ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ TOMASZ PAWEL SOBONIAK, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: 2/17, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης: 2/17 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133
(1)ΤΟΥ 2004 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ TOMASZ PAWEL SOBONIAK -------------------------------------------- Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για την Δημοκρατία : κος Ανδρέας Χ" Κύρου Για τον Εκζητούμενο : κος Γιάννης Πολυχρόνης (για να ακούσει απόφαση η κα Γαϊτάνου) Εκζητούμενος : Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Στις 4.3.2013 το Regional Court in Warsaw, VIII Penal Division, της Πολωνίας, εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για τον εκζητούμενο (Ε.Ε.Σ), προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του για το αδίκημα της ληστείας, το οποίο όπως αναφέρεται στην αίτηση επισύρει με βάση τον Πολωνικό Ποινικό Κώδικα ποινή φυλάκισης μέχρι 12 χρόνια. Παρεμβάλλω ότι η ληστεία αποτελεί ποινικό αδίκημα και με βάση τον Κυπριακό Ποινικό Κώδικα Κεφ. 154 (βλ. αρ. 282). Το Ε.Ε.Σ πιο πάνω διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές και όπως προκύπτει από την οπισθογράφηση στο Ε.Ε.Σ, με βάση αυτό ο εκζητούμενος συνελήφθη στις 4.1.17 στη Λεμεσό. Στις 5.1.17 δε ο εκζητούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο αφού ικανοποιήθηκε ότι είναι το πρόσωπο που αναφέρεται στο Ε.Ε.Σ, ακολούθως τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ και για το δικαίωμα του να διορίσει δικηγόρο, το οποίο άσκησε. Ο εκζητούμενος δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση. Αναφέρεται επίσης ότι ο εκζητούμενος διατάχθηκε να παραμείνει υπο κράτηση και ευρίσκετο υπο κράτηση καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, χωρίς ένσταση από πλευράς του. Εξ' αρχής αναφέρεται ότι η πλευρά του εκζητούμενου, δια ρητής δήλωσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του, δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ (βλ. πρακτικό ημερομηνίας 18.01.2017). Σύμφωνα δε με τις δηλώσεις που έγιναν είναι αποδεκτό ότι το Ε.Ε.Σ εκδόθηκε από αρμόδια αρχή της Πολωνίας, η οποία το διαβίβασε αρμοδίως στην αντίστοιχη αρμόδια (Κυπριακή) αρχή δηλαδή το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ότι η σύλληψη έχει γίνει όπως φαίνεται και στην οπισθογράφηση επί του Ε.Ε.Σ που ευρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και δεν υπάρχει κάποιο εκκρεμές θέμα εν σχέση με αυτή. Εν κατακλείδι συμφωνούν οι δύο πλευρές ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ένα καθ' όλα έγκυρο Ε.Ε.Σ. Οπότε δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω οτιδήποτε σχετικό, λέγοντας πολύ επιγραμματικά σε κάθε περίπτωση ότι έχοντας μελετήσει την αίτηση αυτή πληροί όλα τα στοιχεία που θέτει ο Νόμος 133(I)/2004 (βλ. άρθρο 4). Η ένσταση του εκζητούμενου εδράζεται, όπως δηλώθηκε εξ' αρχής από το συνήγορο του (βλ. πρακτικό ημερ. 18/01/2017) στο εξής : "Θεωρεί ότι σε περίπτωση που αποσταλεί στην Πολωνία θα υποστεί απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση κατά το όλο διάστημα κράτησης του, η οποία θα είναι προϊόν του διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού του τον οποίο θεωρεί ότι οι αρχές της Πολωνίας δεν σέβονται. Επειδή σε προηγούμενη διαδικασία για την οποία ήταν υποκράτηση σε σωφρονιστικό ίδρυμα στην Πολωνία μόλις διέρρευσε αυτή του η διαφορετικότητα ήταν θύμα βασανιστηρίων και απάνθρωπης μεταχείρισης από τους κρατικούς φορείς του ιδρύματος όπου κρατείτο. Ο ίδιος θεωρεί επίσης ότι ο ζήλος που επιδείχθηκε γι' αυτήν την δίωξη είναι άμεσα συσχετισμένος μαζί με καταγγελίες τις οποίες έκανε και διαδικασίες εναντίον των συγκεκριμένων κρατικών φορέων της Πολωνίας για την ταπεινωτική και την απάνθρωπη μεταχείριση λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού." Βεβαίως εδώ θα πρέπει να σημειώσω ότι με την τελική γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου εγείρεται και επιπλέον λόγος ένστασης και συγκεκριμένα ότι η έκδοση του θα ήταν άδικο και καταπιεστικό μέτρο και δεν θα τύχει δίκαιης δίκης λόγω του ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξη του αδικήματος. Πέραν της ένστασης του όμως ο εκζητούμενος εγείρει ένα επιπλέον θέμα. Ο συνήγορος του το έθεσε ως εξής (βλ. ίδιο πρακτικό ημερ.18/01/2017) : "Το δεύτερο σημείο το οποίο θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι έχει την μόνιμη διαμονή στην Κύπρο από το 2009. Εργάζεται και διαμένει ανελλιπώς στην Κύπρο έκτοτε και άρα εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 15 του Νόμου, δηλαδή είναι πρόσωπο που κατοικεί στη Δημοκρατία. Εμπίπτει στις έννοιες της λέξης κάτοικος του "κράτους μέλους εκτέλεσης" και διαμένει στο κράτος μέλος εκτέλεσης, όπως έχει αποφασιστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση C/66 του 2008 και το Δικαστήριο προτού τον εκδώσει να ζητήσει διαβεβαίωση από τις αρχές της Πολωνίας ως προβλέπει το άρθρο 15 εδάφιο 2 του Νόμου. Βοηθητικός είναι ο Νόμος 7(ι) του 2007 που είναι για το δικαίωμα ελεύθερης διαμονής των Ευρωπαίων πολιτών όπου για Ευρωπαίους πολίτες ερμηνεύει ο ίδιος ο νόμος. Εάν διαμένουν πάνω από 5 χρόνια στη Δημοκρατία αποκτούν αυτόματα εκ του Νόμου το δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Βάλλει κοινωνικές ασφαλίσεις από το 2009 σε όλες τις εργασίες του, ενοικιάζει σπίτι, έχει σύντροφο εδώ, φίλους, μαθαίνει Ελληνικά, έχει άδεια οδήγησης, αυτοκίνητο." Νομική Πτυχή: Οι βασικοί σκοποί του Νόμου και οι στόχοι της όλης διαδικασίας που καλύπτει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (ΕΕΣ) είναι οι εξής (βλ. Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2015, Αναφορικά με τον SHINI-MEHRABZADEH SAID, ημερ.17/11/15): Οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπιση του ΕΕΣ και η όλη φιλοσοφία που το διέπει, κινούνται γύρω από την ανάγκη παροχής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην έκδοση προσώπων που αναζητούνται με σκοπό τη δίωξή τους ή που έχουν ήδη νόμιμα και αρμοδίως καταδικαστεί σε ένα κράτος-μέλος, αλλά βρίσκονται σε άλλο κράτος-μέλος. Στόχος της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών, ώστε να συλλαμβάνονται και να παραδίδονται οι εμπλεκόμενοι χωρίς ιδιαίτερες, περίπλοκες, διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Είναι για το λόγο αυτό που η όλη διαδικασία σύλληψης και παράδοσης είναι ιδιόμορφη και εστιάζει στην απλοποίηση της δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών-μελών και στη γρήγορη και αποτελεσματική διεκπεραίωσή της. Οι βασικές αυτές παράμετροι, σε συνδυασμό με την ανάγκη για διαφύλαξη των θεμελιωδών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κάθε εκζητούμενου προσώπου, έχουν κατ΄ επανάληψη τεθεί και υιοθετηθεί από τη νομολογία μας (Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 473, Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 ΑΑΔ 519, Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 196/13, ημερ. 19.7.13, Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 221/13, ημερ. 2.9.13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14, Leonid Ivanov Spiriev v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 100/14, ημερ. 13.5.14, Hadwen James v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 184/14, ημερ. 17.7.14, Constantinides v. Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 347/14, ημερ. 5.3.15). Ο όλος μηχανισμός που καλύπτει το ΕΕΣ βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και - κατ΄ ακολουθία της αιτιολογικής σκέψης 10 που παρατίθεται στο προοίμιο της Απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ - η εφαρμογή του εν λόγω μηχανισμού δύναται να ανασταλεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος-μέλος των αρχών που διατυπώνονται στην πρώτη παράγραφο του ΄Αρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήτοι των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου, αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη. Με αυτά ως δεδομένα τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης ΕΕΣ, έχοντας πάντα κατά νουν ότι κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο του Συμβουλίου 2002/584/ΔΕΥ, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002, όπως τροποποιήθηκε από την Απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2009. Αποφάσεις που μεταφέρθηκαν στο κυπριακό δίκαιο με τον Νόμο 133(Ι)/2004. Το άρθρο 2
(2)δε του Νόμου 133(Ι)/2004 προνοεί τα ακόλουθα: « Η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. » Οι σχετικές πρόνοιες του άρθρου 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρουν τα εξής:
- The Union is founded on the principles of liberty, democracy, respect for human rights and fundamental freedoms, and the rule of law, principles which are common to the Member States.
- The Union shall respect fundamental rights, as guaranteed by the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms signed in Rome on 4 November 1950 and as they result from the constitutional traditions common to the Member States, as general principles of Community law. Στην Πολ.Εφ.100/2014 Spiriev v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ημερ.13/05/2014 λέχθηκαν τα εξής : " Δεν υπάρχει, βεβαίως, αμφιβολία, άλλωστε επιβεβαιώνεται και νομολογιακά (Μιχαηλίδης (ανωτέρω)), ότι το όλο λεκτικό της Απόφασης-Πλαίσιο, με τις προνομιακές του τοποθετήσεις, καθορίζει πως τα ανθρώπινα δικαιώματα διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην εξέταση έκδοσης ενός ατόμου. Ο μηχανισμός έκδοσης μπορεί να αναχαιτιστεί μόνο στην περίπτωση σοβαρής και παρατεταμένης παραβίασης των αρχών που καθορίζονται στο άρθρο 6
(1)της Συνθήκης Ευρωπαϊκής Ένωσης, και απαγορεύεται η διαμεταγωγή προσώπου σε κράτος μέλος, όπου θα είναι ενδεχόμενο να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο καταδίκης του σε θάνατο ή να υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση." Στο άρθρο 13 του Νόμου 133(Ι)/2004 καταγράφονται λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ το άρθρο 14 του ίδιου Νόμου καθορίζει λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Ήδη από το σημείο αυτό αναφέρω πως δεν θα με απασχολήσουν τα άρθρα 13 και 14, αφού απλά δεν συντρέχει κάποιος εκ των λόγων που αναφέρονται σ' αυτά, ούτε υπήρξε τέτοια εισήγηση. Συναφώς δεν κρίνω σκόπιμο να τα παραθέσω. Τέλος, το άρθρο 15
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004 προνοεί ότι : "15.
(2)Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ΄ αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος." Μαρτυρία και Αξιολόγηση Στη βάση των δηλώσεων που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 18.01.2017, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Δημοκρατίας δήλωσε ότι δεν θα παρουσιάσει οποιοδήποτε μάρτυρα. Μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου έδωσε ο εκζητούμενος (Μ.1) και ο σύντροφος του Grzegorz Socha (Μ.2). Στα πλαίσια της Ακρόασης δε κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 5 τεκμήρια. Είναι σαφές δε σημειώνεται εδώ ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα γίνει μόνον για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας, που δεν είναι άλλος βέβαια από τη διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημα των Πολωνικών Αρχών. Με βάση αυτά σημειώνω ως προς την μαρτυρία του εκζητούμενου (Μ.1) ότι: (α) Δεν αποδέχομαι τη θέση του ότι στην Πολωνία άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό δεν τυγχάνουν σωστού χειρισμού, όπως το έθεσε. Το θέμα ετέθη πολύ γενικά, χωρίς να αποδειχθεί επαρκώς και εν πάση περιπτώσει σημειώνεται ότι ακόμη και αν ο ίδιος έτυχε μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς από κάποιους ανθρώπους και αντιμετώπισε προβλήματα, τα οποία παρεμβάλλω δεν συγκεκριμενοποίησε, αυτό δεν σημαίνει ότι γενικά στην Πολωνία συμβαίνει αυτό που έχει αναφέρει. (β) Δεν έχω πεισθεί ότι τα πράγματα στο χώρο κράτησης του το 2006, κατόπιν επιβολής σε αυτόν ποινής φυλάκισης 3 χρόνων, ήταν ακριβώς όπως έχουν αναφερθεί από τον ίδιο. Κατ' αρχήν δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο, παρά το γεγονός ότι μίλησε για επιστολές, καταγγελίες και μεταφορά του σε Νοσοκομείο, για να πείσει ότι συνέβαιναν αυτά τα πράγματα. Σημειώνεται εδώ ότι ο τότε δικηγόρος του αυτό που επιβεβαιώνει με το τεκμήριο 5 είναι τι του έλεγε ο εκζητούμενος και τίποτε περισσότερο. Επίσης αναφέρεται ότι ο δικηγόρος δεν επιβεβαιώνει παροχή συμβουλών για την ετοιμασία επιστολών, όπως ισχυρίστηκε δηλαδή ο εκζητούμενος. Προσθέτω δε ότι η θέση ότι όλες οι επιστολές/παράπονα καταστράφηκαν από τους παραλήπτες μετά την πάροδο 5 ετών φαίνεται πολύ βολική για κάποιον που επικαλείται όλες αυτές τις επιστολές στο Ανώτατο Δικαστήριο, στον Οργανισμό Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για να υποστηρίξει ότι έτυχε κακομεταχείρισης και δεν πείθει. Παρεμβάλλω ότι δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι όντως με την πάροδο 5 χρόνων όλοι οι αναφερόμενοι παραλήπτες πράγματι κατέστρεψαν τις επιστολές. Όπως επίσης πολύ βολική για τον ίδιο αλλά σίγουρα όχι πειστική είναι η θέση του ότι όλες τις απαντήσεις των θεσμών αυτών τις έσκισε όταν έφυγε από την Πολωνία. Επίσης, ακόμη και εάν θεωρήσουμε ότι ο εκζητούμενος έτυχε της συμπεριφοράς που ανέφερε, τότε σημειώνω πως το Δικαστήριο δεν είναι βέβαιο ότι δεν είναι ο ίδιος ο εκζητούμενος που με τη συμπεριφορά του προκάλεσε αυτή τη συμπεριφορά των άλλων απέναντί του αφού μέσα από τη μαρτυρία του ίδιου προκύπτει ότι είναι άτομο που χάνει τη ψυχραιμία του και νευριάζει εύκολα και ακόμη αρέσκεται στο να αυτοδικεί. Συγκεκριμένα: (
- i)Όσον αφορά την καταδίκη του το 2006 σε φυλάκιση 3 ετών είπε ότι ένα άτομο του χρωστούσε λεφτά, δεν ήθελε να του τα επιστρέψει και λόγω του ότι αναστατώθηκε με το άτομο αυτό και νευρίασε, του πήρε ένα ρολόι κάποιας αξίας. (
- ii)Για τα γεγονότα που αφορούν το αδίκημα του ζητείται να παραδοθεί με βάση το παρόν Ε.Ε.Σ. είπε ότι έδωσε κάποια λεφτά σε ένα νεαρό που του ζήτησε για να αγοράσει κάτι να φάει και στη συνέχεια τον άκουσε να μιλά στο τηλέφωνο και να ζητά να του φέρουν ναρκωτικά. Και τότε επειδή είναι πολύ εναντίον των ναρκωτικών τον έπιασε από τα ρούχα και έπιασε πίσω τα λεφτά που του έδωσε. Μετά τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν αν μπορεί να επιστρέψει το τηλέφωνο που του πήρε και είπε ναι και άφησε το τηλέφωνο στην Αστυνομία. Τώρα γιατί πήρε το τηλέφωνο που δεν είχε καμία σχέση με τα λεφτά που είπε ότι έδωσε στον παραπονούμενο πριν και τα πήρε πίσω δεν εξήγησε αλλά αυτό δεν αφορά το παρόν Δικαστήριο. (iii) Όταν τερμάτισε τη συνεργασία του με την εταιρεία Golden και δεν του πλήρωσαν το μισθό του πήγε και λογομάχησε με το διευθυντή της εταιρείας και του είπε ότι θα αποκαλύψει παρανομίες της εταιρείας. Συναφώς με βάση τα πιο πάνω δεν αποδέχομαι ούτε αυτό που είπε ότι όταν έχει κάποιο πρόβλημα το χειρίζεται με ηρεμία και σοβαρότητα και δεν είναι επιθετικός. (γ) Ακόμη δεν δέχομαι τη θέση του ότι δεν γνώριζε ότι εκκρεμούσε ποινική υπόθεση εναντίον του, η υπόθεση δηλαδή που αφορά το Ε.Ε.Σ. Κατά πρώτον επειδή διέκρινα μια αντιφατικότητα στη μαρτυρία του. Όταν ερωτήθηκε αν του επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα για να παραμείνει εκεί, αφενός είπε ότι η Αστυνομία του είπε δεν έχει υπόθεση εναντίον του όταν επέστρεψε το τηλέφωνο και αφετέρου ότι ο Εισαγγελέας του είπε ότι πρέπει να πηγαίνει να υπογράφει ορισμένες μέρες, στην ουσία επιβεβαιώνοντας την επιβολή κάποιων όρων. Κατά δεύτερον κατά την υποβολή των σχετικών ερωτήσεων και με βάση τις απαντήσεις του αντιλήφθηκα μια προσπάθεια από μέρους του να υπεκφύγει την ουσία του πράγματος. Τέλος, να σημειώσω ότι το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ, χωρίς εξαιρέσεις, με ρητή δήλωση της πλευράς του εκζητούμενου έγινε αποδεκτό και συνεπώς αποδεκτή έγινε και η αναφορά σε αυτό για το ότι κατηγορήθηκε για το συγκεκριμένο αδίκημα και ακολούθως κρυβόταν από τις αρχές (βλ. σημείο F στη σελ. 4 του Ε.Ε.Σ), ενώ να μην διαφεύγει η απάντηση του εκζητούμενου όταν συνελήφθη στις 4.1.17 (βλ. οπισθογράφηση στο Ε.Ε.Σ) δηλαδή "OK, I know the reason", που δείχνει σαφώς την γνώση του περί της ύπαρξης της υπόθεσης αυτής. Γενικότερα θα έλεγα κλείνοντας το σημείο αυτό ότι ο εκζητούμενος δεν με έπεισε ότι δεν γνώριζε και όσα ανέφερε για να δικαιολογήσει μη γνώση του εντάσσονταν κρίνω στην προσπάθεια του να αποφύγει την παράδοση του με βάση το Ε.Ε.Σ.. (δ) Από τη μαρτυρία του, συνδυαζόμενη με την μαρτυρία του Μ2 πιο κάτω και τα τεκμήρια 1 και 2, συνάγεται με ασφάλεια και συνεπώς το Δικαστήριο αποδέχεται ότι τα τελευταία 8 χρόνια ο εκζητούμενος διαμένει μόνιμα μαζί με τον σύντροφο του και εργάζεται στην Κύπρο, έχοντας δημιουργήσει δεσμούς με την Κύπρο. Grzegorz Socha (Μ.2): (α) Εκ της μαρτυρίας του δέχομαι ότι με τον εκζητούμενο διατηρούν δεσμό τα τελευταία 8 χρόνια και ότι διαμένουν όλο αυτό το διάστημα μαζί και εργάζονται στην Κύπρο. (β) Δεν αποδέχομαι τη θέση περί κύματος τα τελευταία χρόνια στην Πολωνία εναντίον των ανθρώπων με διαφορετική σεξουαλική κατεύθυνση, ούτε τη γενική και αόριστη αναφορά σε έγγραφα που αναφέρουν ότι η κυβέρνηση δεν προστατεύει ομοφυλόφιλα άτομα. Όσα αναφέρθηκαν ως γενικά και αόριστα παρέμειναν μετέωρα και είναι έκθετα σε απόρριψη. (γ) Επίσης απορρίπτω τη γενική αναφορά του περί επίθεσης που δέκτηκε πριν χρόνια στην Πολωνία γιατί ήταν ομοφυλόφιλος, που και πάλιν προσθέτω ουδόλως καταδεικνύει ακόμη και αν έλαβε χώρα τέτοια επίθεση ότι αυτό είναι ένα γενικό φαινόμενο στην Πολωνία όπως προσπάθησε να το παρουσιάσει. Ακόμη το γεγονός ότι οι φίλοι του απομακρύνθηκαν όπως ανέφερε όταν έμαθαν τη διαφορετικότητα του δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Συμπεράσματα: Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω και όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρω ευθέως πως δεν έχει αποδειχθεί και συνεπώς δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή τη θέση του εκζητούμενου ότι εάν εκδοθεί υπάρχει κίνδυνος να υποστεί απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή και παραβίαση των ανθρωπίνων του δικαιωμάτων. Ούτε μπορώ να αποδεκτώ σημειώνεται ότι το αίτημα έκδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη του εκζητούμενου λόγω του ότι προέβη παλαιότερα σε καταγγελίες για την μεταχείριση που τύγχανε στις φυλακές, διεκδικώντας τα δικαιώματα του, αφού κάτι τέτοιο δεν έχει αποδειχθεί και εν πάση περιπτώσει δεν έχω λόγο να πιστεύω κάτι τέτοιο. Αντίθετα να υπενθυμίσω ότι ο ίδιος ο εκζητούμενος στη μαρτυρία του εμπλέκει τον εαυτό του στα γεγονότα της 20ης.01.09, που αφορούν το αναφερόμενο στο ΕΕΣ αδίκημα της ληστείας και ο ίδιος ανέφερε πως έπιασε το τηλέφωνο του παραπονούμενου το οποίο τελικά παρέδωσε στην Αστυνομία, προβάλλοντας τη δική του εκδοχή για το πώς ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει θα ήθελα εδώ να σημειωθεί και το εξής. Ανεξάρτητα των ανωτέρω αναφέρω ότι ακόμη και αν αποδεχόμουν ότι υπέστη ο εκζητούμενος την μεταχείριση που ισχυρίστηκε το 2006 και πάλιν αυτό δεν θα τον βοηθούσε για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Διότι σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η συμπεριφορά κάποιων προσώπων σε βάρος του σε κάποιο προηγούμενο χρόνο και σε συγκεκριμένο σωφρονιστικό ίδρυμα θα επαναληφθεί και τώρα, και κυρίως αυτό δεν συνεπάγεται σοβαρή και παρατεταμένη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα καταγωγής του, στοιχείο που θα μπορούσε με βάση τη Νομολογία να διαδραματίσει ρόλο στην εξέταση του αιτήματος (βλ. σχετικά την Νομολογία στην ενότητα Νομική Πτυχή πιο πάνω). Από εκεί και πέρα, ισχύουν θεωρώ όσα αναφέρθηκαν στην Πολ. Αίτηση 248/13, Αναφορικά με τον Μιχάλη Μιχαηλίδη, ημερ. ημερ.17/09/2013. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής : "Οι εκ προοιμίου αιτιάσεις του εφεσείοντα ότι, στην περίπτωση που εκδοθεί στην Ελλάδα, θα παραβιασθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του, δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να γίνουν αποδεκτές καθότι αυτό θα συνιστούσε απαράδεκτη απαξίωση του ποινικού συστήματος μιας χώρας μέλους της ΕΕ, με όλες τις αυτονόητες αρνητικές συνέπειες σ΄ ότι αφορά την αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται μεταξύ των δικαστικών αρχών των Κρατών Μελών της ΕΕ. Υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (confidence and trust) η οποία είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των Κρατών Μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των Κρατών Μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα Κράτη Μέλη στα ζητήματα της απονομής της δικαιοσύνης. Θεωρούμε, επομένως, ως δεδομένο ότι οι δικαστικές αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας θα διασφαλίσουν τον πλήρη σεβασμό όλων των δικαιωμάτων του εφεσείοντα και, σ΄ ότι αφορά τις Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτιμούμε ότι, σεβόμενες τις υποχρεώσεις της, ως Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορούν να δεχθούν ότι σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπως είναι η Ελλάδα, μπορεί να θεωρηθεί, εκ προοιμίου και χωρίς απόδειξη, ότι το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα πάσχει ή είναι κατώτερο του αναμενομένου. Το ίδιο βέβαια, αναμένουν και οι Δικαστικές Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δέχονται και αναγνωρίζουν και τα άλλα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δικαστικό και σωφρονιστικό σύστημα της Κυπριακής Δημοκρατίας. " Ως προς τον άλλο λόγο που επικαλείται η πλευρά του εκζητούμενου για μη έκδοση του ήτοι ότι η έκδοση του θα ήταν άδικο και καταπιεστικό μέτρο και για μη δίκαιη δίκη λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. σελ. 13-26 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου) θα παραπέμψω και πάλιν στην υπόθεση Μιχαηλίδη πιο πάνω αλλά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Miroslaw Mrukwa, ΠΕ 41/14, ημερ. 5.3.14 όπου αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής (με δική μου υπογράμμιση): " Τώρα, σ΄ ότι αφορά το άρθρο 2
(2)ορθώς το Δικαστήριο επεσήμανε ότι ο Νόμος δεν περιλαμβάνει πρόνοιες για παραβίαση του δικαιώματος δίκης εντός εύλογου χρόνου (Κυριάκου (ανωτέρω). Λανθασμένα όμως αναφέρθηκε στο άρθρο 30
(2)του Κυπριακού Συντάγματος καθότι αντικείμενο ελέγχου, κατά το άρθρο 2
(2)του Νόμου, είναι το εάν και κατά πόσο η ποινική διαδικασία στο κράτος έκδοσης του εντάλματος ανταποκρίνεται στην ευρωπαϊκή δημόσια τάξη. Επομένως, η άρνηση παράδοσης ενός εκζητούμενου κατ΄ επίκληση του άρθρου 2
(2)του Νόμου είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που η εκτέλεση ΕΕΣ προσκρούει στις θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 6 της Συνθήκης ΕΕ. (βλ. σύγγραμμα «Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, του Δ. Μουζάκη, Έκδοση 2009, σελ. 546). Η Ευρωπαϊκή Ένωση όμως, όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Κυριάκου (ανωτέρω), βασίζεται «. στην αμοιβαία εμπιστοσύνη (confidence and trust) η οποία είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των κρατών-μελών, δεδομένου του κοινού νομικού πολιτισμού των κρατών - μελών αλλά και της τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη στα ζητήματα απονομής της δικαιοσύνης». Θεωρούμε, επομένως, δεδομένο ότι οι δικαστικές αρχές της Πολωνίας θα διασφαλίσουν κατά την δίκη τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του Εκζητούμενου, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να εγείρει προς εξέταση ζήτημα καθυστέρησης είτε στην έκδοση του ΕΕΣ είτε στη διαβίβαση του για εκτέλεση. Εξαιρετικά χρήσιμες και διαφωτιστικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις του ΕWHC, στις οποίες μας παρέπεμψε ο κ. Αριστείδης και τις οποίες αναφέρουμε πιο πάνω. Επιγραμματικά, όπως προκύπτει μεταξύ άλλων από τις εν λόγω αυθεντίες, (α) θεωρείται δεδομένο ότι όλες οι χώρες - μέλη της ΕΕ διασφαλίζουν δίκαιη δίκη, (β) ένας εκζητούμενος εμποδίζεται να επικαλείται καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παράδοση του, όταν ενώ γνωρίζει πως του επιβλήθηκε ποινή την οποία θα καλείτο να εκτίσει, ή ενώ γνώριζε πως υπάρχει εναντίον του ποινική δίωξη, τρέπεται σε φυγή από τη δικαιοδοσία της αιτήτριας χώρας, (γ) η καθυστέρηση και η εξ αυτής μεταβολή των προσωπικών συνθηκών ενός εκζητούμενου αφ΄ εαυτών δεν είναι αρκετό να δικαιολογήσουν άδικη και καταπιεστική μεταχείριση, (δ) το Δικαστήριο έχει την ευθύνη να σταθμίσει τα δικαιώματα εκζητούμενου όπως διασφαλίζονται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, σε συνάρτηση με το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει ότι κάθε παραβάτης πρέπει να οδηγείται ενώπιον της δικαιοσύνης και, (ε) τα Δικαστήρια της χώρας έκδοσης οφείλουν να επιδεικνύουν σεβασμό στις υποχρεώσεις της χώρας τους έναντι της αιτήτριας χώρας και να συνεκτιμούν και την ανάγκη αποτροπής άλλων επίδοξων φυγοδίκων από το να βρουν καταφύγιο στην χώρα τους. Υιοθετούμε και ως δικές μας τις πιο πάνω αρχές, οι οποίες εφαρμοζόμενες στα περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης είναι φανερό ότι προδιαγράφουν και την επιτυχή έκβαση της έφεσης. Ολοκληρώνουμε συναφώς την κατάληξη μας με τα πιο κάτω αποσπάσματα από τις υποθέσεις Pomiechowski και Gomes (ανωτέρω), τα οποία βρίσκουν πλήρη εφαρμογή και στην παρούσα. «The meaning of 'unjust and oppressive' was authoritatively determined by the House of Lords in Gomes v. Government of the Republic of Trinidad and Tobago [2009] 1 WLR 1038; [2009] UKHL 21 drawing on and developing the reasoning in Kakis v. Government of the Republic of Cyprus [1978] 1 WLR 779 . In short, 'unjust' is directed primarily to the risk of prejudice to the accused and the conduct of the trial itself. Oppressive' is directed towards hardship to the accused resulting from changes in his circumstances that have occurred during the period to be taken into consideration. There is room for some overlap. Between them they would cover all cases where to return the requested person would not be fair. Category 1 countries are all members of the European Union and parties to the European Convention on Human Rights . It can therefore ordinarily be assumed that the requesting state will ensure a fair trial. Where a person has fled from the jurisdiction of the requesting state he cannot rely upon delay which follows, even if the requesting state has been slow to start extradition proceedings. Oppression is a concept which imports a good deal more than hardship, which is a commonplace consequence of extradition. ----------- If_an accused like Goodver deliberately flees the jurisdiction in which he has been bailed to appear, it simply does not lie in his mouth to suggest that the requesting state should share responsibility for the ensuing delay in bringing him to justice because of some subsequent supposed fault on their part .... Only a deliberate decision by the requesting state communicated to the accused not to pursue the case against him, or some other circumstance which would similarly justify a sense of security on his part notwithstanding his own flight from justice, could allow him properly to assert that the effects of further delay were not "of his own choice and making". Ως εκ περισσού, σε σχέση με τις αρχές που διατυπώνονται στην υπόθεση Gomes (ανωτέρω), να παρατηρήσουμε ότι η έκδοση διαβατηρίου στον Εκζητούμενο, μετά που κλήθηκε να παρουσιαστεί για έκτιση των ποινών όπως και η έκδοση πιστοποιητικού γέννησης για τη θυγατέρα του, σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμούν με συνειδητή απόφαση των Πολωνικών Αρχών να τον απαλλάξουν από την υποχρέωση να εκτίσει τις ποινές, ή ότι δεν θα προχωρούσαν σε ποινική δίωξη εναντίον του. Η έκδοση των δύο αυτών εγγράφων μόνο με εσωτερικές ρυθμίσεις που αφορούν την αλληλοενημέρωση των διαφόρων αρχών της χώρας αυτής μπορεί να συνδεθεί και με τίποτα περισσότερο. " Και προσθέτω έχοντας υπόψη αυτά ότι: (i) Το γεγονός ότι το Ε.Ε.Σ αφορά αδίκημα με ημερομηνία 20.1.09 από μόνο του δεν σημαίνει αυτόματα ότι ο εκζητούμενος δεν θα τύχη δίκαιης δίκης, (ii) Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεκμηριωθεί ότι δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, (iii) Τα θέματα καθυστέρησης και μη δίκαιης δίκης είμαι βέβαιος, έχοντας κατά νουν και όσα αναφέρονται πιο πάνω, ότι θα εξεταστούν από το αρμόδιο Δικαστήριο της Πολωνίας, εφόσον εγερθούν ενώπιον του, και τέλος, (iv) Εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να επικαλείται καθυστέρηση ο εκζητούμενος ο οποίος ενώ γνώριζε για την ποινική του δίωξη έφυγε από τη δικαιοδοσία της αιτήτριας χώρας. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση η μεταβολή των προσωπικών συνθηκών του εκζητούμενου, δεν είναι τέτοιας έκτασης διαπιστώνω, έχοντας ζυγίσει όλα τα δεδομένα, που να υπερτερούν του δημοσίου συμφέροντος να οδηγηθεί ο εκζητούμενος ενώπιον της δικαιοσύνης για ένα ομολογουμένως σοβαρό αδίκημα. Τέλος, στη βάση της διαπίστωσης του Δικαστηρίου ως αυτή προκύπτει από την αποδεκτή μαρτυρία, ότι δηλαδή τα τελευταία 8 χρόνια ο εκζητούμενος διαμένει μόνιμα μαζί με τον σύντροφο του και εργάζεται στην Κύπρο, έχοντας δημιουργήσει δεσμούς με την Κύπρο, θεωρώ πως η εισήγηση του εκζητούμενου ότι για την περίπτωση του θα πρέπει να τύχουν σε κάθε περίπτωση εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 15
(2)του Ν.133(Ι)/2004 θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Κατάληξη Η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ εγκρίνεται. Η παράδοση όμως του εκζητούμενου με βάση το Ε.Ε.Σ. γίνεται υπό την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος μετά την Ακρόαση της σχετικής ποινικής υπόθεσης, σε περίπτωση καταδίκης του και επιβολής σε αυτόν ποινής στερητικής της ελευθερίας θα διαμεταχθεί στην Κύπρο ώστε να εκτίσει εδώ την ποινή του. Η παράδοση να γίνει το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα και εν πάση περιπτώσει να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 29
(1)του Ν.133
(1)/2004. Ο εκζητούμενος θα παραμείνει υπο κράτηση μέχρι την παράδοση του. Δίδονται οδηγίες στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή να κοινοποιήσει, δυνάμει του άρθρου 28 του Ν. 133
(1)/2004, την παρούσα απόφαση στις αρμόδιες αρχές της Πολωνίας που εξέδωσαν το Ε.Ε.Σ. (Υπ.) ......................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής