← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α., Γενική Αίτηση: 324/16, 30/3/2017

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ κ.α., Γενική Αίτηση: 324/16, 30/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Γενική Αίτηση: 324/16 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, ΑΙΤΗΤΕΣ Και

  1. ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Α.Δ.Τ.512897), εκ Λεμεσού
  2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, (Α.Δ.Τ.716921), εκ Λεμεσού ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Ημερομηνία: 30/03/2017 Eμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος. Χ. Πογιατζής, για Συμεού & Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε Για τους Καθ' ών η Αίτηση: κος. Κωνσταντίνου για Κ. Μ. Χατζηπιέρα. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές έχουν καταχωρήσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση με την οποία αξιώνουν μεταξύ άλλων τα κάτωθι: Άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση ληφθείσας διαιτητικής απόφασης στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερ. 21/07/2014, δυνάμει του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών εναντίον των καθ' ών η αίτηση αρ. 1 και 2, στην άιτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση γεγονότων στην οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα. Οι καθ'ών η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν μέσω του συνηγόρου τους ειδοποίηση περί της πρόθεσης τους να ενστούν στο πιο πάνω αίτημα ημερ.09/12/
  3. Στην ένσταση καταγράφονται συνολικά 10 λόγοι ένστασης οι οποίοι δεν χρειάζεται για σκοπούς της παρούσας απόφαση να παρατεθούν. Η ένσταση σημειώνω επιπλέον συνοδεύεται από ένορκη δήλωση την καθ' ής η αίτηση αρ.1 και ως εξουσιοδοτημένη και από τον καθ' ού η αίτηση αρ.
  4. Συνεπακόλουθα της καταχώρησης της ένστασης η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση οπόταν και εγέρθηκε το ζήτημα που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης και αφορά τον τρόπο διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας. Σημειώνω ότι η πλευρά των αιτητών έθεσε την θέση της ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να ακουσθεί και αποφασισθεί υπό του Δικαστηρίου επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αντίστοιχα αίτηση και ένσταση σε αντίθεση με την θέση του συνηγόρου των καθ'ών η αίτηση 1 και 2 που αναφέρει ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση ως εναρκτήρια αίτηση, υπέχει θέση αγωγής και θα πρέπει να ακουσθεί με την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας. Ενόψει της διαφωνίας αυτής το Δικαστήριο έχοντας καθήκον να καθορίσει τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης αλλά και αφού κλήθηκε από τους συνηγόρους να το πράξει και να δώσει σχετικές οδηγίες, άκουσε αμφότερους τους συνηγόρους οι οποίοι με προφορικές αγορεύσεις και παραπέμποντας σε νομολογία και νομοθετήματα ανέλυσαν την νομική τους επιχειρηματολογία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Σημειώνω ότι τα όσα αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν στις αγορεύσεις τους έχουν καταγραφεί στο πρακτικό και ευρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη δεόντως και δεν υπάρχει λόγος να επαναλάβω αυτούσια τα όσα τέθηκαν. Τα άρθρα 21, 22 και 23 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, επί των οποίων ορθά στηρίζεται η αίτηση, παρέχουν την δυνατότητα και καθορίζουν την διαδικασία εγγραφής μετά από άδεια του Δικαστηρίου Διαιτητικής απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της κατά τον ίδιο τρόπο όπως εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, οι πρόνοιες του οποίου σχετίζονται με την παρούσα αίτηση και έχουν ως εξής: «
  5. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης.» Η αίτηση τώρα για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης με βάση τόσο το Κεφ.4 όσο και τις πρόνοιες των άρθρων 52 και 53 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, 22/85, δεν καθορίζεται υπό ποιο τύπο και μορφή καταχωρείται. Ελλείψει διαδικαστικών κανονισμών που να ρυθμίζει τα ζητήματα και αιτήματα που δύναται να εγερθούν με βάση τα πιο πάνω τα σχετικά δικαστικά διαβήματα καταχωρούνται με βάση την πρακτική με την μορφή εναρκτήριας αίτησης. Στο σημείο αυτό και ενόψει της πιο πάνω διαπιστωθείσας έλλειψης παραπέμπω στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd

(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, στην οποία η διαδικασία αφορούσε σε απομάκρυνση διαιτητή με βάση το Κεφ.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο στν πιο πάνω απόφαση θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ.4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα κάτωθι σχετικά: (Πικής, Δ. στη Σελ. 1982), (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  2. Η 48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση.»Η Δ. Στην προσπάθεια του το Δικαστήριο να καθορίσει τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί στην παρούσα αίτηση και τον τρόπο προσκόμισης της σχετικής μαρτυρίας, εφόσον το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό και εφόσον σε αυτές τις περιπτώσεις ισχύουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική πρακτική και εφόσον η παρούσα αίτηση είναι εναρκτήρια κλήση (originating summon) και ως τέτοια έχει καταχωρηθεί θεωρώ ότι καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τον τρόπο που εκδικάζεται μια εναρκτήρια αίτηση (originating summon) με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.1 «action» means a civil proceeding commenced by writ or in such other manner as may be prescribed by any law or rules of court ενώ «originating summons» means any summons other than a summons in a pending cause or matter. Σε σχέση τώρα με την διαδικασία που ακολουθείται σε μια αγωγή ή οποιαδήποτε άλλη εναρκτήρια αίτηση σχετική είναι η Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα η Δ.33, Θ.7 όπως επίσης και η Δ. 36, Θ.1 όπου, πέραν της γενικότητας ότι οι μάρτυρες εξετάζονται προφορικά ενώπιον ανοικτού Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι ο Δικαστής, μπορεί για ικανοποιητικό λόγο να διατάξει όπως συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα αποδειχθούν με ένορκη δήλωση με τέτοιους όρους που θεωρεί λογικούς. Παρέχεται η ευχέρεια δηλαδή συγκεκριμένο γεγονός ή γεγονότα να αποδειχθούν με ένορκη δήλωση. Στην Διαταγή 55 τώρα των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία γίνεται ειδική αναφορά στην εναρκτήρια αίτηση (originating summon) προνοείται ο τύπος 50 και 51 με βάση τον οποίο θα πρέπει να γίνεται τέτοια αίτηση και στους οποίους δεν υπάρχει πρόνοια ότι τέτοια αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη ομολογία. Στον Κανονισμό 3 της πιο πάνω Διαταγής όμως, αναφέρεται ότι αίτηση θα υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία που το Δικαστήριο ή ο Δικαστής θα απαιτήσει. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ εκ νέου στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1Δ ΑΑΔ 1978 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι πρόνοιες της Δ.48 τυγχάνουν εφαρμογής αναφορικά με τον τύπο της αίτησης αλλά και τον τύπο της ειδοποίησης ένστασης σε εναρκτήρια διαδικασία. Σημειώνω ότι και στην πιο πάνω απόφαση όπως και στην παρούσα αίτηση, η εναρκτήρια αίτηση βασίζεται στον Νόμο Περί Διαιτησία, Κεφ.4. Συγκεκριμένα η αίτηση αφορούσε σε αίτημα για απομάκρυνση διαιτητή, δυνατότητα που προβλέπεται από το Κεφ.4, όπως και η αίτηση υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το ζήτημα του τύπου και της διαδικασίας αποφάνθηκε ότι οι σχετικές με τους τύπους της αίτησης και της ένστασης πρόνοιες της Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζονται έστω και αν η αίτηση είναι εναρκτήρια αίτηση. Βεβαίως η πιο πάνω απόφαση διαφωτίζει τον τύπο αυτής της αίτησης και όχι τον τρόπο με τον οποίο θα παρουσιαστεί μαρτυρία και θα ακουστεί από το Δικαστήριο. Επανερχόμενη στην Δ. 55 θ.3 ο οποίος αναφέρεται σε συγκεκριμένη περίπτωση εναρκτήριας αίτησης, αφήνεται ανοικτό το θέμα της μαρτυρίας που θα πρέπει να προσκομιστεί και κατ' επέκταση του τρόπου που πρέπει αυτό να γίνεται, και εναπόκειται στο Δικαστή να το καθορίσει. Από τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου και τα όσα λέχθηκαν στην Dynacon (ανωτέρω) είναι ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας προνοούν τη διαδικασία που ακολουθείται σε μια αγωγή και τον τρόπο προσκόμισης της μαρτυρίας και η διαδικασία αυτή καλύπτει και τις εναρκτήριες αιτήσεις. Από την συνδυασμένη δε εφαρμογή και ερμηνεία των Δ.36 και Δ.55 προκύπτει ότι υπάρχει εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την απόδειξη τέτοιας αίτησης με την προσκόμιση ενόρκων δηλώσεων παρά να ακούσει προφορική μαρτυρία. Η προσκόμιση δηλαδή μαρτυρίας μέσω ενόρκων δηλώσεων είναι ένας τρόπος προσκόμισης μαρτυρίας σε εναρκτήρια αίτηση χωρίς όμως να μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας. Με βάση την πρακτική που ακολουθείται στην πλειοψηφία των εναρκτήριων αιτήσεων με βάση διάφορα νομοθετήματα, είναι οι αιτήσεις αυτές να καταχωρούνται συνοδευόμενες από ένορκες δηλώσεις στις οποίες αναφέρονται τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται. Με βάση λοιπόν το σκεπτικό ότι η μαρτυρία που στηρίζει την αίτηση έχει καταχωρηθεί εξαρχής με την μαρτυρία, έστω και χωρίς οιεσδήποτε οδηγίες του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει οιοσδήποτε λόγος αυτή ακριβώς η μαρτυρία να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη και να απαιτείται η παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη μου θα πρέπει να εξετάσω στην προκειμένη περίπτωση και το είδος της αίτηση με αναφορά στην ουσία του αιτητικού που αξιώνεται. Με βάση την σωρεία νομοθετημάτων που αφορούν διαδικασίες που εγείρονται με εναρκτήριες αιτήσεις θα δει κανείς ανατρέχοντας και σε αγγλικά συγγράμματα σε σχέση με τον τύπο αυτών των αιτήσεων, ότι η φύση των υποθέσεων αυτών αφορά σε θέματα που δεν υπάρχουν σοβαρά αντικρουόμενα γεγονότα και ο σκοπός είναι η γρήγορη επίλυση των θεμάτων αυτών και η περίσωση χρόνου και χρήματος και ανάλογη θα πρέπει να είναι και η διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται. Στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ.314 - 325 γίνεται εκτενείς αναφορά στις εναρκτήριες αιτήσεις και στη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «When the summons first comes before him, the master will give all necessary directions as to the further conduct of the proceedings as he thinks best adapted to secure the just, expeditious and economically disposal thereof. Normally, the initial directions will be as to the filing of evidence. Such evidence is invariably given by affidavit in the first instance, and an affidavit on behalf of the plaintiff or applicant supporting the summons is normally sworn and filed shortly after issue. Very other no further evidence will be required, but all the other parties will require to take advice on the point, and the master will accordingly adjourn the appointment from time to time until the evidence is completed. It will be apparent from this sketch of the procedure that it is primarily designed to deal with questions of law or discretion arising upon facts substantially not in dispute, and, indeed, where there is any choice in the matter, it is wrong to being proceedings by originating summons if it is known that the facts are disputed. But as we have already noticed, sometimes the procedure is obligatory even in cases where there may be very substantial disputes of fact;» Η ίδια προσέγγιση αναφέρεται και στο σύγγραμμα The Encyclopaedia of Court Forms and Precedents in Civil Proceedings, Vol. 12, σελ. 161, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τhe main advantages of procedure by originating summons, where this is permissible, are simplicity, the elimination of pleadings, and consequent saving of time. So successful has this procedure as a method of obtaining some relief thereunder» Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω συγγράμματα είναι ότι, κατά κανόνα, η παράθεση της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου σε εναρκτήρια αίτηση, γίνεται δια ενόρκων δηλώσεων. τηρουμένου του δικαιώματος αντεξέτασης. Στο Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, σελ. 323 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The evidence follows what we have already seen to be the normal Chancery procedure on originating applications, and is usually given by affidavit, though attendance for cross-examination can be had if desired». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι η συνήθης διαδικασία προσκόμισης μαρτυρίας σε εναρκτήρια αίτηση, είναι μέσω των ενόρκων δηλώσεων, τηρουμένου βεβαίως του δικαιώματος αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων για τους λόγους που εξηγούνται και αφορούν τα ζητήματα που θα πρέπει να επιλυθούν από το Δικαστήριο με τέτοιες αιτήσεις. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν του ότι η παρούσα αίτηση χαρακτηρίζεται ως εναρκτήρια, είναι και αίτηση βασιζόμενη στο Κεφάλαιο 4, Νόμου Περί Διαιτησίας αλλά και στον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών. Με βάση την πλούσια νομολογία για το ζήτημα της αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης, συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος, προκύπτει ότι στα πλαίσια εξέτασης της αποφασίζονται συγκεκριμένα ζητήματα τυπικής κυρίως φύσης και το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαιτητικής απόφασης. Για τα ανωτέρω παραπέμπω στις κάτωθι αποφάσεις από τις οποίες προκύπτουν σημαντικές αρχές. Ως προς τη διαδικασία που οδηγεί στην εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη και άλλοι
(2008)1 Α.Α.Δ. 716, 719 όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Επιπλέον το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου εξετάστηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 Α.Α.Δ. 707, όπου το Δικαστήριο υπέδειξε τα πλαίσια της διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην Πολ. Έφ. 87/2011, Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, ημερ. 20.6.2014, όπου το Εφετείο με σαφήνεια καθόρισε τί οφείλει να εξετάσει το Δικαστήριο κατά τη πιο πάνω διαδικασία: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα ζητήματα τα οποία καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αίτησης για εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκα ούτε έχουν να κάνουν με σωρεία αμφισβητούμενων ισχυρισμών για την απόφαση των οποίων να κρίνεται εκ προοιμίου απαραίτητη η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Φυσικά υπάρχει πάντα η δυνατότητα να ζητηθεί και αν κριθεί απαραίτητο να διαταχθεί η παρουσία του ενόρκως δηλούντα για να αντεξεταστεί. Επιπλέον θεωρώ ότι υπό κάποιες περιστάσεις μπορεί να ακουστεί και περαιτέρω προφορική μαρτυρία, κατόπιν αιτήματος διαδίκου και κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου εφόσον κρίνει αυτό αναγκαίο και επιβεβλημένο για να ξεκαθαρίσουν αντικρουόμενα γεγονότα τα οποία εγείρονται με την αίτηση και ένσταση. Η πιο πάνω κατάληξη μου, ότι παρέχεται η ευχέρεια για να ακουστεί προφορική μαρτυρία στηρίζεται και στο γεγονός ότι πουθενά δεν προνοείται διαδικασία για να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης ομολογίας σε εναρκτήρια αίτηση και κατ' επέκταση η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας για να ξεκαθαρίσει αντικρουόμενα γεγονότα. Επομένως, στην περίπτωση που υπάρχουν αντικρουόμενα γεγονότα ή διαφαίνεται η ανάγκη προσκόμισης περαιτέρω μαρτυρίας, το Δικαστήριο θεωρώ ότι μπορεί να επιτρέψει και να ακούσει προφορική μαρτυρία για να μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη και να επιλύσει την ενώπιον του διαφορά. Σημειώνω όμως ότι στην προκειμένη περίπτωση το ζήτημα της ακροαματική διαδικασίας έχει εγερθεί από αμφότερους τους συνηγόρους γενικά και χωρίς η πλευρά των καθ'ών η αίτηση να έχει ζητήσει είτε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα επί της αιτήσεως ή να έχει αιτηθεί να παρουσιάσει επιπρόσθετη μαρτυρία για συγκεκριμένο λόγο. Χωρίς να υπεισέρχομαι στο στάδιο αυτό στην εξέταση της ουσίας της αίτησης εκείνο που προκύπτει από την νομολογία επί του θέματος της εγγραφής διαιτητικής απόφασης είναι ότι το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε, φέρει τα στοιχεία της διαιτητικής απόφασης, ότι έχει εκπνεύσει ο χρόνος των 21 ημερών και ότι έχουν ειδοποιηθεί για την διαδικασία εγγραφής οι καθ' ών η αίτηση. Προκύπτει περαιτέρω ότι με βάση τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα ότι έχουν τεθεί με αναφορά στα πιο πάνω καίρια ζητήματα οι θέσεις και οι ισχυρισμοί έκαστης των πλευρών. Η πρακτική σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση να τις συνοδεύουν ένορκες δηλώσεις με τα γεγονότα που τις υποστηρίζουν. Θεωρώ ότι οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις είναι μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και μπορεί και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Στο παρόν στάδιο δεν τέθηκε οποιοδήποτε αίτημα από οποιαδήποτε πλευρά, είτε για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων είτε για προσκόμιση περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας. Εφόσον προκύψει ένα τέτοιο ζήτημα, τότε το Δικαστήριο θα δώσει τις κατάλληλες οδηγίες εφόσον κριθεί αναγκαία είτε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων για συγκεκριμένο ζήτημα, είτε η προσκόμιση περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας, νοουμένου πάντα ότι αυτή είναι σχετική και αναγκαία για την προώθηση και επίλυση των επίδικων ζητημάτων που προκύπτουν στην παρούσα αίτηση. Προτού ολοκληρώσω την παρούσα απόφαση θα ήθελα να αναφερθώ και στα όσα ανάφερε ο κος. Κωνσταντίνου σε σχέση με ένα σημείο της επιχειρηματολογίας του κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευση του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ών η αίτηση εισηγήθηκε ότι ο καθορισμός της ακρόασης επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των πολιτών που καταφεύγουν στην Δικαιοσύνη ενόψει του ότι ενώ εκκρεμούν αγωγές από τα έτη 2009, 2010 και 2011 οι οποίες ενδεχομένως να αφορούν και σοβαρά ζητήματα όπως για παράδειγμα τραυματισμών σε οδικά δυστυχήματα καθυστερούν να εκδικαστούν ενώ με αυτό τον τρόπο οι αιτήσεις αυτού του είδους όπως η παρούσα που αφορούν Τραπεζιτικούς Οργανισμούς ενόψει της εκδίκασης με τις ένορκες δηλώσεις εκδικάζονται σύντομα και όχι αναλόγως της χρονολογικής σειράς που καταχωρούνται. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαιδευτο συνήγορο η θέση του αυτή συνιστά ξένο προς την νομική επιχειρηματολογία κριτήριο και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη. Ο χρόνος εκδίκασης των υποθέσεων, που αποτελεί αναντίλεκτα αρνητικό στοιχείο και καταβάλλονται προσπάθειες για επίλυση του, οιασδήποτε φύσης και δικαιοδοσίας δεν αποτελεί κριτήριο και δεν δύναται να αποτελέσει κριτήριο στον καθορισμό της δικονομικής διαδικασίας εκδίκασης μιας αίτησης. Επομένως, η κατάληξη μου είναι ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να εκδικαστεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, χωρίς απαραίτητα να χρειάζεται η προφορική κατάθεση των ενόρκως δηλούντων στο Δικαστήριο, εκτός αν ζητηθεί η αντεξέταση τους. Επίσης, σε περίπτωση που ζητηθεί η προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας από τα μέρη, αυτό θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο και θα δοθούν οι αναγκαίες οδηγίες έχοντας υπόψη τα όσα ανέφερα ανωτέρω. Πιστόν Αντίγραφον (Υπ.)...................................... Πρωτοκολλητής Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.