← Κύπρος

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. NIKOLETTINO WINES (ARSOS) LIMITED, (H.E.068252) κ.α., Αρ. Αγωγής 5203/13, 2/3/2017

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. NIKOLETTINO WINES (ARSOS) LIMITED, (H.E.068252) κ.α., Αρ. Αγωγής 5203/13, 2/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Mαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5203/13 Μεταξύ: ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Εναγόντων -και-

  1. NIKOLETTINO WINES (ARSOS) LIMITED, (H.E.068252), εκ Λεμεσού
  2. ΑΧΙΛΛΕΩΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (Α.Τ.437187), εκ Λεμεσού Εναγομένων ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 17.12.2014 Ημερoμηνία: 2.3.2017 Για Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κα Λ. Χατζηξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Γ. Δανός ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή καταχωρίστηκε την 21.11.2013 με Κλητήριο Ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Με αυτή η Ενάγουσα, Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και του Εναγόμενου 2 ποσό €505.000 με τόκο προς 10% ετησίως από 22.10.2013 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω ποσό €117.986,15 τόκους, προμήθειες, επιβαρύνσεις και τραπεζικά δικαιώματα για την περίοδο από 8.3.2011 μέχρι 22.10.
  3. Η Εταιρεία ενάγεται ως η πρωτοφειλέτρια δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 8.3.2011 και ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής των υποχρεώσεων της δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ιδίας ημερομηνίας. Εναντίον της Εταιρείας αξιώνεται και διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ1690/2011 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, που η Εταιρεία εκτέλεσε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανείου. Η Αγωγή επιδόθηκε την 25.11.2013 στον Εναγόμενο 2, διευθυντή της Εταιρείας, προσωπικά και για την Εταιρεία. Τόσο η Εταιρεία όσο και ο Εναγόμενος 2 παρέλειψαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης, οπόταν η Ενάγουσα καταχώρισε την 6.12.2013 αίτηση για απόφαση και την 18.12.2013 εκδόθηκε Απόφαση ως η αξίωση πλέον έξοδα. Την 27.10.2014 η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για εξέταση της οικονομικής κατάστασης του Εναγόμενου 2, που του επιδόθηκε προσωπικά την 7.11.
  4. Την 17.12.2014 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι εξαιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και παραμερίζει την Απόφαση ημερ. 18.12.
  5. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 ημερ. 17.12.
  6. Η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με έντεκα λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από δύο Ένορκες Δηλώσεις ημερ. 13.5.2015 του Γιώργου Παπαδόπουλου, υπαλλήλου της και του Παύλου Παπακώστα, ιδιώτη επιδότη. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 4.11.2015 απορρίφθηκε αίτημα των Εναγομένων για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η καθυστέρηση στην διεκπεραίωση της υπό κρίση Αίτησης συνεχίστηκε. Υπήρχε φαίνεται προοπτική διευθέτησης που δεν τελεσφόρησε. Η Αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα σύνθεση στις 17.2.
  7. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί πως: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, να εξηγήσει και ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τους λόγους της δικονομικής του παράλειψης που είχε ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του και να δικαιολογήσει τυχόν καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για τον παραμερισμό της. Στην Ιωάννου ν. Σκάφους «Veronica»

(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, 440 αναφέρεται ότι: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από την μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης..» Στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπη Στρητς Ντίσκο Λτδ,
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, 31 αναφέρεται πως: «. το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει.» Στην Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893, 897 αναφέρεται ότι: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ότι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» Στην Eros Travel & Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd.,
(1997)1(B) A.A.Δ. 712, αναφέρεται πως: «Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει.» σημειώνεται ωστόσο πως: «Παρά την επικουρική της σημασία η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης δεν παύει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη.» Η αναφορά στην Βίκα πως πέραν του βασικού κριτηρίου της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης στην αγωγή: «Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτη όψεως καλή υπεράσπισης.» περιορίστηκε στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης στην Λυσιώτης ν. Δημοκρατίας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 364, 378-379 όπου απορρίφθηκε η θέση πως η νομολογία έχει καταστεί ελαστικότερη στο θέμα της αργοπορίας στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Στην Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101, 1105-6 αναφέρεται ότι: «. η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης.» Όσο και αν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα των άλλων θεμάτων που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως αν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και δεν συνιστά η απραξία του αιτητή περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση θα παραμεριστεί. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση ή και η καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης για παραμερισμό κρίθηκαν ως αφ' εαυτών τροχοπέδη στο "επανάνοιγμα" της υπόθεσης. Παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος αποδόθηκε στην αιτήτρια στην Ευγενίου v. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 812. Στην Λοϊζου v. Λαϊκή Τράπεζα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 778, η συμπεριφορά των αιτητών χαρακτηρίστηκε ως κλασσική περίπτωση περιφρόνησης των διαδικαστικών διαδικασιών, ενώ στην K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415, η αίτηση απορρίφθηκε γιατί πέραν του ότι η αιτήτρια δεν έπραξε ότι ήταν λογικά αναμενόμενο υπήρξε και κακοπιστία ασυμβίβαστη με την προβολή γνήσιας εκ πρώτης όψεως υπερασπίσεως. Στην Μουγής v. Σπανούδη
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997, η αίτηση καταχωρήθηκε 38 μήνες μετά την απόφαση και αφού είχαν μεσολαβήσει 7 διαβήματα για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Το ζήτημα αντιμετωπίστηκε και σαν παράμετρος του Συνταγματικού Δικαιώματος του επιτυχόντα ενάγοντα για διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου (άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Στην Λουκαϊδου v. Γερολέμου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 333, παρά την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπερασπίσεως η αίτηση απορρίφθηκε λόγω καθυστέρησης στην υποβολή της. Δεν είχε καταχωριστεί εμφάνιση γιατί η εφεσείουσα είχε λησμονήσει να μεριμνήσει προς τούτο λόγω προσωπικών προβλημάτων. Αποτάθηκε για παραμερισμό 4 μήνες μετά την προς αυτή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, 2 μήνες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον της. Εφόσον δόθηκαν εξηγήσεις για την παράλειψη εμφάνισης και τη μικρή καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης μετά που η εφεσείουσα πληροφορήθηκε το γεγονός της έκδοσης εναντίον της απόφασης διαπιστώθηκε πως δεν υπήρξε αδιαφορία για την αγωγή στη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Η απόφαση παραμερίστηκε από το Εφετείο. Στην Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938, παρά την ύπαρξη υπεράσπισης η απόφαση δεν παραμερίστηκε. Η αίτηση καταχωρίστηκε 2½ χρόνια μετά την απόφαση και εν πάση περιπτώσει, 8 μήνες μετά από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης που γνωστοποιήθηκαν στον εφεσείοντα. Στην Χριστοφόρου και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 86, η αίτηση απορρίφθηκε παρά την ύπαρξη υπεράσπισης επί της ουσίας. Είχε κριθεί πως η συμπεριφορά της εφεσείουσας-αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρίστηκε 2 χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, 16 μήνες μετά την απόφαση και 5 μήνες μετά την επίδοση αίτησης παρακοής. (Βλ. ακόμη Γιωργαλλίδη, Bush και άλλη v. Γιαννή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1342, και Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1179). Στα πλαίσια αίτησης όπως η υπό κρίση, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων θέσεων αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης αλλά εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει κατά πόσο εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Όμως, το ίδιο δεν ισχύει όσον αφορά το ζήτημα των λόγων μη εμφάνισης στην αγωγή και της δικαιολογίας για την όποια καθυστέρηση να αποταθεί ο αιτητής για τον παραμερισμό της εναντίον του απόφασης. Στην Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, 533 αναφέρεται ότι: «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Εvans v. Bartlam και την κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam, πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης.» Η αναφορά είναι στην παλιά Δ.48 θ.4 και στην προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας για την απόδειξη αμφισβητούμενου ισχυρισμού. Με τη νέα Δ.48 θ.4
(2)το μέσο για τη θεμελίωση αμφισβητούμενου ισχυρισμού είναι η αντεξέταση του ομνύοντα που αμφισβητεί τη θέση. Ο ιδιώτης επιδότης αναφέρει στην Ένορκη του Δήλωση ότι κατά την επίδοση της αγωγής την 25.11.2013 ανάφερε στον Εναγόμενο 2 ότι επρόκειτο για αγωγή τόσο εναντίον της εταιρείας όσο και του ιδίου και, κατηγορηματικά, αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 2 ότι του ανάφερε ότι επρόκειτο για κάποια τυπικά έγγραφα τα οποία έστελλε η τράπεζα. Η πλευρά των Εναγομένων, που είχε το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν ζήτησε την αντεξέταση του επιδότη και δεν έχει αμφισβητήσει τη θέση του και τη διάψευση των ισχυρισμών του Εναγομένου
  1. Κατά τη θέση του Εναγομένου 2, σε ερώτηση του αναφορικά με τις επιδόσεις, τόσο ο επιδότης κατά το χρόνο της επίδοσης, όσο και υπάλληλος της ΣΠΕ σε σύντομο χρονικό διάστημα στη συνέχεια του έδωσαν την ίδια απάντηση, ότι δηλαδή επρόκειτο για τυπικά έγγραφα της ΣΠΕ. Προσπαθεί ο Εναγόμενος 2 να αποδώσει ευθύνη σε αμφότερους ότι ουσιαστικά τον παραπλάνησαν και ότι έτσι δικαιολογείται η αδράνεια που ο ίδιος και η εταιρεία υπέδειξαν. Παρουσιάζει τον εαυτό του να επιδεικνύει ενδιαφέρον και να ρωτά για τη φύση των εγγράφων σε δύο διαφορετικές περιστάσεις, ωστόσο, θέλει να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν είχε την πρόνοια να διαβάσει τα έγγραφα που του επιδόθηκαν. Κάθε κλητήριο ένταλμα αγωγής, όπως και αυτά που του επιδόθηκαν, εμπεριέχει εμφανή στοιχεία ώστε να μην είναι δυνατό κάποιος που το παραλαμβάνει να μην αντιληφθεί ότι πρόκειται για δικαστικό έγγραφο. Οφείλει ο παραλήπτης στη συνέχεια να προσεγγίσει το έγγραφο με προσοχή και να πράξει ανάλογα. Τα κλητήρια εντάλματα που του επιδόθηκαν ανάφερναν στην πρώτη σελίδα «Εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω Λεμεσού» και γινόταν αναφορά σε Ενάγοντες και Εναγομένους. Ήταν πρόδηλο ότι επρόκειτο για δικαστικά έγγραφα. Στην πρώτη σελίδα αναφερόταν ότι «Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι, εάν παραλείψητε να καταχωρίσετε εμφάνισιν συμφώνως προς τον κατωτέρω καθοριζόμενον τρόπον, ο Ενάγων δύναται να προχωρήσει την αγωγή και δύναται να δοθή απόφασις εν τη απουσία υμών». Μόνο για άτομο που δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα ή έχει άλλους περιορισμούς μπορεί ένα Δικαστήριο να αποδεχτεί θέση όπως αυτή του Εναγομένου
  2. Ο τελευταίος, έχοντας καταχωρίσει ΄Ενορκη Δήλωση στην ελληνική επιβεβαιώνει ότι διαβάζει ελληνικά και δεν έχει υποστηρίξει ότι έχει άλλους περιορισμούς. Είναι γνωστό και στο ευρύ κοινό ότι η επίδοση δικαστικού εγγράφου είτε καλεί τον παραλήπτη να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, είτε του κοινοποιεί την ύπαρξη κάποιας δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά ώστε, με τον τρόπο που προνοείται, να μπορεί να λάβει μέρος σε αυτή ή και να προασπίσει τα όποια δικαιώματα του. Σε άλλη περίπτωση μπορεί να τον διατάσσει να προβεί σε κάποια ενέργεια ή να αποστεί από την τέλεση μιας πράξης. Γενικά, είναι γνωστό στον κόσμο πως η παραλαβή δικαστικού εγγράφου έχει νομικές συνέπειες και τυχόν αδιαφορία ή παράλειψη συμμόρφωσης ή λήψης των απαραίτητων μέτρων μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του προσώπου που η επίδοση αφορά. Η αποδοχή συμβουλής από τον επιδότη αναφορικά με τις συνέπειες της επίδοσης ή πως πρέπει ο παραλήπτης να ενεργήσει, κάτι που το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι συνέβηκε, δεν συνιστά σοβαρή προσέγγιση. Στις παρ.21 και 22 της Ένορκης του Δήλωσης ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται στη λήψη της προειδοποιητικής επιστολής της ΣΠΕ ημερ. 25.9.2013 και της επιστολής τερματισμού της συμφωνίας του επίδικου δανείου ημερ. 22.10.
  3. Μετά την προειδοποιητική επιστολή επισκέφθηκε την ΣΠΕ και παρά τη διαβεβαίωση, όπως διατείνεται ότι του δόθηκε, ότι θα επιδεικνύετο η μέγιστη κατανόηση και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, έλαβε στη συνέχεια την επιστολή τερματισμού. Απαίτησε εξηγήσεις που δεν του δόθηκαν. Αναφέρει: «Η κατάσταση αυτή κράτησε για μήνες όπου και το θέμα παρέμεινε άλυτο.» Πώς κράτησε μήνες, αφού ένα μήνα μετά την 25.11.2013 του επιδόθηκαν τα κλητήρια της αγωγής. Με αυτό το υπόβαθρο γεγονότων επιστρέφουμε χρονικά στους ισχυρισμούς της παρ.4 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγομένου
  4. Έχοντας ο Εναγόμενος 2 αντιληφθεί το περιεχόμενο των επιστολών που παρέλαβε και έχοντας ζητήσει και εξηγήσεις σε σχέση με την επιστολή τερματισμού και αφού δέχθηκε τις επιδόσεις επισκέπτεται την ΣΠΕ για σκοπούς αναδιάρθρωσης και υποστηρίζει ότι του ειπώθηκε ότι δεν χρειαζόταν να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα και το αποδέχθηκε και εφησυχάστηκε. Αλλά και σε αυτό το σημείο διαψεύδεται από τον Παπαδόπουλο (παρ.3.2) του οποίου η παρουσία για να αντεξεταστεί επίσης δεν ζητήθηκε. Ο Εναγόμενος 2 κακόπιστα προσπάθησε να επιρρίψει ευθύνες σε άλλους σε μια απέλπιδα προσπάθεια να απεγκλωβιστεί από το γεγονός της καθόλα νομότυπης επίδοσης της αγωγής προς τον ίδιο και την Εναγόμενη 1 Εταιρεία. Οι Εναγόμενοι παρέμειναν απογυμνωμένοι από οποιαδήποτε δικαιολογία για την μη εμφάνιση τους στην αγωγή μετά την επίδοση των κλητηρίων ενταλμάτων. Εάν, με εξαίρεση ιδιάζουσες περιπτώσεις, γινόταν αποδεκτό πως μπορεί κάποιος προς τον οποίο επιδίδεται δικαστικό έγγραφο να το αγνοεί, τότε ολόκληρο το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα πλήττετο. Ούτε μπορεί να γίνει δεκτό πως μπορεί να αναζητηθεί θεραπεία με υπόβαθρο τη θέση ότι ο παραλήπτης δεν διάβασε το έγγραφο που του επιδόθηκε, ακόμα και αν η θέση αυτή ανταποκρίνεται στην αλήθεια, που σπάνια αν καθόλου είναι η περίπτωση. Υπάρχουν περιπτώσεις συνειδητής επιλογής για μη εμφάνιση στη δικαστική διαδικασία από διαδίκους που είτε αποδέχονται την αξίωση ή κρίνουν ότι δεν έχουν να ωφεληθούν σε οτιδήποτε με το να εμφανιστούν. Κάποιοι βρισκόμενοι εκ των υστέρων αντιμέτωποι με τις συνέπειες των μέτρων εκτέλεσης αισθάνονται ότι θα ήταν καλύτερα να είχαν προκαλέσει καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της εναντίον τους υπόθεσης και επιδιώκουν να το πράξουν καταχωρώντας αίτηση για τον παραμερισμό της εναντίον τους απόφασης. Κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για παράλειψη ή συνειδητή επιλογή έχοντας υπόψη τις πραγματικότητες της υπόθεσης μόνο οι ίδιοι μπορούν να γνωρίζουν και δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να εξεύρει ή να πιθανολογήσει. Καθ' όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης ο Εναγόμενος 2 εγείρει διάφορα ζητήματα και προσπαθεί να πλήξει διάφορες πτυχές της υπόθεσης της Ενάγουσας. Η Ένορκη του Δήλωση εμπεριέχει περισσότερο θέσεις παρά γεγονότα και προσομοιάζει με δικογράφημα. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου πως οι παραλείψεις των Εναγομένων σε σχέση με την υποχρέωση τους να καταχωρήσουν εμφάνιση συνιστούν περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης. Επέδειξαν συμπεριφορά αδικαιολόγητη και ουδεμία ουσιαστική δικαιολογία προσέφεραν για τη μη εμφάνιση τους στην αγωγή. Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π..Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό ερήμην απόφασης

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.