Ανδρέας Γεωργίου ν. Λάζαρος Λαζάρου Χαραλάμπους, Αρ. αγωγής: 2572/16, 25/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 2572/16 Ανδρέας Γεωργίου Ενάγοντας εναντίον Λάζαρος Λαζάρου Χαραλάμπους Εναγόμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:25/4/2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντα - αιτητή: κ. Ανδρέας Γεωργίου Για εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση: κ. Γρηγόρης Παρασκευά ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπο εξετάση αίτηση ο ενάγοντας ζητά την έκδοση συνοπτικής αποφάσεως ναντίον του εναγομένου, με νομικό υπόβαθρο την Δ.18 θ.1-9 και Δ.48 θ.1-4 και
- Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι έχει να λαμβάνει από τον εναγόμενο το ποσόν των €5.000, δυναμει δύο επιταγών έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, δηλαδή κατόπιν δανείου και τις οποίες έχει επισυνάψει ως τεκμήρια 1 και
- Αυτές οι επιταγές κατέστησαν πληρωτέες 15 Σεπτεμβρίου 2014 και στις 22 Σεπτεμβρίου 2014 και ο εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει και εξοφλήσει αυτές και συνακόλουθα το πόσο κατέστη πληρωτέο και απαιτείτο. Ο εναγόμενος δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό μετά την έγερση της αγωγής και ο ενάγοντας αναφέρει ότι από ότι γνωρίζει και πιστεύει, ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και ότι καταχώρησε εμφάνιση στις 3 Νοεμβρίου 2016 μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως. Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση, με νομικό υπόβαθρο την Δ.18 θ.1-6 και 9, Δ.39 θ.2 Δ.48 θ.1-4, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην σχετική νομολογία και της εγγενούς και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Προέβαλε τρεις λόγους ενστάσεως και πιο συγκεκριμένα, αναφέρει ότι έχει καλό και συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση και καλή ουσιαστική και καλόπιστη υπεράσπιση και συνακόλουθα θα πρέπει να του δοθεί άδεια για την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης του. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι οι επίδικες επιταγές δεν φέρουν την υπογραφή του και ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι επίδικες επιταγές δοθείσαν έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος, δηλαδή κατόπιν δανείου, είναι ψευδείς και στερούμενος λογικού ερείσματος και είναι ψευδείς, διότι ο εναγόμενος ούτε δανείστηκε, ούτε καν γνωρίζει τον ενάγοντα κατά τον επίδικο χρόνο και στερούμενος λογικού ερείσματος, διότι δεν είθισται η πράξη δανεισμού μεταξύ αγνώστων και μάλιστα με ασύμβατες επαγγελματικές ιδιότητες και η αξίωση του ενάγοντα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί καθαρή και αδιαμφισβήτητη. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του εναγομένου. Αναφέρει ότι έχει καλή υπεράσπιση και υφίστανται τέτοια στοιχεία τα οποία δύνανται να θεωρηθούν επαρκεί για την στήριξη της υπεράσπισης του, έτσι ώστε το δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώριση της έκθεσης υπεράσπισης του. Ακολούθως ο εναγόμενος προβαίνει σε μία καθολική άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και ειδικότερα απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει νόμιμο αντάλλαγμα και μάλιστα υπό μορφή δανεισμού για το συνολικό ποσό των €5.000 σε δύο δόσεις των €2.500 έκαστη. Ο εναγόμενος κατά τον επίδικο χρόνο δεν γνώριζε τον ενάγοντα, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και ουδέποτε υπήρξε πελάτης του και κατηγορηματικά ουδέποτε δανείστηκε από αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ο ισχυρισμός του περί καλού ανταλλάγματος στην βάση δανείου, στερείται οποιουδήποτε λογικού ερείσματος, διότι κανένας εχέφρων δεν δανείζει σε αγνώστους και μάλιστα όταν ο ίδιος λόγω της φύσης του επαγγέλματος του γνωρίζει καλύτερα το παράλογο και επικίνδυνο τέτοιας εξωπραγματικής συναλλακτικής πρακτικής. Παραδέχεται ότι οι επίδικες επιταγές δεν εξαργυρώθηκαν από την τράπεζα, πλην όμως αυτές δεν φέρουν την υπογραφή του και ειδικότερα αναφέρει ότι αυτές μαζί με άλλες 12 επιταγές που εκδόθηκαν από το βιβλιάριο επιταγών του και πιο συγκεκριμένα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Γερμασόγειας και κυκλοφόρησαν σε διάφορους εμπόρους και δεν τις έχει υπογράψει ο ίδιος, γεγονός το οποίο κατάγγειλε 4 Ιουνίου 2015 στο τμήμα ανιχνεύσεως εγκλημάτων Λεμεσού και κατέθεσε προς αυτόν το σκοπό το τεκμήριο
- Ανέφερε επίσης ότι για οκτώ από τις συνολικά 14 επιταγές που προανέφερε ότι δεν φέρουν την υπογραφή του, αντιμετωπίζει τέσσερις ποινικές υποθέσεις τις οποίες έχει αναφέρει τους αριθμούς τους και οι δύο επιταγές που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, αποτελούν παράλληλα και της επίδικης επιταγής σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση που έχει καταχωρήσει ο ίδιος ο ενάγοντας ως κατήγορος σύμφωνα με το ποινικό κατηγορητήριο. Για αυτές τις τέσσερις ποινικές υποθέσεις έχει κάνει μέσω του δικηγόρου του αίτημα γραφολογικής εξετάσεως από εμπειρογνώμονα γραφολόγο προς τους συνηγόρους της κάθε αντίδικης πλευράς και καταχώρησε ως τεκμήρια 2 και 3 σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση τις σχετικές ειδοποιήσεις. Ο ενάγοντας προσήλθε στις 22 Φεβρουαρίου σε αυτήν την συνάντηση, αλλά αδυνατούσε να προσκομίσει τα πρωτότυπα των επίδικων επιταγών, διότι τα είχε ήδη επισυνάψει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση στην παρούσα αγωγή και αυτός ήταν ο λόγος που δεν έγινε η γραφολογική εξέταση των δύο επιταγών, διότι τα πρωτότυπα των επιταγών είναι απαραίτητα για την εγκυρότητα και σαφήνεια κάθε γραφολογικής εξετάσεως και για όλους τους πιο πάνω λογούς ο εναγόμενος αναφέρει ότι έχει καλή υπεράσπιση και θα πρέπει να του δοθεί το σχετικό δικαίωμα υπερασπίσεως. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α)[1] ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. (β) Ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. (γ) Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από αυτό, πρέπει όμως, να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (βλ. Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 στη σελ.133). Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 σελ. 789). Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Στην Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 791 - 792: «Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ. 14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ. 14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ. 14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ. 14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές."» Από πλευράς εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πιο πάνω, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b)[2]) Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 στις σελ. 337 - 338 και 339 - 340). Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. στις σελ. 1080-1081 - απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Η διαδικασία που ακολουθείται με την Δ. 18 επιτρέπει στην σύντομη έκδοση απόφασης χωρίς της διεξαγωγή δίκης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δ. Χριστοδούλου στην Sensus Gymnasium Ltd κ.α ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφεση 27/2010, 4/9/2013: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818.)» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ Το δικαστήριο αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας εξετάσει την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την κάθε πλευρά και έχοντας μελετήσει τις αγορεύσεις αμφοτέρων των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής αποφάσεως. Ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις, αυτές πληρούνται, διότι έχει καταχωρηθεί το ειδικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως, ο ενάγοντας επιβεβαιώνει και επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και την αξίωση του και αναφέρει ότι ο εναγόμενος δεν εχει καλή υπεράσπιση. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος δεν έπεισε το δικαστήριο και γενικά δεν προέβαλε οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση για τους εξής λόγους: Ο εναγόμενος συνδέει τις επίδικες επιταγές με καταγγελία που έχει προβεί στην αστυνομία ότι αυτές δεν φέρουν την υπογραφή του, πλην όμως η καταγγελία αφορά για επιταγές που εκδόθηκαν από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Γερμασόγειας, ενώ οι επίδικες επιταγές αφορουν επιταγές από άλλο τραπεζικό ίδρυμα και πιο συγκεκριμένα από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και συνακόλουθα δεν υπάρχει οποιαδήποτε διασύνδεση των επίδικων επιταγών με τη σχετική καταγγελία. Ακόμα όμως και να ήταν του ίδιου τραπεζικού ιδρύματος και πάλι τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν καλή υπεράσπιση, διότι ο εναγόμενος δεν κάνει καμία απολύτως αναφορά για το πως απώλεσε αυτές τις επιταγές ή ακόμα και το βιβλιάριο επιταγών και μέσα από το τεκμήριο 1, το μόνο που αναφέρει είναι ότι ο εναγόμενος κατάγγειλε για πληροφορία της αστυνομίας ότι 14 επιταγές, από άλλο τραπεζικό ίδρυμα από αυτό των επίδικων επιταγών, κυκλοφόρησαν σε διάφορους εμπόρους στη Λεμεσό, Λάρνακα και Πάφο, τις οποίες όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, δεν τις έχει υπογράψει ο ίδιος και αυτή η αναφορά δεν κρίνεται ότι μπορεί να στοιχειοθετήσει καλή υπεράσπιση, διότι επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, θα αναμενόταν λογικά ο εναγόμενος να προβεί σε καταγγελία εναντίον του ενάγοντα, είτε για το αδίκημα της πλαστογραφίας, είτε για το αδίκημα της απάτης, ή των ψευδών παραστάσεων, από τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι η υπογραφή του δεν είναι η δική του, πράγμα το οποίο δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Επίσης τα όσα ανέφερε αναφορικά με την μη διενέργεια γραφολογικής εξετάσεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή κάλλιστα μπορούσε να γίνει, διότι αυτές οι επιταγές ήταν ήδη καταχωρημένες στο φάκελο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και θα μπορούσαν να εξεταστούν, αφού υπήρχε το εχέγγυο ότι αυτές βρίσκονταν εντός του φακέλου της παρούσας διαδικασίας Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι δυνατό να αναμένει να διενεργηθεί η οποιαδήποτε γραφολογική εξέταση και εν παση περιπτώση, δεν θα πετύχαινε οτιδήποτε αυτή η γραφολογική εξέταση για τον εναγόμενο για τον πολύ απλό λόγο, ότι ο ισχυρισμός του ότι οι επιταγές δεν φέρουν την υπογραφή του συνδέεται με επιταγές που εκδόθηκαν από άλλο τραπεζικό ίδρυμα και όχι από το τραπεζικό ίδρυμα που αναγράφεται στις επίδικες επιταγές και συνακόλουθα δεν θα είχε οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επίσης το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οποιαδήποτε παρανομία ή παρατυπία στο γεγονός ότι ο ενάγοντας, όντας δικηγόρος, έχει προβεί σε δανεισμό προς τον εναγόμενο και αυτό εμπιπτει στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων. Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει προβάλλει καλή υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με τις επίδικες επιταγές. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπαθήσει να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως νόμω και ουσία βάσιμη και η ένσταση ως νόμω και ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €5.000 με νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχωρήσεως της αγωγής, πλέον έξοδα όπως αυτά υπολογιστουν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής [1] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. [2] Ord.18, r.3. (b): The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim.