Shelley S.A. (υπό εκκαθάριση) ν. Montes Auri Limited, (υπό εκούσια εκκαθάριση), Αρ. Αγωγής 5248/2015, 21/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5248/2015 Mεταξύ: Shelley S.A. (υπό εκκαθάριση), από το Λουξεμβούργο Ενάγουσας -και- Montes Auri Limited, (υπό εκούσια εκκαθάριση), από τη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------------- Αίτηση ημερ. 17.3.2016 Ημερ.: 21.3.2017 Για Εναγόμενη - Αιτήτρια: κ. Χρ. Χριστοφόρου και Χρ. Πυρκώτου (κα) για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα Εταιρεία από το Λουξεμβούργο αξιώνει εναντίον της Εναγομένης Κυπριακής Εταιρείας δολ. Αμερ. 112.065.600,57 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 5.5.
- Η Ενάγουσα δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία. Αυτή είχε καταρτιστεί μεταξύ της Εναγόμενης και της Unexim Export Import Bank από τη Ρωσία. Η Ενάγουσα υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην αξίωση απέκτησε, όπως ισχυρίζεται, τα δικαιώματα της Unexim. Κατ' ακολουθία διατάγματος ημερ. 19.2.2016 η Εναγόμενη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και εντός της προθεσμίας που αναφερόταν στο διάταγμα την υπό κρίση Αίτηση με την οποία εξαιτείται (Α) διάταγμα για την αναστολή της αγωγής ή και του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω ύπαρξης ρήτρας αλλοδαπής δικαιοδοσίας ή και για την παραπομπή επίλυσης τυχόν διαφορών από τα αρμόδια Δικαστήρια της Ρωσίας. Με την Αίτηση αξιώνετο και διαζευκτική θεραπεία (Β) την οποία η Εναγόμενη εγκατέλειψε με δήλωση των δικηγόρων της κατά την τελική τους αγόρευση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Μάριου Κυπριανού, εγγεγραμμένου λογιστή εκκαθαριστή της Εναγόμενης Εταιρείας από το
- Η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με επτά λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 14.9.2016 του Eall Marcon Palley, άγγλου δικηγόρου, συνεταίρου στο δικηγορικό γραφείο των άγγλων δικηγόρων της Ενάγουσας. Η επί μέρους θέση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα ως μέρος που απέκτησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Unexim δεσμεύεται από τον σχετικό όρο δεν αμφισβητείται. Το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις επιτρέπει στο παρόν Δικαστήριο να εξετάσει ρήτρα δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Ρωσίας που είναι κοινό έδαφος ότι εμπεριέχεται στη συμφωνία ημερ. 5.5.1998 επί της οποίας εδράζεται η αξίωση και, εφόσον την κρίνει έγκυρη και δεσμευτική, να εξετάσει ζήτημα αναστολής της παρούσας αγωγής. Η Ενάγουσα εδράζει την επιχειρηματολογία της στο άρθρο 4.1 του Κανονισμού 1215/2012, που προνοεί ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους.» Ο Κανονισμός 1215/2012 αντικατέστησε τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Το άρθρο 4.1 του Κανονισμού 1215/2012 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 2.1 του Κανονισμού 44/
- Είχε προηγηθεί η Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για την διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις το άρθρο 2 της οποίας ήταν το ίδιο με το άρθρο 2.1 του Κανονισμού 44/
- Στην Οwusu v. Jackson Case C-281/02 το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) αποφάσισε (παρ.37) ότι το άρθρο 2 της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 είχε επιτακτικό χαρακτήρα και ότι μπορούσε να υπάρξει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα που καθιερώνει η διάταξη αυτή μόνο στις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονταν από τη Σύμβαση. Εφόσον η Εναγόμενη Εταιρεία έχει εγγραφεί και έχει την έδρα της στην Κύπρο αυτό, κατά την Ενάγουσα, σημαίνει ότι ορθά ενάγεται ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου εκτός και αν άλλη πρόνοια του Κανονισμού αναθέτει την δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής αλλού. Είναι η περαιτέρω θέση της Ενάγουσας ότι στην προκειμένη περίπτωση καμιά πρόνοια του Κανονισμού δεν αναθέτει την δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής αλλού και συγκεκριμένα ότι το άρθρο 25.1 δεν τυγχάνει εφαρμογής. Αυτό προνοεί ότι: «Αν τα μέρη, ανεξαρτήτως του τόπου κατοικίας τους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία, εκτός αν η συμφωνία είναι άκυρη ως προς την ουσιαστική της ισχύ τη βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους.» Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι το άρθρο εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η συμφωνία αφορά στην ανάθεση δικαιοδοσίας σε δικαστήριο κράτους μέλους και δεν εφαρμόζεται όταν η συμφωνία αφορά στην ανάθεση δικαιοδοσίας σε Δικαστήριο κράτους που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφόσον η Ρωσία δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το άρθρο δεν εφαρμόζεται. Εφόσον το άρθρο 4 έχει επιτακτικό χαρακτήρα και δεν υπάρχει άλλη πρόνοια στον Κανονισμό για την ανάθεση της δικαιοδοσίας αλλού, καταλήγει η επιχειρηματολογία της Ενάγουσας, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναλάβει δικαιοδοσία. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι το άρθρο 25.1 του Κανονισμού 1215/2012 αναφέρεται σε ρήτρα δικαιοδοσίας δικαστηρίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του ιδίου του άρθρου και επιβεβαιώνεται κατά άμεσο τρόπο από τη νομολογία του ΔΕΚ. Στην Coreck Maritime GmbH v. Handelsveem BV and Others Case C-387/98, 9.11.2000, αναφέρεται στην παρ. 21 ότι το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, της Σύμβασης (το άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, σε όση έκταση ενδιαφέρει, είναι το ίδιο με το άρθρο 25.1 του Κανονισμού 1215/2012) έχει εφαρμογή μόνο όταν, αφενός, τουλάχιστον το ένα από τα μέρη της αρχικής συμφωνίας έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους και όταν, αφετέρου, τα μέρη συμφωνούν να φέρουν τις διαφορές τους ενώπιον δικαστηρίου ή δικαστηρίων συμβαλλόμενου κράτους. Άλλωστε, όπως θα δούμε πιο κάτω, παραμένει σημείο τριβής τι συμβαίνει στην περίπτωση που η ρήτρα δικαιοδοσίας παραπέμπει σε κράτος που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν είναι η θέση της Εναγόμενης ότι το άρθρο 25.1 του Κανονισμού 1215/2012 τυγχάνει εφαρμογής. Εκείνο που η Εναγόμενη υποστηρίζει είναι ότι ο Κανονισμός δεν απαγορεύει στο Δικαστήριο να εξετάσει ζήτημα αναστολής της ενώπιον του διαδικασίας στην περίπτωση που υπάρχει ρήτρα που αποδίδει δικαιοδοσία σε κράτος που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την Εναγόμενη εφόσον τα μέρη στην επίδικη συμφωνία συμφώνησαν ότι οι διαφορές τους θα επιλύονταν ενώπιον των δικαστηρίων της Ρωσίας, δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια της χώρας αυτής και το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να αναστείλει την παρούσα αγωγή. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας παραπέμπουν στην Γνωμοδότηση 1/2003 της Ολομέλειας του ΔΕΚ, ημερ. 7.2.2006 αναφορικά με την Σύμβαση του Λουγκάνο. Η αναφορά (παρ. 153) ότι η Σύμβαση θα επέκτεινε την απονομή δικαιοδοσίας σε δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους, όχι κράτους μέλους, εκεί όπου στην απουσία της Σύμβασης δικαιοδοσία θα είχαν τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπως καθορίζεται στον Κανονισμό (Κανονισμός 44/2001, άρθρο 2.1), επιβεβαιώνει, κατά τη θέση τους, ότι ρήτρα με την οποία αποδίδεται δικαιοδοσία σε δικαστήριο κράτους που δεν είναι ούτε κράτος μέλος ούτε συμβαλλόμενο δεν μπορεί να επηρεάζει το ζήτημα της δικαιοδοσίας όπως επιτακτικά καθορίζεται στον Κανονισμό. Η αναφορά στην απόφαση ότι «δικαιοδοσία θα είχαν τα δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους» εφόσον ερμηνευτεί αυστηρά απολήγει πράγματι σε αυτό που υποστηρίζουν οι δικηγόροι της Ενάγουσας. Εφόσον στην απουσία της Σύμβασης δικαιοδοσία θα είχαν τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου κατοικεί ο Εναγόμενος, τότε όταν η ρήτρα αφορά στη δικαιοδοσία δικαστηρίου που δεν είναι ούτε κράτος μέλος ούτε συμβαλλόμενο στη Σύμβαση του Λουγκάνο, δικαιοδοσία έχουν τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου κατοικεί ο Εναγόμενος. Οι δικηγόροι της Εναγόμενης επικαλούνται την Konkola Copper Mines Plc v. Coromin [2005] APP. L.R. 05/10 του αγγλικού εμπορικού δικαστηρίου, όπου γίνεται (παρ. 74-101) εκτενής συζήτηση του κατά πόσον στην περίπτωση άγγλου εναγομένου τα αγγλικά δικαστήρια έχουν εξουσία να προστατεύσουν την τήρηση μιας ρήτρας δικαιοδοσίας αναστέλλοντας μια διαδικασία ενώπιον τους προς χάρην δικαιοδοσίας δικαστηρίου χώρας μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γίνεται αναφορά στην Owusu και εξηγείται ότι και στην βάση των ερωτημάτων που είχαν τεθεί ενώπιον του ΔΕΚ η απάντηση του δικαστηρίου ότι η απαγόρευση στο δικαστήριο του κράτους μέλους να απορρίψει την δικαιοδοσία που του παρείχε το άρθρο 2 περιοριζόταν στην περίπτωση που το ενώπιον του ζήτημα αφορούσε στο κατά πόσο κάποιο δικαστήριο κράτους μη μέλους θα ήταν καταλληλότερο για να εκδικάσει την υπόθεση. Ασφαλώς και έτσι ήταν το ερώτημα και η απάντηση του ΔΕΚ. Το ερώτημα είναι γιατί να είναι διαφορετική η προσέγγιση αφού όπως ο Κανονισμός δεν προνοεί για την περίπτωση που άλλο δικαστήριο είναι καταλληλότερο, δεν προνοεί ούτε για την περίπτωση ρήτρας δικαιοδοσίας δικαστηρίου κράτους μη μέλους. Το αγγλικό δικαστήριο αναγνώρισε ότι στην Owusu το ΔΕΚ ακολούθησε την μεθοδολογία του αυστηρού δικαιοδοτικού πλαισίου του άρθρου 2 της Συνθήκης και όχι το καθεστώς της διακριτικής ευχέρειας του κοινοδικαίου. Ο λόγος, όπως ερμηνεύεται στην Konkola, ήταν γιατί θα ήταν ασυμβίβαστο με τους αντικειμενικούς σκοπούς της Συνθήκης ότι το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα έπρεπε να ήταν σίγουρο και προβλεπτό. Διακρίνει όμως το αγγλικό δικαστήριο διαφορά στην περίπτωση που εξετάζεται ζήτημα καταλληλότητας (forum conveniens) του δικαστηρίου κράτους μη μέλους και στην περίπτωση που το αντικείμενο είναι ρήτρα δικαιοδοσίας δικαστηρίου κράτους μη μέλους. Ενώ στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει στην Σύμβαση πρόνοια που να καθοδηγεί, στην περίπτωση της ρήτρας δικαιοδοσίας υπάρχει δεδηλωμένη πολιτική της Σύμβασης, τουλάχιστον σε σχέση με τα δικαστήρια κράτους μέλους στο άρθρο 17 (τώρα 25 του Κανονισμού). Παρατίθεται απόσπασμα από την Έκθεση του καθηγητή Schlosser (παρ. 176) όπου γίνεται ρητή αναφορά στην εξέταση της εγκυρότητας ρήτρας δικαιοδοσίας κράτους μη μέλους. Εάν η Σύμβαση του 1968 είχε σε σχέση με το άρθρο 2 τον απόλυτα επιτακτικό χαρακτήρα που υποστηρίζει η Ενάγουσα δεν θα υπήρχε λόγος εξέτασης της εγκυρότητας της ρήτρας δικαιοδοσίας του κράτους μη μέλους. Το απόσπασμα αναφέρει ότι: "Ιn cases where parties agree to bring their disputes before the courts of a State which is not a party to the 1968 Convention there is obviously nothing in the 1968 Convention to prevent such courts from declaring themselves competent, if their law recognises the validity of such an agreement. The only question is whether and, if so, in what form such agreements are capable of depriving Community courts of jurisdiction which is stated by the 1968 Convention to be exclusive or concurrent. There is nothing in the 1968 Convention to support the conclusion that such agreements must be admissible in principle. However, the 1968 Convention does not contain any rules as to their validity either. If a court within the Community is applied to despite such an agreement, its decision on the validity of the agreement depriving it of jurisdiction must be taken in accordance with its own lex fori. In so far as the local rules of conflict of laws support the authority of provisions of foreign law, the latter will apply. If, when these tests are applied, the agreement if found to be invalid, then the jurisdictional provision of the 1968 Convention become applicable." Σημειώνεται στην Κonkola ότι η συγκεκριμένη παράγραφος μνημονεύεται και στην απόφαση του ΔΕΚ στην Coreck όπου αναφέρθηκε (παρ.19) ότι: «Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 17 της Συμβάσεως δεν έχει εφαρμογή επί ρήτρας που καθορίζει δικαστήριο τρίτου κράτους. Το δικαστήριο που βρίσκεται στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους οφείλει, αν επιληφθεί υποθέσεως παρά την ύπαρξη τέτοιας ρήτρας απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας, να εκτιμήσει το κύρος της ρήτρας αυτής με γνώμονα το εφαρμοστέο δίκαιο, περιλαμβανομένου του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του τόπου όπου έχει την έδρα του (έκθεση του καθηγητή Schlosser σχετικά με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και στο Πρωτόκολλο για την ερμηνεία της από το Δικαστήριο, ΕΕ 1986, C 298, σ. 99, συγκεκριμμένα σ.152, σημείο 176)." Παρατηρείται ωστόσο πως εφόσον το ερώτημα προς το ΔΕΚ στην Coreck δεν περιλάμβανε το συγκεκριμένο ερώτημα δεν αποφάνθηκε το Δικαστήριο για την περίπτωση που υφίστατο έγκυρη ρήτρα για την δικαιοδοσία δικαστηρίου κράτους μη μέλους. Κατέληξε το αγγλικό εμπορικό δικαστήριο ότι η περίπτωση όπου υπάρχει ρήτρα δικαιοδοσίας δικαστηρίου κράτους μη μέλους διακρίνεται από την περίπτωση που το ζήτημα είναι η καταλληλότητα του δικαστηρίου κράτους μη μέλους. Βασιζόμενο στο ότι η ίδια η Σύμβαση αναγνώριζε το δικαίωμα προεπιλογής δικαιοδοσίας, την αναφορά στην Έκθεση Schlosser ότι η Σύμβαση θα συνέχιζε να εφαρμόζεται εκτός όπου το αποτέλεσμα των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του κράτους θα οδηγούσε στην εφαρμογή της συμφωνίας επιλογής της δικαιοδοσίας με κράτους μη μέλους και ότι η Owusu δεν ανέτρεψε την προσέγγιση που υπήρχε στην Αγγλία σε σχέση με ρήτρες δικαιοδοσίας χάριν κρατών μη μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφάνθηκε ότι είχε την ευχέρεια να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία. Γίνεται αναφορά και στην απόφαση του Εφετείου των Βερσαλλιών στην Bruno v. Societe Citi Bank
(1991)που σημειώνεται στο σύγγραμμα Dicey & Morris, The Conflict of Laws, 13th Edn. Para 12-090 n.66. To γαλλικό δικαστήριο είχε αποφασίσει ότι όταν ο Εναγόμενος κατοικεί σε συμβαλλόμενο κράτος, ρήτρα δικαιοδοσίας που δίδει δικαιοδοσία σε δικαστήρια μη συμβαλλόμενου κράτους είναι αναποτελεσματική και το άρθρο 2 της Σύμβασης υπερισχύει. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην Κonkola. Η επιβαλλόμενη προσήλωση στο γράμμα του Κανονισμού δεν αφήνει περιθώριο για κατάληξη όπως αυτή του αγγλικού εμπορικού δικαστηρίου. Η εμπλοκή στο ζήτημα της εξέτασης ρήτρας δικαιοδοσίας δικαστηρίου κράτους μη μέλους απαραίτητα εμπλέκει την εξέταση ζητημάτων ανάλογων εκείνων που θα εξετάζονταν στην περίπτωση εξέτασης ζητήματος καταλληλότητας του δικαστηρίου του κράτους μη μέλους. Αυτό αναγνωρίζεται και στην Κonkola (παρ. 99). Η αποφυγή της αβεβαιότητας και του απρόβλεπτου που ήταν αντικειμενικός σκοπός του Κανονισμού θα επικρατούσαν. Ότι θα απαιτούνταν ισχυροί λόγοι ώστε να μην εφαρμοστεί η ρήτρα δεν μεταβάλλει την ουσία, ότι πλέον το ζήτημα δεν θα διέπετο από τον Κανονισμό αλλά θα ήταν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ούτε και τα κριτήρια θα ήταν τα ίδια γιατί το ζήτημα θα κρινόταν με βάση του κανόνες Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου του κράτους μέλους της κατοικίας του εκάστοτε εναγόμενου. Στην Owusu (παρ. 43) με αναφορά στο ζήτημα της καταλληλότητας σημειώνεται ότι αυτό αναγνωριζόταν σε περιορισμένο αριθμό συμβαλλομένων κρατών, ενώ ο αντικειμενικός σκοπός της Σύμβασης ήταν να θέσει κοινούς κανόνες κατά αποκλεισμό των εθνικών κανόνων παρέκκλισης. Ως εκ των ανωτέρων η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Κανονισμός 1215/2012 - Ρήτρα Δικαιοδοσίας