← Κύπρος

Ανδρέας Ηρακλέους ν. ROMANI DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής 6049/2013, 7/3/2017

Ανδρέας Ηρακλέους ν. ROMANI DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής 6049/2013, 7/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6049/2013 Mεταξύ: Ανδρέας Ηρακλέους, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και- ROMANI DEVELOPMENT LTD, εκ Λεμεσού Eναγομένης ------------------------------ Αίτηση ημερ. 7.11.2016 Ημερ.: 7.3.2017 Για την Εναγόμενη-Αιτήτρια: κ. Χρ.Τσαγγαρός για Aντώνης Ανδρέου & Σία ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Αντωνίου για Karapatakis Pavlides LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 23.1.2014 εκδόθηκε ερήμην της Εναγομένης εναντίον της Απόφαση για τα ποσά των €240.915 και €107.591,44 πλέον τόκο 5,5% από 23.12.2013 και έξοδα. Η απαίτηση αφορούσε αξίωση του Ενάγοντα για αμοιβή για συμφωνηθείσες υπηρεσίες εκτελεστικού διευθυντή και δάνεια και πληρωμές προς τρίτους για λογαριασμό της Εναγομένης αντίστοιχα. Τα αξιούμενα εκατέρωθεν ποσά ήταν μεγαλύτερα. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση απόδειξης της αξίωσης του Ενάγοντα αυτά είχαν αναγραφεί εκ παραδρομής ή λάθους. Η αγωγή είχε επιδοθεί για την Εναγόμενη Εταιρεία την 23.12.2013, αυθημερόν δηλαδή με την καταχώριση της, στον Μάριο Λιασίδη, διευθυντή της. Η Εναγόμενη καταχώρισε την 8.4.2016 αίτηση για τον παραμερισμό ή και ακύρωση της εκδοθείσας Απόφασης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ιδίας ημερομηνίας του Λεωνίδα Κίμωνος παραλήπτη - διαχειριστή της Εναγομένης Εταιρείας. Όπως αναφέρεται στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση, ο Κίμωνος διορίστηκε παραλήπτης - διαχειριστής της Εναγομένης την 23.4.2013 από την Alpha Bank Cyprus Ltd δυνάμει των προνοιών Ομολόγου Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης που κατείχε η Τράπεζα. Ο παραλήπτης - διαχειριστής, αναφέρεται, ειδοποίησε προς τούτο τους διευθυντές και γραμματέα της Εναγομένης την 29.5.

  1. Διατείνεται ο Κίμωνος ότι η αγωγή ουδέποτε επιδόθηκε στον ίδιο και για την εκδοθείσα Απόφαση ενημερώθηκε από την Τράπεζα όταν η τελευταία εντόπισε στο Κτηματολόγιο εμπράγματα βάρη επί της περιουσίας της Εναγομένης που καταχωρίστηκαν στη βάση της εκδοθείσας και άλλων τριών Αποφάσεων εναντίον της. Πρόκειται για τις αγωγές 6047/2013, 6048/2013 και 6050/2013 Ε.Δ. Λεμεσού στις οποίες ο Ενάγοντας (στην 6050/2013 και εταιρεία συμφερόντων του) και ο Λιασίδης, διευθυντές της Εναγομένης πέτυχαν αποφάσεις εναντίον της Εναγομένης ενώ αυτή βρίσκονταν υπό διαχείριση. Η έρευνα στο Κτηματολόγιο έγινε την 18.3.2016 και άμεσα στη συνέχεια έδωσε οδηγίες για την καταχώριση της αίτησης παραμερισμού. Είναι η θέση του Κίμωνος ότι η αγωγή καταχωρίστηκε και τροχιοδρομήθηκε η έκδοση Απόφασης ερήμην της Εναγομένης από τους δύο διευθυντές της. Ο ένας, ο Ενάγοντας, προέβαλε την αξίωση και ο δεύτερος, ο Λιασίδης, αποδέχθηκε την επίδοση της αγωγής χωρίς να ενεργήσει. Προς ενίσχυση του συλλογισμού του, αναφέρει ο Κίμωνος ότι το ίδιο συνέβηκε και στις αγωγές 6048/2013 και 6050/2013, ενώ στην αγωγή 6047/2013 συνέβηκε το αντίθετο. Εκεί ο Λιασίδης προέβαλε την αξίωση και ο εδώ Ενάγοντας αποδέχθηκε την επίδοση της αγωγής χωρίς να ενεργήσει. Είναι η θέση του Κίμωνος ότι όλες οι εκδοθείσες Αποφάσεις είναι προϊόν δόλου και η υπεράσπιση της Εναγομένης επί της ουσίας στην παρούσα είναι ότι οι υπηρεσίες ούτε συμφωνήθηκαν, ούτε προσφέρθηκαν, αλλά επινοήθηκαν από τους διευθυντές για να αποκομίσουν όφελος ενόψει του διορισμού του ιδίου ως παραλήπτη - διαχειριστή της Εναγομένης. Ο Ενάγοντας καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 14.9.2016 του ιδίου. Ο Ενάγοντας αποδέχεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Λιασίδης είναι διευθυντές της Εναγομένης. Αναφέρει ότι αυτοί αμφισβήτησαν και δεν αποδέχτηκαν την εγκυρότητα του διορισμού του Κίμωνος και ο τελευταίος την 12.12.2013 καταχώρισε την αίτηση 1295/2013 Ε.Δ. Λεμεσού εξαιτούμενος διάταγμα που να κηρύττει νόμιμο και έγκυρο το διορισμό του. Την 24.2.2015 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο αναγνωρίστηκε ο διορισμός του Κίμωνος ως νόμιμος, έγκυρος και ισχυρός. Επιχειρηματολογεί ο Ενάγοντας και αποδίδει σπουδαιότητα στο γεγονός ότι η προσβαλλόμενη Απόφαση εκδόθηκε πριν την έκδοση του διατάγματος στην αίτηση 1295/
  2. Ως προς το χρόνο που ο παραλήπτης - διαχειριστής πληροφορήθηκε για την Απόφαση στην παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας διατείνεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Λιασίδης σε διάφορες συναντήσεις που είχαν μαζί του τον είχαν ενημερώσει σχετικά. Προς τεκμηρίωση της θέσης του ο Ενάγοντας παρουσιάζει ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 18.5.2015 με το οποίο ο παραλήπτης - διαχειριστής τους ζητά να αποσύρουν τις επιβαρύνσεις που είχαν καταχωρίσει έναντι της περιουσίας της Εναγομένης. Περαιτέρω, σημειώνει, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 21.7.2015 παρέδωσαν στον παραλήπτη - διαχειριστή Έκθεση Περιουσιακής Κατάστασης της Εναγομένης. Με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 6.8.2015 ο παραλήπτης - διαχειριστής ζήτησε περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με συγκεκριμένες οφειλές της Εναγομένης όπως αναγράφονταν στην Έκθεση Περιουσιακής Κατάστασης και ο ίδιος μαζί με τον Λιασίδη του παρουσίασαν αντίγραφα των τεσσάρων Αποφάσεων. Αρνείται ο Ενάγοντας ότι υφίστατο εκ μέρους του οποιαδήποτε πρόθεση καταδολίευσης οποιουδήποτε και αναφέρει ότι οι οφειλές που η Απόφαση αφορά είναι καταγραμμένες στα λογιστικά βιβλία της Εναγομένης και είναι από αυτή παραδεκτές. Εμμένει ο Ενάγοντας ότι πρόκειται για γνήσιες οφειλές και παραπέμπει στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης ημερ. 24.2.2005 που επιμαρτυρεί την απόφαση για καταβολή αντιμισθίας σε αυτόν για τις υπηρεσίες εκτελεστικού διευθυντή. Την 7.11.2016 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση με την οποία η Εναγόμενη εξαιτείται άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να απαντήσει σε ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 7.11.2016 του Κίμωνος και επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α σχέδιο συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που εάν επιτραπεί θα καταχωριστεί. Ο Ενάγοντας καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με δέκα λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 16.12.2016 του Ενάγοντα. Αυτός αναλώνεται σε επιχειρηματολογία Η Αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί πως: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Αναφέρεται στην Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.,
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 508, 514 πως: «.το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου.» Στην Stavros Georgiou & Son (Scrap. Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976, 1981, αναφέρεται πως όταν προσωρινή προστασία εξασφαλίζεται μονομερώς: «Ο κανόνας, καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο.» Γίνεται παραπομπή στην Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, 1463 όπου αναφέρεται πως: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα». Όταν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς οιοδήποτε διάταγμα, πιο εύκολα μπορεί να ικανοποιηθεί η προϋπόθεση της ύπαρξης καλού λόγου για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η αναφορά στο θεσμό σε συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις δεν υπαγορεύει τη μορφή και δεν περιορίζει τη θεματολογία της δήλωσης που μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί. Αναμφίβολα μπορεί να αφορά σε ζήτημα που πρωτοεγείρεται με την ένσταση και χρήζει απάντησης. Η ένορκη δήλωση που για καλό λόγο μπορεί να επιτραπεί να καταχωριστεί, δεν περιορίζεται ούτε στο να συμπληρώσει την αρχικά καταχωρηθείσα, έννοια μάλλον ενστάσιμη καθ' όσον αφορά την περίπτωση που ενδιάμεσο διάταγμα έχει εξασφαλιστεί στη βάση της αρχικής, ούτε και στο να απαντήσει σε ζήτημα που εγείρεται στην ένσταση. Είναι μια επιπρόσθετη ένορκη δήλωση που αφορά σε κάτι το οποίο είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Στην Α. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, 199 αναφέρεται πως: «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Δεν μπορεί να καθοριστεί εξαντλητικά τι είναι ορθό και δίκαιο να τεθεί, στην κάθε περίπτωση, υπόψη του Δικαστηρίου και συνεπώς τι συνιστά «καλό λόγο». Πέραν των βασικών αρχών τα επί μέρους κριτήρια είναι αναρίθμητα όσα και η ποικιλία των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Ο αιτητής πρέπει να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου τα στοιχεία που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλού λόγου διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει πως υφίσταται τέτοιος. Δεν είναι αναγκαίο ο αιτητής να παρουσιάζει την ένορκη δήλωση που θα καταχωρίσει εάν του επιτραπεί, αναμφίβολα όμως εάν τούτο γίνει το Δικαστήριο αποκομίζει την ακριβή μαρτυρία που επιθυμεί να παρουσιάσει. (Βλ. Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (Αρ. 1)
(2012)1 (Α) Α.Α.Δ. 643). Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί πως υπάρχει καλός λόγος. Επιβάλλεται λοιπόν ξεχωριστή εξέταση του κάθε θέματος για το οποίο ο αιτητής εξαιτείται την άδεια του Δικαστηρίου για να αναφερθεί, μέσα στα πλαίσια των περιστάσεων της υπόθεσης, τι έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και πως προέκυψε η ισχυριζόμενη αναγκαιότητα για αναφορά ή περαιτέρω αναφορά σε αυτό. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να επιτρέψει την αναφορά σε επί μέρους θέματα με την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του και ποιο είναι το επίδικο ζήτημα στην αίτηση με το οποίο η διαπίστωση του καλού λόγου συναρτάται. Το πρώτο ζήτημα στο οποίο ο παραλήπτης - διαχειριστής επιθυμεί να αναφερθεί αφορά στην αίτηση 1295/2013 για να εξηγήσει τους λόγους καταχώρισης της και ότι αποσκοπούσε στο να διαταχθούν οι διευθυντές της Εναγομένης να συμμορφωθούν με νομικές τους υποχρεώσεις και να του παραδώσουν συγκεκριμένα στοιχεία. Η αίτηση 1295/2013 είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όπως και το εκδοθέν εκ συμφώνου διάταγμα. Δεν απαιτούνται περαιτέρω διευκρινίσεις. Ούτε και είναι η ένορκη δήλωση βάθρο για επιχειρηματολογία επί νομικών θεμάτων. Αναφορικά με το από πότε ισχύει ο διορισμός του Κίμωνος θα επιχειρηματολογήσουν οι δικηγόροι των μερών και θα αποφασίσει, για σκοπούς της κυρίως αίτησης, το Δικαστήριο. Το δεύτερο ζήτημα αφορά στην επιθυμία του παραλήπτη - διαχειριστή να δώσει εξηγήσεις για την από μέρους του μη αποκάλυψη της αίτησης 1295/2013 και του εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 24.2.2015. Οι εξηγήσεις που επιθυμεί να προσφέρει συνίστανται κατ' ουσία σε νομική επιχειρηματολογία και μπορούν, εάν κρίνεται από τους δικηγόρους της Εναγομένης απαραίτητο, να αναπτυχθούν κατά την αγόρευση τους στην κύρια αίτηση. Το τρίτο ζήτημα, που καλύπτεται από τις παραγράφους 6 - 9 μέχρι την λέξη «αποφάσεων» στην 5η γραμμή του σχεδίου συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αναφέρεται σε περιστάσεις που άπτονται του ζητήματος του πότε ο παραλήπτης - διαχειριστής πληροφορήθηκε για την έκδοση της προσβαλλόμενης Απόφασης. Ο παραλήπτης - διαχειριστής αρνείται ότι στις συναντήσεις που είχε με τον Ενάγοντα και τον Λιασίδη οι τελευταίοι τον ενημέρωσαν για το γεγονός της έκδοσης της προσβαλλόμενης Απόφασης. Ούτε του παρουσίασαν αντίγραφο της. Καθ' όσον αφορά τις επιβαρύνσεις στην περιουσία της Εναγομένης αναφέρει ότι ήταν στα πλαίσια των καθηκόντων του να ζητήσει τη διαγραφή τους, όμως δεν είχε γνώση των εκδοθέντων Αποφάσεων περιλαμβανομένης αυτής στην παρούσα αγωγή. Σε σχέση με την Έκθεση Περιουσιακής Κατάστασης της Εναγομένης επιθυμεί να παρουσιάσει αντίγραφο για να καταδείξει ότι σε αυτή δεν γίνεται καμιά αναφορά στις εκδοθείσες Αποφάσεις. Σε μια αίτηση παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του εναγόμενου, όπως η κύρια αίτηση, παράμετρος που λαμβάνεται υπόψη είναι και ο χρόνος καταχώρησης της, δηλαδή κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση αφότου ο εναγόμενος πληροφορήθηκε το γεγονός της έκδοσης της εναντίον του απόφασης, μέχρι που καταχώρησε την αίτηση για τον παραμερισμό της. Και ενώ αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων θέσεων αλλά εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει κατά πόσο εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης, το ίδιο δεν ισχύει όσον αφορά το ζήτημα των λόγων μη εμφάνισης στην αγωγή και της δικαιολογίας για την όποια καθυστέρηση να αποταθεί ο εναγόμενος για τον παραμερισμό της εναντίον του απόφασης. Στην Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528, 533 αναφέρεται ότι: «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Εvans v. Bartlam και την κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam, πρέπει να αποδεικτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης.» Επομένως υφίσταται καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να δυνηθεί ο παραλήπτης - διαχειριστής να προβάλει τις δικές του θέσεις και να αντικρούσει τις σχετικές θέσεις του Ενάγοντα αναφορικά με το επί μέρους ζήτημα. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Λεωνίδα Κίμωνος ως η εισαγωγική παρ. 1 και οι παρ. 6, 7, 8 και 9 μέχρι την λέξη «αποφάσεων» στην 5η γραμμή. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός τριών ημερών. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή μετά την αποπεράτωση της αίτησης παραμερισμού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα. Στον επιδικασμό των εξόδων το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η παρεκτροπή προκλήθηκε από την επιθυμία της Εναγομένης να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρικό υλικό και ότι μέρος μόνο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιτράπηκε να καταχωριστεί και συνεπώς ο Ενάγοντας δικαιολογείτο στην καταχώρηση Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης. (Υπ.)............................................... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.