← Κύπρος

AΝΘΟΥΛΑΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ν. MEGA EQUITY SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES PUBLIC LTD, Αρ. Αγωγής: 1206/14, 29/3/2017

AΝΘΟΥΛΑΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ν. MEGA EQUITY SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES PUBLIC LTD, Αρ. Αγωγής: 1206/14, 29/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1206/14 ΜΕΤΑΞΥ: AΝΘΟΥΛΑΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΥ ΕΝΑγουσα και MEGA EQUITY SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES PUBLIC LTD ΕΝΑΓΟΜΕΝΟI Ημερομηνία: 29 Mαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Ιωάννα Μιχαήλ Για εναγόμενους καθ΄ ων η αίτηση: κα Άντρεα Χριστοδουλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπο εξετάση αίτηση η ενάγουσα ζητά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης της, με την προσθήκη τριών νέων εναγομένων, οι οποίοι σύμφωνα με την ενάγουσα και πιο συγκεκριμένα με τους ισχυρισμούς που προτίθεται να εισαξει στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, οι προτεινόμενοι εναγόμενοι είχαν την ιδιότητα του διευθυντή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου των εναγομένων 1. Επίσης η ενάγουσα αιτείται όπως εισαχθεί ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι 1 ενεργούσε διαμέσου αντιπροσώπων, μεσιτών και τρίτων προσώπων, καθώς επίσης ότι η εναγόμενη 1 και τα τρία νέα πρόσωπα που επιθυμεί η ενάγουσα να προσθέσει ως νέους εναγομένους, εισέπραξαν από την ενάγουσα ή και από αντιπροσώπους, μεσίτες και τρίτα πρόσωπα που ενεργούσαν εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγομένης 1 συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για αγορά των μετοχικών τίτλων και εν κατακλείδι ζητά όπως το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης διαμορφωθεί ανάλογα Η νομική βάση της αίτησης δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτολεξεί στο κείμενο της παρούσας απόφασης, πλην όμως θα γίνει ειδική αναφορά στο μέρος της παρούσας απόφασης που πραγματεύεται την νομική πτυχή της παρούσας αίτησης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κυρίας Ελινας Νικολαΐδου, η οποία αναφέρει την ιδιότητα της ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο της ενάγουσας και ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη της δήλωση και ακολούθως αναφέρεται στην πηγή άντλησης της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας. Ακολούθως κάνει αναφορά στην φύση της παρούσας υπόθεσης και την ανάγκη που προέκυψε για να προβεί η ενάγουσα στην τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και πιο συγκεκριμένα μετά την αίτηση των εναγομένων που καταχώρισαν και που ζητούν την τροποποίηση της υπεράσπισης τους για να ισχυριστούν ότι η ενάγουσα αγόρασε τις μετοχές από τρίτο πρόσωπο. Ανέφερε επίσης η ένορκως δηλούσα ότι στα πλαίσια ελέγχου της θέσης των εναγομένων, διαφάνηκε ότι με απόφαση της ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου η οποία είναι μεταγενέστερη της καταχωρήσεως της παρούσας αγωγής και πιο συγκεκριμένα στην υπόθεση Γουότς ν Λαουρη Πολ. Έφεση 319/2007 ημετ. 7/8/2014 έχει διευκρινιστεί ότι διοικητικοί συμβουλοι μιας εταιρείας είναι προσωπικά και αλληλέγγυα υπεύθυνοι για την επιστροφή οποιονδήποτε χρημάτων εισέπραξαν για την αγορά μετοχών για λογαριασμό της εταιρείας, εάν τελικά η εταιρεία δεν εισήχθη στο χρηματιστήριο αξιών Κύπρου εντός ευλόγου χρόνου. Από έρευνα που έχουν κάνει οι δικηγόροι της αιτήτριας στον έφορο εταιρειών με τους καθ΄ ών η αίτηση, προκύπτει ότι κατά πάντα ουσιώδη με την αγωγή χρόνο, οι προτεινόμενοι εναγόμενοι διατελούσαν ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου και ή διευθυντές και ή Διοικητικοί σύμβουλοι των εναγομένων και συνακόλουθα η ένορκως δηλούσα αναφέρει ότι οι προτεινόμενοι εναγόμενοι αποτελούν απαραίτητους διαδίκους με σκοπό να διευκρινιστούν πλήρως και τελικώς τα θέματα της παρούσας αγωγής. Ανέφερε επίσης η ένορκως δηλούσα ότι η προτεινόμενη τροποποίηση έχει σκοπό να διευκρινίσει θέματα σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι η αιτήτρια δεν έχει αγοράσει τις μετοχές από τους εναγομένους με το να εγείρει απαντητικά ισχυρισμό ότι οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο έχει εμπλακεί και στην μεταξύ των μερών δικαιοπραξία ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό ως αντιπρόσωπος και μεσίτης (broker) των εναγομένων και αυτά τα τρίτα πρόσωπα που κατονομάζει, σήμερα δεν έχουν οποιαδήποτε εργασία, διότι αποτελούν εταιρεία η οποία έχει διαγραφεί και συνεπώς η προσθήκη στην διαδικασία δεν κρίνεται απαραίτητη. Εν κατακλείδι η ένορκως δηλούσα αναφέρει ότι η τροποποίηση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και δεν προκαλεί ζημιά στους εναγομένους άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, ενώ με την προσθήκη των προτεινόμενων εναγομένων καθώς και την έκθεσης απαίτησης, θα αποφευχθεί ο κίνδυνος έγερσης πολλαπλών διαδικασιών στις οποίες να εγείρονται τα ίδια επίδικα θέματα και συνακόλουθα ο κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων από διαφορετικά δικαστήρια. Η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε ενστάση, προβάλλοντας τέσσερις λόγους ενστάσεων και πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι η αίτηση βασίζεται σε ανύπαρκτο αγώγιμο δικαίωμα, διότι με την αίτηση επιδιώκεται να προσθέσουν ως διαδίκους άτομα που ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης το 2001, βασιζόμενη στις πρόνοιες του νόμου 14

(1)/1993 και ειδικότερα με τα άρθρα 58 Α και Β, τα οποία έχουν εισαχθεί με το νόμο 9)1)/2001 που διαγράφηκαν με το νόμο 115
(1)/2005 στις 9 Σεπτεμβρίου 2005 και συνακόλουθα κατά το χρόνο καταχωρήσεως της παρούσας αγωγής, δεν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα κατά των διοικητικών συμβουλίων της εναγομένης, όπως αυτό επιχειρείται να εισαχθεί από την ενάγουσα στην παρούσα αίτηση. Επίσης ως λόγους ενστάσεων οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι δεν υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση της ανάγκης για τροποποίηση, δεδομένου ότι κανένα νέο γεγονός ή στοιχείο δεν προέκυψε από την καταχώριση της αγωγής μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης, η οποία συνιστά κατά την εναγόμενη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, διότι η ενάγουσα θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει η καταχώρηση ένστασης στην αίτηση τροποποίησης που καταχώρισαν οι εναγόμενοι. Ως προς την νομική τύχη που υποστηρίζει την ένσταση, επίσης κρίνεται σκόπιμο να μην παρατεθεί αυτολεξεί, διότι θα γίνει ειδική αναφορά σε ξεχωριστό μέρος της παρούσας απόφασης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κυρίας Ζωούλας Νικολάου, η οποία αναφέρεται στην ιδιότητα της ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων και ακολούθως κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της εξουσιοδοτήσεως της όπως προβεί στην ένορκη της δήλωση, καθώς επίσης και στην γνώση της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως υιοθετεί τους λόγους ενστάσεων και κάνει αναφορά στο ιστορικό της παρούσας αγωγής για να καταδείξει την κατάχρηση εκ μέρους της ενάγουσας με την χρονοτριβή που παρατηρεί στην καταχώριση ένστασης στην αίτηση τροποποίησης που καταχώρισαν οι εναγόμενοι. Επίσης τονίζει ότι δεν έχει επισυναφθεί οποιοδήποτε τεκμήριο που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό της ενάγουσας αναφορικά με την έρευνα που έκαναν στον έφορο εταιρειών και την διαπίστωση τους ως προς τους διοικητικούς συμβούλους της εναγομένης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα, το νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι η συνδυασμένη εφαρμογή της Δ.9 θ.10 και της Δ. 25 (ως ισχύει στην υπό εξέταση αίτηση εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της παρούσας αγωγής). Η Δ.9 θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: ΄΄ No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice. Υπάρχει επί του θέματος νομολογία που έχει ερμηνεύσει και εφαρμόσει την πιο πάνω Διάταξη και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Korkut - v - Γεωργίου κ.α. 2007 1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1213, όπου αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα, από όπου το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία της εν λόγω Διάταξης και κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο μιλά από μόνο του: ΄΄Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772).΄΄ Ως προς την Δ. 25, όπου στηρίχθηκε η υπό εξέταση αίτηση, (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) αυτή προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
  1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
  2. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ. 25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια και αφού βεβαίως έχει λάβει υπόψιν του το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη της αίτησης και τις ενστάσεως αντίστοιχα, καθώς επίσης και τις εισηγήσεις αμφοτέρων των ευπαίδευτων συνηγόρων, κρίνει ότι η αίτηση πληροί τις προϋποθέσεις για έγκριση της. Συγκεκριμένα έχει γίνει μεγάλος λόγος και ανάπτυξη, καθώς και επιχειρηματολογία και από τις δύο πλευρές ως προς την ύπαρξη του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των προτίθεμενων εναγομένων, πλην όμως το δικαστήριο κρίνει ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι ορθό και δίκαιο να προκρίνει το δικαστήριο εάν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον αυτών των προσώπων, διότι όχι μόνο αυτά τα πρόσωπα δεν εκπροσωπούνται στην παρούσα διαδικασία, αλλά και επειδή το δικαστήριο κρίνει ότι εάν δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον αυτών των προσώπων, αυτό θα κριθεί στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αγωγής, ή ακόμα στα πλαίσια καταχωρήσεως αίτησης για προδικασμό νομικού σημείο και για διαγραφή του αγώγιμου δικαιώματος με βάση την Δ. 27, εάν και εφόσον καταχωρήσουν οι προτιθέμενοι εναγόμενοι σχετική αίτηση και εφόσον βεβαίως πληρούνται οι σχετικές νομολογιακές προϋποθέσεις. Στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, το δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον οι προτιθέμενοι εναγόμενοι είναι αναγκαίοι διάδικοι για να διαλευκανθούν όλα τα επίδικα ζητήματα, έχοντας υπόψη του το δικαστήριο τα νομολογιακά κριτήρια όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επί αυτού του σημείου το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την μαρτυρία από πλευράς της ενάγουσας που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, ήτοι ότι οι προτιθέμενοι εναγόμενοι είχαν εμπλοκή στην είσπραξη χρηματικού ποσού για αγορά μετοχικών τίτλων και για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας το δικαστήριο κρίνει ότι αποτελεί επαρκές υπόβαθρο και αιτιολογία για να υποστηρίξει την παρούσα αίτηση και δεν κρίνεται σκόπιμο και ορθό για το δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της επίδικης διαφοράς και να εξετάσει αντικρουόμενες εκδοχές και διαφορετικές νομικές ερμηνείες που πηγάζουν από την πιο πάνω αναφερθείσα απόφαση της ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου, διότι αυτό θα πρέπει να γίνει στον δέοντα χρόνο, δηλαδή στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αγωγής, ή ενδεχομένως στα πλαίσια εξέτασης ενδιάμεσης αιτήσεως για προδικασμό νομικού σημείο και αιτήματος για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλείπτουσας αγώγιμό δικαίωμα και εφόσον βεβαίως πληρούνται τα σχετικά νομολογιακά κριτήρια της Δ. 27 και εφόσον βεβαίως οι προτιθέμενοι εναγόμενοι προβάλουν τις σχετικές εισηγήσεις τους. Ως προς τους λόγους ενστάσεων που προβλήθηκαν από τους εναγομένους αναφορικά με την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, καθώς επίσης και για την κατάχρηση της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε πρόθεση κατάχρησης της διαδικασίας και ούτε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και οι εναγόμενοι θα αποζημιωθούν με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Η αναφορά από πλευράς εναγομένης ότι δεν έχει καταχωρηθεί οποιοδήποτε τεκμήριο που να αποδεικνύει την έρευνα στον έφορο εταιρειών και την διαπίστωση ότι οι προτιθέμενοι εναγόμενοι δεν είναι διοικητικοί σύμβουλοι της εναγομένης κατά τον ουσιώδη χρόνο, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η θέση δεν δύναται να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα, διότι εάν υπάρχει αφισβήτηση τέτοιας ιδιότητας των προτιθέμενων εναγομένων, αυτό θα πρέπει να προβληθεί από τους ίδιους τους προτιθέμενους εναγομένους στον δέοντα δικονομικό χρόνο και με τον δέοντα δικονομικό τρόπο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη και η ένσταση ως αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α και Β του παρακλητικού της αίτησης. Ως προς τους προτιθέμενους εναγομένους που θα προστεθούν με την τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεις να τηρηθούν οι θεσμοί. Ως προς τους υφισταμένους διαδίκους δίνονται οι εξής οδηγίες: τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος το οποίο να ζητηθεί αυθημερόν, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 14 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης καθώς επίσης και τα έξοδα που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.