← Κύπρος

MAYZUS INVESTMENT COMPANY LTD (πρώην UNITED WORLD CAPITAL LIMITED) ν. HERMES AIRPORT LIMITED κ.α., Aρ. Αγωγής: 3068/2012, 3/3/2017

MAYZUS INVESTMENT COMPANY LTD (πρώην UNITED WORLD CAPITAL LIMITED) ν. HERMES AIRPORT LIMITED κ.α., Aρ. Αγωγής: 3068/2012, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 3068/2012 Μεταξύ: MAYZUS INVESTMENT COMPANY LTD (πρώην UNITED WORLD CAPITAL LIMITED) Εναγόντων και 1.HERMES AIRPORT LIMITED 2.ADAIRPORT MEDIA LTD Εναγομένων -------- Ημερομηνία: 3 Μαρτίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: Ο κ. Αλεξόπουλος, για Σ. Πίττας ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενες: Ο κ. Α. Πετρίδης. (Ο κ. Γ. Αντωνίου για ν΄ ακούσει απόφαση) --------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα δικόγραφα - Αδιαμφισβήτητα Γεγονότα Σύμφωνα με το κοινά παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων, η ενάγουσα εταιρεία (στην συνέχεια θα αναφέρεται ως η ενάγουσα) είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και δεόντως αδειοδοτημένη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ως κυπριακή επενδυτική εταιρεία. Κατά την 7/12/2012 άλλαξε το όνομά της και μετονομάστηκε σε «MAYZUS INVESTMENT COMPANY LTD». Η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εναγόμενη 1) είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και κατά την 12/5/2006 ανέλαβε τη διαχείριση και έλεγχο του διεθνούς αερολιμένα της Λάρνακας καθώς και του διεθνούς αερολιμένα της Πάφου βάση συγκεκριμένης συμφωνίας με την Κυπριακή Δημοκρατία. Η εναγομένη αρ. 2 εταιρεία (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η εναγόμενη 2) είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο μοναδικός αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 για πώληση και/ή ενοικίαση διαφημιστικού χώρου και/ή άλλες συναφείς υπηρεσίες στους ως άνω αερολιμένες. Κατά την 24/7/2009 η ενάγουσα και οι εναγόμενες υπέγραψαν συγκεκριμένη συμφωνία άδειας και υπηρεσίας (lisence and service agreement) για τη διαφήμιση της ενάγουσας στον διεθνή αερολιμένα της Λάρνακας για περίοδο 6 ετών, με έναρξη τον Νοέμβριο του 2009, με μηνιαίο κόστος το ποσό των €4.
  2. πλέον ΦΠΑ (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως η συμφωνία). Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίζεται ότι η συμφωνία δεν έτυχε της προηγούμενης διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων, αλλά ο τύπος και/ή το περιεχόμενο και/ή οι όροι της είναι στην προκαθορισμένη μορφή των εναγομένων, και/ή περιέχει μονομερώς επιβληθέντες από τις εναγόμενες όρους και/ή άδικους και/ή καταχρηστικούς όρους και/ή είναι μονόπλευρη και/ή δυσανάλογη προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος της ενάγουσας. Για τους πιο πάνω, μεταξύ άλλων, λόγους τερμάτισε τη συμφωνία με έγγραφη ειδοποίηση τερματισμού των δικηγόρων της ημερομηνίας 14/6/
  3. Με την ειδοποίηση τερματισμού οι εναγόμενες κλήθηκαν όπως επιστρέψουν στην ενάγουσα το ποσό των €14.850, το οποίο πληρώθηκε στις εναγόμενες ως εγγύηση. Οι εναγόμενες όμως παρέλειψαν να επιστρέψουν στην ενάγουσα το ως άνω ποσό. Με την υπό εξέταση αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων για το ως άνω αναφερόμενο ποσό καθώς και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή τερματίστηκε νόμιμα και δικαιωματικά ένεκα του ότι περιέχει μονομερώς επιβληθέντες και/ή καταχρηστικούς και/ή άδικους όρους. Οι εναγόμενες, στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους, ισχυρίζονται ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία έχει τροποποιηθεί, κατόπιν παράκλησης της ενάγουσας, δύο φορές. Η συμφωνία που βρίσκεται σε ισχύ και καλύπτει τις υποχρεώσεις των μερών είναι ημερομηνίας 28/5/
  4. Αποτελεί ισχυρισμό τους ότι η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της αναφέρεται σε συμφωνία που δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ, καθότι έχει τροποποιηθεί με τη μεταγενέστερη συμφωνία των μερών ημερομηνίας 28/5/
  5. Ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα ουδεμία διευκρίνιση ζήτησε αναφορικά με τους όρους της συμφωνίας ούτε ζήτησε ποτέ να διαπραγματευτεί αυτούς, με εξαίρεση τις προηγούμενες δύο συμφωνίες. Αντίθετα, από τον Ιανουάριο του 2010 που ξεκίνησε η ισχύς της συμφωνίας ουδεμία ενέργεια και/ή συμπεριφορά της ενάγουσας μπορούσε να εκληφθεί ως αμφισβήτηση των υπογραφεισών συμφωνιών. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι το κείμενο της συμφωνίας είναι ξεκάθαρο και ρυθμίζει εξαντλητικά τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών. Η ενάγουσα ουδέποτε επιχείρησε να διαπραγματευτεί τους όρους της συμφωνίας, με εξαίρεση σχετική επιστολή της ημερομηνίας 2/5/2011, δηλαδή δύο περίπου χρόνια μετά την υπογραφή της, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από τις εναγόμενες. Με βάση την συμφωνία που βρίσκεται σε ισχύ, ο τερματισμός της από την ενάγουσα συνεπάγεται την ενεργοποίηση του όρου της ο οποίος δημιουργεί την υποχρέωση στην ενάγουσα να καταβάλει προς τις εναγόμενες όλα τα οφειλόμενα, υπό μορφή ειδικής ζημιάς και/ή ειδικών αποζημιώσεων και/ή απολεσθέντων εσόδων από την ημερομηνία τερματισμού, μέχρι και την ημερομηνία που ορίζεται στη συμφωνία ως η λήξη της. Ενόψει του ότι η ενάγουσα προχώρησε στον τερματισμό της συμφωνίας με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 14/6/2012 θα πρέπει να καταβάλει στις εναγόμενες τα αξιούμενα με την ανταπαίτηση των εναγομένων ποσά. Όσον αφορά το αξιούμενο από την ενάγουσα ποσό της εγγύησης ισχυρίζονται ότι το ποσό που αξιώνεται στην έκθεση απαιτήσεως αφορά συμφωνία η οποία δεν βρίσκεται σε ισχύ, το δε ποσό της εγγύησης, το οποίο έχει καταβληθεί βάσει της ισχύουσας συμφωνίας είναι €10.
  6. Ισχυρίζονται, όμως, ότι ουδεμία υποχρέωση έχουν να επιστρέψουν το ως άνω ποσό. Οι εναγόμενες ισχυρίζονται, επίσης, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού δεν είναι το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο προς εκδίκαση της υπόθεσης. Το ζήτημα όμως αυτό, το οποίο εγείρεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, πέραν του ότι δεν επιδιώχθηκε να επιλυθεί προδικαστικά, απεσύρθη με τη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, αναγνωρίζοντας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει, με τα δεδομένα της υπόθεσης, συντρέχουσα κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσει την απαίτηση και ανταπαίτησης. Η ενάγουσα στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση των εναγομένων παραδέχεται ότι κατά την 28/5/2010 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων συγκεκριμένη συμφωνία άδειας και υπηρεσίας για τη διαφήμισή της στον διεθνή αερολιμένα Λάρνακας, προβάλλει όμως ότι αυτή είναι στον ίδιο τύπο και/ή μορφή με τη συμφωνία ημερομηνίας 24/7/2009 και/ή στην ουσία πρόκειται περί της ίδιας συμφωνίας με μόνη διαφοροποίηση το μηνιαίο κόστος. Με άλλα λόγια, η συμφωνία ημερομηνίας 28/5/2010 υπεγράφη ετεροχρονισμένα με μοναδικό σκοπό, όπως ισχυρίζεται, οι εναγόμενες να της προσφέρουν έκπτωση αναφορικά με το μηνιαίο κόστος. Η συμφωνία δεν της παρέχει το δικαίωμα τερματισμού της, παρόλο που η χρονική διάρκεια της είναι ασυνήθιστα μακρά για τα εμπορικά «ήδη» της Κύπρου, παρά μόνο με έγγραφη ειδοποίηση 60 ημερών, αλλά θα τίθεται σε ισχύ την τελευταία μέρα της περιόδου ισχύος της. Με άλλα λόγια, δεν έχει στην ουσία δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Αντίθετα οι εναγόμενες, βάσει του ιδίου όρου της συμφωνίας, έχουν το δικαίωμα να την τερματίσουν κατά βούληση και/ή σε οποιονδήποτε χρόνο ήθελαν αποφασίσει χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεσή της. H Μαρτυρία Η μοναδική μάρτυρας της ενάγουσας ήταν η διευθύντρια της Kristina Leonova (Μ.Ε.). Κατέθεσε ότι η συμφωνία της 24/7/2009, η οποία υπεγράφη μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων (Τεκμήριο 5), δεν έτυχε της προηγούμενης διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, αλλά το κείμενο και οι όροι της είναι στην προκαθορισμένη μορφή των εναγομένων. Η συμφωνία περιείχε μονομερώς επιβληθέντες από τις εναγόμενες όρους, οι οποίοι είναι άδικοι και καταχρηστικοί. Επίσης, η συμφωνία είναι μονόπλευρη και δυσανάλογη προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος της ενάγουσας. Κατά την 28/5/2010 υπεγράφη άλλη μια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (Τεκμήριο 6) η οποία ήταν στον ίδιο τύπο και μορφή και με τους ίδιους όρους της προηγούμενης συμφωνίας - Τεκμήριο
  7. Ούτε αυτή η συμφωνία έτυχε της προηγούμενης διαπραγμάτευσης των μερών και περιέχει μονομερώς επιβληθέντες από τις εναγόμενες όρους οι οποίοι είναι άδικοι και καταχρηστικοί. Επίσης, και αυτή η συμφωνία είναι μονόπλευρη και δυσανάλογη προς όφελος των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο συμφωνιών είναι το μηνιαίο ενοίκιο. Η συμφωνία ημερομηνίας 28/5/2010 προνοεί μηνιαίο ενοίκιο χαμηλότερο από αυτό που προνοεί η συμφωνία της 24/7/
  8. Η συμφωνία τερματίστηκε από την ενάγουσα με έγγραφη ειδοποίηση τερματισμού των δικηγόρων της ημερομηνίας 14/6/2012 (Τεκμήριο 7) επειδή ήταν άκυρη και παράνομη και περιείχε όρους προς όφελος των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, δεν δίνει το δικαίωμα στην ενάγουσα να την τερματίσει. Με την ειδοποίηση τερματισμού οι εναγόμενες κλήθηκαν όπως επιστρέψουν στην ενάγουσα το ποσό των €14.850, το οποίο κατατέθηκε ως εγγύηση της εφαρμογής της συμφωνίας. Οι εναγόμενες, όμως, αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην ενάγουσα το ως άνω ποσό. Κατά την 4/7/2012 οι εναγόμενες απέστειλαν στους δικηγόρους της ενάγουσας επιστολή (Τεκμήριο 8) στην οποία αναφέρουν ότι εμμένουν στους άδικους και καταχρηστικούς όρους της συμφωνίας. Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε τις συμφωνίες - Τεκμήρια 5 και 6 - για λογαριασμό της ενάγουσας ήταν ο διευθυντής της, Jamal Fakhoury. Η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή τους. Συμφώνησε, επίσης, με τη θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγομένων ότι όταν υπεγράφη η συμφωνία της 28/5/2010, η συμφωνία της 24/7/2009 δεν ήταν πλέον σε ισχύ. Για την πλευρά των εναγομένων έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής της εναγόμενης 2, Μιχάλης Κυριακίδης (Μ.Υ.). Κατέθεσε ότι και τις δύο συμφωνίες τις υπέγραψε, για λογαριασμό της ενάγουσας, ο Jamal Fakhoury. Στις συναντήσεις που είχαν για την υπογραφή των συμφωνιών, ο κ. Fakhoury αντιλαμβανόταν πλήρως την αγγλική γλώσσα, στην οποία είναι συνταγμένες οι συμφωνίες, μάλιστα ανέγνωσε για αρκετό χρόνο τους όρους των συμφωνιών, χωρίς να διαμαρτυρηθεί. Η ενάγουσα, με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 2/5/2011 (Τεκμήριο 9), επεδίωξε τη διαπραγμάτευση της συμφωνίας αναφορικά με το προβλεπόμενο σ΄ αυτή μηνιαίο τέλος, το οποίο, εν πάση περιπτώσει είχε ήδη μειωθεί με τη συμφωνία της 28/5/2010 (Τεκμήριο 6). Ως εκ τούτου, το ως άνω αίτημα της ενάγουσας δεν ικανοποιήθηκε από τις εναγόμενες, ενόψει του ότι είχαν ήδη αποδεχθεί τη μείωση των τελών, υπογράφοντας τη συμφωνία ημερομηνίας 28/5/
  9. Εκτός από την ως άνω επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας - Τεκμήριο 9 - ουδεμία άλλη διαπραγμάτευση των όρων της συμφωνίας επιχειρήθηκε από την ενάγουσα. Με την επιστολή τερματισμού της ενάγουσας - Τεκμήριο 7 - κανένας λόγος προβάλλεται που να δικαιολογεί τον πρόωρο τερματισμό της συμφωνίας. Οι αναφορές περί ετεροβαρούς συμφωνίας είναι γενικές και αόριστες. Με την επιστολή της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 4/7/2012 - Τεκμήριο 8 - η οποία υπεγράφη από τον ίδιο, διευκρινίζετο ότι οι ενέργειες της ενάγουσας είναι αντισυμβατικές και της υποδεικνύετο ο όρος 4 της συμφωνίας. Με βάση την ισχύουσα μεταξύ των μερών συμφωνία, ο τερματισμός της συνεπάγεται την ενεργοποίηση του όρου 4, ο οποίος δημιουργεί την υποχρέωση στην ενάγουσα να καταβάλει προς τις εναγόμενες όλα τα οφειλόμενα, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων και/ή απολεσθέντων εσόδων από την ημερομηνία τερματισμού, μέχρι την ημερομηνία λήξης της συμφωνίας. Οι εναγόμενες, εξασκώντας τις ως άνω πρόνοιες αξιώνουν ανταπαιτητικά εναντίον της ενάγουσας τα πιο κάτω περιγραφόμενα ποσά, τα οποία αποτελούν τα οφειλόμενα μέχρι τη λήξη της συμβατικής περιόδου ήτοι μέχρι την 17/1/2016: Περίοδος 15/7/2012 - 17/1/2016: Για εναγόμενη 1 €93.456,30, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ Για εναγόμενη 2 €89.791,35, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμών των εναγομένων στις οποίες καταγράφονται λεπτομερώς τα οφειλόμενα ποσά (Τεκμήρια 11, 12, 13 και 14). Κατά την αντεξέτασή του διευκρίνισε ότι η μείωση του μηνιαίου τέλους με την υπογραφή της δεύτερης συμφωνίας - Τεκμήριο 6 - έγινε στο γενικότερο πλαίσιο ικανοποίησης αιτήματος της ενάγουσας. Διαφώνησε με υποβολή ότι η ως άνω μείωση έγινε από τις ίδιες τις εναγόμενες, ενόψει του ότι η διαφήμιση μεταφέρθηκε από το παλιό στο νέο αεροδρόμιο. Aξιολόγηση Μαρτυρίας Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή τους δύο μάρτυρες να καταθέτουν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Θα πρέπει να τονίσω ότι η αξιολόγησή τους δεν περιορίστηκε στην εντύπωση που άφησαν από το εδώλιο του μάρτυρα, αλλά επεκτάθηκε στην ουσία της εκδοχής τους, την οποία αντιπαρέβαλα με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιόν μου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Όπως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη υπόθεση P. & Chr. Seafood Express Ltd κ.α. ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολ. Έφεση αρ. 277/2009, ημερομηνίας 10/9/2014: «Είναι καθιερωμένη και αδιαμφισβήτητη η νομολογία που θέλει κριτή της μαρτυρίας να είναι κατ' εξοχήν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη (Σταύρου ν. Χαραλάμπους
(2011)1 Α.Α.Δ. 193). Και αυτό βέβαια για καλό λόγο. Το Δικαστήριο μπορεί να αποτιμήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων υπό το φως της ενώπιον του ακροαματικής διαδικασίας στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης με όλες τις εκφάνσεις και παραμέτρους της. Ο Δικαστής ο οποίος έχει το ευεργέτημα αυτής της θεώρησης πραγμάτων καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του αποστασιοποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διέρχεται ολόκληρη την κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του Δικαστή (Baloise Insurance Co. Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275).» Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 24/7/2009 - Τεκμήριο 5 - όσο και η συμφωνία ημερομηνίας 28/5/2010 - τεκμήριο 6 - υπεγράφησαν εκ μέρους της ενάγουσας από τον τότε διευθυντή της, Jamal Fakhoury. Η μαρτυρία της Μ.Ε. δεν ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστική. Όπως η ίδια παραδέχθηκε, δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των Τεκμηρίων 5 και
  1. Συνεπώς, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν, ειδικά δε κατά πόσο έτυχαν διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών πριν την υπογραφή τους. Όπως δε ανέφερε, η γνώση της ότι δεν έγινε διαπραγμάτευση προέρχεται από έρευνα την οποία έκαμε. Όμως δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τι ακριβώς είχε ερευνήσει και πώς οδηγήθηκε στη διαπίστωση ότι δεν έγινε διαπραγμάτευση, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός αυτός να παραμείνει γενικός και αόριστος. Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός της ότι τα Τεκμήρια 5 και 6 περιέχουν όρους που επιβλήθηκαν μονομερώς από τις εναγόμενες. Όσον αφορά τη θέση της, ότι περιέχουν άδικους, καταχρηστικούς και δυσανάλογους (disproportional) για την πλευρά της ενάγουσας όρους, θα πρέπει να αναφέρω ότι πρόκειται για νομικά συμπεράσματα στα οποία μόνο το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει κατόπιν αξιολόγησης της ενώπιόν του μαρτυρίας. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποδεχθεί τους νομικούς χαρακτηρισμούς τους οποίους προσέδωσε η μάρτυρας στους όρους των τεκμηρίων 5 και
  2. Σε αντίθεση με τη Μ.Ε., ο Μ.Υ. είχε άμεση εμπλοκή στα γεγονότα της υπόθεσης αφού, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, ήταν αυτός που υπέγραψε τα Τεκμήρια 5 και 6 εκ μέρους των εναγομένων 1 και
  3. Η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν θετική. Απάντησε σε οτιδήποτε του ζητήθηκε με ευθύτητα, αυθορμητισμό χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε από το εδώλιο του μάρτυρα, η εκδοχή του διέθετε συνοχή, πειστικότητα και λογικότητα. Η αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη δεν κατέστη δυνατό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Αποδέχομαι χωρίς κανένα δισταγμό τη θέση του ότι η δεύτερη συμφωνία της 28/5/2010 - Τεκμήριο 6 - συνομολογήθηκε με σκοπό την ικανοποίηση αιτήματος της ενάγουσας για μείωση του μηνιαίου κόστους διαφήμισης, θέση η οποία κρίνεται απόλυτα λογική. Η αντίθετη θέση της πλευράς της ενάγουσας, ότι η μείωση του κόστους διαφήμισης έγινε μονομερώς από τις εναγόμενες ενόψει του ότι η διαφήμιση μεταφέρθηκε από το παλιό στο νέο αεροδρόμιο, πέραν του ότι στερείται λογικότητας, παρέμεινε στο πλαίσιο της απλής υποβολής αφού δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία προς τεκμηρίωσή της. Αποδέχομαι, επίσης, ανεπιφύλακτα και τη θέση του ότι, πέραν της μείωσης του κόστους διαφήμισης, ουδεμία διαπραγμάτευση άλλου όρου επιχειρήθηκε από την ενάγουσα, θέση η οποία υποστηρίζεται και από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων της ενάγουσας ημερομηνίας 2/5/2011 - Τεκμήριο
  4. Θα ήθελα να επισημάνω ότι στην επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας - Τεκμήριο 9 - δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί μονομερώς επιβληθέντων, άδικων ή καταχρηστικών όρων. Ούτε ζητείται ο τερματισμός της συμφωνίας, ως μονόπλευρης ή δυσανάλογης, προς όφελος των εναγομένων. Αντίθετα, δηλώνεται, με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ότι η πρόθεση της ενάγουσας δεν είναι ο τερματισμός της μεταξύ των μερών συνεργασίας αλλά η μακροχρόνια συνέχισή της, νοουμένου ότι θα της παραχωρούντο διαφορετικές θέσεις διαφήμισης. Είναι, πράγματι, άξιον απορίας πώς η ενάγουσα, ένα περίπου χρόνο μετά την ως άνω επιστολή της προέβηκε στον τερματισμό της συμφωνίας με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 14/6/2012 - Τεκμήριο 7 - ισχυριζόμενη ότι η συμφωνία είναι δυσανάλογη (disproportional) προς όφελος των εναγομένων και εναντίον της. Νομική Πτυχή Η ενάγουσα, στην έκθεση απαίτησής της, αξιώνει την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης ότι η συμφωνία της 24/7/2009 - Τεκμήριο 5 - είναι εξ αρχής άκυρη και/ή τερματίστηκε νόμιμα και/ή δικαιωματικά λόγω του ότι περιέχει μονομερώς επιβληθέντες και/ή καταστροφικούς και/ή άδικους όρους και/ή είναι μονόπλευρη και/ή δυσανάλογη προς όφελος των εναγομένων και σε βάρος της. Από πλευράς τους, οι εναγόμενες στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους ισχυρίζονται ότι η συμφωνία - Τεκμήριο 5 - έχει τροποποιηθεί κατόπιν παράκλησης της ενάγουσας, η συμφωνία δε που βρίσκεται σε ισχύ και καλύπτει τις υποχρεώσεις των μερών είναι αυτή της 28/5/2010 - Τεκμήριο
  5. Η ενάγουσα, στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση, παραδέχεται ότι κατά την 28/5/2010 υπεγράφη μια άλλη συμφωνία μεταξύ των μερών η οποία, όπως ισχυρίζεται, ήταν στον ίδιο τύπο και μορφή με τη συμφωνία της 24/7/2009 - Τεκμήριο 5 - στην ουσία δε πρόκειται περί της ίδιας συμφωνίας με μόνη διαφοροποίηση αυτή του μηνιαίου κόστους. Από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας καθίσταται φανερό ότι στηρίζει την αξίωσή της στη συμφωνία της 24/7/2009 - Τεκμήριο 5 - χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην έκθεση απαίτησής της στη μεταγενέστερη συμφωνία της 28/5/
  6. Η υπογραφή της μεταγενέστερης συμφωνίας - Τεκμήριο 6 - αποκαλύπτεται στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση, ισχυριζόμενη ότι πρόκειται, κατ΄ ουσίαν, περί της ίδιας συμφωνίας με αυτή της 24/7/2009 - Τεκμήριο
  7. Αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί, εν πρώτοις, είναι ότι η έκθεση απαίτησης της ενάγουσας είναι ελλειμματική. Είμαι της άποψης ότι το κενό στην έκθεση απαίτησης δεν διορθώνεται με την εκ των υστέρων δικογράφηση των ως άνω ισχυρισμών στο δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση. Το ορθό δικονομικό διάβημα για διόρθωση της παράλειψης ήταν η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ακόμα και στην περίπτωση που ήταν ορθός ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι στη ουσία πρόκειται για την ίδια συμφωνία, και πάλι δεν απαλλάσσετο από την υποχρέωση να προβεί στην τροποποίηση της έκθεσης απαίτησής της. Όπως είναι δε νομολογημένο, η απάντηση (reply) δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε για να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης (Alikhani v. Προδρόμου κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 657, 664). Στην υπόθεση Εurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd. Πολ. Εφ. 348/2009 ημερ. 17/10/2014 αναφέρθηκε ότι ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική θέση όπως αυτή καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. Στην ίδια υπόθεση μνημονεύεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Odgers΄ Principles of Pleading and Practice 21η έκδοση, σελ. 208-209: «It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan
(1972)1 W.L.R. 1128.» Έχοντας κατά νου όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η συμφωνία της 28/5/2010 - Τεκμήριο 6 - είναι, κατ΄ ουσίαν, η ίδια με τη συμφωνία της 24/7/2009 - τεκμήριο 5 - στην οποία η ενάγουσα στηρίζει την αξίωσή της. Η ενώπιόν μου μαρτυρία αποκάλυψε ότι η συμφωνία της 28/5/2010 - Τεκμήριο 6 - αντικατέστησε τη συμφωνία της 24/7/2009 - Τεκμήριο
  1. Με την υπογραφή της συμφωνίας - Τεκμήριο 6 - έπαψε να ισχύει η συμφωνία - Τεκμήριο
  2. Θα πρέπει να επισημάνω ότι η ίδια η μάρτυρας της πλευράς της ενάγουσας, κατά την αντεξέτασή της, συμφώνησε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ότι όταν υπεγράφη το τεκμήριο 6, το τεκμήριο 5 δεν ήταν πλέον σε ισχύ. Αποτελεί εύρημά μου ότι το τεκμήριο 6 αποτελεί μια νέα συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η οποία αντικατέστησε το Τεκμήριο
  3. Συμφώνως του άρθρου 62 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, αν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύμβαση με νέα ή να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση ή να την τροποποιήσουν, η αρχική σύμβαση δεν χρειάζεται να εκπληρωθεί. Έχοντας υπόψη μου τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η συμφωνία την οποία είχαν υποχρέωση να εκπληρώσουν οι διάδικοι ήταν αυτή της 28/5/
  4. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ενάγουσα στηρίζει την αξίωσή της στη συμφωνία της 24/7/
  5. Όμως, συμφώνως των ευρημάτων μου, η συμφωνία αυτή αντικαταστάθηκε με τη συμφωνία της 28/5/2010 - τεκμήριο
  6. Με την υπογραφή του Τεκμηρίου 6, αυτή σταμάτησε να αποτελεί την πηγή δημιουργίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, πόσο δε μάλλον τη βάση επί της οποίας στηρίζει την αξίωσή της η ενάγουσα. Αντίθετα, η συμφωνία που δέσμευε τους διαδίκους ήταν αυτή της 28/5/2010 - Τεκμήριο
  7. Συνεπώς, η αξίωση της ενάγουσας δεν θα μπορούσε να πετύχει, ενόψει του ότι στηρίζεται σε συμφωνία η οποία είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τον χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής. Φυσικά, παρά την ως άνω κατάληξή μου, θεωρώ ορθό, για σκοπούς πληρότητας της απόφασής μου, και έχοντας κατά νου ότι οι βασικοί όροι της καταργηθείσας συμφωνίας είναι πανομοιότυποι με τους όρους της νέας συμφωνίας - Τεκμήριο 6, όπως εξετάσω και το νομικό υπόβαθρο της απαίτησης της ενάγουσας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη για το λόγο ότι περιέχει μονομερώς επιβληθέντες ή/και καταχρηστικούς ή/και άδικους όρους ή/και ότι είναι μονόπλευρη και δυσανάλογη (disproportional) προς όφελος των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας. Οι όροι στους οποίους αναφέρεται η ενάγουσα περιλαμβάνονται στην παράγραφο 4 και των δύο συμφωνιών - Τεκμήρια 5 και 6 - οι οποίοι είναι πανομοιότυποι μεταξύ τους. Ο όρος αυτός προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «
  8. TERMINATION AND RENEWAL. Εvery party has the right to terminate the Agreement with sixty
(60)days prior written notice with termination becoming effective the last day of the Term. In any case the Advertising Agent retains the right to terminate the present Agreement at any time, with termination becoming effecting immediately and to invoice the Advertiser regarding any amount due up until the date of termination. In case that the Advertiser terminates the present condition he will be liable to compensate the Advertising Agent and Hermes regarding the remaining time of the term. The present constitutes a condition to the present agreement." Όπως αναφέρεται στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας, το διάστημα των 60 ημερών δίνεται μόνο στην περίπτωση που ένα μέρος δεν επιθυμεί την ανανέωση της συμφωνίας. Συνεπώς, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους, από το όλο νόημα της ως άνω παραγράφου οι εξήντα
(60)ημέρες προηγούμενης ειδοποίησης αναφέρονται στη λήξη της συμφωνίας και στο δικαίωμα των μερών να την ανανεώσουν ή να την τερματίσουν. Κατ΄ επέκταση, δεν παρέχεται δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας για οποιοδήποτε λόγο. Η ως άνω εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η ορθή ερμηνεία του όρου 4 της συμφωνίας δεν είναι αυτή την οποία επικαλούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας. Αντίθετα, αυτό το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα από μια προσεκτική εξέταση ολόκληρης της ως άνω παραγράφου είναι ότι και τα δύο μέρη έχουν δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Ο χρόνος των 60 ημερών προειδοποίησης δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση ανανέωσης ή μη της συμφωνίας, όπως λανθασμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά στην περίπτωση τερματισμού της κατά τη διάρκεια του χρόνου ισχύος της. Αν η ερμηνεία του ως άνω όρου ήταν αυτή που εισηγείται η πλευρά της ενάγουσας δεν θα υπήρχε πρόνοια για υποχρέωσή της να αποζημιώσει τις εναγόμενες για το υπόλοιπο του χρόνου μέχρι τη λήξη της συμφωνίας. Πέραν των πιο πάνω, προβάλλεται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της ενάγουσας, στη γραπτή τους αγόρευση, ότι ο μεν διαφημιστικός αντιπρόσωπος, οι εναγόμενες δηλαδή, έχουν το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας ανά πάσα στιγμή, με τον τερματισμό να έχει άμεση ισχύ, ο δε διαφημιζόμενος, η ενάγουσα δηλαδή, σε περίπτωση που τερματίσει τη συμφωνία θα είναι υπεύθυνη να αποζημιώσει τις εναγόμενες αναφορικά με τον υπόλοιπο χρόνο της συμφωνίας. Κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της, υπάρχει μια αδικία, αφού οι ως άνω όροι είναι δυσανάλογα υπέρ των εναγομένων, η δε ενάγουσα θα πρέπει να τις αποζημιώσει για τυχόν ζημιές, ενώ δεν «αναφέρεται» ρητά τέτοιο δικαίωμα στην ενάγουσα. Ούτε με την ως άνω θέση θα συμφωνούσα. Παρά το ότι δεν αναφέρεται ρητά, εντούτοις είναι φανερό ότι η ενάγουσα θα έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει τις εναγόμενες για τον υπολειπόμενο χρόνο μέχρι τη λήξη της συμφωνίας, σε περίπτωση που την τερματίσει αδικαιολόγητα ή και αναίτια. Δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ ότι θα ήταν υπόλογη να αποζημιώσει τις εναγόμενες ακόμα και στην περίπτωση που τερμάτιζε τη συμφωνία κατόπιν δικής τους υπαιτιότητας. Δεν θα μπορούσε να ήταν αυτή η ερμηνεία της παραγράφου
  1. Κάτι τέτοιο θα προσέκρουε σε θεμελιώδεις αρχές του δικαίου μας, όπως το άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[1]. Είμαι της άποψης ότι δεν απαιτείτο να γίνεται ρητή πρόνοια στον όρο 4 ότι η υποχρέωση για αποζημίωση των εναγομένων θα υφίστατο μόνο στην περίπτωση που η ενάγουσα τερμάτιζε τη συμφωνία αδικαιολόγητα ή/και από δικής της υπαιτιότητας. Επιπρόσθετα, παρά το ότι δεν υπάρχει σχετική πρόνοια, εντούτοις δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το δικαίωμά της να αποζημιωθεί από τις εναγόμενες, για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστεί, σε περίπτωση που η συμφωνία τερματιζόταν με υπαιτιότητα των εναγομένων. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι η συμφωνία περιέχει άδικους όρους ή/και είναι δυσανάλογη προς όφελος των εναγομένων, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Πέραν των πιο πάνω, αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας στη γραπτή τους αγόρευση δεν επικαλούνται οποιοδήποτε άρθρο του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 στο οποίο θα μπορούσαν να υπαχθούν τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Αντ΄ αυτού παραπέμπουν στο Σύγγραμμα του Π. Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» όπου στις σελ.405-408 γίνεται αναφορά στο ζήτημα των συναλλαγών οι οποίες δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες του εξαναγκασμού και της ψυχικής πίεσης. Ειδικά, στη σελίδα 408 αναφέρονται τα ακόλουθα: «.η σύγχρονη νομολογία του κοινοδικαίου σε σχέση με «επαχθείς συναλλαγές», που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες του «εξαναγκασμού», «ψυχικής πίεσης», «απάτης», «ψευδούς παράστασης» και «πλάνης», απαιτεί τη συνύπαρξη τριών στοιχείων πριν η συναλλαγή που έχει προκύψει να θεωρείται άκυρη ή ακυρώσιμη. Πρώτον, το ένα μέρος πρέπει να τελεί σε σοβαρά μειονεκτική θέση έναντι του άλλου μέρους (όσον αφορά στη σύναψη συμβάσεων γενικά ή της συγκεκριμένης σύμβασης). Δεύτερον, το μέρος που βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση θα πρέπει να έχει χρησιμοποιήσει ή εκμεταλλευτεί την αδυναμία ή μειονεκτική θέση στην οποία τελεί το άλλο μέρος με τρόπο αθέμιτο ("in some morally culpable manner"). Τρίτον, η συναλλαγή που έχει προκύψει πρέπει να είναι όχι μόνο άδικη αλλά και ετεροβαρής. Ενόψει του ότι και τα τρία στοιχεία πρέπει να συνυπάρχουν, με βάση την παραδοσιακή αντιμετώπιση του κοινοδικαίου δεν υπάρχουν πολλές συμβάσεις ή συναλλαγές οι οποίες θα ακυρωθούν στο πλαίσιο αυτής της τελευταίας κατηγορίας, δηλαδή των επαχθών συναλλαγών, όταν δηλαδή δεν υπήρξε εξαναγκασμός, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδής παράσταση ή πλάνη.» Είμαι της άποψης ότι καμιά από τις ως άνω προϋποθέσεις δεν συντρέχει στην υπό εξέταση υπόθεση. Δεν συμμερίζομαι τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας ότι οι εναγόμενες εκμεταλλευόμενες αφενός την πλεονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται, αφετέρου τη μειονεκτική θέση της ενάγουσας της πρόσφεραν ένα τυποποιημένο συμβόλαιο χωρίς να της παρέχει τη δυνατότητα να το διαπραγματευτεί. Εν πρώτοις, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι εναγόμενες βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση έναντι της ενάγουσας. Επιπρόσθετα, όπως κατέδειξε η ενώπιόν μου μαρτυρία, η ενάγουσα δεν επεδίωξε να διαπραγματευτεί οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας, με εξαίρεση το μηνιαίο τέλος διαφήμισης, το οποίο είχε καθοριστεί στη συμφωνία της 24/7/2009 - τεκμήριο
  2. Αποτελεί εύρημά μου ότι οι εναγόμενες αποδέχτηκαν αίτημα της ενάγουσας για μείωση του μηνιαίου τέλος, αποδοχή η οποία οδήγησε τα μέρη στην υπογραφή της συμφωνίας της 28/5/2010 - τεκμήριο
  3. Επισημαίνω ακόμα ότι για πρώτη φορά προβάλλεται από την ενάγουσα ισχυρισμός περί δυσανάλογης και ετεροβαρούς συμφωνίας στην επιστολή τερματισμού των συνηγόρων της ημερομηνίας 14/6/2012 - τεκμήριο
  4. Αντίθετα, στην επιστολή τους ημερομηνίας 2/5/2011 - τεκμήριο 9 - καμιά αναφορά γίνεται από τους συνηγόρους της σε ετεροβαρή ή δυσανάλογη συμφωνία. Καθίσταται, λοιπόν, φανερό ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν εκ των υστέρων επινόηση της ενάγουσας. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω απορρίπτω τους ισχυρισμούς της ενάγουσας περί ετεροβαρούς ή δυσανάλογης συμφωνίας. Όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 14/6/2012 - Τεκμήριο 7 - η συμφωνία την οποία τερμάτισε η ενάγουσα ήταν αυτή της 24/7/2009 - Τεκμήριο
  5. Όμως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η συμφωνία αυτή έπαψε να βρίσκεται σε ισχύ με την υπογραφή της συμφωνίας της 28/5/2010 - Τεκμήριο
  6. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι η ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε τη συμφωνία - Τεκμήριο
  7. Από την άλλη, όμως, οι εναγόμενες φαίνεται να έχουν αποδεχθεί τον από μέρους της ενάγουσας τερματισμό της συμφωνίας - Τεκμήριο
  8. Παρά το ότι στην απαντητική επιστολή τους ημερομηνίας 4/7/2012 - Τεκμήριο 8 - καλούν την ενάγουσα να αποσύρει οποιαδήποτε παράνομη προσπάθειά της να τερματίσει τη συμφωνία και επαναβεβαιώνουν ότι οι ίδιες θα τηρήσουν όλους τους όρους της μέχρι τη λήξη της συμφωνίας, εντούτοις στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους δεν προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί παράνομου τερματισμού της συμφωνίας, ούτε εμμένουν στην εφαρμογή των όρων της ή στην εκτέλεσή της. Αντίθετα, ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας - τεκμήριο 6 - συνεπάγεται την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της ενάγουσας, δυνάμει του όρου 4, να καταβάλει τις ειδικές αποζημιώσεις, τις οποίες αξιώνουν ανταπαιτητικά εναντίον της. Συνεπώς, από τη στιγμή που οι εναγόμενες θεωρούν τη συμφωνία - τεκμήριο 6 - ως τερματισθείσα, το Δικαστήριο καταλήγει σε εύρημα ότι η συμφωνία αυτή έχει τερματιστεί από την ενάγουσα με την επιστολή των συνηγόρων της - τεκμήριο
  9. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα προέβηκε στον τερματισμό της συμφωνίας - Τεκμήριο 6 - χωρίς να υφίσταται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι η συμφωνία περιέχει επαχθείς όρους εις βάρος της οι οποίοι την καθιστούν δυσανάλογη ή/και ετεροβαρή. Κατά συνέπεια ο από μέρους της ενάγουσας αδικαιολόγητος και αναίτιος τερματισμός της συμφωνίας - Τεκμήριο 6 - έχει ενεργοποιήσει την πρόνοια της παραγράφου 4 βάσει ης οποίας, σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας από την ενάγουσα θα είναι υπόλογη να αποζημιώσει τις εναγόμενες για το υπόλοιπο του χρόνου μέχρι την ημερομηνία λήξης της συμφωνίας που ήταν η 17/1/
  10. Στην υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ. κ.α. ν. Δημήτριου Κακαβού, Πολ. 'Εφεση 278/10 ημερ. 15/10/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό ότι το σύνηθες μέτρο της αποζημίωσης για διάρρηξη συμβολαίου συναρτάται με το ποσό που θα χρειαζόταν για να τεθεί το αναίτιο μέρος στη θέση που θα ήταν αν η συμφωνία εκτελείτο κανονικά, (Αlpan (Αδελφοί Τάκη) Λτδ. ν. Τρυφωνίδου
(1966)1 Α.Α.Δ. 679 και Α.Panayides Contracting Ltd v. M. & M. Frangos Engineering and Contracting Ltd.
(2012)1 Α.A.Δ. 1136). Σε περίπτωση μη εφαρμογής της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας ενός των μερών, το αναίτιο μέρος δικαιούται στο δίκαιο των αποζημιώσεων να ακυρώσει τη σύμβαση ώστε να μην είναι ο ίδιος υπόλογος για οποιαδήποτε δική του υποχρέωση, να ανακτήσει οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε και να αναζητήσει αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους ή οποιαδήποτε απώλεια έχει υποστεί λόγω της παράβασης της συμφωνίας, (δέστε Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 875 και Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» σελ.744 κ.ε.)» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι εναγόμενες αξιώνουν, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, το ποσό το οποίο θα είχαν εισπράξει από τη συμφωνία - Τεκμήριο 6 - εφόσον αυτή εφαρμόζετο κανονικά και δεν τερματίζετο από την ενάγουσα. Κατά τον Μ.Υ. το απωλεσθέν κέρδος των εναγουσών αντιστοιχεί στο μηνιαίο ποσό, όπως αυτό καθορίζεται στη μεταξύ τους συμφωνία, το οποίο θα εισέπρατταν από την ενάγουσα για τις υπηρεσίες διαφήμισης τις οποίες θα της πρόσφεραν. Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να αναφέρω ότι με βρίσκει σύμφωνο η θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων της ενάγουσας ότι στην παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 6 δεν καθορίζεται σε ποιο βαθμό και σε ποιο ποσοστό η ενάγουσα θα αποζημιώσει τις εναγόμενες σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας. Απλά αναφέρεται ότι θα τις αποζημιώσει για το υπόλοιπο του χρόνου μέχρι την ημερομηνία λήξης της. Όμως, είμαι της άποψης ότι δεν απαιτείτο να αναφέρεται ρητά ότι η αποζημίωση θα αντιστοιχεί στο ποσό που θα εισέπρατταν οι εναγόμενες από την ενάγουσα, όπως αυτό καθορίζεται στη συμφωνία, ώστε να δικαιούντο στην επιδίκαση του ποσού αυτού. Αναμφίβολα, η όποια αποζημίωση των εναγομένων, θα καθοριστεί στη βάση του ποσού το οποίο καθορίστηκε στη συμφωνία ότι θα πληρώνετο από την ενάγουσα σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών διαφήμισης τις οποίες θα πρόσφεραν οι εναγόμενες. Είμαι της άποψης ότι οι εναγόμενες δικαιούνται να πληρωθούν από την ενάγουσα το ποσό το οποίο θα εισέπρατταν από την ημέρα τερματισμού της συμφωνίας μέχρι την ημερομηνία λήξης της που θα ήταν η 17/1/2016 το οποίο, κατά την άποψή μου, συνιστά την απώλεια την οποία υπέστησαν από τον πρόωρο τερματισμό της συμφωνίας. Προς απόδειξη του απωλεσθέντος ποσού κατατέθηκαν από τον Μ.Υ. αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού - Τεκμήρια 11, 12, 13 και
  1. Εν πρώτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι το τεκμήριο 11 αφορά κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας με την εναγόμενη 1, το δε τεκμήριο 12 κατάσταση λογαριασμού της ενάγουσας με την εναγόμενη
  2. Από μια προσεκτική εξέταση των υπό αναφορά καταστάσεων προκύπτει ότι σ΄ αυτές καταγράφονται όλα τα ποσά τα οποία χρεώθηκαν στους δύο λογαριασμούς από τις εναγόμενες και αντίστοιχα τα ποσά που πιστώθηκαν σ΄ αυτούς τα οποία αφορούν πληρωμές της ενάγουσας. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, οι πληρωμές στις οποίες προέβηκε η ενάγουσα καλύπτουν την περίοδο μέχρι 2/7/
  3. Όπως επεξηγήθηκε από τον Μ.Υ., ο υπολογισμός των ποσών που θα έπρεπε να καταβληθούν από την ενάγουσα μέχρι την ημερομηνία λήξης της συμφωνίας, που ήταν η 17/1/2016, όπως αυτά καταγράφονται στα τεκμήρια 11 και 12, έγινε με βάση το καθορισμένο στη συμφωνία μηνιαίο τέλος. Όσον αφορά δε τα ποσά των €80.770,92 και €77.603,45, τα οποία καταγράφονται αντίστοιχα στο τέλος των τεκμηρίων 11 και 12, θα πρέπει να επισημάνω ότι κατατέθηκαν αντίστοιχα από τον Μ.Υ. οι καταστάσεις - τεκμήρια 13 και 14 - στις οποίες καταγράφονται λεπτομερώς και αναλυτικά όλες οι τριμηνιαίες χρεώσεις που γίνονταν στον κάθε λογαριασμό για την περίοδο 15/1/2013 - 17/1/2016 οι οποίες συμποσούνται σε €80.770,92 και €77.603,45 αντίστοιχα. Αναμφίβολα, τα τεκμήρια 11, 12, 13 και 14 παρήχθησαν μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη υπόθεση Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου Πολ. Έφεση 6/2011, ημερ. 15/7/2016: «Σύμφωνα με τις πρόνοιες του 'Αρθρου 36 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, το Δικαστήριο μπορεί για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, να μην αποδεχθεί ως μαρτυρία οποιοδήποτε συγκεκριμένο έγγραφο ή αρχεία ή είδος εγγράφων ή αρχείων. Μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να συμβεί εάν διαπιστωθεί ελαττωματικότητα του ηλεκτρονικού υπολογιστή ή λανθασμένη λειτουργία του (R. V. Cochrane
(1993), Crim. L.R., 48).» Στην υπό εξέταση υπόθεση η πλευρά της ενάγουσας δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα ή την αυθεντικότητα των τεκμηρίων 11, 12, 13 και
  1. Ούτε και η ορθότητα των υπολογισμών οι οποίοι καταγράφονται στην κάθε κατάσταση αμφισβητήθηκε. Συνεπώς, αποδέχομαι ως ορθές όλες τις χρεώσεις οι οποίες καταγράφονται στις υπό αναφορά καταστάσεις. Βάσει του περιεχομένου των υπό αναφορά καταστάσεων αποδέχομαι ότι το ποσό το οποίο απώλεσε η εναγομένη 1 για την περίοδο από 2/7/2012 μέχρι 17/1/2016 ανέρχεται στο ποσό των €93.456,30, ενώ το ποσό το οποίο απώλεσε η εναγομένη 2 για την ίδια περίοδο ανέρχεται σε €89.791,35, σύνολο €183.247,
  2. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι, όπως ο Μ.Υ. επεξήγησε, ο διαμοιρασμός του ως άνω ποσού μεταξύ των εναγομένων σχετίζεται με τη μεταξύ τους σύμβαση. Αυτό το οποίο θα πρέπει να υποδείξω είναι ότι ο ως άνω διαμοιρασμός δεν έχει επηρεάσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το συνολικά οφειλόμενο από την ενάγουσα ποσό. Βάσει του όρου 5 της συμφωνίας - Τεκμήριο 6 - από το ως άνω καταγεγραμμένο συνολικό ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €10.320, το οποίο αποτελεί την κατατεθείσα εκ μέρους της ενάγουσας εγγύηση, βάσει δε του όρου 5 θα καταλογίζεται προς εξόφληση των ποσών των τριών τελευταίων μηνών. Συνεπώς, οι ενάγουσες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης στην ανταπαίτησή τους για ποσό €172.927,
  3. Όσον αφορά τα έξοδα της ανταπαίτησης, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, θα επιδικαστούν προς όφελος των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας. Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί λεπτομερώς η αγωγή της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, θεωρώ δικαιότερο όπως μη εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή ενόψει του ότι συνεκδικάστηκαν αγωγή και ανταπαίτηση. Εκδίδεται απόφαση στην ανταπαίτηση υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας για €172.927,65, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή απορρίπτεται χωρίς καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.