ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ ν. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΝΤΟΝΤΖΙΗΣ, Αρ. Αγωγής: 2805/10, 3/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A63 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2805/10 ΜΕΤΑΞΥ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ Ενάγοντας και ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΝΤΟΝΤΖΙΗΣ Εναγόμενος --------------------- Ημερομηνία: 3/2/2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για τον Εναγόμενο: κα Τερέζα Πεντόντζιη ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αιτείται αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη προφορική δυσφήμιση που έλαβε χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, καταγράφοντας λεπτομερώς τη φρασεολογία που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος και που έχουν ως ακολούθως: (α) «Ακόμα έχει πελάτες; Για να τους κλέψει και αυτούς; Είναι ένας γαουρόσπορος.» (β) «Ακόμα δεν εκατάλαβες με ποιόν δουλεύεις; Είναι ένας απατεώνας. Πουλά τη μάνα του για τα λεφτά. Θα τον κλείσω στη φυλακή. Είναι ένας άχρηστος. Είναι γαουρόσπορος. Θα δει τι θα του κάμω.» (γ) «Θέλω να κινήσω αγωγή του Κλεοβούλου ότι μου έκλεψε τα λεφτά μου.» Η πιο πάνω φρασεολογία έλαβε χώρα στα πρόσωπα που αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης και στον χώρο που έγινε και θα γίνει ειδική αναφορά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του κάνει αναφορά στην επαγγελματική του ιδιότητα, αλλά και στις πολιτικής φύσεως δραστηριότητες του και λέγοντας ότι χαίρει εκτίμησης, τιμιότητας και καλής φήμης για την προσωπικότητα του. Ο ενάγοντας κάνει αναφορά στην έκθεση απαίτησης του για οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου υπό τις ιδιότητες τους ως δικηγόρου και πελάτη αντίστοιχα, πλην όμως αυτά τα ζητήματα έχουν διευθετηθεί με την απόσυρση της ανταπαίτησης από πλευράς εναγομένου και την πληρωμή που έγινε στο Δικαστήριο, αλλά θα γίνει κάποια μικρή αναφορά στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ακολούθως ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του, δίνει τη δική του ερμηνεία ως προς το νόημα και σκοπό που είχαν τα υπό του εναγόμενου λεχθέντα και κάνει αναφορά σε επιστολή του εναγόμενου με την οποία κατάγγειλε τον ενάγοντα στο πειθαρχικό συμβούλιο δικηγόρων, αλλά και σε καταγγελία που προέβηκε ο εναγόμενος στην αστυνομία, αποδίδοντας στη συμπεριφορά του εναγόμενου τα στοιχεία της θρασύτητας, της αγνωμοσύνης, της κακοβουλίας, της φιλαργυρίας, της διαστρέβλωσης της αλήθειας και που αποσκοπούσε να πλήξει την υπόληψη, την επαγγελματική αξιοπιστία του ενάγοντα και την τιμή του, ζητώντας ο ενάγοντας γενικές, τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Με την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο εναγόμενος προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Ακολούθως, ο εναγόμενος κάνει αναφορά στον χειρισμό των υποθέσεων του από τον ενάγοντα, κάνοντας ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα ποσά που καταβλήθηκαν και που έπρεπε να δοθούν στον εναγόμενο, πλην όμως αυτό το ζήτημα έχει καταστεί μη επίδικο, λόγω της απόσυρσης της ανταπαίτησης με την πληρωμή που έγινε στο Δικαστήριο. Ως προς τις ισχυριζόμενες δυσφημίσεις που ο ενάγοντας του καταλογίζει, ο εναγόμενος αρνείται ότι αυτές έλαβαν χώρα, αποδίδοντας στον ενάγοντα υστεροβουλία και αλλότρια κίνητρα, αναφέροντας μάλιστα ότι τα πρόσωπα που κατονομάζονται στην έκθεση απαίτησης είναι υφιστάμενοι και υπαλλήλοι του ενάγοντα, στα οποία ασκεί επιρροή και τα όσα αναγράφονται στην έκθεση απαίτησης, έχουν αναγραφεί σε μια προσπάθεια στοιχειοθέτησης υπόθεσης εναντίον του εναγομένου. Χαρακτήρισε την καταγγελία του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου στην αστυνομία ως ψευδή και ανυπόστατη, δημιουργώντας στον εναγόμενο ψυχική οδύνη και γενικά ταλαιπωρία και ότι η αστυνομία δεν προέβηκε σε οποιανδήποτε καταγγελία εναντίον του εναγόμενου. Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος αναφέρει ότι ακόμα και ν' αποδειχθεί ότι λέχθηκε κάτι μεταξύ του ιδίου και άλλου δικηγόρου, αυτό εμπίπτει στη σφαίρα του δικηγορικού απορρήτου και συνακόλουθα υπάρχει σχετικό κώλυμα. Ως προς την καταγγελία που έγινε από τον ίδιο, αναφέρει ότι αυτή δεν έγινε κακόβουλα και δεν ήταν ψευδής και ότι αποτελούσε αληθή γεγονότα. Ο εναγόμενος επιπρόσθετα, αναφέρει ότι όταν ενημέρωσε τον ενάγοντα για την πρόθεση του να κινηθεί νομικά με καταγγελία στην αστυνομία και στο πειθαρχικό συμβούλιο δικηγόρων, ο ενάγοντας τον εκβίασε ότι θα προχωρούσε με αγωγή εναντίον του. Εν κατακλείδι, ο εναγόμενος αναφέρει ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία της προφορικής δυσφήμισης, καθότι δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε ειδική ζημιά στον ενάγοντα και ότι αυτός εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμα του και να παρέχει υπηρεσίες σε τρίτους. Αρνείται ότι ο ενάγοντας υπέστη οποιαδήποτε ζημιά στο προσωπικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, αλλά αντίθετα είναι ο εναγόμενος που υπόκειται σε τέτοια ζημιά και για σκοπούς εκφοβισμού και μη προώθησης συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης, αλλά και της καταγγελίας στο πειθαρχικό συμβούλιο δικηγόρων. Τέλος ο εναγόμενος αναφέρει ότι ακόμα και να ειπώθηκε ή και να λέχθηκε οτιδήποτε στο γραφείο του ενάγοντα, αυτό ήταν παράπονο του εναγόμενου προς το πρόσωπο του ενάγοντα για την παράνομη και αδικαιολόγητη κατακράτηση χρηματικού ποσού. Ο ενάγοντας με την τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών του εναγομένου. Ακολούθως, προβαίνει σε μια εξειδικευμένη αναφορά ως προς τις υποθέσεις που χειρίστηκε ως δικηγόρος και τα αποτελέσματα αυτών, ως επίσης και την οικονομική προέκταση αυτών, πλην όμως όλα τα πιο πάνω δεν είναι πλέον επίδικα θέματα, ενόψει της διευθέτησης που έγινε με την ανταπαίτηση. Ακολούθως, ο ενάγοντας δίνει τη δική του εκδοχή και ερμηνεία για τις ενέργειες που έχει κάνει ο εναγόμενος και πιο συγκεκριμένα για τις καταγγελίες στην αστυνομία και στο πειθαρχικό συμβούλιο δικηγόρων, ως επίσης και για τις ενέργειες που έχει προβεί ο ίδιος ο ενάγοντας εναντίον του εναγομένου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο ενάγοντας. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, στην οποία αναφέρεται στην ιδιότητα του ιδίου ως δικηγόρου και του εναγόμενου ως πελάτη του και ακολούθως προβαίνει σε μια εξειδικευμένη αναφορά αναφορικά με τις συνθήκες, τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι δυσφημίσεις που εκστομίστηκαν από τον εναγόμενο και που αφορούσαν το πρόσωπο του ενάγοντα στα πρόσωπα που κατονομάζει στη γραπτή του δήλωση, καταγράφοντας επακριβώς τη φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε, δίνοντας τη δική του ερμηνεία, εκδοχή και σκοπό που είχαν οι εν λόγω δυσφημίσεις. Επίσης ο ενάγοντας κάνει αναφορά και σε καταγγελίες που έχει κάνει ο εναγόμενος εις βάρος του στην αστυνομία και στο πειθαρχικό συμβούλιο δικηγόρων και στην καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του ενάγοντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στην οποία απαλλάγηκε και με παρεμβάσεις στη Γενική Εισαγγελία καταχωρήθηκε σχετική έφεση, η οποία τελικώς αποσύρθηκε, διασύροντας τον ενάγοντα και δημιουργώντας του ψυχική αναστάτωση και που αποσκοπούσαν να πλήξουν το ήθος και το επαγγελματικό του κύρος. Αντεξεταζόμενος, ερωτήθηκε και έδωσε τις δικές του απαντήσεις και διευκρινίσεις αναφορικά με τις υποθέσεις που χειρίστηκε ως δικηγόρος, την ενασχόληση του με τα κοινά, τη φήμη που απολαμβάνει, την επαγγελματική του δραστηριότητα, χαρακτήρισε τον εναγόμενο ως αγνώμονα και ότι εκμεταλλεύτηκε τη φιλία του ενάγοντα και αναφέρθηκε στις συνθήκες και τους λόγους όπου τον οδήγησαν στο να εκδιώξει τον εναγόμενο ως πελάτη του. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές που αφορούν την εκδοχή του εναγόμενου ως προς τις δοσοληψίες που είχαν οι διάδικοι με την ιδιότητα τους ως δικηγόρος και πελάτης αντίστοιχα, αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι δεν έχουν λάβει χώρα οι δυσφημίσεις που καταλογίζει ο ενάγοντας και επανέλαβε τις σχετικές του θέσεις και τοποθετήσεις. Ως προς την επίδικη ημερομηνία, η οποία δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι είναι η 28/4/10 και όχι η 24/8/10, όπου αναγράφηκε προφανώς από τυπογραφικό λάθος, ανέφερε ότι δεν έχει συνομιλήσει με τον εναγόμενο, αλλά αντιλήφθηκε κατά το πρώτο περιστατικό, ότι γίνονταν κάποιες συνομιλίες, όχι όμως το περιεχόμενο τους και αρνήθηκε ότι υπήρχε προκαθορισμένη συνάντηση την πιο πάνω ημερομηνία, τονίζοντας ότι όλα έχουν ξεκαθαριστεί μια βδομάδα προηγουμένως, δίνοντας τη δική του ερμηνεία, εκδοχή και εξήγηση ως προς τις οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω ο εναγόμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες και τον τρόπο που του μεταφέρθηκαν από το προσωπικό του γραφείου του τα υπό του εναγόμενου λεχθέντα και επιπρόσθετα για το δεύτερο περιστατικό που έχει γίνει την ίδια ημέρα τηλεφωνικώς και τις οδηγίες που έδωσε σε δικηγόρο του γραφείου του για να κρατηθούν σημειώσεις για τα περιστατικά που έγιναν για να συνταχθεί σε μεταγενέστερο στάδιο η αγωγή. Αναφέρθηκε επίσης ο ενάγοντας στη φύση και την έκταση της συνεργασίας που είχε με το προσωπικό του γραφείου του. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του, ο ενάγοντας αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις που αφορούν το ψευδές των όσων καταλογίζει στον εναγόμενο και που οι μάρτυρες που παρέλασαν αργότερα από το εδώλιο του μάρτυρα έχουν προσωπικό και φιλικό συμφέρον για να υποστηρίξουν την εκδοχή του. Επανέλαβε την εκδοχή του, τονίζοντας ότι καταχώρησε την παρούσα αγωγή σεβόμενος τη μνήμη του πατέρα του, την τιμή της μητέρας του, αλλά και τη δική του τιμή, αξιοπρέπεια και φήμη, αναφέρθηκε στο αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμούσε εναντίον του και που οδήγησε στην απαλλαγή του, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του να προχωρήσει σε αγωγή για κακόβουλη δίωξη, απορρίπτοντας ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εκδικητικά και εκβιαστικά για να μην προχωρήσει ο εναγόμενος σε καταγγελίες στην αστυνομία και στο πειθαρχικό συμβούλιο δικηγόρων, λέγοντας ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Έδωσε τη δική του εξήγηση για τον χρόνο που διέρρευσε για την καταχώρηση των δικογράφων, τονίζοντας ότι προτεραιότητα για τον ίδιο είναι οι πελάτες του, διευκρινίζοντας ότι η ζημιά που έπαθε ο ενάγοντας είναι η υπόληψη του και επιθυμεί την παραδειγματική τιμωρία του εναγόμενου και δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε υλική ζημιά, με την έννοια του ότι δεν έχει απωλέσει πελατεία. Επίσης αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε από συγκεκριμένη δικηγόρο για τα όσα ο εναγόμενος του καταλόγιζε και η οποία δικηγόρος δεν παρέλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, αρνούμενος σχετική υποβληθείσα θέση ότι τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας δεν έλαβαν χώρα. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η κα Βέσνα Κοβάτσεβιτς, η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση, στην οποία κάνει αναφορά στην ιδιότητα της ως δικηγόρου και τα καθήκοντα που εκτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο γραφείο του ενάγοντα. Αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό ημερ. 28/4/10 τις πρωινές ώρες και επανέλαβε και αυτή τη φρασεολογία που χρησιμοποίησε ο εναγόμενος, όπως την έχει αναφέρει και ο ενάγοντας, αναφέροντας ταυτόχρονα τα πρόσωπα που ήταν παρόντα όταν έγινε το περιστατικό, ως επίσης αναφέρθηκε και στο περιστατικό που έγινε το απόγευμα της ίδιας ημέρας με κάποια γενικότητα και που αφορούσε την εξύβριση του ενάγοντα από τον εναγόμενο τηλεφωνικώς προς τη δικηγόρο του γραφείου. Εν κατακλείδι, στη γραπτή της δήλωση, αναφέρθηκε στις οδηγίες που δόθηκαν για καταχώρηση της αγωγής, όπως και έγινε. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στην ενασχόληση της στο γραφείο του ενάγοντα, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσήλθε ο εναγόμενος στο γραφείο του ενάγοντα, αρνούμενη σχετική υποβληθείσα θέση ότι υπήρχε προκαθορισμένη συνάντηση των διαδίκων και αυτό το γνωρίζει, λόγω των καθηκόντων της ως γραμματέα στο γραφείο του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επανέλαβε τη φρασεολογία που εκστόμισε ο εναγόμενος, αρνούμενη σχετική υποβληθείσα θέση ότι τέτοιο περιστατικό δεν έλαβε χώρα, αναφέροντας ταυτόχρονα και τα άτομα που ήταν παρόντα κατά το επίδικο περιστατικό. Περιέγραψε την εσωτερική διαρρύθμιση του γραφείου του ενάγοντα, διευκρινίζοντας ότι με τον τρόπο και το ύφος που εκστόμισε ο εναγόμενος τη δυσφήμιση προς το πρόσωπο του ενάγοντα, μπορούσε κάποιος να ακούσει τον εναγόμενο. Έκανε αναφορά η μάρτυρας στην επαγγελματική της σταδιοδρομία, τόσο στο γραφείο του ενάγοντα, αλλά και σε κατοπινό στάδιο σε άλλο δικηγορικό γραφείο, με διαμεσολάβηση του ενάγοντα, διευκρινίζοντας ότι η εργοδότηση της στο συγκεκριμένο γραφείο συνεχίζεται, λόγω της δικής της εργασίας και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον ενάγοντα λόγω της διαμεσολάβησης του να εξεύρει εργασία. Έδωσε τη δική της άποψη για το πρόσωπο του ενάγοντα, λέγοντας ότι είναι καλός στην εργασία του και τυγχάνει σεβασμού και ότι είναι ένας καλός άνθρωπος, λέγοντας ότι η υπόληψη του ενάγοντα έχει θιχτεί με τις πράξεις του εναγόμενου. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η κα Ειρήνη Σωκράτους, η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της τη γραπτή της δήλωση, στην οποία κάνει αναφορά στην ιδιότητα της ως δικηγόρου, αναφέρεται στη γνωριμία με τον εναγόμενο ως πελάτη του γραφείου και η εν λόγω μάρτυρας επαναλαμβάνει τις συνθήκες, τον τρόπο και τον χρόνο όπου έλαβε χώρα το πρώτο περιστατικό δυσφήμισης, ήτοι το πρωινό της 28/4/10 με τους εκεί παρόντες και την ακριβή φρασεολογία που εκστόμισε ο εναγόμενος, αναφέρεται στις οδηγίες που έλαβε χώρα για να ετοιμαστεί αγωγή εναντίον του εναγομένου, ως επίσης αναφέρεται και στο δεύτερο περιστατικό εξύβρισης που έγινε το απόγευμα της ίδιας μέρας με τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο εναγόμενος με την ίδια, παραθέτοντας επακριβώς τη φρασεολογία που εκστόμισε ο εναγόμενος. Αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε για κάποιες υποθέσεις του εναγόμενου που χειρίστηκε το δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα και τις οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν, εξέφρασε άγνοια εάν οι διάδικοι είχαν προγραμματισμένη συνάντηση στις 28/4/10, περιέγραψε εκ νέου το περιστατικό που έλαβε χώρα το πρωινό της 28/4/10, περιέγραψε τη διαρρύθμιση του δικηγορικού γραφείου, τονίζοντας ότι μπορούσε κάποιος να ακούσει τα υπό του εναγόμενου λεχθέντα, την αντίδραση της ιδίας και την αντίδραση του εναγόμενου. Ακολούθως, επανέλαβε και περιέγραψε το δεύτερο περιστατικό δυσφήμισης που έλαβε χώρα το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήτοι την τηλεφωνική συνδιάλεξη που είχε ο εναγόμενος με την ίδια και τη δυσφήμιση του εναγόμενου προς το πρόσωπο του ενάγοντα με τη συγκεκριμένη φρασεολογία, αρνούμενη σχετική υποβληθείσα θέση ότι τέτοιο περιστατικό δεν έλαβε χώρα. Επιπρόσθετα, η μάρτυρας αναφέρθηκε στην επαγγελματική σχέση που είχε και έχει με τον ενάγοντα στην πορεία των χρόνων και εξέφρασε την άποψη της που έχει ως προς το πρόσωπο του ενάγοντα, ως δικηγόρου και ως ανθρώπου, αρνούμενη ταυτόχρονα υποβληθείσες θέσεις ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντα. Εν κατακλείδι, η μάρτυρας αναφέρθηκε ότι αισθάνθηκε λύπη για το περιστατικό που έγινε και υποτίμηση προς το πρόσωπο του ενάγοντα από τον εναγόμενο και αναφέρθηκε στις μεταγενέστερες ενέργειες του εναγόμενου και που αφορούσαν καταγγελία, αλλά και άσκηση πίεσης για καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον του ενάγοντα. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πιο πάνω μάρτυρος, ο ενάγοντας έκλεισε την υπόθεση του και ακολούθως κατέθεσε ο εναγόμενος, του οποίου η μαρτυρία ήταν και η μόνη από πλευράς υπεράσπισης. Ο εναγόμενος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση, ως αυτή έχει περιοριστεί μετά από σχετικές ενστάσεις. Στη γραπτή του δήλωση, ο εναγόμενος κάνει αναφορά στην οικογενειακή του κατάσταση, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε τον ενάγοντα, στις οικονομικές διαφορές που προέκυψαν από τον χειρισμό των υποθέσεων του από τον ενάγοντα, αρνήθηκε ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε υβριστικά σχόλια που του καταλογίζει ο ενάγοντας και αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συνομιλία ή επικοινωνία με τη Μ.Ε.2. Απέδωσε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής σε κίνητρα εκδίκησης και εκφοβισμού, έχοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μετά τις καταγγελίες που προέβηκε ο εναγόμενος εναντίον του ενάγοντα στην αστυνομία και στο πειθαρχικό συμβούλιο του παγκύπριου δικηγορικού συλλόγου. Εν κατακλείδι, στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι ο ενάγοντας δεν ενδιαφερόταν για την παρούσα αγωγή και την επανεκκίνησε μετά από αίτημα απόρριψης της λόγω μη προώθησης και παρά το ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε την πληρωμή στο Δικαστήριο σε ένδειξη καλής θέλησης λόγω του ότι η ανταπαίτηση ήταν μεγαλύτερη από το ποσό της πληρωμής στο Δικαστήριο, εντούτοις ο ενάγοντας συνεχίζει τις απειλές του και το εκδικητικό του μένος το οποίο εκδηλώθηκε και γραπτώς. Aντεξεταζόμενος, έδωσε την δική του εκδοχή και ερμηνεία ως προς τα κίνητρα του ενάγοντα με την αποστολή του τεκμηρίου 5, ήτοι ανέφερε ότι είναι εκτόξευση απειλής και αρνήθηκε σχετική υποβληθείσα θέση ότι αποστάληκε για να σταματήσει να δυσφημεί τον ενάγοντα, λέγοντας ότι οποιαδήποτε δυσφήμηση δεν έγινε και ότι υπάρχουν αλλότρια κίνητρα από τον ενάγοντα στην έγερση της αγωγής. Υποστήριξε ο εναγόμενος ότι λόγω του επαγγέλματος του, των βιωμάτων που είχε και της οικογενειακής του συγκρότησης όπως τα περιέγραψε, δεν θα ήταν λογικό να προέβαινε στις δυσφημίσεις που του καταλογίζει ο ενάγοντας, τις οποίες αποδίδει σε κατασκεύασμα για αλλότρια κίνητρα που εξυπηρετούν άλλες Δικαστικές διαδικασίες, υποστηρίζοντας το βάσιμο του παραπόνου που υπέβαλε εναντίον του ενάγοντα και των ενεργειών που έγιναν από την Γενική Εισαγγελία. Απέρριψε την υποβληθείσα θέση ότι είναι ένας χαιρέκακος άνθρωπος, διότι έχει αποδεχθεί την διευθέτηση της ανταπαίτησης σε ένδειξη καλής θέλησης, έχοντας υπ΄ όψη ότι η αποδοχή της πληρωμής που έγινε, αφορούσε μικρότερο ποσό από την αξιούμενη ανταπαίτηση και αναφέρθηκε στις οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν στα πλαίσια του χειρισμού των υποθέσεων του από τον ενάγοντα και σε διαδικασία ψήφισης εξόδων ενώπιον του Πρωτοκολλητή και αναφέρθηκε επίσης σε ότι αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, αρνούμενος επίσης υποβληθείσες θέσεις ότι διαμαρτυρόταν όταν κλητευόταν στο γραφείο του ενάγοντα για να διευθετήσει τις οικονομικές του εκκρεμότητες. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν το όνομα της υπαλλήλου του ενάγοντα που συνομίλησε μαζί της, αρνούμενος υποβληθείσα θέση ότι ήταν συχνά στο γραφείο του ενάγοντα και ήξερε το όνομα της, λέγοντας ότι οι υποθέσεις του γίνονταν ΄΄στο πόδι΄΄, ως η έκφραση του και συνήθως στον χώρο όπου εργαζόταν ο εναγόμενος κι αρνήθηκε υποβληθείσα θέση ότι δεν ήταν δυνατό να μιλούσε με την υπάλληλο του ενάγοντα στην Αγγλική γλώσσα. Ανέφερε ο εναγόμενος ότι ούτε αγενής ήταν και ούτε αισχρός και αρνήθηκε τα όσα του καταλογίζει ο ενάγοντας, λέγοντας ότι ο ενάγοντας αγνόησε χρόνια φιλίας που είχαν οι διάδικοι για οικονομικές διαφορές, χωρίς να δοθεί η ευκαιρία να βρεθεί μια λύση σε λογικά πλαίσια. Τέλος, επανέλαβε την άρνηση του ότι δεν έχουν λάβει χώρα οι δυσφημίσεις που του αποδίδει ο ενάγοντας, αποδίδοντας στον ενάγοντα αδικαιολόγητο εκδικητικό μένος εναντίον του προσώπου του και σε μια κίνηση αντιπερισπασμού, λόγω των Δικαστικών διαδικασιών που υπήρχαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή.
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημηστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε)τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή (έχει καταργηθεί ο όρος αυτός με τον ν. 92/72) ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια.
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημηστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημηστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo.΄΄ Σύμφωνα με το σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα Τόμος 1 Δίκαιο και Αποφάσεις των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου σελ. 60 - 62, αναφέρεται ότι σύμφωνα με το κοινό δίκαιο, η δυσφήμιση συνίσταται σε δημοσίευση ψευδούς δήλωσης, η οποία εκθέτει κάποιο σε μίσος, χλευή (ridicule) ή περιφρόνηση ή προκαλεί την αποστροφή ή την αποφυγή του σε ορθώς σκεπτόμενα μέλη της κοινωνίας γενικά. Στην εξέταση του θέματος κατά πόσο ορθώς σκεπτόμενα μέλη της κοινωνίας θα αποστρέφονταν ή θα απέφευγαν τον δυσφημησθέντα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι προκαταλήψεις της κοινωνίας. Υπάρχουν δύο κατηγορίες δυσφήμισης: (α) λίβελος, που συνίσταται σε δημοσίευμα που γίνεται με μόνιμη μορφή και (β) προφορική (slander) (όπως στην υπό εκδίκαση υπόθεση) η οποία έχει παροδική μορφή. Η παροδική μορφή περιλαμβάνει μόνο χειρονομίες, λόγια, ή άλλους ήχους, εκτός εκπομπές με ασύρματη τηλεγραφία. Η διάκριση έχει ουσιαστική σημασία, διότι στην περίπτωση προφορικής δυσφήμισης (όπως στην παρούσα υπόθεση ως θα διαφανεί πιο κάτω) πρέπει να αποδεικνύεται ειδική ζημιά για να πετύχει ο ενάγων. Για να επιτύχει ο ενάγων σε αγωγή για δυσφήμηση, πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημηστικό (β) ότι αυτό αναφερόταν στον ενάγοντα (γ) ότι δημοσιεύθηκε Στις περιπτώσεις προφορικής δυσφήμησης, για να επιτύχει ο ενάγων, πρέπει να αποδείξει επιπρόσθετα ότι υπέστη ειδική ζημιά, εκτός όπου το δημοσίευμα: (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή (έχει καταργηθεί ο όρος αυτός με τον ν. 92/72) ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια. AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η λογική είναι ένας ασφαλής οδηγός για το Δικαστήριο για να προβεί στα ανάλογα συμπεράσματα και αυτό τονίστηκε επανειλημμένα από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD "ΥΠΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ 2013, Ν. 17
(1)/2013 (ΕΝΕΡΓΩΝΤΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ, ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ - ν - OTIS ELEVATORS (CYPRUS) LTD ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 371/2009 ημερ. 16/2/2015 λέχθησαν τα ακόλουθα: ΄΄Η εντύπωση που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (δέστε Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)΄΄ Ως προς την δυνατότητα αποδοχής μέρους μαρτυρίας και απόρριψης άλλης, το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην στην Τσίκκας ν. Χριστοφή, Πολ.Εφ.309/08, ημερ. 18 Νοεμβρίου 2010, και Μεσσάρη ν. Κατσιαμίδη, Πολ.΄Εφ.376/06, ημερ. 29 Νεομβρίου 2010 και FOUAD SAADE - v - NABIL ZEINI 2005 1B ΑΑΔ
- Ο ενάγοντας άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης ή εμμονής ή εμπάθειας απέναντι στον εναγόμενο και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι ότι γνώμονας και πυξίδα του ενάγοντα του ενάγοντα, είναι η αποκατάσταση της δυσφήμισης που υπέστη από τον εναγόμενο και η οποιαδήποτε στάση θυμού απέναντι στην συμπεριφορά του εναγομένου κρίνεται από το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις, ως αιτιολογημένη και δικαιολογημένη, διότι οι φράσεις που εκστόμισε ο εναγόμενος, θίγουν άμεσα τον πυρήνα της αξιοπρέπειας του ενάγοντα, αλλά και την μνήμη του αποβιώσαντος πατέρα του και της τιμής της μητέρας του. Υπήρξε σταθερός, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και η μαρτυρία του είχε συνοχή, λογική και συνέχεια και η αξιοπιστία του δεν έχει πληγεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική της εξήγηση που έδωσε ο ενάγοντας ως προς την στασιμότητα και καθυστέρηση που προηγήθηκε στην προώθηση της παρούσας αγωγής, ήτοι το Δικαστήριο αποδέχεται την προτεραιότητα που έδωσε ο ενάγοντας στην προώθηση των υποθέσεων των πελατών του έναντι της δικής του υπόθεσης, στοιχείο που καταδεικνύει την έλλειψη εγωισμού και εγωκεντρισμού εκ μέρους του ενάγοντα. Κατ' επέκταση αλλά και επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα στην έγερση της παρούσας αγωγής ένεκα της ύπαρξης άλλων καταγγελιών που εκτοξεύθηκαν από τον εναγόμενο εναντίον του ενάγοντα, διότι η πορεία και η εξέλιξη των πραγμάτων και η τελική έκβαση αυτών, οδήγησε στην τελεσίδικη αθώωση του ενάγοντα αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής και που είχε ως παραπονούμενο τον εναγόμενο. Βεβαίως, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων δεν ήταν αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας των υπό του εναγομένου λεχθέντων, πλην όμως, λόγω του ότι το Δικαστήριο αποδέχεται τις μαρτυρίες των Μ.Ε. 1 και 2 ως αληθείς και αξιόπιστες, αποτελεί εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος προέβηκε στις αναφορές, όπως τις περιέγραψαν οι εν λόγω μάρτυρες. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται ως λογική και πειστική την αναφορά του ενάγοντα ότι δεν έχει ακούσει το πρώτο περιστατικό που εκτυλίχθηκε στις 28/4/2010, λόγω του ότι βρισκόταν στο γραφείο του με πελάτη και αναμφίβολα η μαρτυρία της Μ.Ε. 2 ότι θα μπορούσαν να εισακουστούν, αφορούσε δική της εκδοχή και εκτίμηση που δεν δύναται να έχει απαρεγκλίτως οποιοδήποτε δεσμευτικό αντίκτυπο στον ενάγοντα, διότι είναι λογικό και φυσικό κάποιος να μην είναι σε θέση να ακούσει κάτι από το γραφείο του με ευκρίνεια όταν είναι με πελάτη στο γραφείο του. Επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται την αναφορά του ενάγοντα ότι την επίδικη ημερομηνία δεν υπήρχε προγραμματισμένη συνάντηση των διαδίκων και ότι επήλθε η οριστική ρήξη των σχέσεων τους μια εβδομάδα προηγουμένως, λόγω των οικονομικών διαφορών που προέκυψαν και που είχαν ως προέλευση τις υποθέσεις του εναγομένου που τύγχαναν χειρισμού από τον ενάγοντα υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου. Ως προς το τεκμήριο 5, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση απειλή εκ μέρους του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου, διότι ο ενάγοντας, πέραν του παραπόνου που εκφράζει, τονίζει και προειδοποιεί για έγερση και άλλης ή άλλων αγωγών σε περίπτωση περαιτέρω δυσφήμισης, κάτι που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του ενάγοντα. Ως προς το τεκμήριο 6, αυτό δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, διότι οι οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν έχουν διευθετηθεί και δεν αποτελούν πλέον επίδικο ζήτημα και γενικά ότι έχει λεχθεί τόσο από τον ενάγοντα, όσο και από τον εναγόμενο αναφορικά με αυτό το ζήτημα, ήτοι τις οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν και που έχουν διευθετηθεί, δεν έχουν πλέον οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Όμως, ως προς το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του ενάγοντα που εμπλέκει άλλη δικηγόρο, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος προσέφυγε κοντά της, η οποία δικηγόρος δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί αποκλειστικά στα λεγόμενα του ενάγοντα για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης και που καταλογίζει στον ενάγοντα το αδίκημα της κλοπής, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι η εν λόγω δικηγόρος δεν έδωσε την δική της εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου και να αντεξεταστεί από την πλευρά του εναγομένου, έτσι ώστε να δύναται το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση αυτής της εκδοχής. Με τις πιο πάνω διευκρινήσεις και επισημάνσεις, η μαρτυρία του ενάγοντα κρίνεται ως αληθή και αξιόπιστη. Η Μ.Ε.1 άφησε επίσης θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο διέκρινε ότι ήταν διάχυτη η απλότητα της, η αμεσότητα της, απαντούσε χωρίς υπεκφυγές ή ενδοιασμούς, απαντούσε με σαφήνεια και πληρότητα και το Δικαστήριο έχει πειστεί ότι η εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να πει την αλήθεια για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της, ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του πρώτου εκ των δύο περιστατικών που έγιναν την επίδικη ημερομηνία. Δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιαδήποτε προσπάθεια της μάρτυρος να ευνοήσει τον ενάγοντα ή να βλάψει τον εναγόμενο. Η προηγούμενη εργοδότηση της ως γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα και η μετέπειτα εργοδότηση της σε δικηγορικό γραφείο με διαμεσολάβηση του ενάγοντα, κρίνεται από το Δικαστήριο ότι δεν έχουν επηρεάσει ή διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο στο να προσέλθει στο Δικαστήριο με σκοπό να ευνοήσει τον ενάγοντα ή να βλάψει τον εναγόμενο, διότι το Δικαστήριο αποδέχεται ως απολύτως λογική και πειστική την αναφορά και εξήγηση της μάρτυρος, ότι ναι μεν έχει γίνει η διαμεσολάβηση του ενάγοντα για να εργοδοτηθεί η μάρτυρας σε συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο ως δικηγόρος πλέον, αλλά η τελική απόφαση όχι μόνο για την πρόσληψη της, αλλά και την συνέχιση της συνεργασίας της με το εν λόγω δικηγορικό γραφείο, αποτελεί επιλογή του εν λόγω δικηγορικού γραφείου να την προσλάβει, αλλά και προιόν της δικής της εργασίας, η οποία προφανώς κρίνεται από το δικηγορικό γραφείο που την εργοδοτεί ως ικανοποιητική και για αυτό εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να εργοδοτείται στο εν λόγω δικηγορικό γραφείο και αναμφίβολα, δεν θα μπορούσε να έχει οποιονδήποτε ρόλο ή λόγο ο ενάγοντας στην συνέχιση της εργοδότησης της στο δικηγορικό γραφείο που εργάζεται η μάρτυρας, έτσι ώστε να τίθεται λόγος συμφέροντος που να οδήγησε την μάρτυρα να δώσει μαρτυρία υπέρ του ενάγοντα και συνακόλουθα το Δικαστήριο έχει πειστεί για την αμεροληψία και ανιδιοτέλεια της μάρτυρος. Η μάρτυρας ήταν διαφωτιστική και εξιστόρισε όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της την επίδικη ημερομηνία, κατά την αντεξέταση της δεν σχηματίστηκαν οποιεσδήποτε ριγματώσεις στην αξιοπιστία της και γενικά στην εικόνα της ως μάρτυρα και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Η Μ.Ε. 2 επίσης άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Έχει παρακολουθήσει το Δικαστήριο με ιδιαίτερη προσοχή την εν λόγω μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, διότι η εν λόγω μάρτυρας εξακολουθεί να εργάζεται ως δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντος, με εξαίρεση ένα μικρό χρονικό διάστημα στο παρελθόν όπως έχει αναφερθεί και από τον ενάγοντα και για τους λόγους που αναφέρθηκαν. Εν τούτοις, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το μεμπτό που να κηλιδώνει την αμεροληψία και ανιδιοτέλεια της μάρτυρος ένεκα της συνεργασίας που έχει με τον ενάγοντα. Το Δικαστήριο έχει πειστεί επίσης ότι και αυτή η μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να διαφωτίσει με την μαρτυρία της τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της ως αυτήκοος μάρτυρας και των δύο περιστατικών, όπου το πρώτο περιστατικό το έχει ακούσει από το γραφείο της και στο δεύτερο, ήτοι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ήταν η δέκτης του τηλεφωνήματος από τον εναγόμενο, στο οποίο ο εναγόμενος προέβη στις αναφορές που αφορούν το πρόσωπο του ενάγοντος. Είναι λογικό και πειστικό, η μάρτυρας να είχε ακούσει το πρώτο περιστατικό και να μην είχε προλάβει να εξέλθει του γραφείου της, λόγω ακριβώς της βραχείας διάρκειας που είχε το όλο περιστατικό και ακόμα λιγότερης διάρκειας τα υπό του εναγόμενου λεχθέντα και εν πάση περιπτώση, το πρώτο περιστατικό έγινε στην παρουσία της Μ.Ε.1, η οποία ήταν όχι μόνο αυτήκοος, αλλά και αυτόπτης μάρτυρας του όλου περιστατικού και η μαρτυρία της ήδη έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επίσης είναι λογικό και πειστικό να είχε ακούσει η μάρτυρας το όλο περιστατικό, λόγω της εγγύτητας του γραφείου της με τον χώρο της υποδοχής, όπου εκτυλίχθηκε το εν λόγω περιστατικό, θέση για την οποία το Δικαστήριο έχει πειστεί, μέσα από την περιγραφή της εν λόγω μάρτυρος. Ως προς το δεύτερο περιστατικό, επίσης το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Ε. 2, η οποία ήταν και η μοναδική αυτήκοος μάρτυρας, λόγω ακριβώς ότι έχουν λεχθεί από τον εναγόμενο στα πλαίσια τηλεφωνικής συνομιλίας μεταξύ εναγομένου και Μ.Ε.
- Η μάρτυρας ήταν παραστατική, πηγαία, επεξηγηματική, σταθερή, κάθετη και το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να θέτει εν αμφιβόλω την αξιοπιστία της Μ.Ε.
- Συνακόλουθα, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία της Μ.Ε. 2 ως αληθή και αξιόπιστη. Στον αντίποδα ο εναγόμενος δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Προσπαθησε, ανεπιτυχώς, να αποποιηθεί των ευθυνών του και παρά την προσπάθεια του να σχηματίσει ενώπιον του Δικαστηρίου την εικόνα ενός ήρεμου και γενικά πράου ατόμου που δεν προβαίνει σε περιστατικά όπως τα επίδικα, εν τούτοις δεν έπεισε το Δικαστήριο και ο εναγόμενος σε μια προσπάθεια του να αμαυρώσει την εικόνα του ενάγοντα και να καταρρίψει την εκδοχή του, χρησιμοποιούσε εκφράσεις υπερβολής όπως π.χ. ΄΄παγκόσμιο φαινόμενο΄΄ ΄΄λύκος που θα τον έτρωγε΄΄ στις σελ. 28 και 29 των στενοτυπημένων πρακτικων της ημερομηνίας όπου έδωσε κατάθεση, ως επίσης σε κάποιες περιπτώσεις απαντούσε ως ΄΄ουδέν σχόλιον΄΄. Κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης υπήρξε αρκετά σκεπτικός και έλειπε από αυτόν το στοιχείο της αμεσότητας, του αυθορμητισμού και της απλότητας. Προσπάθησε να καλυφθεί πίσω από την προσωπική, επαγγελματική και οικογενειακή του κατάσταση και βιώματα, τα οποία ασφαλώς είναι απολύτως σεβαστά, για να προβάλει την θέση ότι αποκλείεται να είχε εκστομίσει τις πιο πάνω φράσεις, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι τίποτα δεν αποκλείει εκ των προτέρων την πιθανότητα κάποιος με τις περιστάσεις του εναγόμενου να προβεί στους χαρακτηρισμούς και λόγια όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Προσπάθησε επίσης να σχηματίσει την εικόνα ως προς το πρόσωπο του ενάγοντα, ήτοι ενός φιλάργυρου ατόμου, ενώ δεν αποτελούσαν επίδικα ζητήματα πλέον οι προηγηθείσες οικονομικές εκκρεμότητες. Αναφορικά με τα τεκμήρια 5 και 6, έχει γίνει ήδη αναφορά πιο πάνω και συνακόλουθα τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος επί αυτών των τεκμηρίων δεν γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί για την φιλαλήθεια του και εν πάση περιπτώση, το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ως αληθή και αξιόπιστη την εκδοχή που παρουσίασε ο ενάγοντας και ιδίως οι Μ.Ε. 1 και
- Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, στις 28/4/2010, το πρωί, ο εναγόμενος, χωρίς να έχει προηγηθεί προηγούμενη διευθέτηση για συνάντηση για εκείνη την ημέρα, προσήλθε στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα και ζήτησε να τον δει. Η Μ.Ε. 1 ανέφερε στον εναγόμενο ότι δεν θα μπορούσε να τον δει, διότι ήταν απασχολημένος με πελάτη. Τότε ο εναγόμενος εκστόμισε, ήτοι δημοσίευσε, ενώπιον της Μ.Ε. 1 την φράση η οποία απευθυνόταν για το πρόσωπο του ενάγοντα και που άκουσε η Μ.Ε.2, η οποία εκείνη την στιγμή ήταν στο γραφείο της και που ήταν κοντά στον χώρο της υποδοχής, όπου έχει γίνει το επίδικο περιστατικό: ΄΄Ακόμα έχει πελάτες; Για να τους κλέψει και αυτούς; Είναι ένας γαουρόσπορος΄΄ Η πιο πάνω φράση, χωρίς καμία αμφιβολία, είναι στο σύνολο της δυσφημιστική, διότι αμφιβάλλει και μειώνει την ικανότητα και δυνατότητα του ενάγοντα ως δικηγόρου να εξακολουθεί να έχει πελάτες, αποδίδει σε αυτόν το ποινικό αδίκημα της κλοπής για το οποίο μάλιστα έχει αθωωθεί με τελεσίδικη Δικαστική απόφαση και ως προς το τελευταίο σκέλος, προσβάλλει βάναυσα την καταγωγή του. Την ίδια μέρα, κατά το απόγευμα, ο εναγόμενος ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με την Μ.Ε. 2 και της ανέφερε, ήτοι δημοσίευσε, τα ακόλουθα: «Ακόμα δεν εκατάλαβες με ποιόν δουλεύεις; Είναι ένας απατεώνας. Πουλά τη μάνα του για τα λεφτά. Θα τον κλείσω στη φυλακή. Είναι ένας άχρηστος. Είναι γαουρόσπορος. Θα δει τι θα του κάμω.» Επίσης η πιο πάνω φράση, χωρίς καμία αμφιβολία είναι δυσφημιστική. Επιρρίπτει σε αυτόν το ποινικό αδίκημα της απάτης, χωρίς μάλιστα να έχει καταδικαστεί με τελεσίδικη Δικαστική απόφαση, αποδίδει στον ενάγοντα φιλαργυρία σε τέτοιο βαθμό, που δεν θα δίσταζε να καταστήσει την μητέρα του υποκείμενο αγοραπωλησίας, πράγμα που είναι άκρως προσβλητικό για τον χαρακτήρα, την τιμή, υπόληψη και αξιοπρέπεια του και γενικά για την ηθική του υπόσταση, επαναλαμβάνει την βάναυση προσβολή της καταγωγής του και αποδίδει στον ενάγοντα ότι δεν είναι χρήσιμος και γενικά ότι δεν έχει οποιαδήποτε αξία. Συνακόλουθα, τα πιο πάνω ευρήματα και συμπεράσματα, υπάγονται πλήρως στον νομικό κανόνα του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης, ως έχει εκτεθεί ανωτέρω, διότι ο ενάγοντας απέδειξε ότι ο εναγόμενος εκστόμισε και συνακόλουθα δημοσίευσε τις πιο πάνω φράσεις που αφορούν το πρόσωπο του εναγόμενου και που έγιναν στις Μ.Ε. 1 και 2 ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, οι φράσεις είναι δυσφημηστικές διότι αποδίδουν στον ενάγοντα τα ποινικά αδικήματα της κλοπής και της απάτης, σκόπευαν να βλάψουν δυσμενώς την υπόληψη του ενάγοντα στην εργασία του διότι έγινε στον χώρο εργασίας του και συνακόλουθα δεν απαιτείτο η απόδειξη ειδικής ζημιάς. Ο εναγόμενος απέτυχε να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση, ήτοι ότι αυτά τα περιστάτικα δεν έγιναν ή ότι αυτά που λέχθηκαν είναι αλήθεια ή καλύπτονται από κάποιο προνόμιο και γενικά υπεράσπιση με βάση τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.
- Aπεναντίας, με την όλη του συμπεριφορά, υπήρξε αμετανόητος, διότι δεν περιορίστηκε στην πρώτη δυσφήμηση που έγινε το πρωινό της 28/4/2010, αλλά απεναντίας επεκτάθηκε και το απόγευμα της ίδιας ημέρας, χωρίς κανένα ίχνος μετάνοιας και με πλήρη έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπο του ενάγοντα, αποδίδοντας σε αυτόν ποινικά αδικήματα, όντας λειτουργός της Δικαιοσύνης, στοιχεία τα οποία αναμφίβολα θα συνεκτιμηθούν στα πλαίσια των αποζημιώσεων. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το έργο της επιδίκασης αποζημιώσεων, είναι ένα εξαιρετικά λεπτό και δύσκολο έργο για το Δικαστήριο, διότι η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, με τις δικές της ιδιομορφίες και χαρακτηριστικά. Αναμφίβολα, ο πυρήνας της υπόστασης ενός ανθρώπου, είναι η τιμή, η υπόληψη και η αξιοπρέπεια του και με την δυσφήμηση αυτός ο πυρήνας θίγεται. Ούτε υπάρχουν στεγανά στον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων και ούτε θα πρέπει, διότι η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Όταν επιδικάζονται συνήθεις αποζημιώσεις, όπως θα γίνει και στην παρούσα υπόθεση, δεν επιτρέπεται με το ύψος τους να εισάγονται ουσιαστικά επαυξημένες ή τιμωρητικές αποζημιώσεις με άλλη μορφή (βλ. General Press Agency - v - Christofides 1981 1 C.L.R. 190). Ανασκόπηση στην σχετική επί του θέματος Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατέδειξε πλούτο αποφάσεων, πλην όμως η κάθε περίπτωση ήταν ξεχωριστή από απόψεως δυσφήμησης και προσωπικοτήτων των εναγόντων και δεν έχει εντοπίσει το Δικαστήριο παρόμοια περίπτωση, έστω κατά προσέγγιση, που να αποτελεί φάρο για το Δικαστήριο στην επιδίκαση αποζημιώσεων. Βεβαίως υπάρχει μια απόφαση με ενάγοντα δικηγόρο, ήτοι η Cacoyiannis - v - Kyrou and others
(1977)12 J.S.C. 1883, που αφορούσε πολύ διαφορετικά περιστατικά από αυτά της παρούσας υπόθεσης. Έχοντας λοιπόν το Δικαστήριο, την φύση και το περιεχόμενο των δυσφημηστικών φράσεων, ότι αποδίδουν ποινικά αδικήματα της κλοπής και απάτης στον ενάγοντα, ο οποίος μάλιστα είναι λειτουργός της Δικαιοσύνης όντας δικηγόρος, την πείρα του ως δικηγόρος, ότι ο εναγόμενος προέβηκε σε δύο δυσφημήσεις σε μια μέρα, το γεγονός ότι δεν απολογήθηκε , ότι ο ενάγοντας αθωώθηκε τελεσίδικα από την κατηγορία της κλοπής την οποία αντιμετώπιζε με παραπονούμενο στον εναγόμενο και συνακόλουθα η παντελώς αναιτιολόγητη και αδικαιολόγητη απόδοση στον ενάγοντα του αδικήματος της κλοπής και έχοντας υπόψη γενικά το περιεχόμενο των εν λόγω φράσεων, το Δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση αυτήν των €8,000. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €8,000 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Τα έξοδα που επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου, θα είναι μόνο τα πραγματικά έξοδα, με νόμιμο τόκο επίσης από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, διότι ο ενάγοντας χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση του, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα την ιδιότητα του ως ενάγοντα και ως δικηγόρου, ήτοι χωρίς να προσλάβει τις υπηρεσίες άλλου δικηγόρου. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Προφορική δυσφήμιση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο