Che Yang ν. Eminently Real Estate Development Co. Ltd, Αριθμός Αγωγής: 87/2016, 11/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 87/2016 Μεταξύ: Che Yang Ενάγουσας/Αιτήτριας και Eminently Real Estate Development Co. Ltd Εναγόμενης/Καθ΄ης η Αίτηση Ημερομηνία: 11 Απριλίου, 2017 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: Η κα Χρ. Αθανασιάδου για Νικολαϊδης Στυλιανού Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: Ο κ. Σπύρος Βασιλείου για Μ. Φούρναρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης) Με την αίτηση της η ενάγουσα - αιτήτρια (στη συνέχεια «η αιτήτρια»), αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγόμενης - καθ΄ης η αίτηση (στη συνέχεια «η καθ΄ης η αίτηση»), ως η έκθεση απαιτήσεως της πλέον τα δικαστικά έξοδα και Φ.Π.Α. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.18 Θ1,2 και Δ.48 Θ 1,2 και 3 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2,r.1) στις 18.01.2016 στην οποία η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στις 16.02.
- Της εμφάνισης της καθ΄ης η αίτηση ακολούθησε καταχώριση από την αιτήτρια της έκθεσης απαιτήσεως της την 18.02.2016 και ακολούθως της παρούσας αίτησης με ημερομηνία 23.03.
- Η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως την 24.11.
- Η υπόθεση τόσο πριν την καταχώρηση της πιο πάνω ειδοποίησης περί προθέσεως ενστάσεως όσο και μεταγενέστερα της καταχώρησης της ορίστηκε επανειλημμένως για οδηγίες με σκοπό τη συζήτηση της υπόθεσης με σκοπό τη διευθέτηση της. Τα γεγονότα της αίτησης υποστηρίζονται από το φάκελο της δικογραφίας και από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η αιτήτρια. Δηλώνει ότι είναι από την Κίνα και πολίτης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και η καθ΄ης η αίτηση είναι εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων με έδρα την Λεμεσό. Υποστηρίζει ότι κατά η περί τα τέλη του 2014, μέσω οικογενειακών της φίλων ήρθε σε επαφή με την καθ΄ης η αίτηση στην Κίνα, μέσω των διευθυντών της, οι οποίοι την ενημέρωσαν ότι ασχολείται με την ανέγερση οικοδομών στην Κυπριακή Δημοκρατία. Μετά τα πιο πάνω επισκέφθηκε την Κύπρο με σκοπό να εξεύρει και να αγοράσει κατοικία με απώτερο στόχο να εξασφαλίσει άδεια μόνιμης παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία (Permanent Residency) για την ίδια και την οικογένεια της. Μέσω των διευθυντών και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων της καθ΄ης η αίτηση, της παρουσιάστηκε το οικοδομικό έργο υπό την ονομασία «Grammer Project» στην Λεμεσό το οποίο όπως της παρέστησε η καθ΄ης η αίτηση, μέσω των διευθυντών και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων της, θα ανεγείρετο επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/9432, φ/Σχ 0/2-203-342, τμήμα 6, τεμάχιο 166 (στο εξής το «Τεμάχιο») στον Άγιο Αθανάσιο. Εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του εν λόγω Τεμαχίου ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η καθ΄ης η αίτηση. Η τελευταία μέσω των διευθυντών και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων της, της παρέστησε ότι η κατοικία αρ. 2 την οποία η καθ΄ης η αίτηση θα ανήγειρε στο εν λόγω τεμάχιο θα κατασκευαζόταν και θα της παραδιδόταν πριν ή κατά την 30.11.2015 χρησιμοποιώντας κατασκευαστικές μεθόδους και υλικά που θα της επέτρεπαν τη γρήγορη ανέγερση οικοδομών, παρουσιάζοντας της ότι η καθ΄ης η αίτηση είχε ήδη εξασφαλίσει όλες τις σχετικές άδειες για την άμεση ανέγερση του έργου. Με βάση τις πιο πάνω παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις της καθ΄ης η αίτηση αποδέχτηκε να συμβληθεί γραπτώς με αυτή για την αγορά της πιο πάνω κατοικίας αρ.
- Έτσι κατά η περί την 01.05.2015 υπέγραψε πωλητήριο έγγραφο (Contract of Sale για την αγορά της πιο πάνω κατοικίας για το ποσό των €430.000,00 πλέον Φ.Π.Α. Το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με αύξων αριθμό ΠΩΕ644/
- Ήταν ρητός και ουσιώδης όρος του Πωλητηρίου Εγγράφου ότι η κατοικία θα παραδινόταν από την καθ΄ης η αίτηση κατά ή πριν την 30.11.2015 και η αιτήτρια - αγοράστρια θα λάμβανε την κατοχή της κατά την ολοκλήρωση της κατοικίας μαζί με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος αγοράς και την παράδοση σε αυτή των κλειδιών της. Περαιτέρω κατά τον χρόνο παράδοσης της κατοχής, η αγοράστρια θα επιθεωρούσε την κατοικία πριν αποδεχτεί την παράδοση της. Στην περίπτωση όπου η παράδοση της κατοικίας υπερέβαινε την ημερομηνία 30.11.2015, η καθ΄ ης η αίτηση θα είχε την υποχρέωση να καταβάλλει κάθε μήνα στην αγοράστρια 0,5% επί της αξίας της κατοικίας. Η ίδια δηλώνει ότι τήρησε πιστά τους όρους της εν λόγω συμφωνίας και τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Κατέβαλε στην καθ΄ης η αίτηση μέχρι και την 22.07.2015 έναντι του τιμήματος αγοράς το συνολικό ποσό των €337.900,00 σε δόσεις σύμφωνα με τους όρους του Πωλητηρίου Εγγράφου. Τον Σεπτέμβριο του 2015 ήρθε στην Κύπρο και επισκέφτηκε το τεμάχιο για να διαπιστώσει την πρόοδο ανέγερσης της κατοικίας. Κατά την επίσκεψη της εκεί διαπίστωσε ότι καμία πρόοδος δεν είχε γίνει με την ανέγερση της κατοικίας και επί του επίδικου τεμαχίου υπήρχε μόνο μια εκσκαφή ενώ κανονικά θα έπρεπε ήδη να είχε ανεγερθεί η κατοικία σύμφωνα πάντοτε με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου. Περαιτέρω κατά την επίσκεψη της στο τεμάχιο διαπίστωσε ότι κανένα οικοδομικό συνεργείο δεν εργαζόταν και κανένας εργολάβος δεν εκτελούσε εργασίες στο έργο. Γενικά φαινόταν ότι το έργο είχε εγκαταλειφθεί. Μετά την πιο πάνω επίσκεψη της ήταν πλέον προφανές ότι η καθ΄ης η αίτηση δεν θα ήταν σε θέση να της παραδώσει την κατοικία μέχρι την 30.11.2015 ως είχε συμφωνηθεί και προς τον σκοπό αυτό αποφάσισε όπως λάβει νομική συμβουλή. Από έρευνα που διεξήγαγαν οι δικηγόροι της διαπιστώθηκε ότι όχι μόνο η καθ΄ης η αίτηση απέτυχε να ξεκινήσει την ανέγερση της κατοικίας αλλά απέτυχε επίσης να εξασφαλίσει από τις αρμόδιες αρχές τις απαραίτητες άδειες για την νόμιμη ανέγερση της. Συγκεκριμένα, είχε διαφανεί από έρευνα των δικηγόρων της μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας, με το Δήμο Αγίου Αθανασίου, ότι η αίτηση για πολεοδομική άδεια για την εν λόγω ανέγερση με αναφορά ΛΕΜ0519/15 είχε απορριφθεί (αυτό της επιβεβαιώθηκε και γραπτώς σε μεταγενέστερο στάδιο από τον Δήμο), πράγμα που η καθ΄ης η αίτηση γνώριζε και απατηλά συνέχισε να απαιτεί από αυτήν την καταβολή του υπόλοιπου ποσού των €100.000,00 στο τέλος του Ιουλίου
- Είναι η θέση της, αλλά και όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, ενόψει των πιο πάνω γεγονότων και εφόσον η καθ΄ης η αίτηση απέτυχε να εξασφαλίσει εγκαίρως τις απαιτούμενες άδειες για να δύναται να προχωρήσει με την ανέγερση της κατοικίας, ότι δεν έχει εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις να ανεγείρει και να της παραδώσει την κατοικία μέχρι την 30.11.
- Έτσι από μόνη της προκάλεσε την αποκήρυξη του πωλητηρίου εγγράφου και των όρων του (repudiatory breach). Ενόψει των πιο πάνω και εφόσον ο χρόνος ανέγερσης και παράδοσης της κατοικίας ήτοι 30.11.2015 είχε παρέλθει, με επιστολή που απέστειλαν οι δικηγόροι της στην καθ΄ης η αίτηση με ημερομηνία 01.12.2015 τερμάτισε το πωλητήριο έγγραφο και απαίτησε από την καθ΄ης η αίτηση την επιστροφή όλων των ποσών που είχε καταβάλει έναντι του τιμήματος αγοράς ήτοι το ποσό των €337.900,
- Περαιτέρω, μετά τον πιο πάνω τερματισμό, μέσω των δικηγόρων της, στάλθηκε επιστολή στο Δήμο Αγίου Αθανασίου με την οποία γνωστοποιήθηκε στις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου ότι κατά τον Δεκέμβριο του 2015 ξεκίνησαν οικοδομικές εργασίες επί του επίδικου Τεμαχίου χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση των αναγκαίων αδειών. Η καθ΄ης η αίτηση παρέλειψε να ανταποκριθεί στην πιο πάνω επιστολή και να της επιστρέψει τα χρήματα τα οποία της κατέβαλε. Στις 16.12.2015 επιδόθηκε στην καθ΄ης η αίτηση στο εγγεγραμμένο γραφείο της και στην γραμματέα της και δεύτερη επιστολή ενημερώνοντας την για την πρόθεση της να προχωρήσει με ένδικα μέσα για την επιστροφή των χρημάτων της. Στις 25.02.2016 κοινοποιήθηκαν στους δικηγόρους της δύο επιστολές του Δήμου Αγίου Αθανασίου ημερομηνίας 22.02.2016 και 24.02.
- Η πρώτη επιστολή απευθυνόταν στην καθ' ης η αίτηση με την οποία ενημερωνόταν ότι είχε παρατηρηθεί διεξαγωγή εργασιών ανέγερσης εντός του επίδικου τεμαχίου χωρίς τις απαιτούμενες άδειες και εναντίον των κανονισμών διατάσσοντας την όπως σταματήσει άμεσα τις εργασίες. Η δεύτερη επιστολή ενημέρωνε τους δικηγόρους της ότι είχε σταλεί προειδοποιητική επιστολή στην εναγόμενη για να σταματήσει της εργασίες μέχρι την εξασφάλιση των σχετικών αδειών. Η αποτυχία της καθ΄ης η αίτηση να εξασφαλίσει τις απαραίτητες άδειες για την νόμιμη ανέγερση της κατοικίας ήταν γεγονότα γνωστά και/ή γεγονότα που όφειλαν να ήταν γνωστά στην καθ΄ης η αίτηση πριν αλλά και κατά τον χρόνο σύναψης του πωλητηρίου εγγράφου. Εντούτοις, η καθ΄ης η αίτηση απατηλά και σκόπιμα απέκρυψε από αυτή την αδυναμία της να εκπληρώσεις τις συμβατικές της υποχρεώσεις στα πλαίσια του χρόνου που ορίστηκε στη συμφωνία τους παραπλανώντας την ότι μέχρι την 30.11.2015 θα την ολοκλήρωνε και θα της την παρέδιδε. Παρά τον πιο πάνω τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, η καθ' ης η αίτηση αμελεί και/ή αρνείται να της επιστρέψει τα ποσά που κατέβαλε. Περαιτέρω ενόψει των πιο πάνω παραβάσεων της καθ΄ης η αίτηση, έχει υποστεί τις ακόλουθες ζημίες: (α) Δικηγορικά έξοδα ύψους €3.570,00 που καταβλήθηκαν στο δικηγορικό γραφείο GEORGE CHARALAMBIDES & CO LLC για την προετοιμασία του Πωλητηρίου εγγράφου. (β) €773.50 χαρτόσημα επί του Πωλητηρίου Εγγράφου. (γ) €1,463.70 δικηγορικά έξοδα ήτοι ποσό που καταβλήθηκαν στο δικηγορικό γραφείο NICOLAIDES STYLIANOU LLC. (δ) €65.00 τέλη που καταβλήθηκαν στο κτηματολόγιο για διεξαγωγή έρευνας επί της περιουσίας της Εναγόμενης . Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της και καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Όπως ενημερώθηκε από τους δικηγόρους της, η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στις 16.02.2016 και μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρήσει υπεράσπιση. Η εμφάνιση καταχωρήθηκε μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Προς υποστήριξη όλων των πιο πάνω ισχυρισμών της και των γεγονότων της υπόθεσης επισύναψε στην ένορκη δήλωση της ως τεκμήρια τα σχετικά έγγραφα. Δηλώνει ότι όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της η καθ΄ης η αίτηση δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή και ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δικαιούται σε απόφαση υπέρ της ως η απαίτηση στην Έκθεση Απαίτησης της. Περαιτέρω αναφέρει ότι αν επιτραπεί στην καθ΄ης η αίτηση να υπερασπισθεί την υπόθεση, θα υπάρξει περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση και στην είσπραξη του λαβείν της που εκκρεμεί ήδη από το τέλος του
- Η καθ΄ης η αίτηση με την ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως της προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης και ζητεί την απόρριψη της αίτησης:
(1)Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής.
(2)Η αίτηση είναι νόμο και ουσία αβάσιμη και ανυπόστατη.
(3)Δεν συντρέχουν και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
(4)Η καθ΄ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση.
(5)Τα γεγονότα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύουν την αίτηση δεν είναι αρκετά και/ή ικανά και είναι ελλιπή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν συνάδουν με την πραγματικότητα και/ή με την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας.
(6)Η ενάγουσα με την ένορκη της δήλωση απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία δεν δικαιολογούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Zhou Liang. Δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία της καθ' ης η αίτηση και προσωπικά γνώστης όλων των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση αυτή και κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση όπως προβεί σε αυτή την ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι έχει μελετήσει με προσοχή την ένορκη δήλωση της κας Che Yang. Παραδέχεται ότι η αιτήτρια ήρθε σε επαφή μαζί τους για αγορά κατοικίας όμως κατά κύριο λόγο ο σκοπό της αγοράς κατοικίας ήταν για έκδοση άδειας μόνιμης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τον Ιανουάριο του 2015, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας πράγματι επισκέφτηκε τα γραφεία της εταιρείας όπου και αποφάσισε ποια κατοικία θα ήθελε να αγοράσει. Βλέποντας τα αρχιτεκτονικά σχέδια του ακινήτου που θα αγόραζε, αποφάσισε η αιτήτρια να προβεί σε αλλαγές, τις οποίες αλλαγές την ενημερώσαμε ότι θα γίνουν νοουμένου ότι εγκριθούν από την πολεοδομική Αρχή. Τα σχέδια υποβλήθηκαν με τις τροποποιήσεις ως οι οδηγίες της αιτήτριας, όμως μετά από κάποια καθυστέρηση η απάντηση της πολεοδομικής αρχής ήταν αρνητική. Δηλώνει ότι γνωστοποίησαν στην αιτήτρια την αρνητική απάντηση της πολεοδομικής αρχής η οποία και δυσανασχέτησε για την απάντηση από την Πολεοδομία. Προχώρησαν σε τροποποίηση ξανά των αρχιτεκτονικών σχεδίων όπου παρά την χρονοβόρα καθυστέρηση της πολεοδομικής αρχής έγιναν αποδεκτά, και προχώρησαν προς την υλοποίηση του έργου. Η αιτήτρια κατά το χρονικό διάστημα της δεύτερης αίτησης προς την πολεοδομία, τους γνωστοποίησε ότι θέλει να ακυρώσει την αγοραπωλησία και θέλει την επιστροφή των χρημάτων της πίσω. Ανέφεραν στην αιτήτρια ότι η αποδοχή των σχεδίων και έγκριση από την πολεοδομική αρχή δεν ήταν κάτι το οποίο μπορούσε να ελέγξει η καθ' ης η αίτηση καθώς ήταν εξωτερικός παράγοντας και ως τρίτο μέρος η πολεοδομική αρχή ήταν υπεύθυνη για την έγκριση και απόρριψη, και όχι η καθ΄ ης η αίτηση. Δηλώνει επιπλέον ότι δεν μπορούσαν να ελέγξουν τον χρόνο που θα απαντούσε η πολεοδομική αρχή, καθώς ήταν ένας ακόμα παράγοντας που δεν ήταν μέσα στα πλαίσια έλεγχου τους. Η αλλαγή των αρχιτεκτονικών σχεδίων ήταν αποκλειστικά δική της απόφαση και η καθυστέρηση και η απόρριψη της πρώτης αίτησης της πολεοδομίας δεν καθιστά υπεύθυνη την καθ' ης η αίτηση. Παραπέμπει επιπλέον στην παράγραφο 18 του αγοραπωλητηρίου εγγράφου όπου αναφέρει στην 2η παράγραφο ότι: «Εάν ο αγοραστής ζητήσει να γίνουν αλλαγές ή προσθήκες στα σχέδια και στον τρόπο κατασκευής τότε ο αγοραστής πρέπει να επιδώσει στον πωλητή γραπτή δήλωση που να αναφέρει ότι για τέτοιες αλλαγές και προσθήκες θα είναι υπόλογος των εξόδων ο αγοραστής..είναι επίσης κατανοητό από τον αγοραστή ότι οποιεσδήποτε άλλες εργασίες η αλλαγές στην οικοδομή θα προκαλέσουν καθυστέρηση στη παράδοση του ακινήτου, η νέα ημερομηνία παράδοσης θα καθοριστεί από τον πωλητή». Παρ όλα αυτά η η καθ΄ ης η αίτηση καλόπιστα προέβηκε σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες και παραχώρησε όλα τα αναγκαία έγγραφα στον δικηγόρο της αιτήτριας για να εξασφαλίσει η αιτήτρια και η οικογένεια της άδεια μόνιμης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία και απόκτησε με την βοήθεια της καθ' ης η αίτηση. Επιπλέον κατά η περί των Σεπτέμβριο του 2015 η αιτήτρια ένεκα του γεγονότος ότι ήταν πλέον ορατή η καθυστέρηση την ολοκλήρωσης του ακινήτου, λόγω της απόρριψης των σχεδίων για πολεοδομική άδεια, προέβηκε σε προφορική συμφωνία με την αιτήτρια για ολόκληρο τον χρόνο αποπεράτωσης του ακινήτου, να διαμένει σε μία άλλη κατοικία της οποίας τα κόστη του ενοικίου θα τα πληρώνει η καθ΄ ης η αίτηση και η αιτήτρια δέχτηκε αυτόν τον διακανονισμό. Η αιτήτρια και μέλη της οικογένειας της από τις 14.09.2015 μέχρι τις 13.03.16 διέμεναν σε κατοικία στην οδό Κώστα Κρυστάλλη 20 Α, Άγιος Αθανάσιος 4105, Λεμεσός. Από τον Μάρτιο του 2016 και μετά επέλεξαν να μην μένουν στην πιο πάνω αναφερόμενη κατοικία ως είχε συμφωνηθεί προφορικώς μέχρι την αποπεράτωση του ακινήτου. Θεωρεί ότι η καθ' ης η αίτηση έχει υπεράσπιση καθώς η ακύρωση του συμβολαίου οφείλεται στην αιτήτρια ένεκα της αλλαγής των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Θεωρεί ότι η αιτήτρια με την αποδοχή της για παραμονή σε ενοικιαζόμενη κατοικία, αυτόματα αποδέχθηκε την καθυστέρηση στην ανοικοδόμηση του ακινήτου. Επιπλέον η αιτήτρια με την παράβαση και αθέτηση τόσο της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 1.05.2015 όσο και της προφορικής, είναι υπόλογη σε αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και εξόδων. Από ό,τι τους ανέφερε ο δικηγόρος τους δικαιούνται να απαιτήσουν με ανταπαίτηση και τα έξοδα της ενοικιάσεως του ακινήτου για την διαμονή τους, τα οποία ανέρχονται σε 4.200 Ευρώ, ήτοι 600 Ευρώ μηνιαίως συμπεριλαμβανόμενης της προπληρωμής. Για τους λόγους τους οποίους εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του, εισηγείται όπως η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν δικαιολογείται και πρέπει να απορριφθεί ως νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη και επιπόλαια και τα έξοδα αυτής επιδικαστούν υπέρ της καθ' ης η αίτηση. Σημειώνω ότι και η πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση για κάθε ζήτημα το οποίο επικαλείται, παρουσίασε ως συνημμένα στην ένορκη δήλωση σχετικά έγγραφα τα οποία επισύναψε στην ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζει την ένσταση. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους και σχολίασαν αυτές της άλλης πλευράς στις αγορεύσεις τους. Σε αυτές επανέλαβαν τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της κάθε πλευράς δίδοντας έμφαση σε κάποιους από αυτούς με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες προς επίρρωση των επιχειρημάτων τους. Όπου χρειαστεί θα γίνει ειδικότερη αναφορά σε αυτές στη συνέχεια. Κατ΄αρχή θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο πληρούνται οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ. 18
(1)(α), την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αυτές είναι: (α) το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της διαταγής Δ. 2 Θ. 6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και (γ) την αίτηση να τη συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται, εάν υπάρχει, και να δηλώνει ότι από ό,τι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, εξάλλου εύκολα αυτές συνάγονται και εντοπίζονται στη δικογραφία όπου ναι μεν το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε κατά τον τύπο Ο.2 r. 1, δηλαδή σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αμέσως όμως μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από την καθ΄ ης η αίτηση καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Η ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση γίνεται από την ίδια την ενάγουσα η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης προσωπικά και δηλώνει ότι όπως πιστεύει η καθ΄ης η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αναφορικά με την προϋπόθεση υπό στοιχείο (γ), η οποία αφορά την επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης προκύπτει από τη νομολογία ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο στις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ. 1 (α) της Δ.18 (σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Geskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 C.L.R. 130, Sιmon & Co v. Palmer's Stores Ltd [1912] 1 Κ.Β. 259, Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 και The Gulf Traders Ltd κ.ά. v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1168). Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970 στη σελ. 124 παρ 14-2-5 στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Δ. 14). Κατά τη νομολογία μας το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Ως προς το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα - αν και δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα ως λόγος ένστασης - στη βάση της Δ. 18 Θ. 1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προσώπου αυτού. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Che Yang η οποία υποστηρίζει την αίτηση, διαπιστώνω ότι ρητά αναφέρει την ιδιότητα της ως της ενάγουσας και επομένως είναι αυτή που γνωρίζει από πρώτο χέρι τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι επομένως το πρόσωπο που εντός του ορισμού της Δ. 18 Θ. 1 μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, η οποία αφορά την αγοραπωλησία μιας κατοικίας. Στις αποφάσεις Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου,
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και στην Sιmon & Co v. Palmer's Stores Ltd (ανωτέρω), αποφασίστηκε ακριβώς ότι η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Στην προκείμενη όμως περίπτωση η αιτήτρια κρίνεται ότι είναι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο το οποίο μπορούσε να ορκισθεί θετικά για τη γνώση της επί των γεγονότων. Η ενόρκως δηλούσα επαληθεύει τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι η ίδια πιστεύει, η καθ΄ ης η αίτηση καμία υπεράσπιση δεν έχει στην αγωγή. Βρίσκω επομένως ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προκαταρτικών προϋποθέσεων το βάρος σύμφωνα με τη νομολογία μας μετατοπίζεται στους ώμους της καθ΄ ης η αίτηση η οποία θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να της δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, CYMS co Ltd v. Central Co - Operative Industries co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών της καθ΄ ης η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι έχω υπόψη μου ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ. 18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (βλ. Jacobs v. Booth΄s Distillery Co. 85 L.T.R. 269). Η νομολογία καθορίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (ανωτέρω). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (α) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και /ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση τους, εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια και (β) η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ. 18, Θ. 1(α), ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγόμενου ("condescend upon particulars"). Η αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε και πάλι στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. v. Χ" Νέστωρος,
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais,
(1991)1 A.A.Δ. 239, τονίστηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά του έντιμου Δικαστή Αρτέμη όπως ήταν τότε που έδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στις σελ. 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS CO LTD v. The Central Co- operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (ανωτέρω), ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να δώσουν σ΄αυτόν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, είναι αρκετό για τον εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην πετύχει (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C. Electronics Ltd,
(1999)1 A.A.Δ. (Γ) σελ. 1912). Τονίζεται ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις, η συζήτηση αφορά την ύπαρξη ή μη υπερασπίσεως και κατ΄ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών (βλ. Melita Manufactures Ltd v. Chris Ioannou Ltd,
(1966)1 Α.Α.Δ.). Δεν αξιολογεί το Δικαστήριο τη μαρτυρία με την έννοια που αξιολογείται η μαρτυρία σε επίπεδο κυρίως δίκης (βλ. Jacobs v. Booth's Distillery Co, [1901] 85 L.T. 262 " it is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all"). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. v. Μακεδόνα,
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 817 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (βλ. Supreme Court Practice 1999 1η έκδοση σελ.174, παρ. 14.09.99).» Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gtoil Overseas Inc (C.A.)
(1987)2 Lloyd's Rep. 4651 ως πιο κάτω: «Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι εναγόμενοι έχουν μια συζητήσιμη υπόθεση.» Στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1),
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 418 με αναφορά στην CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries,
(1982)1 C.L.R. 897 στις σελ. 902-905 και τις εκεί αναφερόμενες Αγγλικές αποφάσεις λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης...... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ. 18.» Στο ερώτημα ως προς τι θα πρέπει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ώστε να αρνηθεί στον ενάγοντα απόφαση εδώ και τώρα, απαντά ο Λόρδος Μπλάκμπερν στην απόφασή του στην κλασσική υπόθεση John Wallingford ν. The Directors etc. of the Mutual Society [1879 -1880] 5 Α.Ο. (Η.L.) 685,704: "Now I think what we haνe to see here is, what is that the Judge is to be satisfied of, in order to induce him to refuse to make the order for the plaintiff to sign judgment. If he is satisfied upon the affidaνits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something νery extraordinary (which I can hardly conceiνe), that the defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. And that, my Lords, raises another question altogether. There may νery well be facts brought before the Judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes with terms, that the defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidaνits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condensed upon particulars. It is not enough to swear, Ί say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud, that will not do. It is difficult to define it, but you must giνe such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality, and eνery other defence that might be mentioned.» Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Δ. 14 στην Αγγλία), ετέθησαν από παλιά και επαναλαμβάνονται από τα Δικαστήρια μας. Σκοπός της Διαταγής είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Στην αγγλική υπόθεση Jacobs ν. Booth's Distillery Co. (ανωτέρω) αναφέρεται ότι: "People do not seem to understand that the effect of Order XIΝ, is, that, upon the allegation of the one side or the other, a man is not to be permitted to defend himself in a Court; that his rights are not to be litigated at all. There are some things too plain for argument; and where there were pleas put in simply for the purpose of delay, which only added to the expense, and where it was not in aid of justice that such things should continue, Order XIΝ was intended to put an end to that state of things, and to preνent such defences from defeating the right of parties by delay, and at the same time causing great loss to plaintiffs who were endeaνouring to enforce their rights." Περαιτέρω στην ίδια απόφαση λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: "The νiew which I think ought to be taken of Order XIΝ is that the tribunal to which the application is made should simply determine, 'is there a triable issue to go before a jury or a court?'. It is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all. It ought to make the order only when it can say to the person who opposes the order, 'You haνe no defence. You could not by general demurrer, if it were a point of law, raise a defence here. We think it is impossible for you to go before any tribunal to determine the question of fact'. We are not expressing any opinion whateνer upon the merits of the case." Στην υπόθεση Anglo-ltaliano Bank ν. Wells and Daνies (38 L.T.197, στη σελ. 199 αναφέρονται τα εξής: «The order on which this decision is made is most useful order. It is entended to preνent a man, clearly entitled to money, from being delayed where there is no fairly arguable defence to be brought forward.» Οι πιο πάνω υποθέσεις υιοθετήθηκαν σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Kyprianides ν. loannou
(1966)1CLR 265, CY.E.M.S. Co. ν. Central Co-Operatiνe Industries
(1982)1 CLR 897, Hermes Insurance Co Ltd ν. Theodorides (ανωτέρω) και επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Trans Middle East Trading ν. Tlais επίσης ανωτέρω, όπου αναφέρεται ότι: «Ή βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S.Co Ltd. ν. The Central Co-operatiνe Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ.897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην Hermes Insurance Co Ltd ν. Theodorides, ( ανωτέρω) η αίτηση των Εναγόντων για συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγομένου εγκρίθηκε στη βάση του ότι δεν είχαν δοθεί από τον Εναγόμενο εκείνες οι λεπτομέρειες και εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης εκ μέρους του. Πιο συγκεκριμένα, η υπόθεση αυτή αφορούσε ανάκτηση χρηματικού ποσού στη βάση δύο επιταγών που είχαν εκδοθεί από τον εναγόμενο και οι οποίες όμως δεν είχαν τιμηθεί και το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης είναι πιστεύουμε ενδεικτικό της έκτασης και της φύσης των λεπτομερειών που πρέπει να δίνονται από τον εναγόμενο προκειμένου αυτός να πείσει για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης: "it was not enough for the defendants to aνer failure of consideration for the issue of the cheques in question; that they should "condescend upon particulars" establishing such an alleged "failure of consideration" or "fraudulent representation" as they put it in the present appeal. we may say straight away that it is uncertain and eνasiνe without any particulars whateνer. It speaks of an express and/or implied agreement between the litigants by νirtue of which the defendants deliνered the two cheques in question "in full satisfaction of all the claims of the plaintiff in connection with his employment by the defendants and the termination of his employment by the defendants ..the affidaνit is the eνidence, and in this particular instance the only eνidence, on which the trial Judge had to rely. If the agreement were express it should be so stated; if it were implied facts should be stated from which the implied agreement could be inferred. Further the nature of the employment of the plaintiff with defendants should be mentioned with sufficient particularity; was he employed on a salary basis? Was he a commission agent?.No particulars are giνen as to the termination of his employment by the defendants, either. The situation becomes more confusing when one proceeds further to para 3(b) of the affidaνit where it is aνerred that "a considerable amount out of the aggregated amount of the two cheques represents commission not yet payable to the plaintiff" ; and immediately the question poses for an answer "what is the figure of this considerable amount?" We need not deal with the affidaνit any further. Suffice it to conclude with para 3 thereof, the last paragraph, where it is stated "that the defendants haνe the intention of paying to the plaintiff the amounts which will be proνed due to him at the end of 1982" . What are these amounts? Do the defendants mean to say that their defence comes to part only of plaintiff's claim? In such a case did their affidaνit comply with Order 18, r. 3(b) of the Ciνil Procedure Rules referred to aboνe?'' Στην υπόθεση Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία Λτδ,
(1990)1 AAΔ 752, η οποία αφορούσε αξίωση για ανάκτηση χρηματικού ποσού δυνάμει 2 επιταγών, δεν δόθηκε στον Εναγόμενο άδεια να καταχωρήσει υπεράσπιση λόγω του ότι δεν αποκάλυπτε στην ένορκη του δήλωση λεπτομέρειες και γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Πιο συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο εναγόμενος με την ένορκο δήλωσή του ισχυρίσθηκε ότι ουδέν ώφειλε στην ενάγουσα, η οποία, κατά τον ισχυρισμό του, τον είχε προμηθεύσει με οικοδομικά υλικά προς εξόφληση χρέους άλλης αδελφικής της εταιρίας. η ένορκη δήλωση του ήταν ελλιπής. δεν περιέχει καθόλου λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης διευθέτησης με αναφορά σε ημερομηνίες παράδοσης των οικοδομικών υλικών και της ποσότητός τους. Στην ένορκη δήλωση προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι ο εφεσείων όχι μόνο δεν οφείλει το επίδικο ποσό αλλά έχει και υπόλοιπο εις πίστην του. Δεν εξειδικεύονται όμως τα ποσά αυτά ούτε και η κίνηση του λογαριασμού προς την τελική του κατάληξη.» Στην απόφαση J M Loizides Agencies Ltd κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 1280, το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της έκτασης εξέτασης των ισχυρισμών του Εναγόμενου, ανέφερε τα ακόλουθα: «Τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο συζήτησε σε κάποια έκταση στο θέμα δεν αντιστρατεύονται την αρχή που επιτάσσει να μην γίνεται αξιολόγηση των αντικρουόμενων θέσεων ως να εκδικαζόταν η αγωγή από το στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Αυτό ισχύει όπου όντως εγείρονται με επαρκείς λεπτομέρειες ζητήματα που συνηγορούν υπέρ της παροχής άδειας για υπεράσπιση είτε εν όλω, είτε εν μέρει ή και με όρους. Όμως εκεί που οι αιτιάσεις που προβάλλει ο εναγόμενος είναι γενικές και αόριστες και δεν έχουν νόμιμο έρεισμα, οφείλεται η εξέταση τους αν το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει «.... a fair or reasonable probability of the defendant's haνing a real or bona fide defence»(banque de Paris t ds Pays - bas (Swisse) SA v. de Naray [ 1984] 1 Lloyd´s Rep.21,23) Στην απόφαση R.C.K. Sports ως έχει μετονομασθεί από Palinex Sports Ltd ν. Persona Adνertising Ltd,
(1996)1 (Β) ΑΑΔ 1074, αποφασίστηκε ότι στη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα επιτρέπουν στο Δικαστήριο τη διαμόρφωση άποψης χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, τότε εκδίδεται απόφαση εφόσον ο εναγόμενος δεν κατορθώσει να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι η υπόθεση που εξετάστηκε αφορούσε σε νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία καθιστούσαν δυνατό για το δικαστήριο να διαμορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως και ως εκ τούτου να εκδώσει συνοπτική απόφαση, σημειώνοντας ότι τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου όσον αφορά την έλλειψη υπεράσπισης εκ μέρους των εφεσειόντων - εναγομένων, στηρίχθηκαν αφ' ενός σε μαρτυρία που δεν ήταν διιστάμενη και αφ' ετέρου σε μαρτυρία που δόθηκε για τους εφεσείοντες - εναγομένους η οποία έγινε δεκτή και συνεπώς δεν εγειρόταν ζήτημα έλλειψης ή αξιολόγησης μαρτυρίας ή ευρημάτων. Έχοντας επομένως υπόψη τις θέσεις της κάθε πλευράς όπως αυτές αναπτύχθηκαν και στις αγορεύσεις τους - οι οποίες σημειώνω ότι στάθηκαν πολύ υποβοηθητικές για το Δικαστήριο - σε συνδυασμό με τις πιο πάνω αρχές όπως προκύπτουν από τη νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν όπως και σε άλλη στην οποία θα αναφερθώ ειδικότερα κατά την εξέταση των επί μέρους θεμάτων, θα εξετάσω στη συνέχεια τους ισχυρισμούς της καθ΄ ης η αίτηση όπως αυτοί προβάλλονται στην ειδοποίηση περί της προθέσεως ενστάσεως της και υποστηρίζονται με την ένορκη δήλωση κατάλληλα εξουσιοδοτημένου προσώπου από την καθ΄ ης η αίτηση, όπως υποστηρίζει και δεν αμφισβητήθηκε αυτή του η ιδιότητα, και αν αυτοί δικαιολογούν την παροχή σ΄αυτην της δυνατότητας να προβάλει την υπεράσπιση της. Πριν προχωρήσω στους ισχυρισμούς που προβάλλει η καθ΄ης η αίτηση για να υποστηρίξει ότι δεν οφειλόταν σε αυτήν η καθυστέρηση στην εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας για την ανέγερση της κατοικίας θα πρέπει να σημειώσω ότι με την επισυναπτόμενη στο Τεκμ. Α της ένστασης δήλωση η οποία φέρεται ότι υπογράφτηκε από την αιτήτρια την ημερομηνία που συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία δηλαδή την 1.05.2015 «Δήλωση προτιθέμενου αγοραστή» όπου αναγράφονται τα ακόλουθα: « .και μου έχουν εξηγηθεί οι πιθανές συνέπειες από την μη ύπαρξη πολεοδομικής άδειας και συντελεστή αξίας.» διαψεύδεται ο ισχυρισμός της αιτήτριας στην παρ. 9 της ένορκης δήλωσης της ότι:« ...παρουσιάζοντας μου ότι η Εναγόμενη είχε ήδη εξασφαλίσει όλες τις σχετικές άδειες για την άμεση ανέγερση του έργου.» Η πλευρά της καθ΄ης η αίτηση προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς η οποίοι δεν έχουν αντικρουσθεί είτε με απαντητική ένορκη δήλωση από πλευράς της αιτήτριας είτε με την κλήτευση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος γι΄αυτήν στη βάσει των προνοιών της Διαταγής 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, για να αμφισβητηθούν οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του: (α) Η αιτήτρια ζήτησε αλλαγές επί των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Αυτές οι αλλαγές κατά την καθ΄ης η αίτηση οδήγησαν στην απόρριψη τους από την πολεοδομική αρχή με αποτέλεσμα να προκληθεί καθυστέρηση μέχρι την υποβολή τους εκ νέου. (β) Η αιτήτρια όταν πληροφορήθηκε για την συνεπαγόμενη καθυστέρηση στην ανέγερση και παράδοση της κατοικίας αποδέχθηκε έστω και σιωπηρά την παράταση του χρόνου παράδοσης της κατοικίας εφόσον αποδέχθηκε να διαμένει για όσο χρόνο θα απαιτείτο σε ενοικιαζόμενη κατοικία από την καθ΄ης η αίτηση με το ενοίκιο να καταβάλλεται από την τελευταία, στην οποία και διέμενε η αιτήτρια με την οικογένεια της από την 14.09.2015 μέχρι τις 13.03.2016. Η αλληλουχία των γεγονότων όπως παρουσιάζονται από την καθ΄ης η αίτηση τα οποία ακολούθησαν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, με τα ως άνω ως δεδομένα εφόσον δεν αμφισβητήθηκαν (απόρριψη αρχικής αίτησης χορήγησης πολεοδομικής άδειας την 10.07.2015 (Τεκμ. Β στην ένσταση) και χορήγηση νέας την 23.03.2016 (Τεκμ. Γ στην ένσταση), οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια με την πρώτη ευκαιρία εφόσον ενεργοποίησε όρους του συμβολαίου, αμέσως την επομένη της προθεσμίας παράδοσης της κατοικίας, τερμάτισε για ισχυριζόμενη εκ μέρους της καθ΄ης η αίτηση παράβαση ουσιώδους όρου της μεταξύ τους συμφωνίας ήτοι της ημερομηνίας παράδοσης της κατοικίας. Η δε μετέπειτα συμπεριφορά της με την καταγγελία της καθ΄ης η αίτηση στην αρμόδια αρχή για έναρξη εργασιών χωρίς την απαραίτητη άδεια (Τεκμ. 8 και 10) φανερώνουν ότι η αιτήτρια δεν επιθυμούσε την εκπλήρωση της επίδικης σύμβασης. Έχοντας υπόψη ακριβώς τα πιο πάνω προβαλλόμενα συγκεκριμένα και ικανοποιητικά γεγονότα ή στοιχεία από πλευράς της καθ΄ ης η αίτηση, τα οποία αναμφίβολα στοιχειοθετούν καλή και βάσιμη υπεράσπιση και υπό το φως των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών, κρίνω ότι αυτή έχει αποσείσει το βάρος που είχε και έχει αποκαλύψει με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της τέτοια γεγονότα επί της ουσίας της υπόθεσης που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να της αρνηθεί και να της δώσει την ευκαιρία να τα προβάλει στην υπεράσπιση της. Αναπόδραστα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται συνοπτικής απόφασης και έτσι η αίτηση της απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της και υπέρ της καθ΄ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπογ.)........................................................ Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής