← Κύπρος

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΜΙΑΝΤΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 4266/08, 17/3/2017

ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΜΙΑΝΤΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 4266/08, 17/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4266/08 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΑΜΙΑΝΤΟΥ Ενάγοντες και ΑΝΔΡΕΑΣ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενος ......... 17 Μαρτίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Κ. Μ. Χατζηπιέρας. Για τον εναγόμενο: κ. Α. Χρ. Θεοφίλου για A. Chr Theophilou LLC. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι λέξεις "χρονίζουσα" και "ατέρμονη" χαρακτηρίζουν απόλυτα το εγχείρημα κατασκευής του κοινοτικού ποδοσφαιρικού γηπέδου Αμιάντου, τόσο επί της ουσίας όσο και επί της αντιδικίας που στην πορεία ανέκυψε. Επί της ουσίας, τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια του γηπέδου (του σταδίου ουσιαστικά), εκπονήθηκαν το 1991, η κατασκευή άρχισε τέσσερα με πέντε χρόνια μετά, το 1995 ή 1996, άλλαξαν στην πορεία τρεις εργολάβοι, αλλά η κατασκευή, σήμερα, 25 και πλέον χρόνια μετά, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Ούτε και επίκειται προσεχώς η ολοκλήρωση του έργου. Επί της αντιδικίας, εγέρθηκε αγωγή το 2001 (η 6380/01) από τον τρίτο στη σειρά εργολάβο - Μ. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομουστάκης Λτδ εναντίον του κοινοτικού συμβουλίου Κάτω Αμιάντου (των προκατόχων δηλαδή των εδώ εναγόντων) με την οποία διεκδικούσε, μεταξύ άλλων, το υπόλοιπο αμοιβής για εκτελεσθείσες εργασίες. Στα πλαίσια της αγωγής αυτής, το κοινοτικό συμβούλιο καταχώρησε ανταπαίτηση με την οποία διεκδικούσε με τη σειρά του αποζημιώσεις για κακοτεχνίες. Η επίλυση της διαφοράς, στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας, παραπέμφθηκε σε διαιτησία και εκδόθηκε επ' αυτού, η διαιτητική απόφαση ημερ. 16.11.2009 (τεκμήριο 35). Η αντιδικία δεν τελείωσε εκεί όμως. Μεσολάβησε η καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 31.10.2008, με την οποία το κοινοτικό συμβούλιο, σε ρόλο ενάγοντα πλέον, διεκδικεί από τον εναγόμενο - αρχιτέκτονα, αποζημιώσεις, κατά κύριο λόγο, για επαγγελματική αμέλεια. Ο εναγόμενος με τη σειρά του, καταχώρησε και αυτός ανταπαίτηση με την οποία διεκδικεί το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο της αμοιβής του σε σχέση με τις επαγγελματικές υπηρεσίες που προσέφερε. Αυτή είναι και η διαφορά που βρίσκεται προς επίλυση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και με την οποία, θα ασχοληθώ, εκτενώς στη συνέχεια. Οι έγγραφες προτάσεις Ας δούμε πρώτα τις προβληθείσες θέσεις των διαδίκων, με υπόβαθρο πάντοτε, τις έγγραφες τους προτάσεις. Οι ενάγοντες λοιπόν, στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης τους (εφεξής η Ε/Α) ισχυρίζονται, ότι, κατά ή περί το 1991, το Δ.Σ. του Συλλόγου "Αθλητικός Πνευματικός Όμιλος Ευαγόρας Αμιάντου" (εφεξής ο Σύλλογος) αποδέχθηκε πρόταση του "πολιτικού παράγοντα" κ. Ττίμη Ευθυμίου (εφεξής ο Ευθυμίου) όπως αναλάβει ο ίδιος δια δωρεάς και/ή άλλως πως, μέσω φίλου του, την ετοιμασία και εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για την κατασκευή γηπέδου στην κοινότητα Αμιάντου, ιδιοκτησίας των εναγόντων. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ευθυμίου, στην παρουσία του εναγομένου και άλλων παρευρισκομένων παρέδωσε τα αρχιτεκτονικά σχέδια στον πρόεδρο του πιο πάνω Συλλόγου, ο οποίος με τη σειρά του, τα παρέδωσε στον πρόεδρο των εναγόντων για να ενεργήσει για υλοποίηση του έργου. Η εν συνεχεία συνεργασία των μερών στηρίχθηκε αποκλειστικά πάνω σε αυτή τη βάση. Δηλαδή, υπήρχε εξυπακουόμενη συμφωνία, ότι, ο εναγόμενος θα εκτελούσε τις εργασίες και τα καθήκοντα αρχιτέκτονα-μηχανικού για την κατασκευή του γηπέδου και η όποια αμοιβή του - αν υπήρχε - θα διευθετείτο (αν δεν είχε ήδη διευθετηθεί) από τον Ευθυμίου και σε καμία περίπτωση δεν θα υπήρχε αξίωση αμοιβής, από τους ενάγοντες. Οι εργασίες, βάσει των σχεδίων του εναγόμενου άρχισαν το 1996 και αφού διακόπηκαν δύο φορές λόγω διαφωνίας με τους εργολάβους, ανατέθηκαν τελικώς σε τρίτο εργολάβο δυνάμει συμφωνίας ημερ. 22.3.1999 (εφεξής ο Εργολάβος). Παρά το επαγγελματικό καθήκον επιμέλειας που όφειλε ο εναγόμενος στους ενάγοντες, η αρχιτεκτονική του μελέτη ήταν φτωχή, ελλιπής, λανθασμένη και επιπόλαια. Παράλληλα απέτυχε να προβεί στις δέουσες ενέργειες για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας και ενέκρινε αδικαιολόγητη παράταση 8 μηνών στον Εργολάβο. Αμέλεια επέδειξε και κατά τον χρόνο εκτέλεσης του έργου. Πλήρεις λεπτομέρειες όλων των πιο πάνω, παρατίθενται στην παράγραφο 10 της Ε/Α. Συνεπεία των αμελών πράξεων του εναγομένου και/ή της παράβασης των καθηκόντων του, οι ενάγοντες υπέστησαν και υφίστανται ζημιά σε σχέση ειδικά με (α) τις βοηθητικές εγκαταστάσεις των αποδυτηρίων, οι οποίες εμφανώς κινδυνεύουν με κατάρρευση και (β) ολόκληρο το οικοδόμημα του γηπέδου, το οποίο είναι επικίνδυνο λόγω των πολλαπλών προβλημάτων και κακοτεχνιών. Για αποκατάσταση των προβλημάτων και κακοτεχνιών και για την ασφαλή λειτουργία του γηπέδου, θα πρέπει να ληφθούν διάφορα μέτρα, το κόστος των οποίων, με τιμές του πρώτου τριμήνου του 2006, εκτιμήθηκαν σε £98.400 πλέον ΦΠΑ. Με σχετική αναπροσαρμογή στις ισχύουσες τιμές, κατά την καταχώρηση της αγωγής το 2008, το κόστος ανέρχεται σε £110.000 (€187.946,16) πλέον ΦΠΑ. Αυτή είναι και η βασική αξίωση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου. Άνευ βλάβης των προαναφερθέντων ισχυρισμών, οι ενάγοντες διατείνονται ότι κατέβαλαν στον Εργολάβο £72.463, και ότι ο Εργολάβος με την αγωγή 6380/01 διεκδικεί περαιτέρω £52.039,46 και £40.000 αντίστοιχα. Στην αγωγή αυτή υπέβαλαν ανταπαίτηση με την οποία διεκδικούν διάφορα ποσά για κακοτεχνίες. Παρόλα ταύτα οι ενάγοντες, διεκδικούν από τον εναγόμενο όπως τους αποζημιώσει για το οποιοδήποτε ποσό κληθούν να πληρώσουν στον Εργολάβο στα πλαίσια της ως άνω αγωγής 6380/
  2. Η αξίωση αυτή, παρότι παραμένει στο Παρακλητικό της Ε/Α, φαίνεται να διαφοροποιείται ή εν πάση περιπτώσει να επηρεάζεται από τη διαιτητική απόφαση που τελικώς εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 6380/01 και η οποία καθορίζει, συγκεκριμενοποιεί και επιδικάζει προς τα μέρη διάφορα ποσά. Η απόφαση αυτή κατατέθηκε ως τεκμήριο
  3. Τέλος, διαζευκτικά, προβάλλεται και αξίωση ύψους £18.019,28 (€30.787,77) ειδικά για ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες για εργασίες, για τις οποίες, ο εναγόμενος αμελώς εξέδωσε πιστοποιητικά εκτέλεσης για συγκεκριμένο ποσό ενώ στην πραγματικότητα οι εκτελεσθείσες εργασίες ήταν μικρότερης αξίας. Συγκεκριμένα εξέδωσε πιστοποιητικά εκτέλεσης εργασιών για συνολικό ποσό £103.684,91 ενώ με βάση επαναμέτρηση που έγινε, η εκτελεσθείσα εργασία ανέρχεται σε £85.675,
  4. Υπάρχει δηλαδή μια διαφορά της τάξεως των £18.019,28, όση δηλαδή η τοιούτη αξίωση των εναγόντων. Σχετική είναι η παράγραφος 10(ξ)(δδ) της Ε/Α. Στον αντίποδα, ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που καταχώρησε εγείρει κατ' αρχάς δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη είναι, πως, οι ενάγοντες ενόψει του δικού τους ισχυρισμού ότι δεν είχαν συμβατική σχέση με τον εναγόμενο, δεν έχουν κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου. Το θέμα αυτό διαπλέκεται με τα γεγονότα της υπόθεσης και η επίλυση του, θα επέλθει ταυτόχρονα με την κατάληξη του Δικαστηρίου επί της ουσίας. Η δεύτερη είναι ότι η προώθηση της παρούσας αγωγής είναι καταχρηστική ενόψει της ύπαρξης της αγωγής 6380/01 και ειδικά των τεκταινομένων που αφορούν στην καταχώρηση εκεί, ανταπαίτησης από τους εδώ ενάγοντας, χωρίς τη συμπερίληψη οποιασδήποτε αξίωσης εναντίον του εναγομένου. Δεν ζητήθηκε η προδίκαση αυτής της ένστασης, ούτε και προωθήθηκε τελικώς, με την κατάθεση σχετικής επιχειρηματολογίας από πλευράς εναγομένου. Συνεπώς, η ένσταση αυτή - η οποία έτσι κι αλλιώς είναι καταφανώς αβάσιμη - θεωρήθηκε εγκαταληφθείσα. Άνευ βλάβης των προαναφερθεισών ενστάσεων, ο εναγόμενος απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ενεργούσε στη βάση συμφωνίας με τους ενάγοντες και όχι με τον Ευθυμίου, ο οποίος, απλά τον συνέστησε στους ενάγοντες. Στο πλαίσιο αυτό εκτέλεσε πλήρως και με βάση τη συμφωνία και τους ισχύοντες Νόμους και Κανονισμούς, τα καθήκοντα του ως αρχιτέκτονας και/ή μηχανικός του όλου έργου. Η συμφωνηθείσα αμοιβή του ήταν 7% επί του συνολικού κόστους κατασκευής, το οποίο προϋπολογίστηκε σε £300.
  5. Τα καθήκοντα του, δεν περιλάμβαναν ευθύνη ή ανάμειξη στην έκδοση των πιστοποιητικών των αρμοδίων αρχών και/ή της βεβαίωσης ποσοτήτων. Τα αρχικά και τροποποιητικά αρχιτεκτονικά σχέδια, με την έκδοση τους, παραδόθηκαν στους ενάγοντες για σκοπούς έκδοσης πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής. Πέραν τούτων, ο εναγόμενος συμβούλεψε τους ενάγοντες ότι υπήρχαν διάφορες ενέργειες - εκτός των δικών του καθηκόντων - στις οποίες θα έπρεπε να προβούν για να πετύχουν την έκδοση πολεοδομικής άδειας, αλλά και για την απρόσκοπτη χρήση του γηπέδου στο μέλλον. Είναι η παράλειψη των εναγόντων να συμμορφωθούν με τις πιο πάνω υποδείξεις που οδήγησε στην επιστροφή, στις 4.3.1998, της αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας, για την οποία, οι ενάγοντες, ουδέποτε τον ειδοποίησαν. Εν πάση περιπτώσει η μη έκδοση πολεοδομικής άδειας δεν έχει καμία σχέση με τις κατ' ισχυρισμό ζημιές των εναγόντων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι είχε μόνο συμβουλευτική ανάμειξη στην επιλογή των εργολάβων και καμία ευθύνη να τερματίσει εκείνος το οποιοδήποτε συμβόλαιο εργολαβίας λόγω παράβασης του. Ο Εργολάβος εγκατάλειψε το έργο τον Σεπτέμβριο του 1999 και ο εναγόμενος επανειλημμένα προειδοποιούσε τους ενάγοντες μέχρι και το 2002, για τους κινδύνους σοβαρών ζημιών και επιπτώσεων λόγω της διακοπής των εργασιών. Ειδικά σε συνάντηση που έγινε στις 24.4.2002, στην παρουσία πολλών παραγόντων, ζήτησε από τους ενάγοντες να λάβουν μέτρα ύψους £5.000 για διόρθωση κάποιων κακοτεχνιών για προστασία του όλου έργου, πράγμα που οι τελευταίοι παρέλειψαν να πράξουν. Στην ίδια συνάντηση επιβεβαιώθηκε ότι η αξία της ήδη εκτελεσθείσας εργασίας ήταν £120.
  6. Σε σχέση με αυτή, ο εναγόμενος έχει να λαμβάνει από τους ενάγοντες αμοιβή £21.874,62 (€37.375,00), ποσό το οποίο, παρά τις υποσχέσεις, ουδέποτε του κατέβαλαν. Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρνείται τις κατ' ισχυρισμό ζημιές, οι οποίες, ακόμα και αν υπάρχουν, τις αποδίδει στην εγκατάλειψη του έργου από το 1999 και στη διάβρωση του εδάφους που αναμενόταν λόγω μη κατασκευής των αναγκαίων υποστηρικτικών έργων από την εγκατάλειψη και μετά. Ούτε και ευθύνη αποδέχεται για τυχόν παραβιάσεις του συμβολαίου μεταξύ Εργολάβου και εναγόντων. Δεν εξέδιδε πιστοποιητικά πληρωμής του Εργολάβου. Αυτό το έπραττε ο επιμετρητής των εναγόντων. Ο ίδιος απλά τα ενέκρινε. Εν πάση περιπτώσει ουδέποτε ενέκρινε εργασίες που δεν εκτελέστηκαν. Η δε παράταση που έδωσε στον Εργολάβο, δικαιολογείτο στο μεγαλύτερο της μέρος, λόγω των επιπρόσθετων εργασιών που ζητήθηκαν. Εν όψει των ανωτέρω απορρίπτει την αξίωση των εναγόντων και ανταπαιτεί το προαναφερθέν ποσό των €37.375,00 (περιλαμβανομένου ΦΠΑ). Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση τους, οι ενάγοντες εμμένουν στους δικούς τους ισχυρισμούς και απορρίπτουν αυτούς του εναγομένου. Ανάμεσα σε άλλα, ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή ουδόλως προσκρούει στην αγωγή 6380/
  7. Οι λόγοι επί των οποίων εδράζεται η αξίωση της παρούσας αγωγής, δεν ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στην αγωγή 6380/
  8. Για την απόρριψη της αίτησης για πολεοδομική άδεια, την ευθύνη την είχε ο εναγόμενος, η μελέτη του οποίου, ήταν τόσο λανθασμένη που κανένα αρμόδιο όργανο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή για την έκδοση είτε πολεοδομικής άδειας είτε άδειας οικοδομής. Ακόμα και μετά την απόρριψη της αίτησης, ο εναγόμενος συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα του, παράνομα και αντιδεοντολογικά, επιβραβεύοντας με τις πράξεις του τον Εργολάβο στην τέλεση των διαφόρων κακοτεχνιών. Τις κακοτεχνίες αυτές, ο εναγόμενος, κατά παράβαση των καθηκόντων του, παρέλειψε να τις εντοπίσει. Περαιτέρω, ουδέποτε προειδοποίησε τους ενάγοντες για κινδύνους που θα δημιουργούνταν λόγω διακοπής των εργασιών και εν πάση περιπτώσει, οι ζημιές δεν οφείλονται στην διακοπή των εργασιών αλλά στις αμελείς ενέργειες και παραλείψεις από πλευράς εναγομένου. Ουδέποτε συμφώνησαν μαζί του για την καταβολή αμοιβής, ούτε και ο εναγόμενος ζήτησε ποτέ την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής. Η δε αξίωση που υποβάλει στα πλαίσια ανταπαίτησης γίνεται καθαρά για λόγους αντιπερισπασμού και δημιουργίας λανθασμένων εντυπώσεων. Η ακροαματική διαδικασία Η ακρόαση που ακολούθησε ήταν χρονοβόρα και επίπονη με τη δια ζώσης μαρτυρία πολλών μαρτύρων και την κατάθεση σωρείας τεκμηρίων. Συγκεκριμένα εκ μέρους των εναγόντων, κατέθεσαν οι Γιώργος Δημητριάδης (ΜΕ1), Ανδρέας Χατζηβασιλείου (ΜΕ2), Κίκης Κυριάκου (ΜΕ3), Γιώργος Πανταζής (ΜΕ4), Κυπρούλα Οικονόμου (ΜΕ5), Άγγελος Σαββίδης (ΜΕ6), Κρίτων Κυριακίδης (ΜΕ7), Κώστας Ανδρέου (ΜΕ8), Κώστας Κυριακίδης (ΜΕ9) και Ανδρέας Λαζαρής (ΜΕ10). Εκ μέρους του εναγομένου, κατέθεσε ο ίδιος (ΜΥ1), οι Άντρος Κυριάκου (ΜΥ2) και Νικολέτα Ανδρονίκου (ΜΥ3). Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν είναι τα εξής: Τεκμήριο 1 Κλ. Ένταλμα (Ο2.r6) και Έκθεση Απαίτησης Αγ.6380/01 Τεκμήριο 2 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση Αγ.6380/01 Τεκμήριο 3 Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση Αγ. 6380/01 Τεκμήριο 4 Έντυπο κυρίως Συμβολαίου Τεκμήριο 5 3 σελίδες από το έντυπο Κυρίως Συμβολαίου Τεκμήριο 6 Σχέδια 167/Ι και 13 Τεκμήριο 7 Δελτίο Ποσοτήτων Τεκμήριο 8 Έκθεση Αποτίμησης από Earthquake Protected Structures, Ιούλιος 2007, μαζί με σχέδια, Σ01-11 Τεκμήριο 9 Διερεύνηση και αξιολόγηση των γεγονότων - Μάρτιος 2008, από Earthquake Protected Structures Τεκμήριο 10 Έκθεση από ΜΕ6 Τεκμήριο 10(α) Έκθεση ΜΕ6 μαζί με πρωτότυπες φωτογραφίες Τεκμήριο 11 Δέσμη φωτογραφιών του έργου Τεκμήριο 12 Έκθεση βασικών γεγονότων από τον Χαρίλαο Χαραλαμπίδη Τεκμήριο 13 Πιστοποιητικό Πληρωμής Νο.1 Τεκμήριο 14 Πιστοποιητικό Πληρωμής Νο.2 Τεκμήριο 15 Πιστοποιητικό πληρωμής Νο.3 Τεκμήριο 16 Τελική κατάσταση (υλικών) μέχρι 18.04.2000 ημερ.18 Απριλίου 2000, υπό Α. Αθανασίου Τεκμήριο 17 Επιστολή Ανδρέα Ηρακλέους ημερ. 23.04.1999 Τεκμήριο 18 Επιστολή Ανδρέα Ηρακλέους ημερ. 27.04.1999 Τεκμήριο 19 Επιστολή Ανδρέα Ηρακλέους ημερ. 02.05.1999 Τεκμήριο 20 Επιστολή Ανδρέα Ηρακλέους ημερ.10.05.1999 Τεκμήριο 21 Επιστολή Ν. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομούστακου Λτδ ημερ. 4.9.1999 Τεκμήριο 22 Επιστολή Ν. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομούστακου Λτδ ημερ. 4.9.1999 Τεκμήριο 23 Επιστολή Ν. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομούστακου Λτδ ημερ. 22.11.1999 Τεκμήριο 24 Επιστολή Ν. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομούστακου Λτδ ημερ. 22.11.1999 Τεκμήριο 25 Επιστολή Ν. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομούστακου Λτδ ημερ. 5.1.2000 Τεκμήριο 26 Επιστολή Ν. Νεοφύτου & Δ. Μαυρομούστακου Λτδ ημερ. 30.6.2001 Τεκμήριο 27 Επιστολή Κώστα Π. Χ' Κωστή ημερ. 18.2.2000 Τεκμήριο 28 Επιστολή Κώστα Π.Χ' Κωστή ημερ. 12.5.2000 Τεκμήριο 29 Επιστολή Κώστα Π. Χ' Κωστή ημερ. 12.5.2000 Τεκμήριο 30 Επιστολή Κώστα Π. Χ' Κωστή ημερ. 12.5.2000 Τεκμήριο 31 Επιστολή Κώστα Π. Χ' Κωστή ημερ. 20.12.2007 Τεκμήριο 32 Επιστολή Κοινοτικού Συμβουλίου προς Α. Ηρακλέους ημερ. 28.6.2002 Τεκμήριο 33 Κατάσταση Δικογράφων από Κοινοτάρχη Κάτω Αμιάντου (Κρίτων Κυριακίδη) (την οποία κατάθεσε στη Διαιτησία ήτοι προς Πέτρο Ευλογημένο, Διαιτητή) 20.10.2007 Τεκμήριο 34 Σημείωμα - επίσκεψη στο Κάτω Αμίαντο, Τετάρτη 24.4.2002 Τεκμήριο 35 Απόφαση Διαιτητή Γιώργου Πανταζή ημερ. 16.11.2009 Τεκμήριο 36 Δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι τρία τεκμήρια είναι πανομοιότυπα με άλλα τρία τεκμήρια Τεκμήριο 37 Έκθεση Προσέγγισης για τη μελέτη αποκατάστασης της στατικής επάρκειας των τοίχων αντιστήριξης στο Κοινοτικό Γήπεδο Κ. Αμιάντου - Οκτώβριος 2006 μαζί με σχέδια Τεκμήριο 38(α) Τρίτη Σειρά Σχεδίων του 1999 (τροποποιητικά) Τεκμήριο 38(β) Σχέδια 1991 (πλην σχεδίου αρ.7) ίδια με Τεκμηρίου 6 Τεκμήριο 39 Στατική Μελέτη Τεκμήριο 40 Πρώτη Σειρά Σχεδίων 1991 Τεκμήριο 41 Έκθεση Ελέγχου της Εταιρείας Matestlab Ltd Materials Ltd Τεκμήριο 42 Επιστολή ημερ. 4.3.1998 Τεκμήριο 43 Δέσμη εγγράφων της Πολεοδομίας Τεκμήριο 44 Προκήρυξη Προσφορών ημερ. 21.5.1998 και Δημοσίευση ημερ. 24.5.1998 Τεκμήριο 45 Τοπογραφικό σχέδιο της ΣΥΝΘΙΛΑΝΤ ΛΤΔ Τεκμήριο 46 Επιστολή ημερ. 28.11.1997 μαζί με Προσφορά Τεκμήριο 47 Σχέδιο Τεκμήριο 48 Έκθεση ημερ. 4.8.2006 που ετοιμάστηκε από την ΜΕ5 Τεκμήριο 49 Έκθεση - Report ημερομηνίας 10.7.1998 Τεκμήριο 50 Επιστολή ημερ. 1.5.1992 Τεκμήριο 51 Μια φωτογραφία Τεκμήριο 52 Επιστολή ημερ. 9.12.2015 Τεκμήριο 53 Κ.Δ.Π 2012 Τεκμήριο 54 Επιστολή ημερ. 22.10.1998 Τεκμήριο 55 Επιστολή ημερ. 22.4.1999 Τεκμήριο 56 Επιστολή ημερ. 26.4.1999 Τεκμήριο 57 Επιστολή ημερ. 30.4.1999 Τεκμήριο 58 Επιστολή ημερ. 12.5.2000 Τεκμήριο 59 Αντίγραφο διάλεξης από το διαδίκτυο του Αθανάσιου Μαντέλου Τεκμήριο 60 Επιστολή ημερ. 26.4.2002 Τεκμήριο 61 Σημείωμα ημερ. 2.4.1992 Τεκμήριο 62 Φωτογραφία Τεκμήριο 63 Επιστολή ημερ. 23.2.1998 Τεκμήριο 64 Μία φωτογραφία που λήφθηκε από τον Εναγόμενο Τεκμήριο 65(α-στ) Δέσμη αποτελούμενη από έξι φωτογραφίες σε μεγέθυνση Τεκμήριο 66 Δύο φωτογραφίες Τεκμήριο 67 Αντίγραφο επιστολής ημερ. 19.3.1999 Τεκμήριο 68 Μια φωτογραφία Τεκμήριο 69 4 φύλλα απόδειξης παραλαβής με φαξ επιστολής ημερ. 10.5.2016 Το εύρος της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθιστά αντιπαραγωγικό το όποιο εγχείρημα εκτενούς και επαναληπτικής καταγραφής της στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Εξυπακούεται βέβαια ότι το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας - προφορικής και γραπτής - έτυχε ενδελεχούς μελέτης και εξέτασης από το Δικαστήριο και η ετυμηγορία που θα ακολουθήσει, θα έχει ως μόνο και μοναδικό υπόβαθρο αυτή ακριβώς τη μαρτυρία, σε συνάρτηση πάντοτε με τις έγγραφες προτάσεις. Αυτού λεχθέντος για σκοπούς συνοχής και καλύτερης κατανόησης της επίδικης διαφοράς, θα προβώ σε μια σύντομη, συνοπτική σκιαγράφηση των κύριων σημείων της δοθείσας μαρτυρίας. Ξεκινώ από τον πολιτικό μηχανικό (ΜΕ1) ο οποίος ήταν ίσως ο σημαντικότερος μάρτυρας από πλευράς εναγόντων. Ο μάρτυρας αυτός υιοθέτησε μακροσκελή γραπτή δήλωση (έγγραφο 1) καθώς και τρεις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, τα τεκμήρια 8, 9 και 37 (εκ των οποίων τα τεκμήρια 8 και 9 είναι πανομοιότυπα). Αφού αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα, ανέλυσε με λεπτομέρεια τα καθήκοντα που έχει ένας σύμβουλος-μελετητής στα πλαίσια μιας σύμβασης παροχής υπηρεσιών συμβούλου μηχανικού, σε όλες τις φάσεις υλοποίησης ενός έργου. Εδράζοντας επ' αυτού την άποψη του, αναφέρθηκε στη συνέχεια σε όλο το εύρος της επίδικης διαφοράς, αναδεικνύοντας, κατ' ισχυρισμό συγκεκριμένες αμελείς πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου στις αναφερθείσες φάσεις του επίμαχου έργου. Σε σχέση με την πολεοδομική άδεια (και άδεια οικοδομής), αν και αναγνώρισε ότι την κατά Νόμο ευθύνη για εξασφάλιση της, την έφερε τότε, ο ιδιοκτήτης του έργου, υποστήριξε ότι την ευθύνη για τις επαφές με το τμήμα Πολεοδομίας την έφερε ο μελετητής του έργου, ο οποίος κάνει και όλες τις διαβουλεύσεις σε σχέση με τα όσα προαπαιτούνται για έκδοση αυτής της άδειας. Επιπλέον ο μελετητής ετοιμάζει και υπογράφει τα σχέδια και επιτηρεί την ορθότητα και των άλλων εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, δεν απέτρεψε τον ιδιοκτήτη από το να υποβάλει μια ελλιπή αίτηση (δεν υπήρχαν σχέδια που να δείχνουν την τομή του γηπέδου σε συσχετισμό με την ένταξη της ανάπτυξης στο περιβάλλον ούτε και εξασφαλίσεις χώρων στάθμευσης), ούτε και ενήργησε στη συνέχεια για συμπλήρωση των κενών του φακέλου. Ως επίπτωση, δεν εκδόθηκε πολεοδομική άδεια, κάτι το οποίο ήταν απαγορευτικό της έναρξης οποιωνδήποτε κατασκευαστικών εργασιών. Απ' εκεί και πέρα υποστήριξε πως δεν έγινε αξιολόγηση της μορφολογίας του εδάφους και ειδικότερα δεν λαμβάνονται υπόψη στα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια, οι σημαντικές υψομετρικές διαφορές που υπήρχαν σε διάφορα σημεία. Τα προβλήματα των υψομετρικών διαφορών ήταν ορατά από την έναρξη των εργασιών από τον Εργολάβο (σελ 10 - εγγράφου 1), χωρίς όμως το πρόβλημα να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά. Υποστήριξε περαιτέρω πως υπήρξε και υστεροβουλία από μέρους του εναγομένου, λέγοντας, ότι, η στατική ανάλυση ενός τοίχου αντιστήριξης ύψους 9μ.40εκ. που αποκαλύφθηκε στην πλευρά των εναγόντων μόλις στις 16.3.2015, έγινε μεταγενέστερα της φάσης εκτέλεσης του έργου. Γενικά, όλοι οι τοίχοι αντιστήριξης σχεδιάστηκαν χωρίς στατική μελέτη και κανένα υπολογιστικό έλεγχο (σελ.15). Αμέλεια υπήρξε και στην επίβλεψη/παραλαβή των εργασιών (σελ.16) αλλά και στην έγκριση των πιστοποιητικών πληρωμής (σελ.18). Διαφώνησε με τη θέση ότι το 2002, οι ζημιές θα μπορούσαν να αποκατασταθούν με έργα ύψους £5.000, λέγοντας ότι τα προβλήματα ήταν πολύ σοβαρά, κάλυπταν όλο το έργο και χρειαζόταν σοβαρή και εις βάθους μελέτη για αποκατάσταση. Το κόστος μιας τέτοιας εργασίας, στην κατάληξη του (σελ.22), το προσδιόρισε σε £115,000 με τιμές του πρώτου τριμήνου του 2006 και £125.000 με τιμές του τελευταίου τριμήνου του
  9. Κατά την αντεξέταση, του υποβλήθηκε ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε ότι η πρώτη αίτηση για πολεοδομική άδεια, είχε επιστραφεί από το τμήμα Πολεοδομίας με την επιστολή ημερ. 4.3.1998 (τεκμήριο 42) και ότι, ομοίως, εν αγνοία του υποβλήθηκε νέα αίτηση στις 23.3.1998, η οποία απορρίφθηκε με επιστολή του τμήματος Πολεοδομίας στις 8.12.1999 (δέσμη - τεκμήριο 43). Αν και ο μάρτυρας, δεν είχε απευθείας, προσωπική γνώση, αναφερόμενος στα γενικότερα καθήκοντα ενός μελετητή και σε επιμέρους γεγονότα που ήταν υπόψη του, αρνήθηκε την υποβολή. Ομοίως αρνήθηκε, ότι τα προβλήματα που ανέκυψαν ήταν το αποτέλεσμα της εγκατάλειψης του έργου, εμμένοντας στις αρχικές του θέσεις για αμέλεια και παραλείψεις. Ο ΜΕ2, ανώτερος τεχνικός στο επαρχιακό γραφείο του τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού, ανέφερε, ότι, το τμήμα του είναι αρμόδιο για την έκδοση πολεοδομικής άδειας, η οποία είναι απαραίτητη για την έκδοση άδειας οικοδομής από την τοπική αρχή. Η τοπική αρχή είναι αυτή που ελέγχει και τις στατικές μελέτες ενός έργου. Στη συνέχεια αναγνώρισε το τεκμήριο 43, λέγοντας ότι η μελέτη της υπόθεσης έγινε από το διευθυντή του τμήματος στη Λευκωσία χωρίς να ζητηθούν οποιεσδήποτε πληροφορίες για την υπόθεση. Η αρνητική απάντηση στην υποβληθείσα αίτηση, δόθηκε στις 8.12.
  10. Αντεξεταζόμενος, επιβεβαίωσε ότι την αίτηση την υποβάλλει ο ιδιοκτήτης της γης, προς τον οποίο απευθύνεται και η αρνητική απάντηση. Κατόπιν της εδώ αρνητικής απάντησης ημερ. 8.12.1999, οι ενάγοντες δεν τους απέστειλαν καμία επιστολή. Έλαβαν όμως επιστολή ημερ. 25.8.2004 από τον βουλευτή Χρ. Πουργουρίδη, ο οποίος επιθυμούσε να πληροφορηθεί για την πορεία της αίτησης. Πληροφορήθηκε ότι, είχε δοθεί αρνητική απάντηση. Ο ΜΕ3, υπάλληλος της CYTA ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε, ότι, οι εξαψήφιοι αριθμοί τηλεφώνου μετατράπηκαν σε οκταψήφιοι την 1.12.
  11. Για το γεγονός τούτο ενημερώθηκαν οι καταναλωτές με σχετική εκστρατεία από την 1.3.
  12. Ο ΜΕ4 (αρχιτέκτονας) ήταν ο διαιτητής που εξέδωσε την απόφαση (τεκμήριο 35). Διευκρίνισε πως δεν άκουσε μαρτυρία και εξέδωσε την απόφαση του αποκλειστικά στη βάση των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιον του από τα μέρη. Για εκείνον, το πιο σημαντικό έγγραφο ήταν το συμβόλαιο μεταξύ εργολάβου (απαιτητή) και ιδιοκτήτη. Ο ίδιος δεν ασχολήθηκε καθόλου με τυχόν ευθύνη του μελετητή του έργο. Ως ΜΕ5 κατέθεσε η διευθύντρια του εργαστηρίου GEOMAT TESTING LABORATORIES LTD, το οποίο ασχολείται με ελέγχους δομικών υλικών και γεωλογικές-γεωτεχνικές μελέτες από το
  13. Υιοθετώντας γραπτή δήλωση (έγγραφο 2), ανέφερε, ότι, στις 2.12.2005 διορίστηκαν από την EARTHQUAKE PROTECTED STRUCTURES - EPS να διεξάγουν σειρά δομικών εργαστηριακών ελέγχων και μετρήσεων στο κοινοτικό γήπεδο κάτω Αμιάντου. Έτσι, κλιμάκιο του εργαστηρίου στο οποίο μετείχε και η ίδια, συναντήθηκαν επί τόπου με τον ΜΕ1 της EPS και εκεί διεξήγαγαν διάφορες μετρήσεις. Σχετική επί τούτου είναι η έκθεση (τεκμήριο 48) και το σχέδιο (τεκμήριο 47). Μεταξύ άλλων, διαπίστωσαν ότι τα υλικά κάτω από τα πέδιλα ήταν χαλαρά και συχνά υπήρχε κενό κάτω από το σκυρόδεμα ενώ η χρήση σκυροδέματος εξομάλυνσης κάτω από τα πέδιλα φαίνεται να μην έγινε. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι εργασίες τους στο μέρος διήρκησαν τρεις ημέρες. Περαιτέρω επεξήγησε τη μεθοδολογία και τα διάφορα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν. Διευκρίνισε ότι ο οπλισμός που εστάλη στο Α.Τ.Ι. για τη διεξαγωγή εξετάσεων για προσδιορισμό της αντοχής και των ιδιοτήτων του, ήταν αυτός που εξείχε ή υπήρχε ήδη σε διάφορα σημεία των κερκίδων και όχι (εσωτερικός) οπλισμός που βρισκόταν εντός του σκυροδέματος, στον οποίο έφτασαν διανοίγοντας οπές για να μετρήσουν το πάχος του οπλισμού. Η άποψη της είναι ότι "τα μπετά" ήταν αρκετά καλά. Σε σχέση με το τεκμήριο 48 (πίνακα Ζ3) ανέφερε ότι ο τοίχος Α που φαίνεται, κάθεται επί του τοίχου Β, χωρίς πέδιλο. Δεν είναι για την ίδια να εκφράσει άποψη για το γεγονός τούτο, αλλά για τους μελετητές. Καθήκον του εργαστηρίου της είναι να προβαίνει στους ελέγχους και να δίδει τα δεδομένα για αξιολόγηση. Ο ΜΕ6 επίσης αρχιτέκτονας ανέφερε ότι επισκέφθηκε το γήπεδο στις 15.10.2001 κατόπιν πρόσκλησης των εναγόντων και ετοίμασε σχετικά την έκθεση - τεκμήριο 10 Α την οποία και υιοθέτησε. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η επιτόπια επίσκεψη του διήρκησε γύρω στις 3 ώρες. Ερωτηθείς σχετικά, επανέλαβε, ότι, υπήρξε (ορατή) οριζόντια μετατόπιση περίπου 40εκ του βόρειου τοίχου της κερκίδας και κάθετη υποχώρηση της επιχωμάτωσης (γεγονός που φαίνεται στο τεκμήριο 10Α, σελ.8, φωτ.9). Αυτό δεν σημαίνει, ότι, μετακινήθηκαν οι κερκίδες, σημείωσε. Για τον τοίχο αυτό δεν υπήρχαν λεπτομερή κατασκευαστικά σχέδια, δηλαδή σχέδια που να δείχνουν με λεπτομέρεια τον οπλισμό. Έγιναν και πολλές αλλαγές που δεν φαινόντουσαν στο σχέδιο που του δόθηκε όπως η θέση των αποδυτηρίων και αποχωρητηρίων του γηπέδου. Για τις τροποποιήσεις αυτές δεν υπήρχαν γραπτές οδηγίες του μελετητή. Οι προκληθείσες ζημιές, υποστήριξε, οφείλονται σε αστοχία της μελέτης ή και σε μη σωστή εκτέλεση των σχεδίων εφόσον υπήρχαν και όχι στην εγκατάλειψη του έργου. Πιστεύει ότι οι αστοχίες δεν μπορούσαν καν να επιδιορθωθούν. Έπρεπε να κατεδαφιστούν. Βέβαια η πάροδος του χρόνου - με τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή - επαυξάνει τις ζημιές. Ο ίδιος πάντως δεν έχει ξανά επισκεφθεί το μέρος. Ο κοινοτάρχης Αμιάντου (ΜΕ7) ανέφερε, ότι, από την ανάληψη των καθηκόντων του το 2002 μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος, δεν επικοινώνησε μαζί του για να ζητήσει την οποιαδήποτε αμοιβή. Ο ίδιος έλαβε μέρος στη σύσκεψη που έγινε στις 24.4.2002 (πρακτικά- τεκμήριο 34) με πρωτοβουλία του κοινοτικού συμβουλίου, στο οποίο μετείχε και ο εναγόμενος και ούτε εκεί είχε ζητήσει οποιαδήποτε αμοιβή. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πόσα χρήματα πλήρωσαν οι ενάγοντες μέχρι τώρα για την κατασκευή του γηπέδου. Ερωτηθείς σχετικά, συμφώνησε πάντως ότι το 60% του κόστους θα το αναλάμβανε ο ΚΟΑ και το 40% η κοινότητα. Δεν ασχολήθηκε, ούτε είχε γνώση για την πορεία των αιτήσεων για πολεοδομική άδεια και άδεια οικοδομής του γηπέδου. Ούτε και είναι γνώστης οποιωνδήποτε τεχνικών θεμάτων. Τέλος αρνήθηκε, ότι ο εναγόμενος το 2003 απαίτησε πληρωμή από τον ίδιο και τον απείλησε με τερματισμό της συνεργασίας σε περίπτωση μη πληρωμής. Ο κοινοτάρχης από το 1989-2001 (ΜΕ8) ανέφερε ότι τα σχέδια του γηπέδου, του παραδόθηκαν από τον πρόεδρο του Συλλόγου, σε σύσκεψη που έγινε στο οίκημα του Συλλόγου το 1991, στην παρουσία του υποψήφιου βουλευτή Ευθυμίου, του εναγομένου, του προέδρου και μελών του Συλλόγου, του ιδίου καθώς επίσης και άλλων προσώπων. Η συνεννόηση ήταν, πως δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε χρέωση. Δηλαδή, ότι ο Ευθυμίου «έφκαλε τα σχέδια δωρεάν με τον κ. Ανδρέα Ηρακλέους [εναγόμενο]». Ουδέποτε συμφώνησε με τον εναγόμενο για καταβολή 7% αμοιβής. Ούτε και ο εναγόμενος του απέστειλε ποτέ τιμολόγιο ή ζήτησε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αμοιβή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε, ότι, ο ίδιος δεν έδωσε ποτέ οδηγίες στον εναγόμενο για τα σχέδια, ούτε για να προβεί σε αλλαγές στις εργασίες κατασκευής του γηπέδου. Το κόστος δε του όλου έργου δεν το θυμάται. Οι προσφορές των εργολάβων εγίνοντο μέσω του Έπαρχου. Η κοινότητα πάντως δεν ανέλαβε να καταβάλει το 40% του κόστους κατασκευής του γηπέδου. Απλά (η κοινότητα) είχε διεξάγει από προηγουμένως κάποιες χωματουργικές εργασίες στο γήπεδο - το οποίο προϋπήρχε στον χώρο - και αυτές λογίστηκαν, ως η συνεισφορά της κοινότητας. Απ' εκεί και πέρα ο ΚΟΑ θα αναλάμβανε όλον το κόστος. Ο ΚΟΑ θα πλήρωνε και τον εργολάβο. Τελικά όμως πλήρωσε και η κοινότητα χρήματα για την κατασκευή, αν και δεν θυμάται πόσα ακριβώς. Για παράδειγμα, τον επιμετρητή που τον διόρισε ο εναγόμενος, τον πλήρωσε η κοινότητα. Ο επιμετρητής ετοίμασε και έκθεση (τεκμήριο 49). Στη συνέχεια, δέχτηκε, ότι, οι ενάγοντες παρέλαβαν τα τεκμήρια 42 (επιστολή από Πολεοδομία), 50 (επιστολή από εναγόμενο) και 43 (απόρριψη από Πολεοδομία). Δέχτηκε επίσης, ότι, δεν ετοιμάστηκε περιβαλλοντική μελέτη ως η απαίτηση της Πολεοδομίας, λέγοντας όμως, ότι, ο εναγόμενος ήταν υπόχρεος να τους καθοδηγήσει για το θέμα αυτό. Για την απόρριψη της αίτησης δια του τεκμηρίου 43, ήταν ενήμερος τόσο ο εναγόμενος όσο και ο νέος κοινοτάρχης (ΜΕ7). Περαιτέρω, διευκρίνισε, ότι προτού προβεί σε κάποια πληρωμή ο ΚΟΑ, επισκεπτόταν το έργο ο μηχανικός του ΚΟΑ - κάποιος Παναγιώτης - και βεβαιωνόταν ότι πράγματι έγινε η συγκεκριμένη επιμέρους εργασία, π.χ. η κατασκευή ενός τοίχου. Τέλος, δε δέχτηκε υποβολή ότι τα περί δωρεάς από τον Ευθυμίου και τα περί συνάντησης στο οίκημα με τον εναγόμενο ουδέποτε έγιναν. Επέμενε, ότι ο πρόεδρος του Συλλόγου του παρέδωσε τα σχέδια και πως, αυτά, δόθηκαν δωρεάν. Τούτο έγινε στην παρουσία τόσο του Ευθυμίου όσο και του εναγόμενου. Ο ΜΕ9, αστυνομικός και μέλος του Δ.Σ του Συλλόγου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέφερε, ότι, ήταν και αυτός παρών όταν ο υποψήφιος βουλευτής Ευθυμίου επισκέφθηκε το οίκημα του Συλλόγου και αφού έτυχε ενημέρωσης για την ανάγκη αναβάθμισης του γηπέδου, τους διαβεβαίωσε ότι τα σχέδια "θα τα αναλάβει αυτός με δικούς του ανθρώπους". Ήταν επίσης παρών στη σύσκεψη που ακολούθησε, πάλι στο οίκημα του Συλλόγου, όπου ο Ευθυμίου μαζί με τον εναγόμενο παρέδωσαν τα σχέδια στον πρόεδρο του Συλλόγου (ΜΕ10), ο οποίος, τα παρέδωσε με τη σειρά του στον παρόντα κοινοτάρχη (ΜΕ8). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν στο μεσοδιάστημα των δύο προαναφερθεισών επισκέψεων του Ευθυμίου στο χωριό, υπήρξε οποιαδήποτε συνάντηση εναγομένου και κοινοτάρχη (ΜΕ8). Τέλος επέμενε - παρά την υποβολή του αντιθέτου - ότι, κατά την παράδοση των σχεδίων, ήταν παρών και ο Ευθυμίου. Ο τελευταίος μάρτυρας των εναγόντων (ΜΕ10), ήταν ο πρόεδρος του Δ.Σ. του Συλλόγου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ανέφερε και αυτός ότι ο Ευθυμίου, κατόπιν επίσκεψης του στο χωριό και ενημέρωσης που έτυχε για το θέμα του γηπέδου, του είπε, να αφήσει πάνω του το θέμα των αρχιτεκτονικών σχεδίων και θα το κανόνιζε ο ίδιος. Μετά από λίγες μέρες, ο Ευθυμίου επισκέφθηκε ξανά το χωριό, μαζί με τον εναγόμενο αυτή τη φορά και ο μάρτυρας τους έδειξε το γήπεδο. Μετά από μερικούς μήνες, ξανά ήρθαν στο χωριό και έγινε η σύσκεψη κατά την οποία, του παρέδωσαν τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τα οποία με τη σειρά του, παρέδωσε στον κοινοτάρχη (ΜΕ8). Σχετική φωτογραφία της παράδοσης κατατέθηκε ως τεκμήριο
  14. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν κατά την ημερομηνία παράδοσης των σχεδίων, είχε ήδη εγκριθεί η χρηματοδότηση από τον ΚΟΑ. Ούτε αν είναι ο ΜΕ8 που έδωσε οδηγίες στον εναγόμενο να ετοιμάσει τα σχέδια. Στον αντίποδα, πρώτος έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος (ΜΥ1), υιοθετώντας ως την κυρίως του εξέταση, γραπτή δήλωση αποτελούμενη από 81 δακτυλογραφημένες σελίδες (έγγραφο 3). Μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ουδέποτε συμφώνησε να εκπονήσει σχέδια και να προσφέρει τις υπηρεσίες του δωρεάν στους ενάγοντες, ούτε και να πληρωθεί από τον Ευθυμίου. Το μόνο που του ανέφερε ο Ευθυμίου ήταν να χρεώσει "συγκαταβατικά" τους ενάγοντες, πράγμα που έπραξε δεχόμενος να χρεώσει 7% (περιλαμβανομένου 3% για την επίβλεψη της κατασκευής) αντί 9% που χρέωνε συνήθως. Αυτό το συμφώνησε με τον τότε κοινοτάρχη (ΜΕ8) σε συνάντηση που είχαν στο γραφείο του (ΜΥ1) τον Απρίλιο του
  15. Ανάλυση της απαίτησης του για αμοιβή υπάρχει στη σελ.44 του εγγράφου
  16. Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του, ήταν τα συνήθη και όχι όλα, όσα υπερβολικώς ανέφερε ο ΜΕ
  17. Σε σχέση με την πολεοδομική άδεια, η συμμετοχή του ήταν καθαρά συμβουλευτική και δεν περιλάμβανε υποχρέωση υποβολής και εξασφάλισης μιας τέτοιας άδειας. Σε σχέση με το ίδιο το έργο, είχε υποχρέωση επίβλεψης. Δεν ανέλαβε την επιστασία, διεύθυνση και εποπτεία του έργου. Δύο-τρεις μέρες μετά τη συνάντηση με τον κοινοτάρχη (ΜΕ8) στο γραφείο του, επισκέφθηκε το γήπεδο μαζί με κάποιους συνεργάτες του και εκεί ο ΜΕ8 ανέλαβε όπως η ΣΥΝΘΙΛΑΝΤ ετοιμάσει τοπογραφικό και υψομετρικό σχέδιο. Επιπλέον, η Επαρχιακή Διοίκηση ανέλαβε να κατασκευάσει ένα τοίχο αντιστήριξης λίγα μέτρα πίσω από τη βόρεια πλευρά του γηπέδου για να υποστηρίξει το δρόμο που περνά βόρεια και ανατολικά του γηπέδου. Ενόψει τούτου η μόνη πρόβλεψη για μόνωση για τους τοίχους, ήταν αυτή που περιγράφεται στο δελτίο ποσοτήτων σελ. Β15-Β
  18. Τελικώς, ο πιο πάνω τοίχος αντιστήριξης δεν ανεγέρθηκε, ούτε και έγινε η μόνωση λόγω εγκατάλειψης του έργου, με αποτέλεσμα να προκύψουν ζημιές στον χώρο των αποδυτηρίων. Η επέκταση των ζημιών θα αποφευγόταν αν λαμβάνονταν τα διορθωτικά μέτρα ύψους μόλις £5.000, ως η εισήγηση του που φαίνεται στο τεκμήριο
  19. Όλες οι ζημιές που προέκυψαν στη συνέχεια οφείλονται στην εγκατάλειψη του έργου από το 2000 και δεν σχετίζονται με την επίβλεψη του έργου καθ' ον χρόνο εγίνοντο ή με τη μελέτη του. Το σκυρόδεμα, υποστήριξε, σε πρακτικό (πραγματικό) περιβάλλον χρειάζεται συντήρηση μετά από 30 έτη. Εδώ το μπετόν ήταν πολύ καλό, αλλά λόγω της παρόδου τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εγκατάλειψη, χρήζει επείγουσας συντήρησης. Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε, ότι, ετοίμασε προσχέδιο και κατόπιν που του παραδόθηκαν τα σχέδια της ΣΥΝΘΙΛΑΝΤ και συναντήθηκε μερικές φορές με τον ΜΕ8 και άτομα του ΚΟΑ, συμπλήρωσε, τον Ιούνιου του 1991, τη στατική μελέτη την οποία παρέδωσε στους ενάγοντες για σκοπούς της αίτησης για πολεοδομική άδεια, την οποία, οι ίδιοι θα υπέβαλλαν. Είχε αναφέρει τότε στον ΜΕ8, ότι για εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας, ήταν απαραίτητη η ετοιμασία περιβαλλοντικής μελέτης από περιβαλλοντολόγο, η εξασφάλιση πρόσβασης σε δημόσιο δρόμο - όπως υποσχέθηκε η Επαρχιακή Διοίκηση - και η συναίνεση των ιδιοκτητών της γης απ' όπου θα περνούσε ο δρόμος (σχετική είναι η επιστολή - τεκμήριο 50). Τα σχέδια που ετοίμασε, δόθηκαν μεν στη συνάντηση που ανέφεραν οι ΜΕ9 και 10, όχι όμως στον ΜΕ10, ως ψευδώς ανέφερε, αλλά στον κοινοτάρχη ΜΕ
  20. Σε ό,τι αφορά τον Ευθυμίου, οι σχέσεις τους ήταν μεν φιλικές, αλλά περιορισμένες και περισσότερο επαγγελματικές. Ουδέποτε πήγαν στο χωριό πριν την ετοιμασία των σχεδίων, ούτε και επιθεώρησαν μαζί το γήπεδο. Αρχικά πίστευε ότι ο Ευθυμίου δεν ήταν παρών κατά τη συνάντηση παράδοσης των σχεδίων. Όταν όμως είδε τη φωτογραφία (τεκμήριο 51), θυμήθηκε ότι ήταν. Πάντως δεν πήγαν μαζί στην εν λόγω συνάντηση. Τον συνάντησε εκεί. Όπως πληροφορήθηκε τον Ιανουάριο του 2003 σε επίσκεψη του στην Πολεοδομία, η αρχική αίτηση των εναγόντων για πολεοδομική άδεια είχε επιστραφεί από τις 4.3.1998 (με το τεκμήριο 42) λόγω μη υποβολής περιβαλλοντικής έκθεσης. Στη συνέχεια, στις 8.12.1999 - εν αγνοία του - οι ενάγοντες υπέβαλαν νέα αίτηση η οποία απερρίφθη για τους λόγους που φαίνονται στο τεκμήριο
  21. Ούτε στη συνάντηση που αναφέρεται στο τεκμήριο 34, δεν του ανέφερε κανείς για τα πιο πάνω και συμπεριφέρθηκαν ωσάν το έργο να επρόκειτο να συνεχίσει. Πέραν των θεμάτων που αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο, δεν υπήρχαν άλλα προβλήματα μέχρι και το
  22. Η μελέτη και τα σχέδια ήταν ορθά και παραδόθηκαν στους ενάγοντες έγκαιρα και προ της ενάρξεως των εργασιών. Οι τροποποιήσεις στα σχέδια που έγιναν το 1999, δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με την ορθότητα ή μη της αρχικής μελέτης. Ήταν όμως αναγκαίες αφενός λόγω των τροποποιήσεων, παρατηρήσεων και επιθυμιών των εναγόντων και αφετέρου λόγω των κατολισθήσεων και διαβρώσεων του εδάφους από τις καιρικές συνθήκες που επήλθαν στο μεσοδιάστημα. Αυτό επιδεινώθηκε λόγω και της διακοπής των εργασιών το 1995 και
  23. Ένας άλλος λόγος ήταν η απόφαση του ΚΟΑ και της Επαρχιακής Διοίκησης όπως οι τοίχοι, αντί να ντυθούν με πέτρα - όπως ήταν η αρχική απόφαση - γίνουν με μπετόν, με δυνατότητα επένδυσης με πέτρα σε κατοπινό στάδιο. Σε σχέση με τις επιστολές (τεκμήρια 17 - 20) αρνήθηκε, ότι, ετοιμάστηκαν εκ των υστέρων και προχρονολογήθηκαν. Επί τούτου, υποστήριξε, ότι τυπώθηκαν εκ νέου το 2006 σε καινούργια επιστολόχαρτα του γραφείου του, κατόπιν παράκλησης του Εργολάβου, για σκοπούς χρήσης τους στην αγωγή που είχε κινήσει εναντίον των εδώ εναγόντων. Αυτός είναι και ο λόγος που ως τηλέφωνο γραφείου, φαίνεται οκταψήφιος αριθμός τηλεφώνου αντί εξαψήφιος ως ήταν το 1999 (σχετική επί τούτου είναι η μαρτυρία του ΜΕ3). Όταν τυπώθηκαν στο νέο επιστολόχαρτο, τις υπέγραψε χωρίς να αντιληφθεί ή να σκεφτεί ότι, εν τω μεταξύ, είχε αλλάξει ο αριθμός τηλεφώνου. Όσον αφορά την παράταση που δόθηκε στον εργολάβο, τη χαρακτήρισε "δικαιολογημένη" (σελ.21 γραπτής δήλωσης). Σε σχέση με τους τοίχους, είναι σίγουρος ότι δεν υπήρξαν μετατοπίσεις. Εκείνο το οποίο συνέβηκε - χωρίς να δημιουργείται οποιοσδήποτε κίνδυνος, είναι, πως, οι τοίχοι κατασκευάστηκαν σε λάθος σημείο, κάτι το οποίο ήταν δύσκολο να εντοπίσει με γυμνό μάτι. Το γεγονός τούτο, κατά τον μάρτυρα, το γνώριζε και ο ΜΕ1 αλλά σκόπιμα, υποστήριξε το αντίθετο σε μια προσπάθεια να τον σπιλώσει. Στο πλαίσιο αυτό παρέλειψε να παρουσιάσει το «οριζοντιογράφημα» που του έδωσε η ΜΕ5 ενώ τα δικά του αποτελέσματα (του ΜΕ1) είναι πολύ χειρότερα από τα αντίστοιχα της ΜΕ
  24. «Φανταστικό» χαρακτήρισε τον υπολογισμό του ΜΕ1 (σελ.80 του τεκμηρίου 8) λόγω της απουσίας στατικής μελέτης και στατικών σχεδίων που είναι απαραίτητα για να υπολογιστεί σοβαρά, η απαραίτητη ποσότητα σκυροδέματος ή σιδήρου και οι διαστάσεις και συχνότητες του οπλισμού. Άκαιρη ήταν και η χρονολογία 2006 που χρησιμοποιήθηκε για υπολογισμό της ζημιάς, αντί 2000 που εγκατέλειψε το έργο ο μάρτυρας ή έστω 2002 που έγινε η συνάντηση του τεκμηρίου
  25. Στον ΜΕ1 απέδωσε και προσπάθεια "να αναλάβει εκείνος την επιδιόρθωση και ολοκλήρωση του έργου". Τέλος ο μάρτυρας προέβη σε σχολιασμό των κατ' ισχυρισμό του ΜΕ1, κακοτεχνιών, με απευθείας αντιπαραβολή φωτογραφιών που είχε βγάλει ο ΜΕ1 το 2006 ή 2007 και ο μάρτυρας στις 7.5.
  26. Αντεξεταζόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το προσχέδιο που ετοίμασε ήταν κατ' ουσία μέρος της μελέτης και τα παρουσίασε στον κοινοτάρχη (ΜΕ8). Τα προσχέδια όμως δεν τα φύλαξε για να τα παρουσιάσει. Ήταν απλώς σκίτσα. Τα αρχικά του σχέδια, πρόσθεσε, τα ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1991 (όταν συναντήθηκε στο γραφείο του με τον ΜΕ8) και τα ολοκλήρωσε στις 18.6.
  27. Όλα τα σχέδια είχαν δοθεί και στον εργολάβο. Σε υποβολή, ότι, ο πρώτος εργολάβος ξεκίνησε την κατασκευή του έργου βάσει των σχεδίων (τεκμήριο 40) τα οποία ήταν επικίνδυνα, εν αγνοία του ΚΟΑ, απάντησε πως αν έτσι είχαν τα πράγματα δεν θα ενέκρινε τη χρηματοδότηση ο ΚΟΑ. Αρνήθηκε τη θέση περί της ύπαρξης δύο τοίχων (σελ.14 του τεκμηρίου 8), υποστηρίζοντας ότι ένας τοίχος υπήρχε και ότι αυτό που φαίνεται είναι ο θεμελιοδοκός. Στο ίδιο πλαίσιο αρνήθηκε, ότι, ο κατ' ισχυρισμό τοίχος, καλύφθηκε από χώματα και άγρια βλάστηση. Σε σχέση με κακοτεχνίες του Εργολάβου, δέχθηκε ότι υπήρξαν κάποιες, λέγοντας ότι αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που κατακρατήθηκαν απ' αυτόν χρήματα - για να γίνουν οι αναγκαίες επιδιορθώσεις. Απ' εκεί και πέρα επανέλαβε τη θέση περί της πρόκλησης των όποιων ζημιών, συνεπεία της εγκατάλειψης του έργου και της παρέλευσης του χρόνου. Όπως επανέλαβε τα περί εκτύπωσης των τεκμηρίων 17-20 το 2006 στα καινούργια επιστολόχαρτα του γραφείου του στα οποία αναγραφόταν ο νέος αριθμός τηλέφωνου. Επέμενε επίσης για τα περί συμφωνημένης αμοιβής 7% με τον κοινοτάρχη (ΜΕ8) αν και δέχθηκε ότι δεν υπεγράφη καμία συμφωνία περί τούτου. Τότε, υποστήριξε, δεν έκαμνε γραπτές συμφωνίες. Την αμοιβή του τη ζήτησε πολλές φορές, αν και δεν το έκαμε ποτέ γραπτώς. Ούτε καν το 2003 που διακόπηκε εντελώς η συνεργασία του με τους ενάγοντες. Δεν εξέδωσε τιμολόγιο, διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα έπρεπε να καταβάλει τον ΦΠΑ. Ο ΜΥ2 - πολιτικός μηχανικός, εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ από το 1986 επισκέφθηκε, δύο φορές το γήπεδο κατόπιν πρόσκλησης του εναγομένου για να εκφράσει την άποψη του σε σχέση με την επικρατούσα εκεί κατάσταση. Και τις δύο φορές ήταν μαζί του ο εναγόμενος και του υποδείκνυε διάφορα σημεία. Από την οπτική του παρατήρηση και λόγω και της πείρας του, είναι σίγουρος ότι δεν παρουσιάζεται καμιά μεγάλη ή σοβαρή ζημιά ή στρέβλωση του μπετόν που να έχει προκληθεί από κακή μελέτη ή κακοτεχνία. Αν υπήρχε κακή μελέτη θα υπήρχαν μεγάλες κλίσεις της τοιχοποιίας και πιθανές καταρρεύσεις ως επίσης και μεγάλες ρωγμές κάθετα επί των κερκίδων, κάτι το οποίο, δεν παρατηρήθηκε. Σε σχέση με τις δοκούς στα αποδυτήρια, ανέφερε, ότι, το πάνω μέρος της δοκού συνδέεται με το πάνω μέρος του τοίχου κανονικά με οπλισμό ενώ το κάτω μέρος της δοκού που δεν συνδέεται είναι απλά διακοσμητικό για να δημιουργήσει κεκλιμένο σχήμα κάτω από τη δοκό. Η κακοτεχνία όπου φαίνεται εσωτερικά το χαλίκι (φωτογραφίες 32-34 του τεκμηρίου 8) προέρχεται από δονήσεις (vibrations) που έγιναν στο μπετόν την ώρα του γεμίσματος και δεν καταδεικνύει κακή σύνδεση πατώματος των κερκίδων με τον τοίχο. Το κόστος επιδιόρθωσης είναι πολύ χαμηλό. Όσον αφορά το σημείο που φαίνεται στις φωτογραφίες 37 και 38 του τεκμηρίου 8, δεν πρόκειται για πέδιλο του τοίχου. Το πέδιλο θα πρέπει να βρίσκεται κάτω από τον τοίχο και όχι πίσω του - όπως το εν λόγω σημείο. Το πέδιλο του συγκεκριμένου τοίχου θα πρέπει να έχει πάχος ενός περίπου μέτρου και να έχει το σχήμα του τοίχου, όχι ακανόνιστο σχήμα και πολύ λεπτό όπως αυτό που φαίνεται. Οι καφέ γραμμές που φαίνονται στην τοιχοποιία (φωτογραφίες 24, 28, 29 και 30 του τεκμηρίου 8) οφείλονται αφενός στο κόκκινο χρώμα του βουνού, το οποίο με την βροχή, αποτυπώνεται στον τοίχο και αφετέρου στο οξειδωμένο σίδερο που εξέχει της τοιχοποιίας. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι δεν ήταν συμπληρωμένος. Απ' εκεί και πέρα πουθενά δεν υπάρχει οφθαλμοφανής κλίση. Η κλίση του ενός ή δύο εκατοστών είναι εντελώς φυσιολογική και υπάρχει σε κάθε οικοδόμημα. Τέλος, πρόσεξε, ότι, έγιναν φρέσκες εκσκαφές παραπλεύρως του δυτικού τοίχου περίφραξης και αποκαλύφθηκε μια θεμελιοδοκός που στην βόρεια πλευρά έχει βάθος βύθισης 1.20εκ και στη νότια 40εκ (φωτογραφία - τεκμήριο 64) και όχι 2.50εκ όπως παραπλανητικά παρουσιάζεται στις φωτογραφίες (τεκμήριο 65). Αντεξεταζόμενος δεν δέχτηκε υποβολή, ότι, αυτό που ονόμασε "θεμελιοδοκό", στην πραγματικότητα είναι τοίχος και αποτυπώνεται στο σχέδιο 3 του τεκμηρίου 38Α με έντονη μαύρη γραμμή, δίπλα από τον εξωτερικό τοίχο αντιστήριξης. Επί τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό που αποτυπώνεται με έντονο μαύρο χρώμα είναι κάποιος εσωτερικός τοίχος που δεν υπήρχε στο μέρος. Ο εσωτερικός αυτός τοίχος, ενδεχομένως να κτιζόταν επί της θεμελιοδοκού, αλλά σίγουρα αυτό που αποτυπώνεται στο σχέδιο δεν είναι η θεμελιοδοκός αλλά κάποιος ανύπαρκτος τοίχος. Συναφώς αρνήθηκε ότι πρόκειται για τοίχο αντιστήριξης. Περαιτέρω επανέλαβε ότι η άποψη του εδράζεται στην οπτική επαφή του χώρου. Δεν έκαμε επιστημονική μελέτη, ούτε και είδε οποιαδήποτε σχέδια. Επέμενε ότι δεν υπήρχε μετατόπιση του τοίχου που φαίνεται στη φωτογραφία
  28. Η τελευταία μάρτυρας της υπόθεσης (ΜΥ3), δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον εναγόμενο, επιβεβαίωσε ότι απέστειλε με φαξ στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, επιστολή που συνέταξε η ίδια ημερ.10.5.2016, επισυνάπτοντας επίσης τις επιστολές ημερ. 7.12.2015 και 9.12.2015 (τεκμήριο 69). Μετά το πέρας της μαρτυρίας της ΜΥ3, δόθηκε χρόνος στους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών για να ετοιμάσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι, το έπραξαν, ετοιμάζοντας, υιοθετώντας και καταθέτοντας στο Δικαστήριο, πολυσέλιδες και ενδιαφέρουσες γραπτές αγορεύσεις, υποστηριζόμενες από σχετική Νομολογία. Στις αγορεύσεις αυτές, αναλύουν με στόχευση και λεπτομέρεια τα επίδικα θέματα, καταλήγοντας όμως, σε εκ διαμέτρου αντίθετο αποτέλεσμα. Έχω μελετήσει με κάθε προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών και επιμέρους αναφορά και σχολιασμός θέσεων και επιχειρημάτων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, εκεί και όπου χρειάζεται προς επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Κατάληξη Έρχομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία, εκ των πραγμάτων, θα συναρτηθεί και με την κατάληξη του Δικαστηρίου επί των επιδίκων θεμάτων. Όπως τονίζεται στο σύγγραμμα των Σάντη-Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης,

(2014), Κεφάλαιο 3, ΙΒ, η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM [2002] EWCA Civ. 1052 και C & A Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273). Η κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν έχει ως οδηγό, μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία του μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παράλληλα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να γίνεται μικροσκοπικά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489), αλλά να συναρτάται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1172). Στο τέλος της ημέρας, τα ευρήματα αξιοπιστίας θα πρέπει να είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και να συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Τέλος, η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της σε σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Παπαγεωργίου ν. Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676). Με τις αρχές αυτές κατά νου προχωρώ με το έργο της αξιολόγησης. Έδωσαν μαρτυρία, υπενθυμίζω, δεκατρείς μάρτυρες, εκ των οποίων, οι πέντε τουλάχιστον, ήταν πραγματογνώμονες. Η μαρτυρία των ΜΕ2, 3, 4 και 5 δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγομένου (βλ. σελ.29 γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του). Έτσι κι αλλιώς οι μάρτυρες αυτοί μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Αποστασιοποιημένοι από την επίδικη διαφορά, κατέθεσαν με ουδετερότητα και αντικειμενικότητα. Επιπλέον, η ΜΕ5, η μαρτυρία της οποίας ήταν εξειδικευμένη, πληροί τα εν γένει κριτήρια πραγματογνωμοσύνης, στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Συνεπώς η μαρτυρία και των τεσσάρων πιο πάνω μαρτύρων γίνεται αποδεκτή. Έρχομαι τώρα στους ΜΕ7, 8, 9 και 10, η μαρτυρία των οποίων βρίσκεται στον πυρήνα της επίδικης διαφοράς. Ο ΜΕ7 (νυν κοινοτάρχης Αμιάντου) κατέθεσε με φυσικότητα και σταθερότητα, χωρίς να υποπέσει σε αντιφάσεις, πείθοντας έτσι ότι πρόκειται για μάρτυρα της αλήθειας. Η μαρτυρία του γίνεται συνεπώς αποδεκτή και είναι ιδιαιτέρως σημαντική στο ότι, ο εναγόμενος ουδέποτε απαίτησε από τον ίδιο, οποιαδήποτε πληρωμή. Η ΜΕ8, 9 και 10 μου προξένησαν πολύ καλή εντύπωση. Όλοι ήσαν φυσικοί, παραστατικοί και με απλότητα και σταθερότητα, έπεισαν για την αλήθεια των λεγομένων τους. Η μαρτυρία τους, ως διαφάνηκε, στόχευε κατά κύριο λόγο στο να καταδείξει ότι οι ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής αμοιβής για τα (πρώτα) σχέδια που ετοίμασε ο εναγόμενος. Με άλλα λόγια, ότι, τα σχέδια διατέθηκαν δωρεάν. Ήταν και οι τρεις παρόντες στη σύναξη παράδοσης των σχεδίων από τον Ευθυμίου και τον εναγόμενο (που απαθανατίσθηκε με τη φωτογραφία -τεκμήριο 51) ενώ οι ΜΕ9 και 10, ως παράγοντες του Συλλόγου, ήταν παρόντες και στην πρώτη - προεκλογική ως διαφάνηκε - συγκέντρωση, όπου ο Ευθυμίου τους υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε αυτός το θέμα των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Πολύς λόγος γίνεται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγομένου, σε σχέση με τις ακριβείς φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τους μάρτυρες για να περιγράψουν τα διαμειφθέντα και για το κατά πόσο αυτές συμπίπτουν ή όχι. Λεκτικά, οι αναφορές των μαρτύρων δεν είναι ταυτόσημες, ούτε όμως και θα ανέμενε κανείς, μετά από τόσα χρόνια, να ήταν. Σημασία δεν έχει οι περιγραφικές λέξεις που χρησιμοποιούνται από μάρτυρες που συμβιώνουν ένα γεγονός να είναι ταυτόσημες αλλά η ουσία του λόγου τους, να είναι ταυτόσημη και πειστική. Στην προκειμένη περίπτωση και ταυτόσημη είναι και πειστική. Το απαύγασμα της μαρτυρίας του ΜΕ8, το οποίο και αποδέχομαι, είναι, ότι, οι ενάγοντες ουδέποτε συμφώνησαν με τον εναγόμενο για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων έναντι αμοιβής. Η πρώτη δε φορά που συνάντησε τον εναγόμενο ήταν στη σύναξη δωρεάν παράδοσης των σχεδίων στο Σύλλογο. Ούτε και ο εναγόμενος του ζήτησε ποτέ, με οποιοδήποτε τρόπο, αμοιβή για την εργασία που εκτέλεσε. Συναφώς, το απαύγασμα της μαρτυρίας των ΜΕ9 και 10, το οποίο επίσης αποδέχομαι, είναι, ότι, ο υποψήφιος βουλευτής Ευθυμίου, κατά την επίσκεψη του στο χωριό και αφού έτυχε ενημέρωσης για την πρόθεση κατασκευής (αναβάθμισης) του γηπέδου του Συλλόγου, ανέλαβε να διευθετήσει ο ίδιος το θέμα των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Δηλαδή, ότι, θα διέθετε ο ίδιος ως δωρεά τα σχέδια στον Σύλλογο. Αυτή του την υπόσχεση την υλοποίησε λίγους μήνες αργότερα κατά την προαναφερθείσα σύναξη, όπου παραδόθηκαν πράγματι τα σχέδια στον πρόεδρο του Συλλόγου (ΜΕ10), ο οποίος με τη σειρά του, τα παρέδωσε για τα περαιτέρω στον ΜΕ8, αφού το γήπεδο ανήκει στην κοινότητα. Μεσολάβησε βέβαια, επίσκεψη στο χωριό του Ευθυμίου και του εναγομένου, όπου ο ΜΕ10 τους επέδειξε τον χώρο του υφιστάμενου γηπέδου. Απ' εκεί και πέρα ήταν αδιάφορο για τους ενάγοντες - όπως αδιάφορο είναι και για την υπόθεση - αν ο εναγόμενος θα πληρωνόταν (ή πληρώθηκε) από τον Ευθυμίου ή αν και ο ίδιος διέθεσε τα σχέδια δωρεάν στα πλαίσια της φιλίας ή της όποιας άλλης σχέσης του με τον Ευθυμίου. Συμφωνία του εναγομένου με το Σύλλογο και μάλιστα επί ανταλλάγματι χρηματικής αμοιβής για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων, ουδέποτε υπήρξε. Πολύ δε περισσότερο, συμφωνία με τους ενάγοντες, στους οποίους τα σχέδια παραδόθηκαν (μέσω του ΜΕ8) - όχι από τον Ευθυμίου ή τον εναγόμενο αλλά από τον Σύλλογο (μέσω του ΜΕ10). Στα θέματα αυτά θα ενδιατρίψω περαιτέρω κατά την αξιολόγηση του εναγομένου (ΜΥ1) που ακολουθεί. Προς το παρόν όμως, επαναλαμβάνω, κλείνοντας με τους ΜΕ7-10, πως όλοι κρίνονται αξιόπιστοι και τα ουσιώδη λεγόμενα τους - τα αναγάγω σε ευρήματα του Δικαστηρίου. Μολονότι από πλευράς εναγόντων, απομένει προς αξιολόγηση η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων ΜΕ1 και 6, θεωρώ ευχερές να ασχοληθώ πρώτα με τη μαρτυρία του εναγομένου (ΜΥ1), καθ' ότι η αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας και εκδοχής γενικότερα, θα επιδράσει στον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας των ΜΕ1 και 6. Η μαρτυρία και γενικά ο ρόλος του εναγομένου (ΜΥ1) στην υπόθεση ήταν διττός. Δηλαδή, ως διάδικος και άμεσα επηρεαζόμενος, κατάθεσε ως μάρτυρας γεγονότων. Παράλληλα όμως, ως αρχιτέκτονας, κατέθεσε και ως πραγματογνώμονας αφού τα επίδικα θέματα σχετίζονται όχι μόνο με το άτομο του αλλά και με την ορθή άσκηση του επαγγέλματος του στη δεδομένη περίπτωση. Οι αρχές αξιολόγησης μαρτύρων/πραγματογνωμόνων ως καθορίζονται από τη νομολογία έχουν ως ακολούθως: Πραγματογνώμονες, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσης τους. Κατά τα άλλα όμως, τόσο η εξειδικευμένη γνώμη όσο και γενικότερα η μαρτυρία τους, υπάγεται στους ίδιους κανόνες απόδειξης και αξιολόγησης όπως και των λοιπών μαρτύρων. Η γνώμη που εκφέρουν δεν πρέπει να είναι γενική, αόριστη ή αυθαίρετη, αλλά να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται. Το χρίσμα του πραγματογνώμονα - από μόνο του - δεν προσδίδει βαρύτητα και αξία στην άποψη του μάρτυρα. Θα πρέπει να παρατεθούν στοιχεία που να επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθότητας της άποψης. Στόχος, εξάλλου, της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, είναι να εφοδιαστεί το ίδιο το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια (βλ. Davie v. Edinborough Magistrates [1953] JC 34, Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1(B) A.A.Δ. 746, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104 και Cybarco Ltd v. Kovascik Πολ. Έφεση 10741, ημερ. 18.12.2001). Από πλευράς προσόντων, εμπειρίας και κατάρτισης δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι, ο εναγόμενος πληροί τις προϋποθέσεις πραγματογνώμονα στον τομέα της αρχιτεκτονικής και της πολιτικής μηχανικής. Η μαρτυρία του όμως εκπίπτει στον ποιοτικό τομέα - δηλαδή στο πρωταρχικό καθήκον αληθούς μεταφοράς των γεγονότων στο Δικαστήριο. Με άλλα λόγια, θεωρώ, ότι, ο εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης με αποτέλεσμα ολόκληρη η μαρτυρία του να συμπαρασύρεται ως αναξιόπιστη. Το μείζον θέμα βέβαια, στο οποίο δεν είπε την αλήθεια, αφορά στα της αμοιβής του. Ισχυρίστηκε, ότι για το θέμα είχε συνάντηση στο γραφείο του περί τον Απρίλιο του 1991 με τον κοινοτάρχη (ΜΕ8) και συμφώνησαν αμοιβή 7%. Αυτή η θέση περί συνάντησης στο γραφείο του, πέρα από απίστευτη ήταν και νεοφανής, υπό την έννοια, ότι δεν υποβλήθηκε, ούτε και ρωτήθηκε οτιδήποτε επ' αυτού κατά την αντεξέταση, ο ΜΕ8, για να μπορέσει να σχολιάσει και να τα αντικρούσει. Βέβαια, ο σχολιασμός και η αντίκρουση ήρθε έμμεσα από τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας επί του θέματος της αμοιβής γενικότερα. Η μη υποβολή όμως της θέσης του επ' αυτού του ουσιώδους ζητήματος, έχει τη σημασία του. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Στον ΜΕ8 δεν υποβλήθηκε, ούτε και ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση οτιδήποτε σε σχέση με τη θέση του εναγομένου που εκφράζεται στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης (έγγραφο 3), ότι, στον ΜΕ8 επιδείχθηκαν και ενέκρινε τα προσχέδια - την αξία των οποίων, ο εναγόμενος, ειρήσθω εν παρόδω διεκδικεί, μολονότι δεν τα παρουσίασε καν στο Δικαστήριο. Ούτε και υποβλήθηκε στον ΜΕ8 η επακόλουθη θέση του εναγομένου, ότι, μετά την πρώτη συνάντηση στο γραφείο του εναγομένου, ακολούθησαν άλλες 3-4 συναντήσεις στον ίδιο χώρο και άλλες 3 επιτόπιες συναντήσεις στο γήπεδο. Περαιτέρω δεν υποβλήθηκε και δεν ρωτήθηκε ο ΜΕ8, οτιδήποτε, σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι, ένας από τους λόγους που προέκυψε η ανάγκη για την ετοιμασία τροποποιητικών σχεδίων, ήταν η απαίτηση των εναγόντων για τροποποιήσεις. Το ίδιο σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι, στη σύναξη παράδοσης, τα (πρώτα) σχέδια παραδόθηκαν απευθείας στον ΜΕ8 και όχι στον ΜΕ10. Δεν υποβλήθηκε τούτο στον ΜΕ8 και ήταν ιδιαιτέρως σημαντικό καθ' ότι καταδείκνυε άμεση σχέση εναγομένου - εναγόντων. Στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd. κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα." Σε αντιδιαστολή της πιο πάνω υποχρέωσης, έγιναν υποβολές προς μάρτυρες σε σχέση με τις οποίες, υπήρξε στη συνέχεια αναδίπλωση. Συγκεκριμένα υποβλήθηκε στους ΜΕ8 και ΜΕ9, ότι, κατά τη σύναξη παράδοσης των αρχιτεκτονικών σχεδίων, ο Ευθυμίου δεν ήταν παρών. Ο λόγος αυτών των υποβολών ήταν προφανής. Δηλαδή για να υποβαθμιστεί η ανάμειξη του Ευθυμίου στο όλο θέμα και να καταρριφθεί η θέση των μαρτύρων περί δωρεάς. Οι μάρτυρες βέβαια επέμεναν στην παρουσία Ευθυμίου στη σύναξη. Κατά τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα - ΜΕ10, παρουσιάστηκε - με εντυπωσιακό τρόπο θα πρέπει να λεχθεί - φωτογραφία της σύναξης (τεκμήριο 51), τη στιγμή ακριβώς της τελετουργικής παράδοσης των σχεδίων, όπου απεικονίζεται ο Ευθυμίου να στέκεται από πάνω και να αγγίζει με τα χέρια του τα εν λόγω σχέδια. Αίφνης, ο εναγόμενος θυμήθηκε την παρουσία Ευθυμίου και απ' εκείνο το σημείο και έπειτα η γραμμή πλεύσης, ήταν ότι ο Ευθυμίου ήταν παρών. Η δικαιολογία του εναγομένου, ότι πέρασαν πολλά χρόνια και δεν είχε κανένα λόγο να θυμάται την παρουσία του Ευθυμίου, προτού δει τη φωτογραφία δεν πείθει. Είχε κάθε λόγο να θυμάται την παρουσία ή μη του Ευθυμίου στη σύναξη αφού τούτο "άγγιζε" το κεντρικό ζήτημα της όλης υπόθεσης. Εξάλλου, οι υποβολές που έγιναν προς τους μάρτυρες ήταν σαφείς, ότι, ο Ευθυμίου δεν ήταν παρών, όχι ότι ο εναγόμενος δεν θυμόταν αν ήταν ή όχι παρών. Στην πραγματικότητα, φρονώ, ότι, το θέμα αυτό αναδεικνύει έτι περαιτέρω την ανειλικρίνεια του εναγομένου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου για συμφωνημένη αμοιβή 7%, καταρρίπτεται περίτρανα και από το γεγονός, ότι, ουδέποτε ζήτησε μια τέτοια αμοιβή από τους ενάγοντες, παρά μόνο με την ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή. Οι ΜΕ7 και 8 ήταν σαφείς επί τούτου. Ακόμα και ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχει κανένα γραπτό πειστήριο (τιμολόγιο, επιστολή, ειδοποίηση) που να παραπέμπει σε μια τέτοια διεκδίκηση. Ούτε καν στη συνάντηση της 24.4.2002, για την οποία έγινε τόσος λόγος (τεκμήριο 34), δεν καταγράφεται καμία απαίτηση αμοιβής. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι, η αμοιβή ζητήθηκε προφορικά και ότι τιμολόγιο δεν εκδόθηκε για να μην υπάρχει πληρωτέος φόρος, ουδόλως πείθει. Τα αρχικά σχέδια ετοιμάστηκαν το 1991 ενώ το έργο εγκαταλείφθηκε οριστικά τέλος του 1999, αρχές του
  1. Το ποσό που διεκδικεί τώρα ο εναγόμενος είναι €37.375, ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για το οποιοδήποτε βαλάντιο, πιστεύω. Συνεπώς, ο συνειρμός, ότι, ανέμενε 17 και πλέον χρόνια από την ετοιμασία των αρχικών σχεδίων - να αναλάβουν οι ενάγοντες πρωτοβουλία και να του κινήσουν αγωγή - για να θυμηθεί και να ανταπαιτήσει και αυτός με συγκροτημένο τρόπο, μια συμφωνημένη, υποτίθεται αμοιβή - αντιστρατεύεται της λογικής. Στην πραγματικότητα, η σιωπή του όλα αυτά τα χρόνια, δεικνύει πως ουδέποτε συμφωνήθηκε αμοιβή. Ένα άλλο σημείο στο οποίο ελέγχεται η μαρτυρία του εναγομένου, αφορά τις επιστολές (τεκμήρια 17-20) και συγκεκριμένα στο κατά πόσο αυτές εστάλησαν κατά τις αναγραφείσες ημερομηνίες, όλες εντός του έτους 1999 ή αν οι επιστολές ετοιμάστηκαν μετά και προχρονολογήθηκαν. Ιδιαιτέρως, θα αναφερθώ στην επιστολή (τεκμήριο 20) που αφορά την οκτάμηνη παράταση που δόθηκε στον Εργολάβο, ένα ζήτημα που αναδείχθηκε ως εξόχως σημαντικό για την όλη υπόθεση. Μετά τη μαρτυρία του ΜΕ3, ο εναγόμενος παραδέχθηκε ότι το τεκμήριο 20 δεν είναι η αυθεντική επιστολή, ούτε και αντίγραφο αυτής. Πρόκειται για αναπαραγωγή που έγινε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή το 2006, ισχυρίστηκε, ενέργεια που έλαβε χώρα για λογαριασμό του Εργολάβου που την ήθελε, για να την χρησιμοποιήσει στην αγωγή που είχε κινήσει εναντίον των εδώ εναγόντων. Πέραν των επιμέρους λεπτομερειών αυτής της υποτιθέμενης παράκλησης του Εργολάβου που αναδεικνύονται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων κ. Χατζηπιέρα (βλ. σελ 81-85), θεωρώ, ότι, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του εναγομένου παρουσιάζει τις εξής αδυναμίες: Πρώτον, δεν παρουσιάστηκε το γραπτό αίτημα του Εργολάβου, αιτούμενος την παράταση - κάτι που ήταν προϋπόθεση συμφώνως του άρθρου 24 της Σύμβασης (τεκμήριο 4). Επί τούτου, έχει δίκαιο ο κ. Χατζηπιέρας, ότι ο εναγόμενος επιχείρησε αρχικά να δώσει την εντύπωση, ότι θα παρουσίαζε γραπτό αίτημα του εργολάβου αλλά τελικώς δεν το έπραξε. Δεύτερο, πως μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο παραποίησης, όταν ο εναγόμενος αναπαραγάγει από δικό του αρχείο, έγγραφο, 7 χρόνια μετά την υποτιθέμενη αποστολή του και θέτει επ' αυτού ξανά την υπογραφή του ωσάν τούτη να τέθηκε κατά τον χρόνο αρχικής σύνταξης του εγγράφου; Η ετεροχρονισμένη υπογραφή, από μόνη της, αποτελεί επέμβαση που θέτει εν αμφιβόλω το όλον έγγραφο αλλά και την αξιοπιστία του εναγομένου. Τρίτο, είναι τουλάχιστον περίεργο να βρισκόταν στην κατοχή του η επιστολή που εκτύπωσε (φαίνεται αυθεντική και όχι αντίγραφο) που υποτίθεται παρέδωσε στον Εργολάβο από το
  2. Το προαναφερθέν - σοβαρό αυτό ζήτημα, συνέτεινε στη διαμόρφωση της κρίσης μου σε ότι αφορά την αναξιοπιστία του εναγομένου. Ενόψει όλων των πιο πάνω σείεται συθέμελα - για να δανειστώ και ένα όρο από το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς - η αξιοπιστία του εναγομένου, γεγονός το οποίο δεν αφήνει περιθώριο παρά να απορριφθεί ολόκληρη η μαρτυρία του. Η κατάληξη για αναξιοπιστία, δεν επιτρέπει την αποδοχή οποιουδήποτε μέρους της μαρτυρίας του εναγομένου και τούτο παρά το γεγονός ότι μέρος της, φέρει επικάλυψη πραγματογνωμοσύνης. Αποδοχή μέρους της μαρτυρίας τους, επιτρέπεται μόνο για αξιόπιστους μάρτυρες (βλ. Ιωάννου v. Koυννίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1215 και Χρίστου v. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η απόρριψη της μαρτυρίας του εναγομένου, θέτει αυτόματα φραγμό στην όποια πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης, η οποία πλέον παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Παράλληλα η αξιολόγηση του ΜΥ2 έχει πλέον τυπική μόνο σημασία. Εντούτοις για σκοπούς πληρότητας, λέγω, ότι, ο ΜΥ2 πληροί τα νομολογιακά κριτήρια πραγματογνωμοσύνης και γενικά μου προξένησε καλή εντύπωση. Με αυτό εννοώ, ότι, δεν του αποδίδω κακή πρόθεση ή συνειδητή προσπάθεια παραπλάνησης. Ωστόσο, η μαρτυρία του πόρρω απέχει από το να αποτελεί τεκμηριωμένη μαρτυρία πραγματογνώμονα, τέτοιας υφής και ακρίβειας που να μπορούσε το Δικαστήριο να στηριχθεί σ' αυτή και να διαμορφώσει τη δική του, ανεξάρτητη άποψη, επί των τόσων εξειδικευμένων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης. Το γεγονός τούτο το αναγνώρισε κατά κάποιο τρόπο και ο ίδιος ο μάρτυρας, παραδεχόμενος ότι η άποψη του εδραζόταν απλά στην οπτική επαφή του με τον χώρο, κατά τις δύο πρόσφατες του επισκέψεις. Δεν έκαμε, ούτε έλαβε υπόψη οποιανδήποτε επιστημονική μελέτη ή μέτρηση ούτε και είδε ή έλαβε υπόψη αρχιτεκτονικά σχέδια. Μια πάντως επί τόπια διαπίστωση του, την οποία και αποδέχομαι και η οποία, υπό άλλες περιστάσεις, θα μπορούσε να είχε κάποια σημασία, είναι ότι αυτό που βρίσκεται παραπλεύρως του εξωτερικού δυτικού τοίχου αντιστήριξης, είναι θεμελιοδοκός και όχι άλλος παράλληλος τοίχος, όπως αποτυπώνεται στο σχέδιο 3 του τεκμηρίου 38Α με έντονη μαύρη γραμμή. Αυτό, συνεπώς που αποτυπώνεται στο εν λόγω σχέδιο είναι ένας ανύπαρκτος τοίχος που επί τόπου δεν υπάρχει. Κλείνοντας με τους μάρτυρες υπεράσπισης και πάλι εντελώς τυπικά, λέγω, ότι και η ΜΥ3 κρίνεται αξιόπιστη. Η μαρτυρία της έτσι κι αλλιώς παρέμεινε αναντίλεκτη. Επιστρέφω στα της απαίτησης των εναγόντων και στους εναπομείναντες μάρτυρες προς αξιολόγηση ΜΕ1 και 6, με δεδομένη πλέον την απόρριψη της θέσης του εναγομένου για συμφωνημένη αμοιβή και αποδοχή της θέσης των εναγόντων ότι τα (αρχικά) σχέδια διατέθηκαν δωρεάν. Όπως σωστά υποδεικνύεται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του εναγομένου, κ. Θεοφίλου, οι ΜΕ8-10 σε καμία περίπτωση δεν μίλησαν για δωρεάν προσφορά υπηρεσιών από μέρους του εναγομένου, για εκτέλεση ολόκληρου του έργου κατασκευής του γηπέδου, από την αρχή μέχρι το τέλος. Μίλησαν μόνο για δωρεά των [αρχικών] σχεδίων. Η δωρεάν προσφορά μάλιστα των σχεδίων έγινε προς τον Σύλλογο και όχι προς τους ενάγοντες. Σύμφωνα με τη μαρτυρία, ο Ευθυμίου (και πολύ δε περισσότερο ο εναγόμενος) ουδέποτε ανέλαβε να προσφέρει δωρεάν τα σχέδια στους ενάγοντες. Ούτε προκύπτει να είχε ενεργό ρόλο οποιοδήποτε μέλος των εναγόντων κατά την πρώτη επίσκεψη Ευθυμίου στο οίκημα του Συλλόγου. Τα σχέδια προσφέρθηκαν και παραδόθηκαν στον Σύλλογο δια μέσου του προέδρου του ΜΕ10. Το ότι στη συνέχεια, τα σχέδια, παραδόθηκαν στους ενάγοντες μέσω του ΜΕ8, εξ αυτού και μόνο, δεν δημιουργεί συμβατική σχέση μεταξύ εναγομένου και εναγόντων. Καμία απευθείας δικαιοπρακτική σχέση ή σύνδεση μεταξύ εναγομένου και εναγόντων δεν υπήρξε. Ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε αντιπαροχή προς τον εναγόμενο από τους ενάγοντες, προς ολοκλήρωση μιας νόμιμης και δεσμευτικής σύμβασης. Αυτού λεχθέντος, φαίνεται ότι οι ενάγοντες δεν θεωρούν τη δωρεάν προσφορά των σχεδίων ως μια μεμονωμένη ή αποκομμένη από τον υπόλοιπο κορμό υπηρεσιών, πράξη. Τη θεωρούν τον «συνεκτικό κρίκο» και το υπόβαθρο συνομολόγησης «εξυπακουόμενης σύμβασης» η οποία καλύπτει το σύνολο των προσφερθεισών υπηρεσιών του εναγομένου προς τους ενάγοντες. Η εξυπακουόμενη σύμβαση είναι κατ' ουσία και το θεμέλιο της εν γένει απαίτησης τους εναντίον του εναγομένου, αφού απ' αυτή απορρέει το επαγγελματικό καθήκον και κατ' επέκταση η επαγγελματική αμέλεια που φέρεται να επέδειξε ο εναγόμενος σε όλα τα στάδια κατασκευής του γηπέδου. Στην παράγραφο 4(γ) της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης το θέμα τίθεται ως εξής: «(γ) Ήτο η εξυπακουόμενη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και/ή αντιπροσώπων του και του Εναγόμενου και/ή αντιπροσώπου του, που στηρίχτηκε στα ως άνω γεγονότα και τίποτα περισσότερο, ότι ο Εναγόμενος θα εκτελούσε τις εργασίες και καθήκοντα Αρχιτέκτονα και Μηχανικού, για την κατασκευή του γηπέδου, και η όποια αμοιβή του - αν υπήρχε - αυτή θα διευθετείτο (αν δεν είχε ήδη διευθετηθεί) με τον κ. Ττίμη Ευθυμίου και ότι σε κάθε περίπτωση ο Εναγόμενος δεν θα είχε αξίωση αμοιβής από τους Ενάγοντες». (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων (σελ.32) προστίθενται τα ακόλουθα: "Θεωρώ πως ευρισκόμαστε προ της κλασσικής περίπτωσης ύπαρξης εξυπακουόμενης συμφωνίας, η οποία βέβαια περιελάμβανε και την αποδοχή και έγκριση από τον εναγόμενο όπως χρησιμοποιηθούν τα ήδη ετοιμασθέντα από τον ίδιο και παρaδοθέντα στην ως άνω «τελετή» στο σωματείο Ευαγόρας, αρχιτεκτονικά σχέδια στην κατασκευή του γηπέδου. (Ο τονισμός και οι υπογραμμίσεις είναι του συνηγόρου). Και στη σελ.33, «Επ' αυτού θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρο ότι ο Εναγόμενος υπέχει επαγγελματικής ευθύνης δια την εργασία που επιτέλεσε, έναντι των Εναγόντων, δυνάμει της ως άνω εκτεθείσας «εξυπακουόμενης συμφωνίας». Συναφώς οι Ενάγοντες, δικογραφούν ισχυρισμούς επαγγελματικής αμέλειας στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης». Την εξυπακουόμενη συμφωνία ή σύμβαση (implied contract) δεν τη συναντάμε συχνά στο Δίκαιο των Συμβάσεων. Σε αντίθεση με την κλασσική μορφή σύμβασης, όπου οι όροι, ως επί το πλείστον, είναι εκ των προτέρων διαμορφωμένοι και συμφωνημένοι και η σύμβαση λαμβάνει δομημένη μορφή, είτε εξ ολοκλήρου σε έγγραφο (wholly in writing), είτε μερικώς σε έγγραφο και μερικώς προφορικά (partly in writing and partly oral) είτε εξ ολοκλήρου προφορικά (wholly oral), η εξυπακουόμενη σύμβαση - στο σύνολο της - προκύπτει από μια κατάσταση πραγμάτων. Η αγγλική Νομολογία - σε ότι αφορά το θέμα της αναγκαιότητας (necessity) - προσομοιάζει την εξυπακουόμενη σύμβαση με τους εξυπακουόμενους ή σιωπηρούς όρους (implied terms). Εξυπακουόμενοι όροι, είναι όροι που δεν έχουν ρητά συμφωνηθεί, αλλά λογίζονται ότι ενυπάρχουν σε μια κλασσικής μορφής σύμβαση (γραπτή ή προφορική) όταν αυτοί είναι αναγκαίοι (necessary) για να προσδώσουν εμπορική δραστικότητα (business efficiency) στη σύμβαση (βλ. Δημοκρατία v. Μουξούρη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 134, Bauer v. Δ. Ηροδότου & Υιών Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325 και Τσιαλή v. Χατζηανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1250). Στην υπόθεση Revenue and Customs Commissioners v. Benchdollar Ltd and others [2009] 1 All E.R.174,186 αναφέρονται τα εξής: «Leaving aside the special cases of terms implied by law, and cases covered by the officious bystander principle, the governing criterion for the implication of terms is necessary. Similarly, in cases where parties have not contracted expressly, so that it is necessary for the claimant to assert an implied contract, the same necessity test applies: see Baird Textiles Ltd v. Marks & Spencer plc [2001] EWCA Civ
  1. As Manace LJ put it at [62] «it could not be right to adopt a test of necessity when implying terms into a contract and a more relaxed test when implying a contract - which must itself have terms».» Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (General Principles) (23η έκδοση) (Τόμος 1), σελ.78-79, παρ.1-096, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: Express and implied contracts. Contracts may be either express or implied. The difference is not one of legal effect but simply of the way in which the consent of the parties is manifested. Contracts are express when their terms are stated in words by the parties. They are often said to be implied when their terms are not so stated, as, for example, when a passenger is permitted to board a bus: from the conduct of the parties the law implies a promise by the passenger to pay the fare, and a promise by the operator of the bus to carry him safely to his destination. There may also be an implied contract when the parties make an express contract to last for a fixed term, and continue to act as though the contract still bound them after the term has expired. In such a case the court may infer that the parties have agreed to renew the express contract for another term. Express and implied contracts are both contracts in the true sense of the term, for they both arise from the agreement of the parties, though in one case the agreement is manifested in words and in the other case by conduct. Since, as we have seen, agreement is not a mental state but an act, an inference from conduct, and since many of the terms of an express contract are often implied, it follows that the distinction between express and implied contracts has little importance. However: "One distinction exists . in relation to the ease with which an express or implied contract may be established. Where there is an express agreement on essentials of sufficient certainty to be enforceable, an intention to create legal relations may commonly be assumed. It is otherwise when the case is that a contract should be implied necessity for implying it. It is then for the party asserting a contract to show necessity for implying it" Από την πιο πάνω περικοπή, προκύπτει, ότι, για να συναχθεί εξυπακουόμενη σύμβαση, η διαγωγή των μερών θα πρέπει είτε να είναι συνήθης και τα γεγονότα απλά - όπως η περίπτωση του επιβάτη που επιβιβάζεται στο λεωφορείο - είτε να υπάρχει υφιστάμενη βάση συμφωνίας επί της οποίας θα συναχθεί η συνέχιση - όπως η περίπτωση που υπάρχει ρητή συμφωνία για καθορισμένη περίοδο και παρά την εκπνοή της περιόδου, τα μέρη συμπεριφέρονται ωσάν να δεσμεύονται ακόμα από τους όρους της. Μια τέτοια περίπτωση συναντάμε και στο δικό μας δικαϊικό σύστημα, όταν ένας ενοικιαστής, μετά τη λήξη της συμβατικής, καθορισμένης περιόδου ενοικίασης, παραμένει στο ακίνητο, καταβάλλοντας κανονικά το ενοίκιο, το οποίο και αποδέχεται αδιαμαρτύρητα ο ιδιοκτήτης. Τότε, από τη διαγωγή των μερών συνομολογείται εξυπακουόμενη σύμβαση με πανομοιότυπους όρους με τη ρητή σύμβαση που έχει διαδεχτεί. Το βάρος είναι στους ώμους του διαδίκου που επικαλείται την ύπαρξη εξυπακουόμενης σύμβασης να αποδείξει τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών (βλ. Modahl v British Athletic Federation [2002] 1 W.L.R. 1192 και παρ.2-163 και 2-164 του πιο πάνω συγγράμματος). Ομοίως θα πρέπει να συνθέσει το σχετικό πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης του - to establish the relevant factual foundation for his case (βλ. Fisher v. Brooker and another [2009] 4 All E.R. 789,790) Εδώ, η δωρεά των (αρχικών) σχεδίων στο Σύλλογο, που επικαλούνται οι ενάγοντες, σε καμία περίπτωση δεν οδήγησε - εκ της διαγωγής των μερών - στη συνομολόγηση εξυπακουόμενης σύμβασης παροχής υπηρεσιών πολιτικού μηχανικού και/ή αρχιτέκτονα από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες και μάλιστα για όλα τα στάδια και όλες τις φάσεις κατασκευής του γηπέδου από την αρχή μέχρι το τέλος. Πέραν του γεγονότος, ότι η δωρεά έγινε προς άλλο πρόσωπο, ήτοι τον Σύλλογο και όχι προς τους ενάγοντες και του γεγονότος, ότι, συμφώνως της εκδοχής των εναγόντων, δεν δόθηκε καν αντιπαροχή ή αντάλλαγμα, στοιχείο απαραίτητο για τη συνομολόγηση δεσμευτικής συμφωνίας, δεν νοείται μια τόσο εξειδικευμένη και πολυδιάστατη σύμβαση, με πολλαπλά καθήκοντα και σωρεία υποχρεώσεων, να πάρει μορφή εξυπακουόμενης συμφωνίας. Όπως πολύ ορθά παρατηρεί στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου, κ. Θεοφίλου, ο βασικός μάρτυρας των εναγόντων - ΜΕ1 έδωσε μαρτυρία ωσάν να υπήρχε μεταξύ των μερών ρητή συμφωνία παροχής υπηρεσιών συμβούλου μηχανικού. Στη σελ.1 της γραπτής του δήλωσης (έγγραφο 1) κάνει λόγο για «πλήρες πακέτο υπηρεσιών για την ανέγερση ενός οικοδομήματος/έργου - όπως και η περίπτωση που εξετάζουμε.». Στη συνέχεια χωρίζει αυτές τις υπηρεσίες (καθήκοντα ουσιαστικά του μηχανικού) σε έξι φάσεις, απαριθμώντας δεκάδες υποχρεώσεις που έχει ο μηχανικός έναντι του ιδιοκτήτη (σελ.2-4). Έπειτα οικοδομώντας, επί των καθηκόντων αυτών, προχωρεί στο να αποδώσει πολλαπλές αμελείς πράξεις και παραλείψεις στον εναγόμενο για όλες τις φάσεις του έργου. Και όλα αυτά - αν είναι δυνατόν - με μοναδικό υπόβαθρο τη δωρεά των (αρχικών) σχεδίων από τον Ευθυμίου στον Σύλλογο. Δεν γνωρίζω αν η μαρτυρία του ΜΕ1 ετοιμάστηκε και προσαρμόστηκε στη βάση της προηγούμενης Έκθεσης Απαίτησης προ της τροποποίησης - ως εισηγείται ο κ. Θεοφίλου - αλλά σίγουρα, ως έχει, κινείται, όντως, εκτός γραμμής. Επαναλαμβάνω, ότι, σε καμία απολύτως περίπτωση - εκ της δωρεάς των (αρχικών) αρχιτεκτονικών σχεδίων στο Σύλλογο και μόνο - δεν συνομολογήθηκε εξυπακουόμενη σύμβαση παροχής υπηρεσιών μηχανικού, της μορφής και του περιεχομένου που περιέγραψε ο ΜΕ
  2. Ούτε και στη τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται οι οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, αυτής της υποτιθέμενης εξυπακουόμενης σύμβασης, όπως θα έπρεπε (βλ. Λεωνίδου κ.α. v. Σπυριδάκη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1694). Απλά γίνεται επίκληση της. Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι κατ' ουσία εκτός γραμμής της Έκθεσης Απαίτησης και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να τεκμηριώνει την απαίτηση εναντίον του εναγομένου, αφού το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται (η συμφωνία παροχής υπηρεσιών μηχανικού) δεν υφίσταται. Συνεπώς, η μαρτυρία αυτή απορρίπτεται. Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο εναγόμενος ήταν ένας ξένος προς το όλον έργο. Αντίθετα, φαίνεται να είχε ενεργό λόγο και ρόλο σε όλες τις φάσεις κατασκευής του έργου. Τούτο όμως - ελλείψει προσυμφωνημένης και δομημένης συμβατικής βάσης - δεν δημιούργησε συνθήκες αυστηρού επαγγελματικού καθήκοντος και κατ' επέκταση ευθύνης. Εξάλλου και άλλοι είχαν ενεργό ρόλο και λόγο, όπως ο μηχανικός του ΚΟΑ, ο οποίος φαίνεται να ενέκρινε κάθε φάση του έργου προτού ελευθερωθούν κονδύλια από τον ΚΟΑ, ο επιμετρητής ποσοτήτων, ο Έπαρχος προς τον οποίο εγίνοντο οι προσφορές των εργολάβων και άλλοι. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί, πως με τον πρόχειρο και νομικά απροστάτευτο τρόπο με τον οποίο επέλεξαν να πορευτούν οι ενάγοντες - τουλάχιστον από πλευράς αρχιτέκτονα/μελετητή του έργου - εξέθεσαν εαυτούς στους κινδύνους που ελλόχευαν κατά την πορεία κατασκευής του όλου έργου. Εν όψει των πιο πάνω και η αγωγή οδεύει προς απόρριψη. Για σκοπούς πληρότητας, θα σημειώσω, ότι, ούτε και η μαρτυρία του έτερου πραγματογνώμονα που κάλεσαν οι ενάγοντες - ΜΕ6, δύναται να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Η μαρτυρία του ΜΕ6 - ο οποίος μου προξένησε καλή εντύπωση - θα είχε κάποια πρακτική σημασία, αν υπήρχε σε ισχύ σύμβαση παροχής υπηρεσιών μηχανικού. Τέτοια σύμβαση όμως, για τους λόγους που εξήγησα προηγουμένως, δεν υπήρχε. Συνεπώς η μαρτυρία του ΜΕ6, αποδεικνύεται άνευ σημασίας για την υπόθεση. Πέραν της προαναφερθείσας βάσης, άλλη βάση αγωγής, δεν προωθήθηκε ούτε και δύναται να εξετασθεί. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω αναφερομένων τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Εν όψει της εκατέρωθεν απόρριψης - ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια - θεωρώ δικαιότερο, όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Αυτή συνεπώς είναι και η διαταγή μου. (Υπ.) .......... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.