← Κύπρος

Lurii kleshnia ν. Stevan Kovacenic κ.α., Αρ. Αγωγής 2953/16, 9/3/2017

Lurii kleshnia ν. Stevan Kovacenic κ.α., Αρ. Αγωγής 2953/16, 9/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2953/16 Μεταξύ: Lurii kleshnia Αιτητή -και-

  1. Stevan Kovacenic
  2. Cular Group of Companies Καθ' ων η Αίτηση ------------------------------- Αίτηση ημερ. 26.1.2017 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ημερομηνία: 9.3.2017 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μαλά για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, η κα Γρύλλη για να ακούσει απόφαση Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Κωνσταντινίδης για Γ. Κωνσταντινίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση ζητά άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην αίτηση που καταχωρήθηκε στις 17.10.2016 με σκοπό να απαντήσει στα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο καθ' ου η αίτηση 1 ημερ. 14.12.2016 και συγκεκριμένα να απαντήσει στους ισχυρισμούς που αναφέρονται στις παραγράφους 9, 12, 13, 17 και 30 της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση
  3. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 θ.1 και 2, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4

(2), 8 και 9, Δ.55, Δ.64, θ.1 και 2, στα άρθρα 29 - 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 30 και 111 του Συντάγματος, στις γενικές αρχές του Νόμου, των Κανόνων Επιεικείας, της Πρακτικής και της Συμφυής Εξουσίας του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Σιμόνης Γεωργίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή, γνωρίζει δε τα γεγονότα από τον φάκελο και ότι την έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση. Είναι δε εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι το αίτημα τους για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν έγκειται στην προσπάθεια για επανόρθωση αρχικών παραλείψεων ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε αρχικά από τον αιτητή στο Δικαστήριο αλλά να απαντηθούν γεγονότα και ισχυρισμοί που έχουν προβληθεί στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση και τούτο επιβάλλεται ώστε να προσκομιστεί μαρτυρία και/ή αντικρουστική μαρτυρία για απόσειση του βάρους απόδειξης. Ο αιτητής επιθυμεί να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης για σκοπούς απολυτοποίησης ή όχι του προσωρινού διατάγματος και περαιτέρω υπάρχει αναγκαιότητα για συμπερίληψη γεγονότων τα οποία έχουν προκύψει και περιέχονται στην ένσταση του καθ' ου η αίτηση και για τα οποία ο αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι ψευδή, παραπλανητικά και θα πρέπει να απαντηθούν. Στις παραγράφους 4, 5, 6, 7 και 8 παραθέτει ουσιαστικά τι επιθυμεί να αντικρούσει και ή ποια μαρτυρία επιθυμεί να προσθέσει με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιθυμεί ο αιτητής να καταχωρίσει. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρισαν ένσταση. Η ένσταση τους βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1 - 7 και 9 - 13, Δ.64, στα άρθρα 4, 5, 6, 9, 29 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης παρατίθενται αυτούσιοι ως ακολούθως: Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική. Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου αφού ουσιαστικά δεν υπάρχει ένορκη δήλωση στην οποία θα γίνει οποιαδήποτε συμπλήρωση με βάση τα όσα αναφέρονται στην αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και/ή με βάση τα όσα θα αναγράφονται στην αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η αίτηση δεν στηρίζεται σε γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  2. Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης άδειας.
  3. Οι ενάγοντες/αιτητές με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους επιχειρούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό που δεν συνιστά μαρτυρία ή/και δε συνιστά αποδεκτή μαρτυρία ή/και είναι άσχετη με την παρούσα διαδικασία.
  4. Δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί και/ή κατά παράβαση πάγιας τακτικής και/ή νομολογίας δεν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου δείγμα της Ένορκης Δήλωσης που επιχειρείται να καταχωρηθεί ούτως ώστε να καταγράφονται σε αυτή αυτούσιοι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που η Ενάγουσα/Αιτήτρια επιθυμεί να συμπεριλάβει στα πλαίσια της επιδιωκόμενης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή εν πάση περίπτωση δεν υπάρχει θετική μαρτυρία που να αναφέρει συγκεκριμένα στο τι προτίθεται να συμπληρώσει.
  5. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό ένσταση αίτηση είναι γενική και αόριστη.
  6. Η επιδιωκόμενη μαρτυρία που αιτείται ο αιτητής να καταχωρίσει δεν συνιστά μαρτυρία κα/ή επιτρεπτή μαρτυρία αλλά βασίζεται σε απλή επιχειρηματολογία και/ή αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα.
  7. Η επιδιωκόμενη μαρτυρία που αιτούνται οι αιτητές αναφέρεται σε γεγονότα προγενέστερα και καλά γνωστά εις τους αιτητές και/ή μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην αρχική ένορκη δήλωση και/ή δεν πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με θέματα τα οποία οι αιτητές μπορούσαν να θέσουν εξ αρχής.
  8. Οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος για να αποδείξουν ότι έχουν καλό λόγο ή/και ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να δοθεί η αιτούμενη άδεια.
  9. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή γίνεται κακόπιστα με απώτερο σκοπό τη καθυστέρησης και/ή τη παρέλκυση της διαδικασίας και/ή ο χρόνος της καταχώρησης της παρούσας αίτησης έγινε κακόπιστα και/ή καταχρηστικά, ήτοι τη μέρα που η κυρίως αίτηση βρισκόταν στο στάδιο της ακρόασης.
  10. Η επιδιωκόμενη πρόσθετη μαρτυρία του αιτητή, η οποία συνιστά επιχειρηματολογία και/ή νομικούς ισχυρισμούς, μπορούν να αναπτυχθούν κατά το στάδιο των αγορεύσεων μόνον και με την υπό ένσταση αίτηση.
  11. Όλα τα σχετικά γεγονότα που αφορούν την διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος έχουν ήδη εκτεθεί πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου.
  12. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω λόγων ένστασης η υπό ένσταση αίτηση του αιτητή σκοπεί στην επανόρθωση πρωθύστερων παραλείψεων έτσι ώστε να μεταβληθεί και/ή αλλοιωθεί και/ή θεραπευτεί εκ των υστέρων η εικόνα και7ή το υπόβαθρο των γεγονότων που εξετέθη πρωταρχικά στο Δικαστήριο προκειμένου να παράσχει θεραπεία.
  13. Χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω λόγων ένστασης ο αιτητής επιζητεί και/ή προσπαθεί να εισαγάγει στην διαδικασία νέα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν αυτών που έθεσε με το αρχικό υπόβαθρο της μονομερούς αίτησης του και δεν αποκαλύπτει και/ή δεν εξειδικεύει το περιεχόμενο των απαντήσεων και/ή των εξηγήσεων που επιθυμεί να προσφέρει με την αιτούμενη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση.
  14. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω λόγων ένστασης η υπό ένσταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί δια το λόγο ότι δεν θεωρείται επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας, η οποία απαντά και/ή απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης αφής στιγμής στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και/ή δεν προβαίνει σε ευρήματα ως προς το αληθές των ενώπιον του ισχυρισμών.
  15. Η παρούσα αίτηση ασκείται καταχρηστικά αφού με αυτό τον τρόπο γίνεται εσκεμμένη προσπάθεια καταστρατήγησης και/ή παράκαμψης της βασικής νομολογιακής αρχής ότι στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής οφείλει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καλή πίστη και καθαρά χέρια.
  16. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα υπό ένσταση αίτηση γίνεται από πρόσωπο άλλο από τον αρχικώς ενόρκως δηλούντα, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση για το λόγο αυτό , το οποίο πρόσωπο αποκαλύπτει ως πηγή της γνώσης του το φάκελο της υπόθεσης και πληροφορίες που έλαβε από τρίτο πρόσωπο - δικηγόρο- το οποίο χειρίζεται την υπόθεση. Συνοδεύεται η ένσταση από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ο μοναδικός διευθυντής της εναγόμενης 2, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και για τα νομικά ζητήματα ότι έχει λάβει σχετική νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για παραχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τους απορρίπτει στην ολότητα τους και περαιτέρω αναφέρει ότι με βάση τα όσα τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του είναι ατεκμηρίωτοι. Ισχυρίζεται ότι η κα Γεωργίου δεν αναφέρει στην ένορκη της δήλωση τα γεγονότα που προτίθεται να συμπεριλάβει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση εφόσον τεθεί τέτοια άδεια από το Δικαστήριο ώστε και το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια είτε υπέρ, είτε κατά της έκδοσης του διατάγματος. Σημειώνει ότι από την κα Γεωργίου γίνεται προσπάθεια για εισαγωγή μιας εντελώς νέας μαρτυρίας ή άλλων εγγράφων, γεγονότων και ισχυρισμών διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στην φερόμενη ως ένορκη δήλωση της αίτησης ημερ. 17.10.2016 στην οποία στηρίχτηκε το Δικαστήριο και έκδωσε το αιτούμενο διάταγμα. Διαφωνεί με τα όσα αναφέρει η κα Γεωργίου στις παραγράφους 2 και 3 της ένορκης δήλωσης καθότι οι παράγραφοι αυτοί περιέχουν ανύπαρκτη μαρτυρία αφού αναφέρονται σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς και περαιτέρω σκοπός του αιτητή με την παρούσα αίτηση δεν είναι να του επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης, αλλά για να απαντήσει και να αντικρούσει τους δικούς του ισχυρισμούς. Στις παραγράφους 9 έως και 13 ουσιαστικά απαντά στο περιεχόμενο των παραγράφων 4 - 8 της ένορκης δήλωσης της Γεωργίου και δίδει τους δικούς του ισχυρισμούς. Τέλος ισχυρίζεται ότι δεν αναφέρονται συγκεκριμένα θετικά και επαρκή γεγονότα που να δικαιολογούν καλό λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η αίτηση ημερ. 17.10.2016 στην οποία βασίστηκε το Δικαστήριο και έκδωσε προσωρινό διάταγμα ημερ. 18.10.2016 δεν στηριζόταν σε οποιαδήποτε μαρτυρία και δεν υπήρχε ένορκη δήλωση η οποία να χρήζει συμπλήρωση έτσι ώστε να είναι αναγκαία η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή στην αγόρευση της αφού έκαμε εκτενή αναφορά στην υπάρχουσα επί του θέματος νομολογία ανέφερε ότι η παραχώρηση άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι θέμα που άπτεται με βάση τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φύση της ενδιάμεσης θεραπείας έχοντας ως γνώμονα τα γεγονότα που έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του προς υποστήριξη της αίτησης και το τι προκύπτει από την προβαλλόμενη ένσταση όσον αφορά τα ισχυριζόμενα γεγονότα και αν αυτά καθιστούν αναγκαία την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι η θέση της ότι η ανάγκη συμπερίληψης των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση έχει προκύψει από τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένσταση των καθ' ων η αίτηση και συγκεκριμένα στις παραγράφους 9, 12, 13, 17 και 30. Επιβάλλεται δε στον αιτητή να προσκομίσει μαρτυρία ώστε να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που ζητούνται να συμπεριληφθούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι γεγονότα και μαρτυρία που σχετίζονται με ισχυρισμούς και θέσεις που πρόβαλε ο καθ' ου η αίτηση και δεν αποτελούν ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Είναι έκδηλη η ανάγκη καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καθότι σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)δεν επιτρέπεται να προσκομιστεί προφορική μαρτυρία σε ενδιάμεσες αιτήσεις και οι μόνοι τρόποι για να αποσείσουν το βάρος απόδειξης είναι με αντεξέταση ή καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης είναι η θέση της ότι όλοι οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να απορριφθούν από το Δικαστήριο και ο αιτητής αυτό που επιδιώκει με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση είναι να περιληφθούν γεγονότα τα οποία περιήλθαν στη γνώση του για πρώτη φορά μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Δεν επιδιώκεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για κάλυψη εκ των υστέρων κενών ή εκ των υστέρων αιτιολόγηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος ή διαφοροποίηση ισχυρισμών στη βάση των οποίων εκδόθηκε αρχικά το προσωρινό διάταγμα. Επιζητείται η απάντηση των ισχυρισμών του καθ' ου η αίτηση 1 οι οποίοι εγέρθηκαν για πρώτη φορά στην ένορκη του δήλωση και ο αιτητής δεν μπορούσε να τους περιλάβει στην αρχική ένορκη του δήλωση. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο αιτητής με τις παραγράφους 4, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την παρούσα αίτηση επιχειρεί να απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι τέθηκαν για πρώτη φορά από τους καθ' ων η αίτηση και με τους οποίους οι καθ' ων η αίτηση επιχειρούν να καταρρίψουν τους ισχυρισμούς του αιτητή στη βάση των οποίων εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Συνεπώς είναι η θέση της ότι υπάρχει καλός λόγος για να συμπεριληφθούν αυτές οι παράγραφοι στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των καθ' ων η αίτηση οποίος με τη σειρά του κάνει αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης, στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα και τονίζει ότι με βάση τις αρχές δεν μπορεί να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απλός και μόνο προς απάντηση των ισχυρισμών του αντιδίκου, αφού με βάση τη νομολογία η έννοια απάντηση οδηγεί σε απλά αντεπιχειρήματα όπου το στάδιο των ενόρκων δηλώσεων δεν θεωρείται το κατάλληλο. Σημειώνει ότι ο αιτητής ζητά την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να απαντήσει και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση 1 όπως προβάλλονται στην αρχική του ένορκη δήλωση. Κάτι τέτοιο όμως, με βάση τη νομολογία, δεν επιτρέπεται αλλά ούτε και συνιστά καλό λόγο για την παροχή άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Τονίζει δε περαιτέρω ότι σε όλη την έκταση της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίου δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία αν της επιτραπεί από το Δικαστήριο θα τα προσθέσει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν ακολουθήθηκε η πρακτική της παράθεσης ως τεκμηρίου της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε το δικαστήριο να έχει πλήρη εικόνα του τι προτίθεται ο αιτητής να συμπληρώσει και να δικαιολογείται έτσι η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της αίτησης. Μέσα από την ένορκη δήλωση της κας Γεωργίου η οποιαδήποτε προτιθέμενη μαρτυρία που μπορεί να εισαχθεί αποτελεί νέα μαρτυρία και νέους ισχυρισμούς. Έτσι με αυτό τον τρόπο ο αιτητής προσπαθεί καταστρατηγώντας τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινού διατάγματος να εισάγει μια εντελώς νέα μαρτυρία και άλλα έγγραφα καθώς και νέους ισχυρισμούς διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στην φερόμενη αρχική ένορκη δήλωση του αιτητή με την οποία πέτυχε την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα όσα αναφέρει η κα Γεωργίου δεν δικαιολογούν και δεν ικανοποιούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και αποκλειστικός σκοπός του αιτητή είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς του καθ' ου η αίτηση 1, κάτι που δεν δικαιολογείται με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τις παραγράφους 5 και 6 της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίου τονίζει ότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της συμφωνίας, δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο και η παράλειψη συμπερίληψης ενός τέτοιου εγγράφου που αφορά ουσιώδη μαρτυρία δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστο λάθος και η απουσία του από την αρχική ένορκη δήλωση οδηγεί στο συμπέρασμα τόσο της μη παρουσίασης όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά και γεγονότων που ήταν σε γνώση του αιτητή στην αρχική ένορκη δήλωση. Το ίδιο ισχύει και για την επίκληση της κας Γεωργίου με την επίκληση της για καλόπιστου λάθους του αιτητή. Περαιτέρω για την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίου τονίζει ότι αναφέρεται σε γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα το 2015, ήταν γνωστά στον αιτητή και θα έπρεπε να τεθούν στην αρχική ένορκη δήλωση. Η δε παράγραφος 8 δεν προσθέτει οποιοδήποτε νέο γεγονός ή νέα μαρτυρία, δεν αναφέρει ποια θα είναι η προτιθέμενη μαρτυρία που θα απαντά στους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 και σκοπός πάλι του αιτητή είναι να απαντήσει στα όσα ο καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρει προβάλλοντας ισχυρισμούς και όχι γεγονότα. Εισηγείται ότι όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν το ατεκμηρίωτο και ανυπόστατο της παρούσας αίτησης η οποία υποστηρίζεται από ελλιπής, ανεπαρκείς και μη ικανοποιητική μαρτυρία που δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο ένστασης των καθ' ων η αίτηση όπου εγείρεται η θέση ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου καθότι δεν υπάρχει ένορκη δήλωση στην οποία να είναι αναγκαία να γίνει οποιαδήποτε συμπλήρωση ως αιτείται ο αιτητής. Αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας με βάση το άρθρο 5 του περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/88. Στη συγκεκριμένη περίπτωση βρίσκεται ανυπόγραφο κείμενο στα Ελληνικά, κείμενο στα Ρωσικά, η δε ένορκη δήλωση (affidavit) της Σ. Μαρνέρου δεν διαφωτίζει την όλη κατάσταση ως προς το περιεχόμενο του ενυπόγραφου κειμένου στη Ρωσική γλώσσα καθότι αφενός παραπέμπει σε τεκμήρια που δεν υπάρχουν και αφετέρου οι μεταφράσεις που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Μαρνέρου έγιναν από τρίτο πρόσωπο. Περαιτέρω τονίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 17.10.2016 μπορεί να γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τα γεγονότα, πάντοτε είναι προτιμητέο να ορκίζεται ο ενάγοντας. Στην παρούσα αίτηση ο αιτητής επιχειρεί για πρώτη φορά να εισαγάγει μαρτυρία που να στηρίζει την αίτηση του βάσει της οποίας πέτυχε μονομερώς την έκδοση προσωρινού διατάγματος, προσπάθεια η οποία βρίσκεται εκτός από κάθε νομολογιακή και νομοθετική λογική του όλου θέματος και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα. Κατά την ακροαματική διαδικασία κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι δικηγόροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στις γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους περίληψη των οποίων έχει παρατεθεί ανωτέρω. Όλα όσα ανέφερα λαμβάνονται υπόψη και θα γίνει αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης ττου προνοείται από τη Διαταγή 39.» Σημειώνεται σχετικά ότι η αναδιαμόρφωση της Δ.48 Θ.4 στις 23.12.1999 σκοπό είχε να διευκολύνει τη διαδικασία εκδίκασης αιτήσεων, ώστε τα γεγονότα που στηρίζουν αυτές να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης, και είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που έγινε πρόβλεψη για δυνατότητα καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Είναι φανερό από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης των Θεσμών, αλλά και από τη νομολογία ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η μόνη προϋπόθεση που τίθεται είναι όπως ο διάδικος που επιδιώκει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καταδείξει «καλό λόγο», με το βάρος απόδειξης να βαρύνει τον αιτούντα την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αμφισβήτηση ενός γεγονότος δεν θεμελιώνει, άνευ ετέρου, καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το τι μπορεί να συνιστά «καλό λόγο» σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης και εξετάζεται με αναφορά προς τα επίδικα θέματα και τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης, συναρτάται δε με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στην πράξη, οι πρόνοιες του πιο πάνω Θεσμού εφαρμόζονται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα επί μέρους θέματα που εγείρονται μέσω της ένστασης, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρίσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα,
(2010)1Α Α.Α.Δ 195, 199 διαπιστώνεται ότι μπορεί να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όταν μετά την καταχώριση της ένστασης προκύπτει ανάγκη για προβολή ισχυρισμών και διευκρινίσεων με σκοπό το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αλλά όχι όταν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του ομνύσαντα ή για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1),
(2012)1Α Α.Α.Δ 643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή η προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική είναι και απόφαση του Σ. Ναθαναήλ Δ. ενόσω διατελούσε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή αρ. 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερ. 28.2.07, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Έχω μελετήσει με προσοχή τόσο τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών όσο και τις γραπτές αγορεύσεις που καταχώρισαν οι συνήγοροι τους προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Δεν παρέχεται άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κάθε φορά που υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα. Δεν παρέχεται άδεια στον αιτητή να επαναλάβει τους αρχικούς του ισχυρισμούς, να προβεί σε στείρα άρνηση ή απόρριψη των ισχυρισμών του αντιδίκου, να προβάλει νομική επιχειρηματολογία ή εκεί που επιχειρείται εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας. Από την άλλη και με βάση τη Δ.48 θ.4
(2)η εκδίκαση των ενδιάμεσων αιτήσεων γίνεται πλέον επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα αντεξέτασης και δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων με προϋπόθεση την κατάδειξη καλού προς τούτου λόγο. Με βάση λοιπόν την υπάρχουσα νομολογία θα μπορούσε να αποτελούσε καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής μετά την καταχώριση της ένστασης διαπιστώνει ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Φυσικά στην παρούσα το ζητούμενο διάταγμα από τον αιτητή εκδόθηκε μονομερώς στη βάση μαρτυρίας που έχει προσκομίσει. Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω καθώς και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τους ισχυρισμούς του αιτητή που επιχειρεί να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και παρατηρώ τα ακόλουθα: Στις παραγράφους 1 - 3 της ένορκης δήλωσης της Γεωργίου, οι οποίες μπορώ να πω ότι είναι εισαγωγικές, σε αυτές δεν παρέχονται γεγονότα που επιχειρείται να τεθούν ενώπιον Δικαστηρίου μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και συγκεκριμένα στην παράγραφο 3 η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά αναφέρει για ποιους λόγους επιθυμεί την καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίου ζητά να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της παραγράφου 9 της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση με αναφορά σε γεγονότα που έγιναν ως ισχυρίζεται από τον καθ' ου η αίτηση προ της επίδοσης σε αυτόν του επίδικου διατάγματος. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν θα εξεταστούν επί του παρόντος και συγκεκριμένα δεν είναι ισχυρισμοί οι οποίοι χρήζουν οποιασδήποτε απάντησης στα πλαίσια της ακρόασης της αίτησης για να καταστεί ή όχι το διάταγμα απόλυτο. Το ίδιο ισχύει και για τις παραγράφους 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης της κας Γεωργίου. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ειδικά όταν το διάταγμα εκδοθεί μονομερώς εξετάζεται κάτω από το πρίσμα των αρχών αλλά και των πραγματικών περιστατικών που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και επί των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου και το Δικαστήριο βασιζόμενο σ' αυτά προέβηκε στην έκδοση μονομερώς του αιτουμένου διατάγματος. Σε καμιά από τις πιο πάνω παραγράφους περιέχονται ισχυρισμοί που σχετίζονται με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Η παράλειψη των αιτητών να παρουσιάσουν τα αναγκαία έγγραφα και το αίτημα τους για να προσθέσουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν είναι δυνατό να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο τη στιγμή που το Δικαστήριο έχει εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα αφού στηρίχθηκε στα έγγραφα που η πλευρά των αιτητών έχει προσκομίσει. Περαιτέρω διαπιστώνω ότι ο αιτητής με το αίτημα του για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπός του είναι να προβάλει για πρώτη φορά νέα γεγονότα, κάτι το οποίο δεν είναι δυνατό να επιτραπεί σ' αυτό το στάδιο. Η εκδίκαση των σημείων που αφορούν ένα προσωρινό διάταγμα δεν μπορεί να αποτελέσει βάθρο για εκδίκαση όλων των διαφορών των διαδίκων. Σε σχέση με την αναφορά των καθ' ων η αίτηση για την ύπαρξη ή όχι ένορκης δήλωσης η οποία να συνοδεύει την αρχική αίτηση με την οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει οτιδήποτε περαιτέρω και το θέμα αυτό θα εξεταστεί μέσα στα πλαίσια της αίτησης ημερ. 17.10.2016. Ως εκ τούτου, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία ο αιτητής δεν έχει θέσει γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν ότι υπάρχει καλός λόγος και το Δικαστήριο να του επιτρέψει να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η αίτηση ημερ. 17.10.2016 ορίζεται γι' ακρόαση στις 24.3.2017 και ώρα 9.00 π.μ. με γραπτές αγορεύσεις. Το διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ μέχρι τότε. (Υπ.) ............... Μ. Δρουσιώτης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.