Igor Surkis κ.α. ν. Vadim Novinsky κ.α., Αρ. Αγωγής: 4958/15, 7/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4958/15 Μεταξύ:
- Igor Surkis
- Molten Assets Ltd
- Vaisan Enterprises Ltd
- Lockerhill Investments Ltd Ενάγοντες και
- Vadim Novinsky κ.ά. Εναγομένων Αιτήσεις Ημερομηνίας 30.6.16 Ημερομηνία: 7.3.
- Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Σπ. Βασιλείου για κ. Κ. Τσιρίδη Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Α. Αργυρού για κ. Ν. Πιριλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Έναυσμα της παρούσας διαδικασίας υπήρξε η καταχώρηση εκ μέρους των Εναγομένων 4, 7, 8 εταιρειών (εγγεγραμμένων στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους) και 9, 12 και 13 εταιρειών (εγγεγραμμένων στο Ηνωμένο Βασίλειο και Σουηδία) - Αιτητών των δύο επίδικων αιτήσεων ημερ. 30.06.2016 για έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να παραμερίζονται και/ή ακυρώνονται τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημερ. 10.2.16, για την εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται η ακύρωση και/ή η απόρριψη και/ή ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και διαζευκτικά διαταγμάτων αναστολής οποιασδήποτε διαδικασίας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Τα πιο πάνω αιτήματα των Εναγομένων συνάντησαν την ένσταση των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση μέσω των δύο ειδοποιήσεων ενστάσεως ημερ. 16.11.2016 για τους λόγους που απαριθμούνται στο σώμα των ειδοποιήσεων ενστάσεως. Ο κυριότερος λόγος ένστασης είναι ότι αυτές στερούνται του ορθού νομικού υποβάθρου (7ος λόγος ένστασης). Επιπλέον ότι το εφαρμοστέο δίκαιο για τη διαφορά των Εναγόντων με τους Εναγόμενους είναι το Κυπριακό Δίκαιο και κατά συνέπεια είναι τα Κυπριακά Δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της διαφοράς (4ος λόγος ένστασης). Άλλοι λόγοι ένστασης είναι ότι οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγόμενων και έχουν επιδώσει τα απαραίτητα έγγραφα δεόντως προς αυτούς σύμφωνα με τα διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης ημερ. 10.2.16 (1ος, 2ος, 3ος και 5ος λόγος ένστασης) και ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα των Εναγόντων και θα ήταν αντίθετο ανεπιεικές και άδικο προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης (6ος και 8ος λόγος ένστασης). Προτού επιχειρήσω να εξετάσω την αίτηση θα επιχειρήσω μια σύντομη παράθεση των γεγονότων που οδήγησαν στην έγερση της αγωγής και την πορεία της μέχρι σήμερα. Έναυσμα για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα 1 (Party 2) και του Εναγόμενου 1 (Party 1) ημερ. 16.7.2004 δυνάμει της οποίας ο Ενάγων 1 θα παρείχε βοήθεια στον Εναγόμενο 1 σχετικά με υποθέσεις που εκκρεμούσαν ενώπιον των Ουκρανικών Δικαστηρίων με αντάλλαγμα ο Εναγόμενος 1 να του μεταβίβαζε το 17% των μετοχών που οι Εταιρείες - Εναγόμενες 2-8 κατείχαν στην Ουκρανική Εταιρεία INGOK. Παραθέτω αυτούσια τη συμφωνία ημερ. 16.7.04: "Agreement July 16, 2004 Kiev "Party-1" and "Party-2" have entered into this Agreement as follow:
- Subject of Agreement 1.
- The subject of this Agreement is to protect the interests of the Party-1 by the Party-
- The interests of the Party-1 under the present contract are: recognition by the judicial authorities of Ukraine of the legality of the decision of the general meeting of shareholders dd.10.04.03, as of approving of the results of the subscription for an additional issue of shares of JSC "Inguletsky Mining and Processing Complex", which resulted the increase the control of Party-2 over JSC "Inguletsky MPC" from 48.42 % to 61.2% of the Statutory Fund; privatization by the Party-1(enterprises under the control of the Party-1) shares of JSC "Inguletsky MPC", which are in the state property.
- Liabilities of the Party-2 2.
- Party-2 obliged to protect the interests of the Party-1 as follows: 2.1.
- In the courts: - ensure the imposition of Ukrainian courts of the judgment in favor of JSC "Inguletsky MPC" in the dispute over the claim of the General Prosecutor's Office in the interest of the Cabinet of Ministers of Ukraine (the plaintiffs) against JSC "Inguletsky MPC" (respondent), the State Property Fund, the SJC "Ukrrudprom", Ministry of Industrial Policy (case no2/144); - ensure the imposition of Ukrainian courts of the judgment in favour of JSC "Inguletsky MPC" to disputes related to the additional issue of JSC "Inguletsky MPC" and holding of meetings of shareholders of JSC "Inguletsky MPC"; Herewith it will be assumed that the Party-2 properly fulfilled its obligations in the event of a final decision by the courts in favour of JSC "Inguletsky MPC" under any grounds (including in the event of failure of the plaintiffs on their claim, the acceptance of such failures by the court with the imposition of decision to dismiss the case). In the event the above litigations are reviewed by the newly discovered facts, or there will be initiated appeal of the appeal proceedings on them (even after the expiry of the procedural time limits for filing a complaint), then Party-2 is obliged to provide a positive outcome of these cases in favor of Party-
- 2.1.
- Ensure the acquisition by the Party-1 (enterprises under the control of the Party-1) of shares of JSC "Inguletsky MPC", which are in the state property. Thus be considered that the Party-2 properly fulfilled its obligations if the SPF of Ukraine signs an agreement (agreements) for purchase and sale of shares with Party-1 (enterprises under the control of the Party-1), process the appropriate orders on transfer of shares and transfer them for execution to the registrar of JSC "Inguletsky MPC"
- Liabilities of the Party-1 3.
- After execution by Party-2 of its obligations set forth in Art. 2 of this Agreement, Party-1 agrees to provide a complete set of documents for the sale of shares of the company - shareholder of JSC "Inguletsky MPC" in the following order: 3.1.
- Number of shares that are to be sold; stake, which provide indirect control (through company-shareholder) over 17% of shares of JSC "Inguletsky MPC"; 3.1.
- Cost of stake of the company-shareholder of JSC "Inguletsky MPC" will be UAH 25 000 (equivalent in any freely convertible currency); 3.1.
- Stake will be sold to persons indicated by the Party-2 during 10 days after the due performance by the Party-2 of its obligations under this Agreement.
- Additional Provisions 4.
- Party-1 and Party-2 undertake to fulfil in good faith the obligations assumed under this Agreement and act in relation to each other in good faith. 4.
- In case of disputes under this Agreement, the parties will resolve the disputes through negotiations. 4.
- If Party-2 decides to dispose of in any way, shares acquired pursuant to Art. 3 of the Agreement, the Party-2 hereby agrees to dispose of the above mentioned shares only in favor of Party-1 or individuals specified by the Party-
- Signatures. For Party-1 For Party-2" O Εναγόμενος 1 διατείνεται ότι η συμφωνία ημερ. 16.7.04 είναι παράνομη και επετεύχθη κατόπιν απειλών και εκβιασμών του Ενάγοντα 1 προς αποκόμιση οικονομικού οφέλους ο οποίος συνεβλήθη κατ΄ εντολή, διά λογαριασμό και/ή προς εξυπηρέτηση συμφερόντων του τότε προέδρου της Ουκρανίας Μr Leonid Kushma (μέχρι τον Μάρτιο του 2005) και υπεγράφη από τον Εναγόμενο 1 για να μην προκληθεί ζημιά στις επιχειρήσεις του από τον Ενάγοντα
- Ο Ενάγων 1 διατείνεται ότι προϋπήρχε προφορική συμφωνία της συμφωνίας ημερ. 16.7.04 μεταξύ Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 για την μεταβίβαση του 25% της INGOK ότι τελικά στο γραπτό κείμενο ενεγράφη ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών του ποσοστό μεταβίβασης 17% των μετοχών της INGOK και προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων ο Εναγόμενος 1 (και/ή η INGOK) κατέβαλε τα αντίστοιχα μερίσματα των μετοχών που αναλογούσαν στον Ενάγοντα 1 των ετών 2004, 2005 και
- Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι τα ποσά που καταβλήθησαν στον Ενάγοντα 1 (3.000.000 δολάρια ΗΠΑ μηνιαίως από Απρίλιο 2004 έως Μάρτιο 2005, 50.000.000 δολάρια ΗΠΑ που συμφωνήθηκαν να καταβληθούν το 2006 με κάποιο χρονοδιάγραμμα και ποσά που καταβλήθηκαν από τον συνέταιρο του κ. Novisky - Εναγόμενο 1 σε άλλη επιχείρηση) δεν αποτελούσαν μερίσματα των μετοχών της INGOK πληρωθέντα δυνάμει της δήθεν ανύπαρκτης προφορικής συμφωνίας ούτε δυνάμει της γραπτής συμφωνίας αλλά αποτέλεσμα εκβιασμού τόσο για την καταβολή μηνιαίων δόσεων το 2004 όσο και για την καταβολή σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που συμφωνήθηκε των 50.000.000 δολαρίων το 2006 για να μην επηρεαστεί η τιμή της μετοχής της INGOK από απειλούμενη καταχώρηση απαίτησης του Ενάγοντα αφού ο Εναγόμενος 1 διαπραγματευόταν μία μεγάλη συγχώνευση, και ούτε και ο ίδιος έδωσε ποτέ εξουσιοδότηση στον συνέταιρο του να κατακρατήσει μερίσματα από την κοινή επιχείρηση τους και να τα καταβάλει στον Ενάγοντα 1 αλλά το κυριότερο η INGOK τη συγκεκριμένη περίοδο δεν κατέβαλλε μερίσματα (μερικά εκ των οποίων καταβλήθηκαν για περίοδο πριν την υπογραφή της συμφωνίας των μερών και κατά συνέπεια δεν μπορούν να αποτελούν μερίσματα). Η αγωγή καταχωρήθηκε 11 και πλέον χρόνια αργότερα από την υπογραφή της συμφωνίας στις 15.12.15 και την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε δια κλήσεως αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 14, 16 και 17 Κυπριακών Εταιρειών οι οποίες καταχώρησαν ένσταση στις 23.5.
- Στις 10.2.16 εκδόθηκαν διατάγματα κατόπιν αιτήσεως με τα οποία επιτρέπετο η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή της αίτησης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και/ή υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις Εναγόμενες 4, 7 και 8 Εταιρείες εγγεγραμμένες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους στις Εναγόμενες 9 και 13 Εταιρείες εγγεγραμμένες στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Εναγόμενη 12 Εταιρεία εγγεγραμμένη στη Σουηδία όπως επίσης και στις Εναγόμενες Κυπριακές Εταιρείες 2, 3, 14, 15, 16,
- Επίσης εκδόθηκαν διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης στον Εναγόμενο 1 που είναι Ουκρανός υπήκοος και στην Εναγομένη 10 Εταιρεία εγγεγραμμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην καταχωρηθείσα ένσταση τους στα εκδοθέντα διατάγματα παγοποίησης οι Εναγόμενες 14, 16 και 17 Κυπριακές Εταιρείες αμφισβητούν ότι οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει οποιαδήποτε συζητήσιμη υπόθεση ή καλή αιτία αγωγής την οποία έχουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάσουν. Στις 30.6.16 οι Εναγόμενες 4, 7, 8, 9, 12 και 13 εταιρείες καταχώρησαν δύο ξεχωριστές αιτήσεις με τις οποίες επιδιώκουν τον παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής αλλά και της ίδιας της αγωγής για τους ακόλουθους λόγους: (α) Δεν αποδεικνύεται από την Ε.Δ. της κ. Κρίστης Ζαβού που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας των σχετικών εγγράφων, εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση κατά των Εναγομένων 4, 7, 8, 9, 12 και 13/Αιτητών ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον τους. (β) Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψαν όλα τα σχετικά ουσιώδη γεγονότα στο Δικαστήριο. (γ) Το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαφορά είναι το Ουκρανικό και οι Ενάγοντες απέτυχαν να παρουσιάσουν μαρτυρία σχετικά με το εφαρμοστέο δίκαιο. (δ) Σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο:
(1)Οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα επί των Εναγομένων 2, 3, 14, 15, 16 και 17 που είναι Κυπριακές εταιρείες
(2)Οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα επί των Εναγομένων 4, 7, 8, 9, 12 και 13/Αιτητών.
(3)Οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να ιχνηλατήσουν περιουσία
(4)Ο Εναγόμενος 1 δεν είχε εξουσία να δεσμεύει συμβατικά τους Εναγόμενους 4, 7, 8, 9, 12 και 13/Αιτητές ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο
(5)Δεν αναγνωρίζεται η κατοχή περιουσίας από τους Εναγόμενους 4, 7, 8, 9, 12 και 13/Αιτητές ως εμπιστευματοδόχους των Εναγόντων η οποιουδήποτε εξ αυτών
(6)Η περιουσία των Εναγόμενων 4, 7, 8, 9, 12 και 13/Αιτητών ανήκει αποκλειστικά σε αυτούς.
(7)Δεν αναγνωρίζεται με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο η αρχή του εξ υπαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust)
(8)Η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία είναι άκυρη (ε) Η κατ΄ ισχυρισμό συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 είναι παράνομη, αφορά παράνομο σκοπό, είναι προϊόν εκβιασμού, απειλών και εκφοβισμών και συνεπώς δεν δημιουργεί έννομα αποτελέσματα, (στ) Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η Γραπτή Συμφωνία ημερομηνίας 16.07.2004 ισχύει, θέση η οποία δεν υφίσταται νομικά, έχει συναφθεί μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου 1 και τυχόν διαφορά αναφύεται από αυτήν αφορά μόνον τον Ενάγοντα 1 και τον Εναγόμενο 1. (ζ) Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή και οι ενάγοντες καταχρώνται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, και (η) Η επίδοση των σχετικών εγγράφων στους Εναγόμενους 4, 7, 8, 9, 12 και 13/Αιτητές έχει γίνει αντικανονικά και πρέπει να παραμεριστεί. Νομική βάση αμφοτέρων των Αιτήσεων, όπως εμφαίνεται στο σώμα αυτών, αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.6, θ.1(h), Δ.48, θ.1, 2, 3, 8, τα άρθρα 1 - 8 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/12 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την αναγώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 593/2008 για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις Συμβατικές Ενοχές (Ρώμη Ι), στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και κατάργησης του Κανονισμού 1348/2000 του Συμβουλίου, όπως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο ουσιαστικότερος λόγος ένστασης των Εναγόντων (7ος λόγος ένστασης) είναι ότι οι Αιτήσεις είναι αβάσιμες και ως τέτοιες θνησιγενείς, αφού δεν στηρίζονται στην ορθή ή σε οποιαδήποτε σχετική με τα αιτήματα τους νομική βάση που απαιτείται σε αιτήσεις που επιδιώκουν τον παραμερισμό και/ή ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος. Ελλείπει ουσιαστικά η Δ. 16, θ.9 όπως επίσης και η Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας και Διατάξεων Θεσμών, στην οποία για άλλους λόγους προβλέπεται ακύρωση και / η παραμερισμός του Κλητηρίου Εντάλματος. Παράλειψη που οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη της αίτησης - σύμφωνα με τους Ενάγοντες - αφού σε ενδιάμεσες αιτήσεις (όπως η παρούσα) ο καθορισμός του νομικού βάθρου αποτελεί σύμφωνα με τη Δ.48, θ.1 και 2, όρο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ.Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743). Επίσης οι Εναγόμενοι - Αιτητές δεν έχουν συμπεριλάβει στη νομική βάση της Αίτησης τους τη νέα Δ.64 (που καταργεί τη διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου) για τυχόν διόρθωση της νομικής βάσης της Αίτησης, εάν η παράλειψη τους εθεωρείτο απλή παρατυπία και θα μπορούσε να θεραπευτεί κατόπιν αιτήσεως δυνάμει της Δ.64 που όμως δεν συμπεριελήφθη στη νομική βάση της αίτησης και ουδέποτε τέτοιο αίτημα υπεβλήθη από τους Αιτητές. Οι θεραπείες 1 και 2 αμφοτέρων των Αιτήσεων για ακύρωση και / ή παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος που δεν έχουν ως δικαιοδοτική βάση τη Δ.16, θ.9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών (για λόγους άλλους από την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου), είναι ορθό να εξετάζονται στις ενδιάμεσες αυτές αιτήσεις στο πλαίσιο της δικονομικής βάσης της αίτησης. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όμως μπορεί, πρέπει και επιβάλλεται να εξετάζεται ακόμη και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η επιχειρούμενη ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων υποκατάστατης επίδοσης λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και της επίδοσης της αγωγής βασίζεται στο ίδιο το κλητήριο στο οποίο αποκαλύπτεται η βάση αγωγής και στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τα δύο δικονομικά διαβήματα των Εναγόντων δηλαδή την μονομερή αίτηση για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και την δια κλήσεως αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων για παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 14, 16, 17 Εταιρειών. Τα αιτητικά 3 και 4 αφορούν την ακύρωση και / ή τον παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου θέμα το οποίο μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και έχει ήδη συμπεριληφθεί στην ένσταση των Εναγομένων 14, 16, 17 Εταιρειών στην αίτηση παγοποίησης ότι δηλαδή το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει του ΕΚ 1215/12 και ότι οι Εναγόμενοι δεν κατέδειξαν συζητήσιμη υπόθεση και/ή αιτία αγωγής και διαζευκτικά για αναστολή της διαδικασίας γιατί το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο forum (forum non conveniens) για να επιληφθεί της υπόθεσης σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 593/2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές. Αμφότεροι οι πιο πάνω Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί αποτελούν δικαιοδοτικό βάθρο για τον παραμερισμό και / ή την ακύρωση της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και / ή της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της παρούσας αγωγής και/ή ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του ίδιου του Κλητηρίου Εντάλματος ελλείψει δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Οι Αιτήτριες-Εναγόμενες Εταιρείες 4, 7, 8, 9, 12, 13 δεν έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων αφού έχουν καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία (conditional appearance). Κατά συνέπεια, το πρώτο θέμα που επιβάλλεται να εξετάσει το Δικαστήριο ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας και του κατάλληλου forum είναι το εφαρμοστέο δίκαιο στη συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου 1. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 593/2008 έχει αντικαταστήσει τη Σύμβαση της Ρώμης του 1980 μετατρέποντας την σε κοινοτική πράξη και είναι το ισχύον της ημέρας καταχώρησης της παρούσας αγωγής δίκαιο για το εφαρμοστέο δίκαιο επί των συμβατικών ενοχών. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ.1 του Κανονισμού 593/2008, ελλείψει επιλογής του εφαρμοστέου στη σύμβαση δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κανονισμού, και με την επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 8, το εφαρμοστέο δίκαιο στη σύμβαση καθορίζεται ως εξής: α) η σύμβαση πώλησης αγαθών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πωλητής έχει τη συνήθη διαμονή του∙ (β) η σύμβαση παροχής υπηρεσιών διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία ο πάροχος υπηρεσίας έχει τη συνήθη διαμονή του. Στο άρθρο 4 παρ.2 του Κανονισμού (593/08) προβλέπεται ότι: " Όταν η σύμβαση δεν καλύπτεται από την παράγραφο 1 ή όταν τα στοιχεία της σύμβασης καλύπτονται από περισσότερα του ενός από τα στοιχεία α) έως η) της παραγράφου 1, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία το μέρος το οποίο οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή (characteristic performance) της σύμβασης, έχει τη συνήθη διαμονή του." Σε αμφότερες τις περιπτώσεις των άρθρων 4
(1)και
(2)του Κανονισμού (593/08) ελλείψει επιλογής το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της χώρας όπου ο πάροχος υπηρεσιών έχει τη συνήθη διαμονή του και / ή όπου το μέρος που οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή (characteristic performance) έχει τη συνήθη διαμονή του. Από τη σύμβαση (γραπτή συμφωνία μεταξύ Ενάγοντα 1 - Εναγόμενου 1 ημερ. 16.7.04 ανωτέρω) προκύπτει ότι τόσο δυνάμει του άρθρου 4
(1)όσο και δυνάμει του άρθρου 4
(2)ο παροχέας υπηρεσιών και το μέρος που θα εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή (characteristic performance) είναι ο διαμένον στην Ουκρανία ουκρανός υπήκοος Ενάγων 1 και κατά συνέπεια εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της Ουκρανίας. Αυτός που ανέλαβε να προσφέρει υπηρεσίες δυνάμει της σύμβασης (παροχέας υπηρεσιών) είναι ο Ενάγων 1 η δε χαρακτηριστική παροχή είναι επίσης η παροχή υπηρεσιών από τον Ενάγοντα
- Η χαρακτηριστική παροχή δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμιά περίπτωση ότι θα έπρεπε να εκτελεστεί από τις Εναγόμενες Εταιρείες 2 - 8 που δεν είναι καν συμβαλλόμενο μέρος. Η σύμβαση έγινε μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Εναγόμενου 1 και συνεπώς ο ένας εκ των δύο συμβαλλομένων είναι ο παροχέας υπηρεσιών και φέρει το βάρος της χαρακτηριστικής παροχής της σύμβασης. Η ισχυριζόμενη μεταβίβαση μετοχών της INGOK είναι το αντάλλαγμα της παροχής των υπηρεσιών. Ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το ισχύον εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο κατά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας, δηλαδή το δίκαιο που ίσχυε στις 16.7.2004, η Σύμβαση της Ρώμης συνηγορεί υπέρ της επιλογής του ουκρανικού δικαίου ως του εφαρμοστέου δικαίου της Σύμβασης. Η Σύμβαση της Ρώμης κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης της Ρώμης για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές κοινοτικό Νόμο 31(iii)/2002, o oποίος όπως προνοούσε το άρθρο 6 θα ετίθετο σε ισχύ με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που θα ελαμβάνετο το αργότερο ένα μήνα μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δηλαδή το Μάϊο του
- Συνεπώς η Σύμβαση της Ρώμης έχει εφαρμογή με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο άρθρο 4
(1)η Σύμβαση της Ρώμης προβλέπει ότι εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής είναι το δίκαιο της χώρας με την οποία συνδέεται στενότερα. Και στο άρθρο 4
(2)ότι τεκμαίρεται ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με τη χώρα όπου ο συμβαλλόμενος που οφείλει να εκπληρώσει τη χαρακτηριστική παροχή έχει, κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης, τη συνήθη διαμονή του ή, αν πρόκειται για εταιρεία, ένωση ή νομικό πρόσωπο την κεντρική του διοίκηση. Στην προκειμένη περίπτωση η γραπτή συμφωνία ημερ. 16.7.2004 συνδέεται στενότερα με την Ουκρανία αφού τόσο ο Ενάγοντας 1 όσο και ο Εναγόμενος 1 είναι ουκρανοί πολίτες, έχουν συνάψει τη συμφωνία στην Ουκρανία, αφορά την παροχή υπηρεσιών από τον Ενάγοντα 1 προς τον Εναγόμενο 1 που σχετίζονταν με αγωγές που εκδικάζονται ενώπιον των Oυκρανικών Δικαστηρίων, και ο Εναγόμενος 1 θα κατέβαλλε ως αντάλλαγμα για την παροχή υπηρεσιών μετοχές που κατείχαν οι Εναγόμενες 2 - 8 εταιρείες στην ουκρανική εταιρεία INGOK, όλοι δε οι μάρτυρες των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης διαμένουν στην Ουκρανία. Στη νομική γνωμάτευση που οι Aιτητές έλαβαν σχετικά με το ουκρανικό δίκαιο από το διεθνές δικηγορικό γραφείο Baker McKenzie (Τεκμ.10 στην Αίτηση), με βάση τις αρχές του ουκρανικού δικαίου αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο στη συμφωνία ημερ. 16.7.2004 προκύπτει το ίδιο πιο πάνω αποτέλεσμα, ότι δηλαδή εφαρμοστέο είναι το Ουκρανικό δίκαιο. Σαν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ουκρανικό θα πρέπει οι Ενάγοντες και συγκεκριμένα ο Ενάγων 1 να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή συζητήσιμη υπόθεση και καλή αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων σύμφωνα με το ουκρανικό δίκαιο. Οι Ενάγοντες όμως παρέλειψαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία όσον αφορά το ουκρανικό δίκαιο τόσο στην ενδιάμεση διά κλήσεως αίτηση για παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 14, 16 και 17 κυπριακών εταιρειών, όσο και στην αίτηση υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στις εταιρείες 4, 7, 8, 9, 12 και
- Στην ίδια νομική γνωμάτευση του δικηγορικού γραφείου Baker McKenzie επιβεβαιώνεται το προφανές ότι ο κ.Novinski, Εναγόμενος 1, δεν εσυμβάλλετο υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα του εκτός από την προσωπική και δεν ελειτουργούσε ως αντιπρόσωπος και / ή διά λογαριασμό των Εναγομένων εταιρειών 2 - 17, τις οποίες δεν μπορούσε να δεσμεύσει με την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 16.7.
- Στη συμφωνία ημερ. 16.7.04 συμβάλλονται δύο μέρη (Party 1 και Party 2 - Ενάγων 1 και Εναγόμενος 1) υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Η νομική γνωμάτευση που ετοιμάστηκε από το διεθνές δικηγορικό γραφείο Baker McKenzie επιβεβαιώνει επίσης ότι η γραπτή συμφωνία ημερ. 16.7.2004 δεν είναι έγκυρη αφού οι υποχρεώσεις του Ενάγοντα 1 δυνάμει αυτής έχουν ως στόχο ισχυριζόμενες παράνομες ενέργειες, παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα και επηρεάζουν αρνητικά κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις με το Κράτος και κατά συνέπεια δεν είναι νομικά δεσμευτική για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη, αφού δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί έγκυρη η συμφωνία και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο Εναγόμενος 1 μπορεί να δεσμεύει τις Εναγόμενες 2 - 17 εταιρείες, οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό του ελέγχονται από τον ίδιο, η γραπτή συμφωνία έχει πιο στενή σχέση με την Ουκρανία, εφαρμοστέο είναι το ουκρανικό δίκαιο και η συμφωνία δεσμεύει (αν μπορεί να δεσμεύσει) μόνο τις εταιρείες οι οποίες ήταν εγγεγραμμένοι μέτοχοι στην INGOK κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας και ανήκουν στον Εναγόμενο 1 και ελέγχονται από αυτόν και δεν μπορεί τέτοια συμφωνία να θεωρηθεί δεσμευτική για οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο. Αφού ο Εναγόμενος 1 στην επίδικη υπόθεση είναι πρόσωπο που κατοικεί στην Ουκρανία, η Γραπτή Συμφωνία συνήφθη και έπρεπε να εκτελεστεί στο έδαφος της Ουκρανίας σε σχέση με Ουκρανικά περιουσιακά στοιχεία (μετοχές της ΙNGOK) οι διαφορές που εγείρονται από τη γραπτή συμφωνία και σε σχέση με αυτή θα πρέπει να εξεταστούν από τα ουκρανικά δικαστήρια, και δεν υπάρχουν πειστικοί νομικοί λόγοι για την καταχώρηση της σχετικής απαίτησης στο πλαίσιο της γραπτής συμφωνίας στα Κυπριακά Δικαστήρια. Η κύρια επιχειρηματολογία των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση στηρίζεται στη θέση ότι κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1, ο Εναγόμενος 1 λειτουργούσε όχι μόνο προσωπικά αλλά και για λογαριασμό των Εναγομένων 2 - 8 εταιρειών που μερικές εξ αυτών κατείχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο μετοχές της INGOK και τις οποίες μεταγενέστερα μεταβίβασαν στις Εναγόμενες εταιρείες 9 - 17 (μεταξύ των οποίων και οι Κυπριακές εταιρείες 14, 16 και 17). Συμφωνώντας με τη γνωμάτευση του δικηγορικού γραφείου Baker McKenzie θα πρέπει να πω ότι είναι αυθαίρετο το συμπέρασμα και δεν συνάγεται από τη συμφωνία ημερ. 16.7.2004 ότι Ενάγων 1 και Εναγόμενος 1 ελειτουργούσαν για λογαριασμό άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων. Επίσης είναι εμφανές ότι η συμφωνία δεν είναι έγκυρη αφού έγινε προς επίτευξη παράνομου σκοπού και ως παράνομη άκυρη. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που η ίδια η γραπτή συμφωνία προβλέπει ότι δεν μπορεί να προωθηθεί εκτέλεση των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων στα Ουκρανικά Δικαστήρια (βλ. Ορο 4.2 «In case of disputes under this agreement the parties will resolve the disputes through negotiations»). Aποκλειομένης της προσφυγής στα Ουκρανικά Δικαστήρια που όπως έχω ήδη αποφασίσει είναι το κατάλληλο forum προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από συμβατικές σχέσεις μεταξύ Ουκρανών υπηκόων, ο Ενάγων 1 (11 χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενώ αυτή προέβλεπε έναρξη υλοποίησης της υποχρέωσης του Εναγόμενου 1 με την παραχώρηση των σχετικών εγγράφων μεταβίβασης μετοχών 10 ημέρες από την επιτυχή κατάληξη των δικαστικών διαδικασιών [όρος 3.1.3 της συμφωνίας ανωτέρω]) ήγειρε την παρούσα αγωγή στην Κύπρο επικαλούμενος το γεγονός ότι οι Εναγόμενες 2, 3, 14, 15, 16 και 17 είναι Κυπριακές εταιρείες και οι Εταιρείες 14, 16, 17 σήμερα κατέχουν μετοχές της INGOK τις οποίες δεν κατείχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο (16.7.2004), και ελέγχονται από την Κυπριακή εταιρεία παροχής υπηρεσιών PROTEAS Management Ltd και το δικηγορικό γραφείο του κ. Ανδρέα Σοφοκλέους ο οποίος είναι και ο συντάκτης της γραπτής συμφωνίας ημερ. 16.7.04 και το Κυπριακό δίκαιο ως εκ του λόγου τούτου - σύμφωνα με τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση είναι το εφαρμοστέο δίκαιο. Στην πραγματικότητα οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση αυτοδιαψεύδονται αφού ο ισχυρισμός δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων επειδή οι Εναγόμενες 2, 3, 14, 15, 16 και 17 Κυπριακές Εταιρείες ελέγχονται από την Κυπριακή εταιρεία PROTEAS MANAGEMENT LTD, έρχεται σε αντίθεση με τη θέση του Εναγόμενου 1 ότι ο ίδιος λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 16.7.2004 για λογαριασμό τους αφού ετύγχαναν της απόλυτης ιδιοκτησίας και του πλήρους ελέγχου του (βλ. Εl Fath Co. v. E.D.T. Shipping κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255, όσον αφορά αντιφατικούς ισχυρισμούς σε ένορκες δηλώσεις που αφορούν γεγονότα). Το γεγονός επίσης ότι οι Ενάγοντες αιτήθηκαν και έλαβαν διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στις Εναγόμενες 2, 3, 14, 15, 16 και 17 εταιρείες καταδεικνύει ότι είναι παραδεκτό ότι αυτές δεν έχουν την κεντρική διοίκηση τους στην Κύπρο και δεν ελέγχονται από την Κύπρο και ότι ο κ. Α. Σοφοκλέους και η εταιρεία PROTEAS MANAGEMENT LTD παρέχουν σε αυτές μόνο εταιρικές υπηρεσίες. Στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και άλλου
(1996)1 A.A.Δ., 597, αποφασίστηκε ότι: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται αε την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. [Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba ν. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin SA. v. Ship t(Platon ch"
(1978)1 C.L.R. 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concert Express Liners and Others
(1993)1 A.A.A. 1030. Στη Zachariades v. Liver as and Others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μή αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά, εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger ν. Guinness, Mahom & Co. [1939] 4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μή αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) και Άλλου,
(1990)1A.A.Δ.219 και Sons of AfifYamout v. Schiffahrts-Ges. Elbe M.B.H. & Co. και Άλλων
(1990)1 A. A.Δ. 490 η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω.) Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση via ακύρωση του διατάνιιατος. (Βλέπε The Andria [1984] 1 All E.R. 1126 (C.A.). The Hagen [1908] P.189. Boyce v. Gill [1981] 64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350 (C.A.). Γρηγορίου Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. και Άλλοι ν. Χριστόφορου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μή αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Η πιο πάνω απόφαση επικροτήθηκε και στην απόφαση El-Sayegh Hani Moussa ν. Credit Suisse
(1996)1 AAA 836 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου για παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στη βάση του ότι δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στην μονομερή αίτηση για επίδοση. Όπως σχετικά αναφέρθηκε: «Εν τέλει το δικαστήριο κατέληξε, στην αίτηση διά κλήσεως, ότι δεν υπήρξε από τον εφεσείοντα πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στοιχείων όταν αποτάθηκε για άδεια σφράγισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με καθιερωμένες αρχές, αυτό καθιστούσε τη διαδικασία μεμπτή και δικαιολογούσε τον παραμερισμό ή ακύρωση του αποτελέσματος. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία. Οι αρχές αυτές συζητήθηκαν και εντελώς πρόσφατα και αποσαφηνίστηκαν από την Ολομέλεια στην Demstar Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Άλλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, με την οποία συμφωνούμε. Επισημαίνουμε ότι και για περιπτώσεις αυτής της φύσης ισχύει το ίδιο όπως και για περιπτώσεις έκδοσης ασφαλιστικών διαταγμάτων: η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τον παραιιερισμό ή ακύρωση διατάγματος εκδοθέντος σε μονομερή αίτηση. Ωστόσο, κατά το πρωτόδικο εύρημα, στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε από μέρους του εφεσείοντος πρόθεση να παραπλανήσει το δικαστήριο.» Για το σκοπό της στοιχειοθέτησης της προϋπόθεσης της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης και για να κρίνει το Δικαστήριο κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν προσέλθει με καθαρά χέρια, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει τα γεγονότα που οι Ενάγοντες παρουσίασαν μέσω της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την Αίτηση για Επίδοση δηλαδή τα γεγονότα που αναφέρονται στην Ε.Δ. της κ. Κρίστης Ζαβού και όχι τα γεγονότα που εκ των υστέρων παρουσιάζουν μέσω της ένστασης τους στην παρούσα Αίτηση Παραμερισμού οι Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Demstar Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Αλλου (ανωτέρω): «Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίζεται ότι τα μόνα σχετικά γεγονότα είναι εκείνα που υποστηρίζουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. (Βλέπε Sait Electronic S.A. από Βρυξέλλες ν. The Ship "Dominique" and 2 Others
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 365. Amathus Navigation Co Lid (ανωτέρω).» Ένα από τα στοιχεία στα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο βρήκε πως δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη στην υπόθεση El-Sayegh Hani Moussa ν. Credit Suisse
(1996)(ανωτέρω) ήταν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες προέκυψε το επίδικο δάνειο και ανέφερε: «Μπορούμε τώρα, υπό το φώς της εικόνας που σκιαγραφήσαμε, να αναφερθούμε στο πως ο εφεσείων είχε παρουσιάσει τα πράγματα στο δικαστήριο όταν αποτάθηκε μονομερώς για άδεια σφράγισης και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Ενδιαφέρουν εν προκειμένω τρεις πτυχές. Η πρώτη αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προέκυψε η διαφορά σχετικά με το δάνειο. Η σημασία της δεν μπορεί παρά να ήταν προφανής στον εφεσείοντα γιατί από αυτή απέρρεαν οι δικές του διεκδικήσεις αλλά και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των άλλων εμπλεκομένων. Ωστόσο την παρασιώπησε εντελώς. Αναφέρθηκε σε αυτή την πτυχή με γενικότητα εκθέτοντας μόνο το δικό του ισχυρισμό ότι το δάνειο είχε δοθεί στην εταιρεία και τούτο ως αδιαμφισβήτητο σημείο αναφοράς για όλα τα άλλα. Και δεν εφοδίασε το δικαστήριο με αντίγραφο της επιστολής με την οποία είχε ζητηθεί το δάνειο, ένα κρίσιμης σημασίας έγγραφο θα λέγαμε. Ενώ αναφέρθηκε εκτενώς σε άλλες εξελίξεις. Η αναφορά του στο δάνειο περιορίστηκε στα εξής τα οποία παραθέτουμε:» Οι Ενάγοντες και συγκεκριμένα ο Ενάγων 1 απέκρυψε από το Δικαστήριο στην αίτηση του για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής και στην αίτηση του για έκδοση διατάγματος παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 14, 16 και 17 κυπριακών εταιρειών ποιες είναι οι «υπηρεσίες» που θα προσέφερε στον Εναγόμενο 1 ώστε να τον βοηθήσει προς το σκοπό επίλυσης διαφορών που είχαν προκύψει μεταξύ του Εναγόμενου 1 και των εταιρειών του από τη μια πλευρά και του Ουκρανικού Κράτους από την άλλη και την αναγνώριση της εγκυρότητας των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της INGOK. Παρέλειψαν να αποκαλύψουν αφού το εγνώριζαν ότι η γραπτή συμφωνία είναι παράνομη, και το γνώριζαν γιατί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους για παγοποίηση αναφέρουν ότι οι εταιρείες του κ.Novinsky (Eναγόμενου 1) απέκτησαν τον έλεγχο της INGOK κάτω από ύποπτες συνθήκες. Είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες εγνώριζαν ή / και υποψιάζονταν και δεν το αποκάλυψαν ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της INGOK ήταν ύποπτη και παρόλα αυτά επέλεξαν να βοηθήσουν τον Εναγόμενο 1 σε αγωγές που εκκρεμούσαν ενώπιον των Ουκρανικών Δικαστηρίων για επικύρωση της απόφασης της γενικής συνέλευσης για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της INGOK. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους για υποκατάστατη επίδοση παραλείπουν να αναφέρουν ότι οι Εναγόμενοι πιθανόν να εγείρουν ως υπεράσπιση τους το θέμα του παράνομου σκοπού της γραπτής συμφωνίας ημερ. 16.7.2004. Σχετική είναι η αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και άλλου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168, ότι «είναι νομολογημένο ότι η παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων οδηγεί στην ακύρωση διατάγματος που εκδίδεται σε μονομερή αίτηση» και ότι «η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα». Επιπρόσθετα οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο πως το εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση δίκαιο είναι το Ουκρανικό και δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία γι΄ αυτό, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και να επιτρέψει την επίδοση της παρούσας αγωγής εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 4, 7, 8, 9, 12 και
- Υπάρχει επίσης παραπλάνηση του Δικαστηρίου από πλευράς Εναγόντων όσον αφορά την πραγματική αξία των μετοχών της INGOK αφού διεκδικούν αποκατάσταση των ζημιών τους που ξεπερνούν τα 650.000.000 Δολλάρια Η.Π.Α., ενώ η αξία του 17% των μετοχών που κατ΄ ισχυρισμό θα έπρεπε να τους μεταβιβαστούν από τις εταιρείες του Εναγόμενου 1 δεν υπερέβαινε τα 14.000.000 Δολλάρια Η.Π.Α., διαφορά που προέκυψε από τις σχέσεις μεταξύ των μερών σχετικά με την ιδιωτικοποίηση της INGOK το 2004 (ουσιαστικά με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί ζημιάς ύψους 650.000.000 Δολλαρίων Η.Π.Α. επιβεβαιώνεται ο παράνομος σκοπός της παρανόμως επιτευχθείσας συμφωνίας ημερ. 16.7.04). Οι Ενάγοντες έχουν επίσης αποτύχει να καταδείξουν καλή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 2-17 Εταιρειών ή και συγκεκριμένα των Εναγομένων 2, 3, 14, 15, 16, 17 Κυπριακών Εταιρειών και/ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Ως εξηγήθηκε ανωτέρω, το εφαρμοστέο δίκαιο στη διαφορά είναι το Ουκρανικό δίκαιο για το οποίο οι Ενάγοντες απέτυχαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία. Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και Αλλου (ανωτέρω), υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι «απλή αναφορά του ωμνύσαντος στην ένορκη δήλωση ότι πιστεύει ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής δεν είναι αρκετή» και «χρειάζεται εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και μάλιστα με πληρότητα». Επιπρόσθετα, στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν την χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας έχουν εξεταστεί από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στις υποθέσεις The Brabo [1949] A.C. 326, Vitkovice Horni v. Korner [1951] A.C. 869, The Siskina (Cargo Owners) v. Distos Compania Naviera S.A. [1979] A.C. 210 και Seaconsar Far East Ltd v. Bank Markazi Jomhouri Islam Iran [1993] 3 W.L.R.
- Σύμφωνα με τις αρχές που έχουν διατυπωθεί στις πιο πάνω υποθέσεις το μέτρο απόδειξης είναι αυτό της καλής συζητήσιμης υπόθεσης ("good arguable case"). Η έννοια αυτού του όρου έχει συζητηθεί στις υποθέσεις The Brabo και Vitkovice Horni (πιο πάνω). Σημαίνει ότι αν και το δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν θα χρειαστεί απόδειξη που να το ικανοποιεί, θα xρειαστεί κάτι καλύτερο από μια απλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Όπου εμπλέκονται πραγματικά ζητήματα η πρακτική είναι να εξεταστεί η υπόθεση του ενάγοντα και να μην γίνει προσπάθεια να εκδικαστούν αμφισβητούμενα γεγονότα με βάση τις ένορκες δηλώσεις. Ο εναγόμενος, όμως, μπορεί να δείξει ότι η μαρτυρία του ενάγοντα είναι ελλειπής και κατάδηλα εσφαλμένη. Σε σχέση με νομικά ζητήματα το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει πλήρως τα επίδικα θέματα και να μη χορηγήσει την άδεια εάν θεωρεί ότι η υπόθεση του ενάγοντα πρόκειται να αποτύχει (Supreme Court Practice 1999, σελ. 93).» Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες θα έπρεπε να καταδείξουν ότι οι Εναγόμενες 2, 3, 14-17 Κυπριακές εταιρείες είναι οι κύριοι Εναγόμενοι και ο Εναγόμενος 1 και οι υπόλοιπες Εναγόμενες Εταιρείες, μεταξύ των οποίων οι Εναγόμενες 4, 7, 8, 9, 12, 13 / Αιτητές είναι αναγκαίοι διάδικοι. Έχουν αποτύχει αφού οι Κυπριακές Εταιρείες 2, 3, 14, 15, 16, 17 δεν είναι ο κύριος εναγόμενος αλλά ο Ουκρανός Εναγόμενος 1 και κατά συνέπεια η προσθήκη αλλοδαπών Εταιρειών ως αναγκαίων διαδίκων δεν δικαιολογείται. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες όχι μόνο δεν προσκόμισαν μαρτυρία αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο το οποίο είναι το Ουκρανικό, δικαιολόγησαν μέσω της Ε.Δ. της κας Κρίστης Ζαβού την έγερση αγωγής εναντίον των Εναγομένων Κυπριακών εταιρειών ότι "κατά την περίοδο σύναψης της Γραπτής Συμφωνίας, ο Εναγόμενος 1 κρατούσε έμμεσα μετοχές της INGOK μέσω των Εναγομένων Εταιρειών 2-8 που εκ μέρους τους, μεταξύ άλλων, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε τη Γραπτή Συμφωνία και σύναψε την Προφορική Συμφωνία" (βλέπε παράγραφος 5(κε) της Ε.Δ. Ζαβού) και όπως επίσης ισχυρίζονται μετά την υπογραφή της Γραπτής Συμφωνίας και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ενάγοντα 1 οι μετοχές των Εναγομένων 2-8 "ακολούθως μεταβιβάστηκαν σε διάφορες νομικές οντότητες που ανήκαν και ελέγχονταν από τον Εναγόμενο 1, οι οποίες περιλαμβάνουν τους Εναγόμενους 9-17" (βλέπε παράγραφος 5 (κε) της Ε.Δ. Ζαβού). Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες για να στηρίξουν την ύπαρξη του αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2-8 υπείχαν καθήκοντα εμπιστευματοδόχων προς τους Ενάγοντες και ότι "οι Εναγόμενοι 9-17 ως νομικές οντότητες που κατέχονται και ελέγχονται από τον Εναγόμενο 1 γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την ύπαρξη των καθηκόντων εμπιστευματοδόχων του Εναγόμενου 1 και των Εναγομένων 2-8 και βοήθησαν τους Εναγομένους 1-8 να παραβιάσουν τα εν λόγω καθήκοντα" (βλέπε παράγραφος 5(κζ) της Ε.Δ. Ζαβού). Δικαιολογούν ότι οι Εναγόμενες εταιρείες εκτός Κύπρου είναι αναγκαία μέρη και ότι χωρίς την προσθήκη τους δεν θα είναι σε θέση οι Ενάγοντες να εντοπίσουν τους τίτλους του 17% των μετοχών στην INGOK που τους ανήκουν στη βάση της Γραπτής Συμφωνίας (βλέπε παράγραφος 7(γ) της Ε.Δ. κ. Ζαβού). Οι Ενάγοντες συνδέουν τους Εναγόμενους 9-17 με τις κατ΄ ισχυρισμό παραβάσεις της συμφωνίας που καταλογίζουν στον Εναγόμενο 1 με το ότι κατείχαν τις μετοχές που ισχυρίζονται ότι τους ανήκαν σε διάφορα διαστήματα χωρίς να τα προσδιορίζουν και χωρίς όμως να κατέχουν τώρα τις μετοχές οι Εναγόμενοι αυτοί στην ΙNGOK. Οι πιο πάνω αναφορές περί ύπαρξης αγώγιμων δικαιωμάτων κατά των Εναγόμενων Κυπριακών εταιρειών δεν μπορεί να ισχύσει αφού η ισχυριζόμενη Γραπτή Συμφωνία έχει συναφθεί μεταξύ του Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 και δεν μπορεί να δεσμεύει τις εταιρείες οι οποίες κατέχουν μετοχές στην INGOK για λογαριασμό του Εναγόμενου
- Όχι μόνο δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη στην Γραπτή Συμφωνία, αλλά τέτοια συμφωνία είναι παράνομη και ως τέτοια άκυρη όπως έχει ήδη αναφερθεί. Ως εκ των ανωτέρω δεν δύναται οι Εναγόμενοι 4, 7, 8, 9, 12, 13 / Αιτητές οι οποίες είναι εταιρείες που έχουν συσταθεί εκτός Κύπρου να προστίθενται ως αναγκαίοι διάδικοι στην παρούσα Αγωγή και συνεπώς τόσο η επίδοση σε αυτούς του Κλητηρίου Εντάλματος ή της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και το Διάταγμα Επίδοσης αλλά και η ίδια η Αγωγή εναντίον τους πρέπει να παραμεριστούν. Εν κατακλείδι να πω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την διαφορά που προκύπτει από τη συμβατική σχέση μεταξύ Ενάγοντα 1 (που υπέδειξε τις Ενάγουσες 2-4 Κυπριακές Εταιρείες για να μεταβιβαστούν σε αυτές οι μετοχές που κατέχουν στην INGOK Εναγόμενες 9-17 Εταιρείες). Ο κύριος Εναγόμενος (Anchor Defendant) είναι ο Εναγόμενος 1 ο οποίος είναι αλλοδαπός (Ουκρανός) και δεν κατοικεί στην Κύπρο. Ακόμη και στην περίπτωση που θα μπορούσαν τα Κυπριακά Δικαστήρια να αναλάβουν δικαιοδοσία έναντι του αλλοδαπού Εναγομένου 1 πάλι θα αποφάσιζα ότι το κατάλληλο forum για να εκδικάσει την υπόθεση είναι το Ουκρανικό Δικαστήριο. Όλοι οι κύριοι εμπλεκόμενοι είναι Ουκρανοί, διαμένουν στην Ουκρανία και διακυβεύεται περιουσία Ουκρανικής Εταιρείας, διαφορές που διέπονται από το Ουκρανικό Δίκαιο χωρίς σύνδεση νομικών ή φυσικών προσώπων ή ελέγχου και/ή κεντρική διοίκηση Κυπριακών Εταιρειών από την Κύπρο ή άλλων σχέσεων με την Κύπρο. Οι Εναγόμενες 2, 3, 14, 15, 16, 17 Κυπριακές Εταιρείες συνενώθηκαν στην παρούσα αγωγή ως διάδικοι για να θεωρηθούν τα Κυπριακά Δικαστήρια ως έχοντα δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.6 θ.1 (η) (Βλέπε ΑΝS Secretaries Ltd v. Orianda Management Π.Ε. 362/09 ημερ. 3.7.2014). Η ορθή όμως νομική προσέγγιση με βάση τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1 (η) όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία απαιτεί όπως οι αλλοδαποί Εναγόμενοι είναι αναγκαίοι ή απαραίτητοι διάδικοι σε αγωγή η οποία έχει εγερθεί εναντίον Κύπριων Εναγομένων. Ο κύριος Εναγόμενος εδώ είναι ο αλλοδαπός Εναγόμενος 1 και όχι οι προστεθείσες στο κλητήριο Κυπριακές Εταιρείες 2, 3, 14, 15, 16 17 που αποτελούν περιουσιακό στοιχείο του Εναγόμενου 1 και ελέγχονται από αυτόν. Ο κ. Πιριλίδης επικαλέστηκε στην αγόρευση του την γνωστή υπόθεση Andrew Owusu v. Jackson and others του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (case C281/02) και εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές του καταλληλότερου forum (forum non conveniens) στην περίπτωση που ένα Δικαστήριο κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία με βάση του άρθρου 2.1 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ΕΚ44/01 για τη διεθνή δικαιοδοσία την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (που αντικαταστάθηκε από τον Ε.Κ.1215/12). "Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος του κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους." Ισχυρίστηκε ο κ. Πιριλίδης ότι η πιο πάνω αρχή ισχύει ακόμη και αν δεν εγείρεται θέμα διεθνούς δικαιοδοσίας άλλου κράτους μέλους ή αν η επίδικη διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο κράτος μέλος. Μάλιστα η απόφαση Owusu (ανωτέρω) έχει υιοθετηθεί στην υπόθεση Hampton Advisory Group SA v. Bost AD κ.α.
(2012)1 AAΔ
- Κατά συνέπεια σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Πυριλλίδη οι Εναγόμενες Κυπριακές Εταιρείες είναι αναγκαίοι διάδικοι και ορθά προστέθηκαν ως τέτοιοι. Η εισήγηση είναι ατυχής και ως προς τις Εναγόμενες 4, 7, 8 (εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης) τόσο και ως προς τις Εναγόμενες Εταιρείες
- 12, 13 (εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης) εις μεν την πρώτη περίπτωση για τις εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης Εταιρείες ισχύουν σύμφωνα με το άρθρο 6 του ΕΚ 1215/12 οι αρχές του ημιδαπού δικαίου, δηλαδή οι αρχές του κοινοδικαίου που αφορούν το καταλληλότερο forum πλην των τεσσάρων εξαιρέσεων των άρθρων 18, 21, 24 και 25 στις οποίες η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει. Όσον αφορά τις Βρετανικές Εταιρείες 9 και 13 και τη Σουηδική δυνάμει του άρθρου 8 του ΕΚ1215/12 απαιτείται να προσκομιστεί μαρτυρία ότι αυτές έχουν την κεντρική διοίκηση τους στην Κύπρο πράγμα που οι Ενάγοντες παρέλειψαν να πράξουν ή μάλλον η προσκομισθείσα από τους ίδιους μαρτυρία την οποία προσπάθησαν να διαφοροποιήσουν και/ή ενισχύσουν με πρόσθετα στοιχεία στο στάδιο των αγορεύσεων καταδεικνύει το αντίθετο ότι δηλαδή αυτές ελέγχονται πλήρως από τον Εναγόμενο 1 και όχι τις εταιρείες Proteas Management Ltd και/ή τον κ. Α. Σοφοκλέους. Οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση σύμφωνα με τις Αιτήτριες να υποδείξουν στο Δικαστήριο ότι έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 2-
- Κατά συνέπεια πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσο οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση απέδειξαν με την προσκομισθείσα μαρτυρία εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αλλοδαπού Εναγόμενου 1 ώστε το Δικαστήριο να αναλάβει δικαιοδοσία με βάση τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(η). Το γεγονός ότι οι Κυπριακές Εταιρείες είναι αναγκαίοι ή απαραίτητοι διάδικοι στη διαδικασία, δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στα Δικαστήρια της Κύπρου έναντι των αλλοδαπών εναγομένων. Η ορθή νομική προσέγγιση με βάση τις πρόνοιες της Δ.6 θ.1(h) όπως έχει ερμηνευθεί από τη Νομολογία, απαιτεί όπως οι αλλοδαποί εναγόμενοι είναι αναγκαίοι ή απαραίτητοι διάδικοι σε αγωγή η οποία έχει εγερθεί κανονικά εναντίον Κυπρίων εναγομένων. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση αντέστρεψαν τα πράγματα, θεωρώντας κακώς ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία έναντι των αλλοδαπών εναγομένων και οι Κύπριοι εναγόμενοι είναι οι αναγκαίοι διάδικοι. Είναι φανερό, ότι οι Εναγόμενες Εταιρείες 2-17 συνενώθηκαν ως διάδικοι στην αγωγή, όχι επειδή η Αιτήτρια έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους αλλά αποκλειστικά για το λόγο ότι αποτελούν ή αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 1 και μερικές εξ αυτών είναι Κυπριακές Εταιρείες. Με άλλα λόγια, εάν ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν εναγόμενος στην αγωγή, οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση δεν θα είχαν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους 2-
- Πραγματικός εναγόμενος, είναι ο Εναγόμενος 1 και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, να εκδικάσει την περιουσιακή αξίωση που έχουν οι Ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση εναντίον του. Το Δικαστήριο συνεπώς, δεν μπορεί να αναλάβει δικαιοδοσία έναντι οποιουδήποτε από τους Εναγόμενους. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και εάν το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αλλοδαποί εναγόμενοι υπόκεινται στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, και πάλι το Δικαστήριο θα έπρεπε να αρνηθεί να αναλάβει δικαιοδοσία για το λόγο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν αποτελούν το πλέον κατάλληλο forum για εκδίκαση της υπόθεσης. Το όποιο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων και/ή του Ενάγοντα 1 πηγάζει από τη συμφωνία ημερ. 16.7.
- Ο Ενάγων δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα έναντι των Εναγομένων 2-
- Τα δικαιώματα του Ενάγοντα 1 που απορρέουν από τη συμφωνία ημερ. 16.7.04 θα μπορούσε να τα διεκδικήσει αυθύπαρκτα και ανεξάρτητα από τον αντισυμβαλλόμενο του Εναγόμενο 1, και όχι τις εταιρείες του Εναγόμενες 2-17 που έχουν προστεθεί για να προσδώσουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια. Κατά συνέπεια δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που έχουν καθιερωθεί στην Owusu και στις Κυπριακές υποθέσεις που την ακολούθησαν. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο είναι το καταλληλότερο υπό τις περιστάσεις Forum για να εκδικάσει την υπόθεση, δεδομένης της αδιαμφισβήτητης δικαιοδοσίας των Ουκρανικών Δικαστηρίων την οποία όμως οι συμβαλλόμενοι απέκλεισαν στο κείμενο της συμφωνίας αλλά και οποιασδήποτε άλλης προσφυγής ενώπιον οποιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου. Αμφότερες οι αιτήσεις επιτυγχάνουν. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ Ενάγοντα 1 και Εναγόμενου 1 από τη συμφωνία ημερ. 16.7.
- Ως εκ τούτου το Κλητήριο Ένταλμα παραμερίζεται και η αγωγή διαγράφεται. Τα έξοδα αμφότερων των αιτήσεων (ένα σετ εξόδων) θα επωμισθούν οι ενάγοντες - Καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπάμιχαηλ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΠ, ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Παραμερισμός και/ή διαγραφή κλητηρίου εντάλματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας