← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αγωγή αρ. 1868/12, 16/3/2017

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αγωγή αρ. 1868/12, 16/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1868/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.7.2016 για παραμερισμό της απόφασης Ημερομηνία: 16 Μαρτίου, 2017 Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Προδρόμου για ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Πότσης για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εκδόθηκε την 3.7.2012, ερήμην του εναγόμενου, απόφαση εναντίον του με την οποία διετάχθη να πληρώσει το ποσό των €240.727,28 πλέον τόκους και έξοδα, ως οφειλόμενο βάσει πιστωτικών διευκολύνσεων που κατ' ισχυρισμό του παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες. Με την απόφαση διετάχθη επίσης η εκποίηση των Υποθηκών με αριθμούς 11153/05, 10496/08 και 2821/08 και η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων ώστε το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Σύμφωνα με τους προβαλλόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι ενάγοντες που είναι πιστωτικό ίδρυμα, παραχώρησαν δυνάμει γραπτών συμφωνιών, πιστωτικές διευκολύνσεις στον εναγόμενο (δάνειο και διευκόλυνση με μορφή λειτουργίας τρεχούμενου λογαριασμού). Ο ενάγοντας προς εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου, ενέγραψε τις προαναφερόμενες υποθήκες επί συγκεκριμένων ακινήτων του στο χωριό Τραχώνι στη Λεμεσό, προς όφελος των εναγόντων. Λόγω του ότι οι λογαριασμοί του εναγόμενου (δάνειο και τρεχούμενος) παρουσίαζαν σημαντικές καθυστερήσεις, οι ενάγοντες τερμάτισαν τις συμφωνίες και την λειτουργία των λογαριασμών και απαίτησαν την εξόφληση των οφειλόμενων ποσών. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει πως η αγωγή καταχωρήθηκε την 30.4.2012 και επιδόθηκε στον εναγόμενο την 13.6.2012. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Επίδοσης, το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθη στον εναγόμενο προσωπικά. Την 26.6.2012, οι ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση για απόφαση, δυνάμει της Διαταγής 17, λόγω παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία. Την 3.7.2012 προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησης τους και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση, ως ανωτέρω. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο εναγόμενος αιτείται: (α) την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, λόγω του ότι η επίδοση είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη και (β) την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσης απόφασης. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17, θθ.1-14, Δ.26 θ.14, Δ.33 θθ.1-5, Δ.34 θθ.1-6, Δ.40 θθ.1-7, θ.11, Δ.48 θθ.1-4, 8, 9(η), Δ.64, Δ.57 θ.2, 8, 9 και 10, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος, στον Νόμο 127
(1)/06, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου καθώς και του Αγγλικού Εφετείου, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις αρχές της επιείκειας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη γενική πρακτική, στη διακριτική ευχέρεια και την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από τις Ένορκες Δηλώσεις του εναγόμενου (Αλέξανδρου Κωνσταντίνου) και των Χριστάκη και Μιχάλη Κωνσταντίνου. Η μαρτυρία του εναγόμενου, όπως καταγράφεται στην Ένορκη του Δήλωση, συνοψίζεται ως εξής: «Ουδέποτε έλαβε γνώση για την έγερση της αγωγής εναντίον του, και είναι γι' αυτό τον λόγο που δεν καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης αν και είχε καλή υπεράσπιση. Το Κλητήριο Ένταλμα ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά και η υπογραφή που έχει τεθεί στο πάνω μέρος του Κλητηρίου δεν είναι η δική του. Ως εκ τούτου η επίδοση της αγωγής είναι «αντικανονική και παράτυπη» και κατά συνέπεια η εκδοθείσα εναντίον του απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί. Δεν έλαβε επίσης γνώση των διαδικασιών που ακολούθησαν της έκδοσης της απόφασης. Ουδέποτε έλαβε γνώση ότι είχε εκδοθεί εναντίον του ένταλμα πώλησης της κινητής του περιουσίας. Το πληροφορήθηκε από τους δικηγόρους του, μετά την διεξαγωγή από τους τελευταίους, έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ο ίδιος πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της επίδικης απόφασης, μετά την επίδοση σ΄ αυτόν των εγγράφων για πώληση συγκεκριμένου ακινήτου του με δημόσιο πλειστηριασμό. Με τους ενάγοντες είχε και άλλη διαφορά (κινήθηκε η αγωγή 5881/12 Ε.Δ. Λεμεσού) η οποία εν τέλει διευθετήθηκε. Όταν συζητούσε με τους πρώτους για επίλυση της προαναφερόμενης διαφοράς, οι αρμόδιοι υπάλληλοι των εναγόντων του ανάφεραν να «μην ανησυχεί για τα άλλα δάνεια του εννοώντας το επίδικο και ότι θα είχαν χρόνο να τα συζητήσουν και να βρουν λύση». Τον «καθησύχαζαν» επίσης και τον «διαβεβαίωναν» ότι δεν επρόκειτο να κινηθούν με «οποιοδήποτε τρόπο εναντίον του» κατανοώντας την «δυσμενή» οικονομική του θέση. Ουδέποτε του ανεφέρθη από τους εν λόγω υπαλλήλους ότι είχε «εξασφαλιστεί» απόφαση εναντίον του. Η επίδικη συμφωνία δανείου είναι άκυρη αφού υπογράφτηκε κάτω από ψυχική πίεση και κατόπιν ψευδών παραστάσεων και παραπλάνησης του από τους ενάγοντες. Ουδέποτε του επεξηγήθηκαν οι όροι της συμφωνίας και ο ίδιος δεν «διαπραγματεύθηκε τα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν». Επειδή υπήρχε «άμεση η ανάγκη του δανείου» οι ενάγοντες τον «επηρέασαν» και υπέγραψε αμέσως την συμφωνία. Οι ενάγοντες «παρέστησαν αυτή ως τυπική και άνευ εννόμου αποτελέσματος συμφωνία». Δεν ενημερώθηκε επίσης για το ύψος του επιτοκίου, για τον τρόπο υπολογισμού του, για το επιτόκιο στην περίπτωση υπερημερίας. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας «δεν τηρήθηκαν οι δέουσες διαδικασίες για την προστασία του». Λόγω των «παράνομων, ετεροβαρών και καταχρηστικών» σε βάρος του όρων, η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, επειδή καταρτίστηκε κατά παράβαση του Νόμου περί Καταναλωτικής πίστης. Στα αξιούμενα ποσά περιλαμβάνονται «παράνομες, αυθαίρετες χρεώσεις, ανατοκισμός και κεφαλαιοποιήσεις». Η σύναψη της σύμβασης ήταν εικονική. «Μεγάλο μέρος» του δανείου ήταν της εταιρείας του, CREATIVES CONSTRUCTIONS LTD, αλλά οι ενάγοντες το «παρουσίασαν» σαν δικό του δάνειο. Οι τελευταίοι τον «πίεζαν» να ακυρωθούν οι συμφωνίες στις οποίες πρωτοφειλέτης ήταν η εταιρεία του και να γίνουν «νέα δάνεια» με τον ίδιο ως πρωτοφειλέτη. Οι ενάγοντες άσκησαν «τρομακτική πίεση» πάνω του (του έλεγαν πως αν δεν υπογράψει θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον του) που στο τέλος «υπέκυψε». «Προταθείσες εξασφαλίσεις» τροποποιήθηκαν, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση και χωρίς να τύχουν «έγκρισης, συγκατάθεσης και αποδοχής» εκ μέρους του. Ουδέποτε οι ενάγοντες τερμάτισαν «νόμιμα και νομότυπα» τον επίδικο λογαριασμό του δανείου καθότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε την κατ' ισχυρισμόν επιστολή τερματισμού. Λόγω του «πολύ περιορισμένου χρόνου που είχε στη διάθεση του να εξεύρει πραγματογνώμονα», επισυνάπτει στην Ένορκη του Δήλωση, δύο Ένορκες Δηλώσεις προσώπων που γνωρίζουν πολύ καλά τον γραφικό του χαρακτήρα. Είναι εύλογο, δίκαιο και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να ασκήσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του να ακουστεί στην διαδικασία.» Ο Χριστάκης και Μιχάλης Κωνσταντίνου αδέλφια, όπως οι ίδιοι διατείνονται, του εναγόμενου, στις δικές τους Ένορκες Δηλώσεις αναφέρουν πως έχουν δει το Κλητήριο Ένταλμα που φέρεται να «υπέγραψε ή έθεσε την υπογραφή του» ο εναγόμενος. Και οι δύο δηλώνουν πως γνωρίζουν πολύ καλά τον γραφικό χαρακτήρα του Αλέξανδρου και είναι «κατηγορηματικοί» πως «δεν το έχει υπογράψει ή μονογράψει ή θέσει τα αρχικά του ο Αλέξανδρος Κωνσταντίνου». Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Ένσταση η οποία στηρίζεται στους ίδιους με την Αίτηση Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο κοινό δίκαιο, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση προβάλλονται εννέα
(9)Λόγοι. Οι ενάγοντες διατείνονται πως ο αιτητής προωθεί καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς την Αίτηση. Πως οι προβαλλόμενοι εκ μέρους του ισχυρισμοί είναι ατεκμηρίωτοι και/ή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις. Πως δεν δικαιολογεί επαρκώς και/ή καθόλου την υπέρμετρη καθυστέρηση στην λήψη δικαστικών μέτρων για ακύρωση της δικαστικής απόφασης. Πως δεν δικαιολογεί επαρκώς και/ή καθόλου την παράλειψη εμφάνισης του στην αγωγή. Πως δεν προβάλλει και/ή δεν αποκαλύπτει σοβαρή και/ή καθόλου υπεράσπιση και πως προβάλλονται αόριστοι και/ή αναληθείς και/ή άσχετοι ισχυρισμοί για την ύπαρξη «δήθεν» καλής υπεράσπισης. Πως δεν συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία και/ή οι σχετικοί κανονισμοί, ώστε να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Πως η Αίτηση βασίζεται σε ανεπαρκείς και/ή λανθασμένους λόγους και/ή δεν στηρίζεται επί του αναγκαίου πραγματικού και/ή νομικού υπόβαθρου και πως αυτή είναι κακόπιστη, κακόβουλη και/ή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η Ένσταση συνοδεύεται από τις Ένορκες Δηλώσεις της Άνδριας Αντωνίου και του Πανίκου Κλείτου. Η μαρτυρία της Άνδριας Αντωνίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες και δεόντως εξουσιοδοτημένης, έχει ως εξής: Η συνοδεύουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση, «αποτελεί σε μεγάλο βαθμό παραποίηση της αλήθειας» και τα γεγονότα που παρατίθενται σ' αυτήν έχουν ως στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η αγωγή επεδόθη προσωπικά στον εναγόμενο στις 13.6.
  1. Μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, καταχωρήθηκε στις 12.2.2013, ένταλμα για την εκποίηση της κινητής περιουσίας (writ of movables) του ενάγοντα, το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο αφού ο ενάγοντας στερείτο κινητής περιουσίας. Επίσης, στις 30.1.2013 καταχωρήθηκε ΜΕΜΟ σε ακίνητη του περιουσία. Καμία συζήτηση δεν έγινε μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου, για επίλυση της διαφοράς στην αγωγή με αριθμό 5881/12 η οποία αφορούσε την ενοικιαγορά του οχήματος ΚΝΜ
  2. Στις 8.4.2013, οι ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση εναντίον του εναγόμενου στην ρηθείσα αγωγή, λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Οι ενάγοντες καταχώρησαν στη συνέχεια αίτηση παρακοής εναντίον του εναγόμενου, λόγω του ότι ο τελευταίος δεν παρέδωσε το επίδικο όχημα, ως η απόφαση του Δικαστηρίου. Εν τέλει το όχημα παραδόθηκε στις 15.6.
  3. Η απόφαση στην παρούσα αγωγή, εκδόθηκε χρόνια πριν και προωθήθηκαν και μέτρα εκτέλεσης της, για την ύπαρξη των οποίων γνώριζε ο εναγόμενος. Ο τελευταίος είχε πολλές τηλεφωνικές επικοινωνίες και συναντήσεις με τις υπαλλήλους των εναγόντων Έλενα Αντωνιάδου και Μελίνα Μαυρονικόλα (και οι δύο έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία των εναγόντων με το σχέδιο «εθελούσιας εξόδου»). Σύμφωνα με τα αρχεία που διατηρούν οι ενάγοντες, ο εναγόμενος στις 8.7.2015, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από την Έλενα Αντωνιάδου για την πρόθεση των εναγόντων να προχωρήσουν με πλειστηριασμό των ακινήτων του. Ο ίδιος ενημέρωσε πως συγγενικό του πρόσωπο είχε πρόθεση να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό. Στις 3.11.2015 ο εναγόμενος, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Έλενα Αντωνιάδου, ζήτησε συνάντηση για το θέμα. Στις 10.11.2015 είχε συνάντηση στα γραφεία των εναγόντων, στην οποία προσήλθε με την δικηγόρο του Άννα Προδρόμου. Συζητήθηκε η πρόθεση των πρώτων να προχωρήσουν στην πώληση των ακινήτων του με πλειστηριασμό. Στις 18.11.2015 είχε εκ νέου τηλεφωνική επικοινωνία με την Έλενα Αντωνιάδου για το ίδιο θέμα και στις 19.11.2015 είχε εκ νέου συνάντηση στα γραφεία των εναγόντων με την Έλενα Αντωνιάδου και την Μελίνα Μαυρονικόλα όπου του επεξηγήθηκε εκ νέου η κατάσταση και του δόθηκαν αντίγραφα των συμφωνιών των δανείων του. Αντίθετα απ' ότι ισχυρίζεται ο εναγόμενος, όλες οι συζητήσεις με τους υπαλλήλους των εναγόντων, έγιναν σε χρόνο μεταγενέστερο της συμμόρφωσης του στην Αίτηση Παρακοής στα πλαίσια της αγωγής 5881/
  4. Είναι δε παραπλανητική η θέση ότι «έλαβε γνώση για την παρούσα αγωγή μετά που του επιδόθηκαν τα έγγραφα για τον πλειστηριασμό», αφού τον Νοέμβριο του 2015 είχε συναντήσεις γι' αυτό το θέμα μαζί με τους δικηγόρους του οι οποίοι τον εκπροσωπούν και σήμερα, με τους υπαλλήλους των εναγόντων στα γραφεία των τελευταίων. Οι συμφωνίες δανείου στις οποίες αναφέρεται ο εναγόμενος στην Ένορκη του Δήλωση, είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα. Η απόφαση που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή εκδόθηκε στη βάση της γραπτής Συμφωνίας ημερομηνίας 12.8.
  5. Η μαρτυρία του Πανίκου Κλείτου, έχει ως ακολούθως: Είναι ιδιώτης επιδότης και ασκεί το επάγγελμα από το
  6. Στα πλαίσια της εργασίας του, συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., που είναι οι δικηγόροι των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση. Στις 13.6.2012 επέδωσε προσωπικά στον εναγόμενο, το Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής. Είχε μεταβεί στην οδό Κωνσταντινουπόλεως αρ.2 στο Τραχώνι, κτύπησε την πόρτα την οποία άνοιξε ο εναγόμενος και αφού βεβαιώθηκε ότι το πρόσωπο που είχε ενώπιον του ήταν ο εναγόμενος, προχώρησε στην επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος υπέγραψε στο πάνω μέρος του Κλητηρίου, το οποίο στη συνέχεια καταχώρησε (ο Κλείτου) στον φάκελο της υπόθεσης μαζί με την δική του Ένορκη Δήλωση επίδοσης. Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο θα πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946 - 947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας, [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, σελ. 31: «....Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγόμενος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής: «Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης». Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others v. Michael
(1982)1 CLR 2004.] To Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί πως σε αιτήσεις όπως η παρούσα, η μαρτυρία προσφέρεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Στην υπόθεση Μερκής ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις παραμερισμού πρωτόδικων αποφάσεων δεν είναι ανάγκη να προσφέρεται ζωντανή μαρτυρία και τα Δικαστήρια μπορούν να στηρίζονται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρούνται εκ μέρους των διαδίκων. Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σύγκρουση των προβαλλόμενων ισχυρισμών, όπου δηλαδή υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, το βάρος απόδειξης το έχει ο αιτητής. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος ισχυρίζεται αφενός μεν ότι έχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και αφετέρου πως δεν του επιδόθηκε το Κλητήριο της Αγωγής. Συνεπώς το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της επίδοσης και τούτο επειδή σε περίπτωση που η επίδοση είναι κακή, η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί χωρίς να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Το θέμα της κακής επίδοσης εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 9477, ημερ. 15.3.1997, τέθηκε θέμα αντικανονικής επίδοσης του κλητήριου εντάλματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι η αντικανονική επίδοση εκθεμελιώνει τη διαδικασία και η πρωτόδικη απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την σελίδα 2 της πιο πάνω απόφασης: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή, το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debitio justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής εξουσίας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του και τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του(Βλ. Άρθρο 30.3 (α)(β) του Συντάγματος).» Στη μεταγενέστερη υπόθεση Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ιωάννης Κυριακίδης κ.α. Πολιτική Έφεση 10631 ημερ. 21.4.2000, λέχθηκε ότι η πιο πάνω απόφαση, (Γιωργαλλίδης), δεν διατυπώνει γενική αρχή ότι η διαπίστωση οιασδήποτε αντικανονικότητας, οδηγεί πάντα σε παραμερισμό της απόφασης ex debitio justitiae. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη γραπτή αίτηση. Η αντικανονικότητα αφορούσε διαδικαστικό θέμα και όχι την ουσία. Έτσι δεν ετίθετο θέμα επηρεασμού της άλλης πλευράς όπως συμβαίνει στην περίπτωση κακής επίδοσης, που άπτεται θεμελιακής παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων. Όσον αφορά το θέμα της επίδοσης της αγωγής, ο ισχυρισμός του εναγόμενου είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με τον ισχυρισμό των εναγόντων. Επαναλαμβάνω πως όπως λέχθηκε και στην Μερκής (ανωτέρω), στις περιπτώσεις όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, το βάρος απόδειξης τους το έχει ο αιτητής. Τούτο προνοεί ο θεσμός 4 της Διαταγής 48, επί της οποίας βασίζεται, μεταξύ άλλων, η υπό κρίση Αίτηση. Θεωρώ πως ο εναγόμενος δεν κατάφερε να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος που είχε να αποδείξει πως η υπογραφή επί του αντιγράφου του Κλητηρίου Εντάλματος που καταχωρήθηκε με την Ένορκη Δήλωση του επιδότη, δεν είναι η δική του. Δεν ζήτησε να εξεταστεί η εν λόγω υπογραφή από γραφολόγο ώστε να επιβεβαιωθεί η θέση του, ούτε και προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία πως η υπογραφή του πλαστογραφήθηκε. Πέραν τούτου, ο επιδότης Πανίκος Κλείτου, δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της Ενόρκου Δηλώσεως του με αποτέλεσμα το περιεχόμενο της να καταστεί αναντίλεκτο. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου παρέμειναν μετέωροι χωρίς καμία τεκμηρίωση. Ως εκ τούτου η θέση του εναγομένου πως το Κλητήριο της αγωγής δεν του επιδόθηκε προσωπικά, απορρίπτεται. Εφόσον η επίδοση της αγωγής έχει κριθεί ότι είναι καλή, το επόμενο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καταφέρει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτει στην Ένορκη του Δήλωση, ότι έχει καλή υπεράσπιση. Υπενθυμίζω πως η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης είναι το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα. Ο εναγόμενος προβάλλει ένα συνονθύλευμα ισχυρισμών, πλείστοι εκ των οποίων αλληλοσυγκρούονται μεταξύ τους. Από τη μία ισχυρίζεται ότι το δάνειο είναι εικονικό (χωρίς όμως να διευκρινίζει σε τι συνίσταται η εικονικότητα) και από την άλλη αναφέρει πως οι ενάγοντες τον «καθησύχασαν» «να μην ανησυχεί σε σχέση με τα άλλα δάνεια του». Εύλογα διερωτάται κανείς πώς συμβαδίζει με την λογική η θέση, από την μία να ισχυρίζεται κάποιος πως μία παρουσιαζόμενη κατάσταση πραγμάτων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και από την άλλη να μην πράττει οτιδήποτε και να δέχεται τις διαβεβαιώσεις των δανειστών του ότι δεν θα λάβουν μέτρα σε σχέση με αυτή την κατάσταση πραγμάτων την οποία ο ίδιος κατονομάζει ως εικονική και μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Αντιφατική με την πιο πάνω εκδοχή είναι και η θέση του πως παραπλανήθηκε από τους ενάγοντες και υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου κάτω από «ψυχική πίεση και ψευδείς παραστάσεις». Πέραν της αντιφατικότητας των θέσεων του, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και το γεγονός πως δεν παραθέτει λεπτομέρειες και στοιχεία που να τεκμηριώνουν ή να προσδίδουν αλληλοφάνεια έστω, στους ισχυρισμούς του. Δηλαδή, σε ποια γεγονότα αναφέρεται, από ποια πρόσωπα δέχθηκε πιέσεις, ποιες είναι οι συγκεκριμένες πράξεις των εν λόγω προσώπων. Στην ίδια βάση (έλλειψη τεκμηρίωσης) είναι και η θέση πως υπάρχουν «αυθαίρετες χρεώσεις, παράνομοι τόκοι, υπερχρεώσεις». Τέλος εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός πως η Άνδρια Αντωνίου δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της δήλωσης της με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της να παραμείνουν αναντίλεκτοι. Συγκεκριμένα οι ισχυρισμοί των εναγόντων πως ο εναγόμενος ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τις συγκεκριμένες λειτουργούς που αναφέρει η ομνύουσα για την πρόθεση της τράπεζας να προχωρήσει σε πλειστηριασμό του ακινήτου του, πως είχε συναντήσεις με τις συγκεκριμένες λειτουργούς συνοδεία και της δικηγόρου του και πως ο ίδιος ενημέρωσε τις λειτουργούς πως συγγενικό του πρόσωπο είχε πρόθεση να πλειοδοτήσει στον πλειστηριασμό του ακινήτου του. Εν κατακλείδι, θα έλεγα ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένου ως προς την ύπαρξη καλής Υπεράσπισης παρέμειναν μετέωροι και ατεκμηρίωτοι. Η θέση και η εκδοχή του καταρρίπτεται από τα γεγονότα της υπόθεσης έτσι όπως παρουσιάστηκαν από τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης» δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Εξυπακούεται ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Έτσι, που η παράθεση της θέσης του (αιτητή) με συνακόλουθη σύνδεση της με υποστηρικτικό υλικό να δίνει στην εκδοχή του επαρκή βαρύτητα, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος που έχει σε αίτηση αυτής της μορφής. Για όλους αυτούς τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του εναγομένου. Δια ταύτα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εναγομένου- αιτητή και υπέρ των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό απόφασης

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.