← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΙΕΙΑ ΛΤΔ ν. Mar. C. Patsalides (Customs Agency) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4611/14, 24/3/2017

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΙΕΙΑ ΛΤΔ ν. Mar. C. Patsalides (Customs Agency) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4611/14, 24/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4611/14 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΡΙΕΙΑ ΛΤΔ., από τη Λευκωσία Ενάγουσας -και-

  1. Mar. C. Patsalides (Customs Agency) Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Μάριος Πατσαλίδης, από τη Λεμεσό
  3. Αγκελ (Αγγέλα) Πατσαλίδου, από τη Λεμεσό
  4. Κωνσταντία Πατσαλίδου, από τη Λευκωσία
  5. Φάνη Πατσαλίδου, από τη Λευκωσία
  6. Mazaruni Shipping Company Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 11.5.2016 Ημερ.: 24.3.2017 Για Εναγόμενους 1-6 - Αιτητές: Χρ. Τζιούρου (κα) για Ανδρέας Λάρδος Για Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: Α. Χατζηχαραλάμπους (κα) και Μ. Περικλέους (κα) για Ανδρέας Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 30.10.2014 με Κλητήριο Ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Με αυτή η Ενάγουσα Τράπεζα αξίωνε εναντίον των Εναγομένων δύο χρεωστικά υπόλοιπα, ένα σε τρεχούμενο λογαριασμό και ένα σε λογαριασμό δανείου δυνάμει συμφωνιών ημερ. 9.3.1993 και 31.7.2008 αντίστοιχα που τερματίστηκαν την 8.1.
  7. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία εναγόταν ως η πρωτοφειλέτρια και οι Εναγόμενοι 2 έως 6 ως οι εγγυητές των υποχρεώσεων της. Η αγωγή επιδόθηκε σε όλους τους Εναγόμενους που δεν καταχώρισαν εμφάνιση, οπόταν την 11.12.2014 η αξίωση αποδείχθηκε και εκδόθηκε εναντίον τους Απόφαση. Το χρηματικό μέρος της Απόφασης αφορά ποσά που πλησιάζουν το €1.000.000 πλέον τόκους εκτός για την Εναγόμενη 6 για την οποία το ποσό είναι πολύ πιο μικρό. Περαιτέρω διατάχθηκε η εκποίηση δύο περιουσιών, μιας που οι Εναγόμενες 4 και 5 είχαν υποθηκεύσει προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτριας και μιας που είχε υποθηκεύσει για τον ίδιο σκοπό η Εναγόμενη
  8. Την 11.5.2016 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι εξαιτούνται διάταγμα το οποίο να ακυρώνει ή και να παραμερίζει την Απόφαση ημερ. 11.12.
  9. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 11.5.2016 του Εναγόμενου 2, διευθυντή των Εναγομένων 1 και 6 Εταιρειών, συζύγου της Εναγόμενης 3 και πατέρα των Εναγομένων 4 και
  10. Δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 6 την 31.10.2014 και στις Εναγόμενες 4 και 5 την 11.11.
  11. Η Τράπεζα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με έντεκα λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 11.1.2017 της Μάγδας Κυριάκου υπαλλήλου της από το 1989 και στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών από τον Νοέμβριο του
  12. Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προνοεί ότι: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της διάταξης θα είναι νόμιμο για το Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής, να εξηγήσει και ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τους λόγους της δικονομικής του παράλειψης που είχε ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίον του και να δικαιολογήσει τυχόν καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης για τον παραμερισμό της. Στην Ιωάννου ν. Σκάφους «Veronica»

(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 437, 440 αναφέρεται ότι: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δύο θεμελιωδών αρχών. Την ανάγκη από την μια να διατηρηθεί το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής δικαιοσύνης..» Στην Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπη Στρητς Ντίσκο Λτδ,
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, 31 αναφέρεται πως: «. το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει.» Στην Siberia Air v. Πουλλίκα
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 893, 897 αναφέρεται ότι: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ότι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» Στην Eros Travel & Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd.,
(1997)1(B) A.A.Δ. 712, αναφέρεται πως: «Το Δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει.» σημειώνεται ωστόσο πως: «Παρά την επικουρική της σημασία η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης δεν παύει να είναι ένας σημαντικός παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη.» Η αναφορά στην Βίκα πως πέραν του βασικού κριτηρίου της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης στην αγωγή: «Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτη όψεως καλή υπεράσπισης.» περιορίστηκε στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης στην Λυσιώτης ν. Δημοκρατίας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 364, 378-379 όπου απορρίφθηκε η θέση πως η νομολογία έχει καταστεί ελαστικότερη στο θέμα της αργοπορίας στην καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Στην Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101, 1105-6 αναφέρεται ότι: «. η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης.» Όσο και αν το ζήτημα της μη εμφάνισης εξετάζεται ανεξάρτητα των άλλων θεμάτων που εγείρονται σε μια αίτηση για παραμερισμό, φαίνεται να είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου πως αν η δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης προβάλλει λογική και δεν συνιστά η απραξία του αιτητή περιφρόνηση του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης και εφόσον έχει προβάλει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας, η απόφαση θα παραμεριστεί. Έτσι, βλέπουμε πως είναι σε καθαρές περιπτώσεις έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση ή και η καθυστέρηση στην καταχώριση αίτησης για παραμερισμό κρίθηκαν ως αφ' εαυτών τροχοπέδη στο "επανάνοιγμα" της υπόθεσης. Αναφορικά με την υπεράσπιση των Εναγομένων επί της ουσίας της αγωγής ο Εναγόμενος 2 επικαλείται υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς στους επίδικους λογαριασμούς χωρίς να παρέχει την παραμικρή λεπτομέρεια. Στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β) A.A.Δ. 793 αναφέρεται πως η αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ήταν εύκολο κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Υιοθετείται (στη σελ. 799) απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση όπου αναφέρεται: «Αντλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή.» Στην Orams κ.α. ν. Αποστολίδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1402, τονίστηκε ότι απαιτείται από τον αιτητή να δώσει επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης, επομένως δεν αρκεί η προβολή μιας θέσης αλλά η σε κάποιον έστω μικρό βαθμό τεκμηρίωσή της (βλ. Δωρίτη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Διατείνεται ακόμα ο Εναγόμενος 2 ότι υπήρξαν παραβιάσεις των περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμων του 2003 έως 2015, των περί Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμων του 2001 και 2010 και του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Όπως τον συμβούλευσε ο δικηγόρος των Εναγομένων, σύμφωνα με τον περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου, 197(Ι) του 2013 η Τράπεζα είχε υποχρέωση να παράσχει στους υποψήφιους εγγυητές γραπτώς όλα τα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες που καθορίζονται στο Νόμο ώστε να γνωρίζουν ακριβώς εκ των προτέρων τι θα έκαμναν προτού προβούν στην υπογραφή της εγγύησης. Η Τράπεζα παρέλειψε να το πράξει. Περαιτέρω η Τράπεζα παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωση της να ενημερώσει τους εγγυητές για την καθυστέρηση εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας Εταιρείας της καταβολής των δόσεων. Οι αναφερόμενες παραβιάσεις περιορίζονται στην πρώτη μόνο από τις τρεις νομοθεσίες που ο Εναγόμενος 2 αρχικά επικαλέστηκε και σε σχέση μόνο με τους Εναγόμενους 2 έως 6 εγγυητές. Όμως, οι περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμοι του 2003 έως 2015 δεν αφορούν όλες τις συμβάσεις εγγύησης. Το άρθρο 3
(1)περιορίζει την εφαρμογή του Νόμου στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο, ενώ η επιφύλαξη του αναφέρει ότι αυτός δεν εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη. Επομένως η περίπτωση του Εναγόμενου 2, που ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και της Εναγόμενης 6 που δεν είναι φυσικό πρόσωπο, δεν καλύπτονται από τις πρόνοιες των Νόμων. Η αναφορά σε παράλειψη της Τράπεζας να παράσχει στους εγγυητές γραπτώς όλα τα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες ώστε να γνωρίζουν ακριβώς εκ των προτέρων τι θα έκαμναν προτού προβούν στην υπογραφή της εγγύησης, παραπέμπει στις πρόνοιες του άρθρου 5 των Νόμων που προνοεί ότι προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή διάφορα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο. Όμως ο Νόμος δεν αναφέρεται στις επιπτώσεις μη συμμόρφωσης με το άρθρο 5. Η αναφορά σε παράλειψη της Τράπεζας να εκπληρώσει την υποχρέωση της να ενημερώσει τους εγγυητές για την καθυστέρηση εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας Εταιρείας της καταβολής των δόσεων παραπέμπει στο άρθρο 12
(1)των Νόμων που προνοεί για τέτοια ειδοποίηση εφόσον υπάρχει καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων. Οι θεραπείες για παράβαση του άρθρου 12
(1)προνοούνται στο άρθρο 12
(3). Καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε που θα παρείχε στις Εναγόμενες 3, 4 και 5 οποιαδήποτε υπεράσπιση σε αυτή τη βάση. Οι Εναγόμενες 3, 4 ή 5 δεν επέλεξαν να ασκήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα που τους παρεχόταν δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου. Με το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 2, οι Εναγόμενοι δεν έχουν αποσείσει το βάρος που είχαν να αποκαλύψουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Σε σχέση με τους λόγους που οι Εναγόμενοι δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή μετά την προς αυτούς επίδοση του Κλητηρίου, ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι την 12.11.2014 μετέβηκε με τον λογιστή των Εναγομένων στα γραφεία της Τράπεζας στη Λεμεσό και συνάντησε αρμόδιους υπαλλήλους τους οποίους κατονομάζει. Έγινε εκτεταμένη συζήτηση και ηγέρθηκε ζήτημα υπερχρεώσεων στους λογαριασμούς. Συμφωνήθηκε, αναφέρει, ότι η Τράπεζα θα ενημέρωνε τον λογιστή γραπτώς για τα ζητήματα που συζητήθηκαν και ότι η αγωγή θα παγιοποιείτο. Προς τούτο οι υπάλληλοι της Τράπεζας θα ενημέρωναν τους δικηγόρους τους. Η Τράπεζα δεν ειδοποίησε ποτέ γραπτώς τον λογιστή. Παραδέχεται ο Εναγόμενος ότι λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που είχε και με δεδομένο τον εφησυχασμό που είχε μετά τη συνάντηση με τους αρμοδίους υπαλλήλους της Τράπεζας επέδειξε ολιγωρία στην παρακολούθηση της πορείας και εξέλιξης της αγωγής. Όπως αποδέχεται ο Εναγόμενος 2, τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου του 2015 πληροφορήθηκε από δικαστικό επιδότη για την εκδοθείσα Απόφαση. Ζήτησε τότε συνάντηση με τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας. Οι τελευταίοι του έκλειναν συναντήσεις τις οποίες την τελευταία στιγμή ακύρωναν καθορίζοντας νέες. Παρουσιάζει επιστολή του ημερ. 22.4.2015 προς την Τράπεζα από την οποία προκύπτει ότι είχε συνάντηση στα γραφεία της Τράπεζας την 21.4.
  1. Με την επιστολή του ζητά μεταξύ άλλων αντίγραφα των συμφωνιών και άλλα συναφή έγγραφα. Δεν προβάλλει οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με οποιαδήποτε συνεννόηση ή υπόσχεση των αρμοδίων υπαλλήλων. Η Τράπεζα απάντησε με επιστολή της ημερ. 11.6.
  2. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 2 είχε συνάντηση με τον λογιστή των Εναγομένων που του συνέστησε να αναμένει ώστε να έχει ο λογιστής επικοινωνία με τους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας και ότι θα τον ενημέρωνε σχετικά. Μετά πάροδο κάποιου χρόνου επικοινώνησε με τον λογιστή ο οποίος του ανέφερε ότι ο αρμόδιος και υπεύθυνος υπάλληλος απουσίαζε λόγω των καλοκαιρινών διακοπών. Μετά τις διακοπές επικοινώνησε ο ίδιος με τον αρμόδιο υπάλληλο και ζήτησε συνάντηση. Ο τελευταίος του υποσχέθηκε να του απαντήσει αφού συζητούσε πρώτα με το νομικό τμήμα και το δικηγόρο της Τράπεζας. Εν αναμονή απαντήσεως ο Εναγόμενος 2 επισκέφθηκε το δικηγόρο του. Ο δικηγόρος μελέτησε την υπόθεση και του ανέφερε ότι αν δεν τελεσφορούσε η προσπάθεια για εξεύρεση συμβιβασμού θα έπρεπε να καταχωριστεί αίτηση για παραμερισμό της Απόφασης. Αφού πέρασε αρκετός χρόνος, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 αναφέρει, επικοινώνησε κατά την περίοδο των Χριστουγέννων με την αρμόδια υπάλληλο του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας, η οποία του απάντησε ότι θα γινόταν συνάντηση μαζί του για σκοπούς διευθέτησης αρχές του 2016 και θα τον ενημέρωνε σχετικά. Ούτε ειδοποιήθηκε, ούτε συνάντηση έγινε, οπόταν ζήτησε από το δικηγόρο των Εναγομένων να καταχωρήσει αίτηση για τον παραμερισμό της Απόφασης. Η Κυριάκου αποδέχεται ότι μετά την επίδοση των Κλητηρίων Ενταλμάτων έγινε την 12.11.2014 συνάντηση στην Τράπεζα τη παρουσία του Εναγόμενου 2 και του λογιστή των Εναγομένων και της ιδίας και δύο άλλων λειτουργών της Τράπεζας. Οι Εναγόμενοι είχαν υποβάλει προφορικά αιτήματα και ανέφεραν ότι προσπαθούσαν να πωλήσουν το ακίνητο τους στην περιοχή Αγίας Φύλας. Από πλευράς Τράπεζας τους εξηγήθηκε ότι εφόσον οι λογαριασμοί τερματίστηκαν και καταχωρίστηκε αγωγή τα αιτήματα τους για αναδιάρθρωση θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο εάν τεκμηριωνόταν ικανότητα αποπληρωμής και ενισχύονταν οι υφιστάμενες εξασφαλίσεις. Είχε ζητηθεί από τον Εναγόμενο 2 να υποβάλει γραπτές προτάσεις πράγμα που ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε. Την 18.12.2014 η Τράπεζα ενημέρωσε τηλεφωνικά το λογιστή των Εναγομένων ότι η προφορική πρόταση των Εναγομένων δεν γινόταν αποδεκτή. Αρνείται η ομνύουσα ότι η Τράπεζα εφησύχασε τους Εναγομένους ότι θα παγιοποιούσε την αγωγή. Κανένας από τους λειτουργούς της Τράπεζας δεν εξέφρασε δέσμευση ότι δεν θα προχωρούσε η αγωγή. Αρνείται η Κυριάκου ότι η Τράπεζα αρνήθηκε οποτεδήποτε συνάντηση με τους Εναγόμενους. Παραπέμπει στη συνάντηση της 21.4.2015 και αναφέρει ότι και τότε ζητήθηκε να υποβληθεί γραπτή πρόταση, όμως οι Εναγόμενοι ουδεμία γραπτή πρόταση υπέβαλαν. Αναφέρεται περαιτέρω σε δύο περιπτώσεις πριν την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, τον Μάρτιο του 2016, όπου ο Εναγόμενος 2 απέφυγε να ανταποκριθεί σε προσπάθεια της Τράπεζας για συνάντηση μαζί του. Στα πλαίσια αίτησης όπως η υπό κρίση, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων θέσεων αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης αλλά εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει κατά πόσο εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Όμως, το ίδιο δεν ισχύει όσον αφορά το ζήτημα των λόγων μη εμφάνισης στην αγωγή και της δικαιολογίας για την όποια καθυστέρηση να αποταθεί ο αιτητής για τον παραμερισμό της εναντίον του απόφασης. Στην Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, 533 αναφέρεται ότι: «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Εvans v. Bartlam και την κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam, πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης.» Η αναφορά είναι στην παλιά Δ.48 θ.4 και στην προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας για την απόδειξη αμφισβητούμενου ισχυρισμού. Με τη νέα Δ.48 θ.4
(2)το μέσο για τη θεμελίωση αμφισβητούμενου ισχυρισμού είναι η αντεξέταση του ομνύοντα που αμφισβητεί τη θέση. Η πλευρά των Εναγομένων, που είχε το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν ζήτησε την αντεξέταση της Κυριάκου και δεν έχει αμφισβητήσει τις θέσεις της και τη διάψευση των ισχυρισμών του Εναγομένου
  1. Ως αποτέλεσμα οι δικαιολογίες που προέβαλε, στην έκταση που αφορούν ενέργειες και συμπεριφορά λειτουργών αντιπροσώπων της Τράπεζας, τόσο για την παράλειψη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως μετά την επίδοση της αγωγής, όσο και για την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης μετά που πληροφορήθηκε το γεγονός της έκδοσης της Απόφασης παρέμειναν μετέωρες. Σημειώνεται ακόμα ότι αναφορά στις Εναγόμενες 4 και 5 γίνεται μόνο στις δύο πρώτες παραγράφους της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου
  2. Μετά που αυτές, όπως ο Εναγόμενος 2 διατείνεται, του έστειλε την αγωγή για να συνεννοηθεί με την Τράπεζα, δεν αναφέρεται κατά πόσο επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την αγωγή και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ήταν ενήμερες των όποιων διαβουλεύσεων μπορεί να έγιναν με την Τράπεζα. Για την Εναγόμενη 3 δεν αναφέρεται οτιδήποτε. Οι Εναγόμενοι αφού τους επιδόθηκε κανονικά η αγωγή δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Αφότου ο Εναγόμενος 2 είχε πληροφορηθεί για την έκδοση της εναντίον τους Απόφασης παρήλθαν δεκατέσσερις μήνες μέχρις ότου αυτοί ενεργήσουν για να επιδιώξουν τον παραμερισμό της. Η υπόθεση τους, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε δικαιολογία για την παράλειψη να εμφανιστούν και επιβαρυμένη με την αδικαιολόγητη καθυστέρηση που επέδειξαν στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, δεν θα μπορούσε να έχει περιθώρια επιτυχίας. Οι Εναγόμενοι περιφρόνησαν τη δικαστική διαδικασία ιδιαίτερα στο χρονικό στάδιο που καθυστέρησαν να αποταθούν για τον παραμερισμό της Απόφασης. Θεώρησε ο Εναγόμενος 2 ότι τα συμφέροντα των Εναγομένων μπορούσαν καλύτερα να εξυπηρετηθούν με τις όποιες παρεμβάσεις του λογιστή τους. Στην Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938, παρά την ύπαρξη υπεράσπισης η απόφαση δεν παραμερίστηκε. Η αίτηση καταχωρίστηκε 2½ χρόνια μετά την απόφαση και εν πάση περιπτώσει, 8 μήνες μετά από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης που γνωστοποιήθηκαν στον εφεσείοντα. Στην Χριστοφόρου και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 86, η αίτηση απορρίφθηκε παρά την ύπαρξη υπεράσπισης επί της ουσίας. Είχε κριθεί πως η συμπεριφορά της εφεσείουσας-αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρίστηκε 2 χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, 16 μήνες μετά την απόφαση και 5 μήνες μετά την επίδοση αίτησης παρακοής. (Βλ. ακόμη Γιωργαλλίδη, Bush και άλλη v. Γιαννή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1342, και Χατζηνικολάου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1179). Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό Απόφασης

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.