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η κυβέρνηση του Πακιστάν ήγειρε ζήτημα δικαιοδοσίας του Αγγλικού Δικαστηρίου βασιζόμενη στο ότι δεν ήταν μέρος στη σύμβαση η οποία περιείχε τη ρήτρα διαιτησίας. Το Αγγλικό Δικαστήριο αποδεχόμενο τη θέση της κυβέρνησης του Πακιστάν, ακύρωσε το διάταγμα με το οποίο είχε δοθεί αρχικά άδεια για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην έφεση που ασκήθηκε επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η σύμβαση της Νέας Υόρκης απαιτεί όπως βρίσκεται σε ισχύ μια έγκυρη συμφωνία διαιτησίας πίσω από κάθε απόφαση για αναγνώριση ή εκτέλεση της. Είμαι της άποψης ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης είναι εντελώς διαφορετικά από τα γεγονότα της υπόθεσης Dallah (ανωτέρω). Στην υπό εξέταση υπόθεση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι καθ΄ ων η αίτηση βασίστηκαν στη ρήτρα διαιτησίας η οποία εμπεριέχεται τόσο στη συμφωνία πώλησης μετοχών - Τεκμήριο 1 - την οποία είχε υπογράψει ο αιτητής, όσο και στη συμφωνία μεταξύ μετόχων - Τεκμήριο 3 - η οποία δεν υπεγράφη από τον αιτητή, υποστηρίζοντας ότι οι δύο ρήτρες ήταν μεν ανεξάρτητες αλλά ευρείας έκτασης ώστε να καλύψουν τις διαφορές που ανέκυψαν μεταξύ αιτητή και καθ΄ ων η αίτηση. Καθίσταται φανερό ότι αυτό το οποίο κατ' ουσίαν ζητήθηκε από το Δικαστήριο ήταν να ερμηνεύσει την έκταση εφαρμογής των δύο ρητρών, ειδικά δε το κατά πόσο μπορούσαν να καλύψουν τις εναντίον του αιτητή εγερθείσες αξιώσεις. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω είμαι της άποψης ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει οποιοσδήποτε παραλληλισμός των γεγονότων της υπό εξέταση υπόθεσης με τα γεγονότα της υπόθεσης Dallah (ανωτέρω). Υποστηρίζεται επίσης από τους καθ΄ ων η αίτηση ότι ο αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου (res judicata), ειδικά δε σε σχέση με το επίδικο θέμα (cause of issue estoppels/estoppels by record) και εμποδίζεται ως εκ των διαπιστώσεων του διαιτητικού δικαστηρίου επί τη ελλείψει δικαιοδοσίας επ' αυτού, ώστε η όλη διαδικασία ενώπιον του ημεδαπού δικαστηρίου πάσχει εξ υπαρχής. Όπως το ζήτημα αυτό αναπτύσσεται στην γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση, στην υπό εξέταση περίπτωση δεν εγείρεται επίδικο θέμα αναφορικά με τη διαπίστωση της έλλειψης δικαιοδοσίας εκ μέρους του διαιτητικού δικαστηρίου. Η εισήγηση των καθ΄ ων η αίτηση είναι ότι ο αιτητής δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς που ο ίδιος προώθησε στη διαδικασία της διαιτησίας οι οποίοι, κατ΄ επέκταση έχουν την αρνητική συνέπεια ότι στερείται της δυνατότητας να ενεργοποιήσει, μέσω της παρούσας διαδικασίας τη δικαιοδοσία του ημεδαπού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Παμπορίδης v. Kτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «To κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα συνιστά μια από τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου (estoppels per rem judicatam). Υφίσταται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιδιώκεται η επανασυζήτηση θέματος που ήδη αποφασίστηκε ή υπήρξε το αντικείμενο παραδοχής σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αιτίας αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της. Σε αντιδιαστολή προς το κώλυμα αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppels) που αποτελεί τη δεύτερη έκφανση του. (Βλ. Τhoday v. Thoday [1964] 1 All E.R. 341)." Επίσης στην υπόθεση Mills v. Cooper
(1967)2 Q.B.459 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ.468 σε σχέση με το issue estoppel: «Α party to civil proceedings is not entitled to make, as against the other party, an assertion, whether of fact or of the legal consequences of facts, the correctness of which is an essential element in his cause of action or defence, if the same assertion was an essential element in his previous cause of action or defence in previous civil proceedings between the same parties or their predecessors in title, and was found by a court of competent jurisdiction in such previous civil proceedings to be incorrect, unless further material which is relevant to the correc tness or incorrectness of the assertion by that party in the previous proceedings has since become available to him.» Στην υπό εξέταση υπόθεση αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι κανένας από τους διαδίκους αμφισβητεί τα ευρήματα του διαιτητικού δικαστηρίου. Ότι αμφισβητείται από τους καθ΄ ων η αίτηση είναι η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας αίτησης, ενόψει του ευρήματος του διαιτητικού δικαστηρίου ότι δεν έχει δικαιοδοσία επί του αιτητή. Όμως δεν θεωρώ ότι αποτελεί κώλυμα για το παρόν δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης το ως άνω εύρημα του διαιτητικού δικαστηρίου. Ούτε θα μπορούσα να αποδεχθώ τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλε ο αιτητής ενώπιον του διαιτητικού δικαστηρίου του αποστερούν τη δυνατότητα να αξιώσει την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Είμαι της άποψης ότι στην υπό εξέταση υπόθεση το δόγμα του δεδικασμένου (estoppels per rem judicata/cause of action estoppels) δεν μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος του αιτητή. Θα πρέπει ακόμα να αναφέρω ότι αποδέχομαι τη θέση της έκθεσης εμπειρογνωμοσύνης, η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Χριστοφίδη (Τεκμήριο 8) ότι το εύρημα του διαιτητικού δικαστηρίου ότι δεν είχε δικαιοδοσία επί του αιτητή δεν επηρέαζε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την εξουσία του να επιδικάσει έξοδα προς όφελος του αιτητή. Οι εμπειρογνώμονες της πλευράς του αιτητή στηρίζουν την ως άνω θέση τους στο άρθρο 61 του Arbitration Act 1996 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)The tribunal may make an award allocating the costs of the arbitration as between the parties subject to any agreement of the parties.» Θα πρέπει να επισημάνω ότι και οι δύο επίδικες συμφωνίες, οι οποίες περιέχουν τη ρήτρα παραπομπής σε διαιτησία - Τεκμήρια 1 και 3 - καθορίζουν ως εφαρμοστέο δίκαιο το αγγλικό. Θεωρώ ότι ο αγγλικός δικηγορικός οίκος King & Spalding International LLP, ο οποίος ετοίμασε την έκθεση εμπειρογνωμοσύνης είναι ειδικός στο να εκφέρει άποψη επί του Αγγλικού Δικαίου, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση. Πέραν των πιο πάνω αποδέχομαι και τη θέση της υπό αναφορά έκθεσης, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 58
(1)[1] του ιδίου νομοθετήματος, ότι η τελική απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου είναι δεσμευτική στην ολότητα της επί των διαδίκων περιλαμβανομένων των ζητημάτων της δικαιοδοσίας και των εξόδων, τα οποία δεν μπορούν να διαχωριστούν , ούτε μπορούν να θεωρηθούν ως απόφαση σε ενδιάμεση διαδικασία, ώστε να μην μπορούν να τύχουν αναγνώρισης και εκτέλεσης. Αντίθετα δεν θα μπορούσα να αποδεκτώ τη θέση της γνωμάτευσης του εμπειρογνώμονα της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση κ. Χατζιημιχαήλ, η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Βαφέα, ότι ο αιτητής έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει νομικά ασφαλή εκτελεστό τίτλο των όσων του επιδίκασε το διαιτητικό δικαστήριο με το να προσφύγει ενώπιον των αγγλικών δικαστηρίων. Πέραν του ότι η θέση αυτή παρέμεινε παντελώς αναιτιολόγητη, ο ίδιος ο κ. Χατζιημιχαήλ εκφράζει αμφιβολίες ως προς το αποτέλεσμα τέτοιας πολιτικής δίκης. Πέραν των πιο πάνω με βρίσκει σύμφωνο η θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή ότι τυχόν αγγλική δικαστική απόφαση που θα δικαιώνει τον αιτητή δεν θα μπορεί να τύχει αναγνώρισης και εκτέλεσης στην Κύπρο βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012, σε αντίθεση με ότι υποστηρίζει ο κ. Χατζιημιχαήλ, για το λόγο ότι ο Κανονισμός αυτός δεν εφαρμόζεται επί διαιτητικών διαδικασιών. Για τους λόγους που έχω παραθέσει λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι οι καθ΄ ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν ότι τυγχάνει εφαρμογής οποιοσδήποτε από τους λόγους οι οποίοι περιγράφονται στο άρθρο V του Νόμου 84/79 ώστε το Δικαστήριο να αρνηθεί την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Οσον αφορά τα έξοδα της αίτησης δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου (London Court of International Arbitration) στην Υπόθεση Διαιτησίας με αρ. 122213, ημερομηνίας 23/5/2014, όπως αυτή τροποποιήθηκε και διορθώθηκε με περαιτέρω απόφαση και/ή μνημόνιο ημερομηνίας 23/6/2015, υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση για το ποσό των US$561.065,86. Το ποσό αυτό θα φέρει νόμιμο τόκο από σήμερα. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. Θ.Θωμά, Α.Ε.Δ. Αναφορά: Εγγραφή Αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης. [1] Unless otherwise agreed by the parties, an award made by the tribunal pursuant to an arbitration agreement is final and binding both on the parties and on any persons claiming through or under them. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο