← Κύπρος

MAGOT INCORPORATION LIMITED ν. Desimanco Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4252/12, 12/4/2017

MAGOT INCORPORATION LIMITED ν. Desimanco Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4252/12, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4252/12 Μεταξύ: MAGOT INCORPORATION LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -

  1. Desimanco Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Zimmerco Limited, από τη Λεμεσό
  3. Πανίκος Παπαμιχαήλ, από τη Λεμεσό
  4. Νάταλη Νέστορως, από τη Λεμεσό
  5. Shadiev Nabi, από το Ουζμπεκιστάν
  6. Gazin Holdings Corp., από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
  7. Plinfoserco Ltd, από τη Λεμεσό
  8. Spiftco Limited, από τη Λεμεσό
  9. Asoted Services Ltd, από τη Λεμεσό
  10. Νέστωρ Νέστωρος, από τη Λεμεσό
  11. Σούζαν Καλογρεάδου, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------- (Kαι ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.11.2014) Μεταξύ: MAGOT INCORPORATION LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων - και -
  12. Desimanco Ltd, από τη Λεμεσό
  13. Zimmerco Limited, από τη Λεμεσό
  14. Πανίκος Παπαμιχαήλ, από τη Λεμεσό
  15. Νάταλη Νέστορως, από τη Λεμεσό
  16. Shadiev Nabi, από το Ουζμπεκιστάν
  17. Gazin Holdings Corp., από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
  18. Plinfoserco Ltd, από τη Λεμεσό
  19. Spiftco Limited, από τη Λεμεσό
  20. Asoted Services Ltd, από τη Λεμεσό
  21. Νέστωρ Νέστωρος, από τη Λεμεσό
  22. Σούζαν Καλογρεάδου, από τη Λεμεσό
  23. Padokh Chodiev, από Ουζμπεκιστάν, νυν κάτοικος Ελβετίας Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση ημερ. 1.11.2016 Ημερ.: 12.4.2017 Για την Εναγόμενη 9 - Αιτήτρια: κα Σ. Αρμεύτη για Chrysses Demetriades & Co LLC Για την Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση: κα Ε. Πεύκου για D. Katsis LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 19.9.
  24. Η κύρια θεραπεία που η Ενάγουσα Κυπριακή εταιρεία αξιώνει είναι διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη μεταβίβαση 10.000 μετοχών της ρωσικής εταιρείας Limited Liability Company «Poligrafinvest» από την Εναγόμενη 2, Κυπριακή εταιρεία στην Εναγόμενη 6 εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, που έγινε κατά ή περί τον Ιούλιο του 2012 και την προγενέστερη, κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2011, μεταβίβαση τους από την Εναγόμενη 1 Κυπριακή εταιρεία στην Εναγόμενη 2 έτσι ώστε οι ρηθείσες μετοχές να επανέλθουν στην Εναγόμενη
  25. Η Αγωγή είναι προσωπική και παράγωγη (derivative) για λογαριασμό της Εναγόμενης 1, αφού η Ενάγουσα είναι η κατά 50% μέτοχος της Εναγόμενης
  26. Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη 9 εξαιτείται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Ενάγουσα όπως παράσχει ασφάλεια για τα έξοδα της στο ποσό των €52.424,90, την αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή μέχρις ότου παρασχεθεί η διαταχθείσα ασφάλεια και όπως στην περίπτωση που η Ενάγουσα δεν την παράσχει εντός της προθεσμίας που θα καθοριστεί, η αγωγή εναντίον της να απορριφθεί με έξοδα. Έχουν καταχωριστεί και εκκρεμούν ακόμα τρεις αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων που καταχωρίστηκαν από άλλους Εναγόμενους. Μαζί με το ποσό που αναφέρεται στην παρούσα, το συνολικό ποσό ασφάλειας εξόδων που η Ενάγουσα ζητείται να καταβάλει ανέρχεται σε περίπου €225.
  27. Η Αίτηση εδράζεται σε Ένορκη Δήλωση ημερ. 1.11.2016 της Εναγόμενης 11 που είναι μια εκ των διευθυντών της Εναγόμενης
  28. Αυτό που προβάλλεται με την υποστηρικτική Ένορκη Δήλωση είναι ότι σε διάφορες δικαστικές διαδικασίες, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αλλά και σε άλλη δικαστική διαδικασία και στο εξωτερικό, η Ενάγουσα διατάχθηκε να καταβάλει ποσά και έξοδα κυρίως προς τους συνεναγόμενους της και ειδικά την Εναγόμενη 6 τα οποία δεν έχει ακόμα πληρώσει. Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής είχε καταχωριστεί και μονομερής αίτηση και εκδόθηκαν την 24.9.2012 διατάγματα. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 27.11.2013 τα διατάγματα ακυρώθηκαν και εκδόθηκαν κάποια άλλα ενώ η Ενάγουσα διατάχθηκε να καταβάλει τα έξοδα κάποιων εκ των Εναγομένων περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης
  29. Την 10.4.2014 η Ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για προσθήκη διαδίκου και τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης της. Η αίτηση εγκρίθηκε με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 21.11.2014 και η Ενάγουσα καταδικάστηκε στα έξοδα της αίτησης και εκείνων που θα σπαταλούνταν συνεπεία της τροποποίησης, πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Το 2012 η Ενάγουσα καταχώρισε αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 6 στις ΒΠΝ σχετικά με τα θέματα που συνθέτουν το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή. Με απόφαση του ημερ. 15.3.2013 το Δικαστήριο των ΒΠΝ εξέδωσε διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 6 με το οποίο η τελευταία εμποδιζόταν από του να αποξενώσει με οποιοδήποτε τρόπο τις μετοχές που κατέχει στην «Poligrafinvest». Η Ενάγουσα διατάχθηκε να καταθέσει ως εγγύηση για τις τυχόν ζημιές που θα ήθελε υποστεί η Εναγόμενη 6 ποσό Δολ. Αμερ. 400.000 ή να καταθέσει το ποσό στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, το Δικαστήριο των ΒΠΝ διέταξε όπως η Ενάγουσα καταβάλει στην Εναγόμενη 6 έξοδα Δολ. Αμερ. 18.
  30. Η Ενάγουσα δεν παράσχε την διαταχθείσα εγγύηση με αποτέλεσμα το διάταγμα να ακυρωθεί. Ούτε και τα έξοδα της Εναγόμενης 6 πλήρωσε. Την 23.3.2015 εκδόθηκε στις ΒΝΠ εκ συμφώνου απόφαση σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα όφειλε να καταβάλει στην Εναγόμενη 6 ποσό Δολ. Αμερ. 56.
  31. Περαιτέρω διατάχθηκε η Ενάγουσα να καταβάλει Δολ. Αμερ. 1.000 ως έξοδα ψήφισης των δικαστικών εξόδων. Για το ποσό που η Εναγόμενη 6 έχει να λαμβάνει από την Ενάγουσα δυνάμει των ποσών που επιδικάστηκαν στις ΒΠΝ καταχώρισε την αγωγή 2715/2015 Ε.Δ. Λεμεσού που εκκρεμεί. Σχετική με τα θέματα που συνθέτουν το επίδικο ζήτημα στην παρούσα αγωγή φέρεται να ήταν και διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου την οποία η Ενάγουσα προώθησε εναντίον του Εναγόμενου 5 και της Εταιρείας Vebecca Holdings Ltd της οποίας ο Εναγόμενος 5 φέρεται ως ο τελικός δικαιούχος. Η Vebecca είναι η μέτοχος του υπολοίπου 50% των μετοχών της Εναγόμενης
  32. Αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 5 έχει καταχωρίσει την Αίτηση Αρ. 8/2015 με την οποία εξαιτείται την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης που έχει εκδοθεί υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας από το Διαιτητικό Δικαστήριο για ποσό €502.993,
  33. Είναι η θέση της Εναγόμενης 9 ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην αξίωση και επισημαίνεται ότι σύμφωνα και με τους αρχικούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας τελικός δικαιούχος της Εναγόμενης 2 και της Vebecca ήταν ο Εναγόμενος
  34. Τώρα η δικογραφημένη θέση είναι ότι τελικός δικαιούχος των δύο εταιρειών είναι το πρόσωπο που έχει προστεθεί ως Εναγόμενος
  35. Ανησυχεί η Εναγόμενη 9 ότι σε περίπτωση απόρριψη της εναντίον της απαίτησης και καταδίκης της Ενάγουσας στα έξοδα, δεν θα μπορέσει να ανακτήσει τα επιδικασθέντα έξοδα γιατί η Ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία που να είναι δεκτική εκτέλεσης. Την Αίτηση συνοδεύει σχέδιο καταλόγου εξόδων με τα έξοδα που θα επιδικάζονταν αν η αγωγή απορριπτόταν κατά τον χρόνο που καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση και αυτά που προβλέπεται ότι θα συσσωρευτούν αν η αγωγή απορριφθεί μετά από πλήρη ακρόαση και εφόσον απαιτηθούν δεκαπέντε δικάσιμοι για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης. Η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 15 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 3.3.2017 του Αντώνη Βαφέα, δικηγόρου και διευθυντή της Ενάγουσας. Υποστηρίζει ο Βαφέας ότι η Ενάγουσα διαθέτει ή/και πρόκειται να αποκτήσει επαρκείς οικονομικούς πόρους προς ικανοποίηση επιδικασμού εξόδων εναντίον της σε περίπτωση επιτυχίας της Υπεράσπισης. Παραπέμπει στην απόφαση ημερ. 23.6.2016 του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου στην οποία αποφασίστηκε ότι η Vebecca οφείλει να καταβάλει στην Ενάγουσα ποσά που υπερβαίνουν το ενάμισι εκατομμύριο Δολ. Αμερ. Με την ίδια απόφαση η Ενάγουσα διατάχθηκε να καταβάλει στον Εναγόμενο 5 Δολ. Αμερ. 561.065,
  36. Η απόφαση υπέρ του Εναγόμενου 5 αναγνωρίστηκε και εγγράφηκε στην Κύπρο με απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 17.2.2017 στην Γεν. Αίτηση 8/
  37. Αναφέρει περαιτέρω ο Βαφέας ότι την παρούσα αγωγή, εκτός από αίτηση της Εναγομένης 6 ημερ. 20.1.2015 που έχει απορριφθεί με έξοδα εναντίον της τελευταίας, έχει απορριφθεί και αίτηση ημερ. 4.2.2015 που καταχωρίστηκε από την Vebecca. Αυτή απορρίφθηκε την 18.12.2015 και έχουν και σε αυτή επιδικασθεί έξοδα υπέρ της Ενάγουσας. Περαιτέρω στην Αίτηση Εταιρειών 22/2015 Ε.Δ. Λεμεσού εκδόθηκε Απόφαση ημερ. 9.6.2015 σε δευτερογενή αίτηση που καταχωρίστηκε και επιδικάστηκαν υπέρ της Ενάγουσας έξοδα. Είναι η θέση του Βαφέα πως όλα τα ποσά που έχουν επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας συνιστούν περιουσιακό στοιχείο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ώστε να αποπληρωθούν τα έξοδα της Εναγόμενης 9 στην περίπτωση που η αξίωση απορριφθεί με έξοδα εναντίον της Ενάγουσας. Προβάλλεται ακόμα η περαιτέρω θέση ότι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η Ενάγουσα στερείται οικονομικών πόρων για να αποπληρώσει τα έξοδα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης του διατάγματος γιατί τούτο θα έχει ως αποτέλεσμα η Ενάγουσα θα στερηθεί του δικαιώματος της για πρόσβαση στη δικαιοσύνη και τούτο αφού, όπως ουσιαστικά παραδέχεται, η Ενάγουσα δεν έχει επί του παρόντος την οικονομική δυνατότητα να καταθέσει οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή ασφάλειας εξόδων. Η Αίτηση εδράζεται στο άρθρο 382 των περί Εταιρειών Νόμων, Κεφ.113 το οποίο προνοεί ότι: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Αναφέρεται στην Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ πρώην Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1314, 1318 ότι: «Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου» Και στην σελ. 1322: «Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη τις όλες συνθήκες, καθώς και το πιθανόν βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια.» Στην Conway v. Elia
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, 1656-7 αναφέρεται ότι: «Η απόφαση στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087, διαγράφει το πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου κάτω από τη Δ.60, θ.1, υπό το πρίσμα των συνταγματικών διατάξεων που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πρόσβασης του ατόμου στη Δικαιοσύνη. Ως υπέδειξε το Δικαστήριο στην Continental Ins. Co of Hampshire v. O'Regan, η ασφάλεια για τα έξοδα παρέχεται υπό το πρίσμα των διατάξεων του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και των αντίστοιχων διατάξεων του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, οι οποίες κατοχυρώνουν την πρόσβαση του ατόμου στο δικαστήριο ως θεμελιώδες δικαίωμά του. Συναρτάται, τοιουτοτρόπως, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με τη δυνατότητα του ενάγοντος ή του εφεσείοντος, ως η περίπτωση, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια, να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια.» Στην Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698, 1700 αναφέρεται ότι: «Η νομική πτυχή του ζητήματος έχει ευθυγραμμιστεί από τη νομολογία μας, στην οποία γίνεται αναφορά στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος μας και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που έχει κυρωθεί από την πολιτεία μας με το Ν. 39/62. Οι σχετικές αποφάσεις είναι: Continental Ins.co of Hampshsire v. O'Regan
(1998)1 A.Α.Δ. 1087, που υιοθετήθηκε και στην πολιτική έφεση 11265 Vincent David Conway ν. Νεόφυτου Ηλία, ημερ. 21.10.2002. Στις πιο πάνω υποθέσεις αντικείμενο συζήτησης ήταν η Δ.60 θ.1, που προνοεί για ασφάλεια εξόδων όταν ενάγων στην αγωγή ή εφεσείων σε έφεση είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο. Οι νομικές όμως αρχές που ισχύουν για την πιο πάνω διάταξη, και τη Δ.35 που μας αφορά, είναι οι ίδιες. Η θεμελιακή σκέψη είναι πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση τέτοιας αίτησης, έχει ως βάση τη δυνατότητα του ενάγοντος, ή του εφεσείοντος ανάλογα με την περίπτωση, να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια. Αν δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα το αίτημα απορρίπτεται. Η λογική πίσω από τη σκέψη έγκειται στην αρχή πως, αν η έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων απολήγει σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, τότε δεν εκδίδεται η διαταγή. Υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, που διασφαλίζουν οι πιο πάνω συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις. Στην υπόθεση που εξετάζουμε οι ίδιοι οι αιτητές αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση πως προχώρησαν με εκτέλεση των αποφάσεων εναντίον του καθ' ου η αίτηση, η οποία όμως δεν τελεσφόρησε γιατί δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσία. Αφήνεται δε να νοηθεί, πως ο καθ΄ου η αίτηση δεν πληρώνει γιατί δεν έχει τα μέσα. Τα ίδια ισχυρίζεται και ο καθ΄ου στην ένσταση του.» Στην Επίσημος Παραλήπτης ως εκκαθαριστής της K.S.S. Trading Ltd ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1(B) A.A.Δ. 1446, 1455-7 αναφέρεται ότι: «Υπενθυμίζουμε κατ' αρχάς την Continental Ins. Co. of Hampshire v. O'Regan
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1087, όπου αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Λέχθηκαν εκεί τα εξής: «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October
  1. Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτή σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: ".............. it cannot be assumed that a request for security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψή μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd [1892] 66 L.T.R.
  2. Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο.» Την ίδια γραμμή ακολούθησε το Εφετείο και στις υποθέσεις Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698 και Stadland Holdings Ltd κ.ά., ν. Ευσταθίου κ.ά.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809. Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία: Βλ. Golder v. U.K. Series A Vol. 18
(1975)σελ. 1, Ashingdane v. U.K., Series A Vol. 93
(1985)σελ. 1, Tolstoy Miloslavsky v. U.K. Series A Vol. 316
(1996)σελ. 51, Ait-Mouhoud v. France, ECHR Reports of Judgments and Decisions 1998 - VIII No. 96 σελ. 3214, Kreuz v. Poland, ECHR Reports of Judgments and Decisions 2001 - VI σελ. 127, Jedamski and Jedamska v. Poland 73547/01 ECHR Reports of Judgments and Decisions 2005 σελ. 538.» Στην Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της Blue Seal Shoes Ltd ν. Χρ. Ιωάννου Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Π.Ε. 66/13 ημερ. 30.1.2015 αναφέρεται ότι: «Το ζήτημα εξετάστηκε σε βάθος στην Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφάλειες Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(2005)1 Α.Α.Δ. 1446 με αναφορά στα άρθρα 30.2 του Συντάγματος και 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, ως και με την ανασκόπηση της μέχρι τότε διαμορφωθείσας κυπριακής, αγγλικής και ευρωπαϊκής νομολογίας. Ό,τι προκύπτει σχετικά είναι ότι ναι μεν ο Νόμος δίδει δυνατότητα έκδοσης διαταγής για εξασφάλιση εξόδων εναντίον αφερέγγυας εταιρείας, αλλά κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να εξισορροπούνται τρεις παράγοντες. Ο πρώτος, η οικονομική αδυναμία της εταιρείας, ο δεύτερος, η εύλογη ανησυχία του αντιδίκου της ότι στην περίπτωση που επιτύχει στην υπεράσπισή του δεν θα επανακτήσει τα έξοδά του και, ο τρίτος, το δικαίωμα πρόσβασης κάθε φυσικού και νομικού προσώπου στο Δικαστήριο. Και αυτό πάντοτε στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για διακριτική ευχέρεια.» Επομένως, η οικονομική αδυναμία της Ενάγουσας, που είναι το γεγονός πάνω στο οποίο εδράζεται το αίτημα για παροχή ασφάλειας εξόδων, συνιστά ταυτόχρονα παράμετρο που λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση του ενδεχομένου να αποβεί διάταγμα για την παροχή τέτοιας ασφάλειας ανυπέρβλητο εμπόδιο για την Ενάγουσα της οποίας η αξίωση να απορριφθεί και έτσι να στερηθεί ουσιαστικά της πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Στην Garcia Manibardo v. Spain Application No. 38695/97, ημερ. 29.6.2000, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επιβεβαιώνεται ότι η επιβολή σε διάδικο να καταβάλει χρηματικό ποσό μπορεί, σε συνάρτηση και με την οικονομική του κατάσταση, να συνιστά στην ουσία αποστέρηση του δικαιώματος του προσφυγής στη δικαιοσύνη. Η υπόθεση αφορούσε διάδικο του οποίου η έφεση κηρύχθηκε απαράδεχτη επειδή δεν κατέθεσε το προβλεπόμενο ποσό που πρόσωπα που λαμβάνουν νομική αρωγή υποχρεούνται, δυνάμει της σχετικής Ισπανικής νομοθεσίας, να καταθέτουν όταν καταχωρούν έφεση. Η Ενάγουσα εγείρει και ζήτημα καθυστέρησης στην προώθηση του αιτήματος για ασφάλεια εξόδων. Η συναφής Δ.60, θ.1 αναφέρει ρητά ότι η διαταγή για ασφάλεια εξόδων μπορεί να διαταχθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, ενώ το άρθρο 382 δεν καθορίζει χρόνο. Ωστόσο, η καθυστέρηση είναι παράγοντας που μπορεί να προσμετρήσει ώστε να μην εκδοθεί διάταγμα για ασφάλεια εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση η Αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση σε σχέση με τα γεγονότα που η Εναγόμενη 9 επικαλείται ότι καταδεικνύουν την αφερεγγυότητα της Ενάγουσας και επιτείνουν την δική της ανησυχία ότι σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής και επιδικασμού των εξόδων υπέρ της αυτά θα παραμείνουν ανικανοποίητα. Το γεγονός ότι περιέπεσαν στην αντίληψη της με την καταχώριση ανάλογων αιτήσεων από άλλους συνεναγόμενους δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Στην Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α ν. Παντελή, Π.Ε. 229/2015, ημερ. 13.2.2017 με αναφορά στο άρθρο 382 σημειώνεται ότι: «Όμως το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης να απορρίψει την αίτηση εναντίον εταιρείας για παροχή ασφάλειας εξόδων ακόμα και όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του Εναγομένου. Όμως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, συνήθως το Δικαστήριο εκδίδει το αιτούμενο διάταγμα για παροχή ασφάλειας για έξοδα, εκτός εάν καταλήξει ότι υπάρχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του.» Κατέληξε το Δικαστήριο: «Εξετάσαμε το θέμα κατά πόσον συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που ενεργούν προς όφελος της εφεσείουσας 1 ή θα ήταν άδικο γι' αυτήν η έκδοση τέτοιου διατάγματος αλλά δεν έχουμε πεισθεί ως προς την ύπαρξη τέτοιων περιστάσεων. Η ένσταση προωθήθηκε μόνο στη βάση της οικονομικής ανικανότητας των εφεσειόντων/καθ' ων η αίτηση να παράσχουν ασφάλεια χωρίς να προβληθεί οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο ή μαρτυρία που να συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν τρεις λόγοι που συνηγορούν υπέρ της μη έκδοσης του εξαιτούμενου διατάγματος. Όταν το επίδικο θέμα της αγωγής αφορά σε αξίωση σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας εταιρείας και η θέση είναι ότι οι εναγόμενοι αδικοπράγησαν και αφαίμαξαν την εταιρεία από όλη ή σχεδόν όλη της την περιουσία, αυτό συνιστά λόγο ώστε να μη διαταχθεί η εταιρεία να καταβάλει ασφάλεια εξόδων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ισχυριζόμενη αδικοπραγία, που μόνο κατά τη δίκη θα διαφανεί αν είναι βάσιμη, συνδέεται ή και προκαλεί την αδυναμία της ενάγουσας εταιρείας να ανταποκριθεί στην καταβολή εγγύησης για τα έξοδα (βλ. Sir Lindsay Parkinson and Co Ltd v. Triplan Limited [1973] QB 273, 286). Οι επίδικες μετοχές ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης 1 και όπως φαίνεται η Ενάγουσα δεν έχει άλλη κινητή ή ακίνητη περιουσία αλλά ο μοναδικός της σκοπός ήταν η κατοχή του 50% των μετοχών της Εναγόμενης 1. O δεύτερος λόγος αφορά στη μαρτυρία ότι η ενάγουσα δικαιούται σε ποσό χρημάτων που επιδικάστηκε υπέρ της σε διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Έστω και αν δεν προχώρησαν μέτρα εκτέλεσης, υφίσταται η προοπτική ότι τα έξοδα που μπορεί να επιδικαστούν στην παρούσα αγωγή εναντίον της Ενάγουσας σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής θα ικανοποιηθούν. Ο τρίτος λόγος αφορά στην καθυστέρηση στην προώθηση της Αίτησης και ενώ έχει δημιουργηθεί στην Ενάγουσα η εύλογη προσδοκία ότι η εκδίκαση της απαίτησης της θα αρχίσει σύντομα και αφού στο μεταξύ θα πρέπει να έχει υποβληθεί ή εκτεθεί σε σημαντικά έξοδα για την εκπροσώπησή της. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων της Εναγόμενης 9 θα προκαλούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο στην Ενάγουσα και θα οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής της εναντίον της Εναγόμενης 9 στερώντας από την Ενάγουσα τη δυνατότητα προώθησης της εναντίον της αξίωσής της. Τούτου δοθέντος και λαμβάνοντας υπόψη τους πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο καταλήγει ότι το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη θα πρέπει εδώ να υπερισχύσει και η διακριτική του ευχέρεια να ασκηθεί ώστε να αποκλίνει από την έκδοση του εξαιτούμενου διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 9 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για ασφάλεια εξόδων

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.