← Κύπρος

ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ (ΠΙΤΣΙΛΙΑ) ΓΕΩΡΓΙΙΟΥ ΛΤΔ ν. Μαρίνα Μεσαρίτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3179/16, 2/2/2017

ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ (ΠΙΤΣΙΛΙΑ) ΓΕΩΡΓΙΙΟΥ ΛΤΔ ν. Μαρίνα Μεσαρίτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3179/16, 2/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2017:A62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3179/16 Μεταξύ: ΑΛΛΑΝΤΙΚΑ (ΠΙΤΣΙΛΙΑ) ΓΕΩΡΓΙΙΟΥ ΛΤΔ, εκ Κυπερούντας Ενάγουσα Και

  1. Μαρίνα Μεσαρίτη
  2. ΣΠΕ ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων ------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 04/01/2017 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Φεβρουαρίου 2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Λ. Χατζηλοίζου για Χρήστος Χατζηλοίζου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη 1 - καθ'ής η αίτηση: κος. Νεάρχου για Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης ΔΕΠΕ. Για την εναγόμενη 2: κος. Γιάγκου για N. Pirilides & Associates LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί η αίτηση εναγόντων - αιτητών ημερομηνίας 04/01/
  3. Προτού υπεισέλθω στο αιτητικό και ουσία της υπό κρίση αίτησης κρίνω απαραίτητο να αναφέρω εν συντομία το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, ως αυτό διαφαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης. - Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε μέσω γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στις 3/11/2016 και με αξιώσεις εναντίον της εναγομένης 1 για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για υπεξαίρεση, ιδιοποίηση, απάτη, δόλο, κλοπή υπό αντιπροσώπου και/ή ως money had and received και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και εναντίον της εναγομένης 2 ως εργοδότης της εναγομένης 1 κατά τρόπο που να καθιερώνει την αλληλέγγυο ευθύνη αυτών και της εναγομένης 2 ούσης εκ προστήσεως υπεύθυνης, επιπλέον γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και έξοδα που η ενάγουσα υπέστηκε, πλέον τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. - Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του κλητήριου εντάλματος, η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση ημερ.3/11/2016 με την οποία αξίωνε την έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων σε σχέση με ακίνητα και λογαριασμούς της εναγομένης
  4. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης στις 7/11/2016 και αφού εξέθεσε προβληματισμό για το κατεπείγον έδωσε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 10/11/2016 και η αίτηση, μονομερώς προωθούμενη, τέθηκε εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11/11/
  5. Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου για το κατεπείγον αυτής ακόμα και μετά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης οδήγησε την πλευρά των αιτητών να ζητήσουν όπως επιδώσουν την αίτηση στους εναγομένους. - Συνεπεία των ανωτέρω οδηγιών η αίτηση, λαμβάνοντας πλέον μορφή δια κλήσεως, ορίστηκε για επίδοση στις 24/11/
  6. Την ημέρα εκείνη και αφού η αίτηση επιδόθηκε και εμφανίστηκαν και για τους 2 εναγόμενους συνήγοροι, ορίστηκε η αίτηση για ακρόαση στις 19/12/2016 με ταυτόχρονες οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι και τις 12/12/
  7. - Η εναγόμενη 1 στις 12/12/2016 καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί στην αίτηση συνοδευόμενη με ένορκη δήλωση. Στις 19/12/2016 υποβλήθηκε αίτημα αναβολής ενόψει της πρόθεσης της Ενάγουσας να υποβάλει αίτηση για καταχώρηση περαιτέρω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία επίσης προσέκρουσε στην ένσταση της πλευράς της εναγομένης 1, οδηγώντας έτσι στην παρούσα απόφαση. - Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι η πλευρά της εναγομένης 2 ως μη άμεσα ενδιαφέρουσα η αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εξέφρασε την θέση ότι δεν θα συμμετέχει και παρακολουθεί την διαδικασία τόσο της παρούσας αίτησης όσο και της αίτησης ημερ.3/11/2016 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επί του προκειμένου τώρα η Ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση εξαιτείται: Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εντός οιασδήποτε προθεσμίας το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.39, Δ.48 Θεσμοί 1 - 4, επί της Νομολογίας και της Δικαστηριακής Πρακτικής, επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Κανόνων φυσικής Δικαιοσύνης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Γεωργίου, διευθυντή της Ενάγουσας / Αιτήτριας, την οποία δεν χρειάζεται να επαναλάβω αυτούσια. Συνοπτικά αναφέρω ότι ο ενόρκως δηλών υιοθετεί το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και των 2 ενόρκων δηλώσεων που την συνοδεύουν. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα τα γεγονότα που επιθυμεί να φέρει εις γνώση του Δικαστηρίου δεν μπορούν να τεθούν με αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας καθότι αυτή μπορεί να τα αρνηθεί ενώ με την καταχώρηση ένορκης δήλωσης θα εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Τα γεγονότα επί των οποίων η ενάγουσα / αιτήτρια επιθυμεί να τοποθετηθεί είναι οι ισχυρισμοί της παραγράφου 4, 5, 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13 και
  8. Αναφέρει ο δηλών ότι σκοπός δεν είναι η παρουσίαση νέων γεγονότων στοιχείων αλλά η απόδειξη των ήδη παραχωρηθέντων τα οποία δεν μπορούσε να προβλέψει ότι θα αμφισβητηθούν και να δικογραφηθεί η αμφισβήτηση των όσων αναφέρει η ενόρκως δηλούσα. Καμία δε ζημιά δεν θα προκληθεί στην καθ'ής η αίτηση ενώ εξυπηρετείτε το συμφέρον της δικαιοσύνης καθότι θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Η Εναγόμενη 1 - καθ' ής η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην ως άνω αίτηση η οποία βασίζεται στην Δ.39, Δ.48, κ.κ.1 έως 13, στο φάκελο δικογραφίας, στη νομολογία, στις γενικές αρχές έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την ειδοποίηση περί προθέσεως καταχώρησης ένστασης παρατίθενται 8 λόγοι ένστασης τους οποίους δεν προτίθεμαι να επαναλάβω, αυτοί βρίσκονται ενώπιον μου και έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη. Κυριότεροι εξ' αυτών η παράλειψη καταχώρησης της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης και η μη ύπαρξη καλού λόγου για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Η ένσταση της εναγόμενης - καθ' ής η αίτηση αρ. 1 στηρίζεται επί δικής της ενόρκου δηλώσεως στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης με πιο πολλές λεπτομέρειες, ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιο το περιεχόμενο της. Κατά το στάδιο της ακρόασης της παρούσας αίτηση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν για τις εκατέρωθεν θέσεις τους, η μεν συνήγορος των αιτητών προφορικά, ο δε συνήγορος της καθ' ής η αίτηση με γραπτό κείμενο αγόρευσης. Τα όσα ανέφεραν αμφότεροι από πλευράς νομικής επιχειρηματολογίας και παραπομπής σε σωρεία νομολογίας έχουν μελετηθεί δεόντως από το Δικαστήριο και έχουν ληφθεί υπόψη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4

(2), η χορήγηση άδειας για καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι φανερό ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου». Επιτρέπεται επίσης με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Πρέπει όμως πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η φύση της αίτησης υπό εκδίκαση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση και σημείωσε τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». Περαιτέρω θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται ένα αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λαμβάνονται υπόψη και συνεξετάζονται και με τον σκοπό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήθελε εξυπηρετήσει. Δηλαδή θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση και με το είδος των αιτήσεων στις ένορκες δηλώσεις των οποίων επιχειρείται να καταχωρηθεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση της Ε. Δ. τότε Έφης Παπαδοπούλου στην αγωγή με αρ.2596/02, Ε. Δ. Λεμεσού, μεταξύ Σωτήρη Πίττα και Ανδρέα Νεοκλέους κ.α ημερ.5/11/2002, η οποία ναι μεν δεν αποτελεί αυθεντία συμφωνώ δε με το σκεπτικό που η Έντιμη Δικαστής εξέφρασε ως ακολούθως: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση η συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του Αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει.» Εξετάζοντας συνεπώς την υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο τα όσα οι Ενάγοντες - αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν ως μαρτυρία στην αρχική αίτηση (και εννοώ την αίτηση για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων) αποτελούν «καλό λόγο» εν τη έννοιά της νομολογίας ανωτέρω ούτως ώστε να δύναμαι να ασκήσω την διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται. Κύριο επιχείρημα και λόγος ένστασης της πλευράς της εναγόμενης 1 για την απόρριψη της αίτησης, είναι η θέση ότι από την αίτηση απουσιάζει η προτιθέμενη προς καταχώρηση ένορκη δήλωση με αποτέλεσμα να ελλείπει το υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσα να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Σχετική με το πιο πάνω θέμα είναι η απόφαση στην υπόθεση Βερεγγάρια Παναγιώτη Παπακόκκινου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ.643 στην οποία παρατίθενται τα κάτωθι: «Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, που ζητείται να καταχωρηθεί, της κας Βερεγγάριας Παπακόκκινου, δεν μπορούμε να αντιληφθούμε τι περισσότερο επιθυμούν οι εφεσείουσες να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου πέραν της επανάληψης του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως ημερ. 12.7.2011 και της επιχειρηματολογίας τους. Ούτε όμως η επανάληψη, ούτε και η επιχειρηματολογία των εφεσειουσών, δικαιολογούν το ζητούμενο διάταγμα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σημειώνουμε συναφώς ότι στην αίτηση δεν έχει επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που θα καταχωρείτο, αν δινόταν άδεια, όπως θα έπρεπε και επομένως το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε. Υπό τις περιστάσεις η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των εφεσειουσών-αιτητριών τα οποία να υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης.» (η υπογράμμιση και τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι υπάρχει ανάγκη να παρουσιαστεί η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση όμως σημειώνω ότι η παράλειψη αυτή δεν οδηγεί από μόνη της σε απόρριψη. Η ουσία της αναφοράς στην πιο πάνω απόφαση κρίνω ότι έγκειται στα όσα αναφέρονται πιο κάτω και συγκεκριμένα στην αναφορά ότι «το περιεχόμενο της το υποθέσαμε από τα στοιχεία που είχαμε». Συνεπώς η ουσία στην εξέταση μιας αίτησης ως η παρούσα είναι το Δικαστήριο να εξετάσει αν τα όσα προτίθενται οι αιτητές να παρουσιάσουν ως περαιτέρω γραπτή μαρτυρία είναι επιτρεπτά και συνιστούν πράγματι «καλό λόγο». Αυτή η εξέταση δεν μπορεί να λάβει χώρα εάν το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το περιεχόμενο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε ως επισυνημμένη η ίδια είτε ακόμα και ως περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Η απουσία των όσων επιθυμούν να προσθέσουν αφήνει την αίτηση έκθετη σε απόρριψη καθότι ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να ασκήσει την διακριτική ευχέρεια που ο νόμος δίδει. Στην υπό κρίση αίτηση τώρα παρατηρώ ότι όχι μόνο δεν έχει επισυναφθεί η προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αλλά και από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ελλείπει οιαδήποτε αναφορά στο περιεχόμενο της. Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν ισχυρισμούς που αφορούν σχεδόν το σύνολο των παραγράφων της ένορκης δήλωσης της καθ΄ής η αίτηση - εναγόμενης 1 χωρίς να διευκρινίζεται σε ποιο ακριβώς ισχυρισμό θέλουν να απαντήσουν και κυρίως γιατί υπάρχει αυτή η ανάγκη. Η παράλειψη αυτή δεν δίδει καμία δυνατότητα στο Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια καθότι δεν δύναται να εξετάσει κατά πόσο τα όσα αναφέρουν οι αιτητές ως ανάγκη παρουσίασης περαιτέρω μαρτυρίας συνιστούν «καλό λόγο» προς έγκριση του αιτήματος τους. Σημειώνω επιπλέον ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα και η ευχέρεια το Δικαστήριο να επιτρέψει να καταχωρηθεί μέρος της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά αυτό είναι δυνατό μόνο εφόσον υπάρχει ενώπιον του η ουσία των όσων επιθυμεί ο αιτών διάδικος να προσθέσει. Με τον τρόπο που το αίτημα έχει διατυπωθεί και με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που το συνοδεύει η έγκριση του θα ισοδυναμούσε με πλήρη ελευθερία για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με οιοδήποτε περιεχόμενο σε είδος και έκταση. Η Αίτηση συνεπακόλουθα των όσων έχω προσπαθήσει να αναλύσω κρίνω ότι δεν δύναται να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα κατ΄ εφαρμογή του συνήθη κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 1 - καθ' ής η αίτηση και εναντίον των αιτητών - εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.