← Κύπρος

Αναφορικά με την AZOVMASHINVEST HOLDING LTD, Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 380/14, 25/4/2017

Αναφορικά με την AZOVMASHINVEST HOLDING LTD, Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 380/14, 25/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Εταιρείας: 380/14 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, άρθρα 203, 209, 211(ε), 212(α), (β), (γ), 213

(1), 214
(1), 218
(2)& 333 και Αναφορικά με την AZOVMASHINVEST HOLDING LTD από τη Λεμεσό και Αναφορικά με την AZOVMASHINVEST HOLDING LTD (Αρ. Εγγραφής ΗΕ235819) -------------------------------------- Αναφορικά με την αίτηση ημερ. 15/03/2017 της αιτήτριας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αντεξέτασης ενόρκως δηλούντων. Ημερομηνία: 25/04/2017 Για Αιτητές (στην ενδιάμεση αίτηση): κος. Γιώργος Χριστοδούλου για Α. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ'ών η αίτηση (στην ενδιάμεση αίτηση): κος. Ανδρέας Χαραλάμπους για Chrysses Demetriades & Co LLC. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης εκκαθάρισης αφορά το αίτημα της αιτήτριας στην κυρίως αίτηση για την έκδοση των κάτωθι διαταγμάτων:
  1. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση του κ. Ευστάθιου Χριστοφίδη ημερομηνίας 9.9.2014 προς υποστήριξη της Αίτησης Εκκαθάρισης της Αιτήτριας ημερομηνίας 9.9.2014 για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Αυγουστή που συνοδεύει την παρούσα.
  2. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον κ. Olexander Droug, εκ Ουκρανίας, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.2.2015 που συνοδεύει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 11.2.2015 όπως παρουσιαστεί κατά την ημερομηνία που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο και αντεξεταστεί αναφορικά με τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 17, 32, 59, 60, 41, 42 και 43 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 11.2.2015 οι οποίοι χρήζουν αντεξέτασης από την πλευρά της Αιτήτριας σε σχέση με την ακρίβεια και την αλήθεια τους.
  3. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον κ. Θωμά Χριστοδούλου, εκ Λεμεσού, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23.6.2015 που συνοδεύει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 11.2.2015 όπως παρουσιαστεί κατά την ημερομηνία που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο και αντεξεταστεί αναφορικά με τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 5, 6 και 7 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 23.6.2015 οι οποίοι χρήζουν αντεξέτασης από την πλευρά της Αιτήτριας σε σχέση με την ακρίβεια και την αλήθεια τους.
  4. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον κ. Θωμά Χριστοδούλου, εκ Λεμεσού, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.9.2015 που συνοδεύει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 11.2.2015 όπως παρουσιαστεί κατά την ημερομηνία που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο και αντεξεταστεί αναφορικά με τους ισχυρισμούς στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 28.9.2015 οι οποίοι χρήζουν αντεξέτασης από την πλευρά της Αιτήτριας σε σχέση με την ακρίβεια και την αλήθεια τους.
  5. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον κ. Θωμά Χριστοδούλου, εκ Λεμεσού, ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 15.2.2017 που συνοδεύει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση ημερομηνίας 11.2.2015 όπως παρουσιαστεί κατά την ημερομηνία που ήθελε ορίσει το Δικαστήριο και αντεξεταστεί αναφορικά με τους ισχυρισμούς στις παραγράφους 3, 4, 5, 6, 7 και 8 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 15.2.2017 οι οποίοι χρήζουν αντεξέτασης από την πλευρά της Αιτήτριας σε σχέση με την ακρίβεια και την αλήθεια τους. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.38, Δ.39 θ.θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20 και 21, Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 4(Ι), 4
(2), 7 και 9, Δ.64, στη νομολογία, στην διακριτική ευχέρεια και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση στις 14.2.
  1. Η αίτηση στηρίζεται περαιτέρω επί γεγονότων ως αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Αυγουστή απο την Λεμεσό ημερ.15/3/2017 και στην οποία αναφέρονται συνοπτικά τα κάτωθι: - Στις 9.9.2014 καταχωρήθηκε από πλευράς της Αιτήτριας αίτηση εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε στις 11.2.2015 ένσταση στην κυρίως αίτηση. Κατόπιν αιτήματος από πλευράς της Αιτήτριας καταχωρήθηκε τροποποιημένη κυρίως αίτηση καθώς και ένσταση σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.9.
  2. Στις 8.10.2015 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε τις οδηγίες του Δικαστηρίου αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής της ακρόασης της κυρίως αίτησης η οποία ορίστηκε στις 29.10.
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ακροαματική διαδικασία θα γίνει στη βάση των ενόρκως δηλώσεων αλλά θα μπορεί να ακουστεί προφορική μαρτυρία με την άδεια του Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια καταχώρησε σχετική αίτηση στις 4.11.2015 στην οποία η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 20.11.
  4. Η ακρόαση της εν λόγω αίτησης έγινε στις 25.11.2015 και το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του στις 15.12.2015 με την οποία απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας. - Στις 14.2.2017 το Δικαστήριο κατόπιν σχετικής αίτησης της Καθ' ης η Αίτηση η οποία αντιμετώπισε ένσταση από πλευράς της Αιτήτριας εξέδωσε απόφαση με την οποία επέτρεψε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση. - Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε την συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου στις 15.2.
  5. - Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης και κατόπιν μελέτης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που κατέθεσε η Αιτήτρια στις 15.2.2017 προέκυψε η ανάγκη απάντησης και/ή διευκρίνησης κάποιων εκ των ισχυρισμών που περιέχονται σε αυτή λόγω του ότι τα όσα αναφέρονται είναι ψευδή και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς είναι αναγκαίο όπως προσκομισθεί η απαραίτητη μαρτυρία για να καταδειχθεί πως οι ισχυρισμοί που εμπεριέχονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Χριστοδούλου ημερομηνίας 15.2.2017 είναι ψευδής και/ή παραπλανητικοί. Πιο συγκεκριμένα τα παρακάτω χρήζουν απάντησης και/ή διευκρίνισης: α. Είναι απαραίτητο να απαντηθούν τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του σχετικά με τις διαδικασίες που εκκρεμούν στην Ουκρανία. Συγκεκριμένα είναι αλήθεια πως το Εμπορικό Δικαστήριο της περιοχής Zaporizhya, με διάταγμά του ημερομηνίας 18.8.2016 ανέστειλε την υπόθεση υπ' αριθμό 905/3018/14-908/4639/14, μέχρι να επιδικαστεί η αξίωση της Αιτήτριας στις διαδικασίες πτώχευσης των εταιρειών PrJSC Alovelectrostal, PJSC Azovobschemash, PJSC "MZTM", PrJSC "Th" Azovobschemash. Ωστόσο στην υπόθεση υπ' αριθμό 905/3018/14 - 908/4639/14 η αξίωση της Alfa Bank στρέφεται εναντίον μόνο των εταιρειών PrJSC Alovelectrostal, PJSC Azovobschemash, PJSC "MZTM", PrJSC "Th" Azovobschemash και PJSC "Mariupol" Heavy Machinery Plant, στη βάση της σύμβασης δανείου no. 133-ΜΒ/13 ημερομηνίας 10.10.
  6. Η εταιρεία Azovmashinvest Holding Ltd, η Καθ' ης η Αίτηση, δεν είναι μέρος στην εν λόγω διαδικασία, αλλά αποτελεί τρίτο μέρος στην υπόθεσης εναντίον της οποίας ο Ενάγοντας, δηλαδή η Αιτήτρια στην παρούσα, δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση. β. Οι ισχυρισμοί του κ. Χριστοδούλου στην παράγραφο 4 της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Το Εμπορικό Δικαστήριο του Κίεβου, κατόπιν σχετικής αίτησης της Αιτήτριας ξεκίνησε διαδικασίες πτώχευσης της εταιρείας Azovozagalmash, δανειζόμενης, στις 7.7.2016, λόγω της παράλειψης της δανειζόμενης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τις συμβάσεις δανείων, κάτι το οποίο κατά συνέπεια επιβεβαιώνει την εγκυρότητα της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον της δανειζόμενης ως και εναντίον της εγγυήτριας Azovmashinvest Holding Ltd. γ. Σχετικά με την παράγραφο 5 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί πως οι δύο συμφωνίες αποτελούν ξεχωριστές συμφωνίες δανείου οι οποίες ωστόσο συνδέονται μεταξύ τους. Συγκεκριμένα η σύμβαση δανείου υπ' αριθμό 114-Β/13 ημερομηνίας 1.10.2013 και η σύμβαση δανείου υπ' αριθμό 133-ΜΒ/13 ημερομηνίας 4.10.2013 συνδέονται σύμφωνα με το άρθρο 11.6 της σύμβασης δανείου υπ' αριθμό 114-Β/13 ημερομηνίας 1.10.
  7. Σύμφωνα με το άρθρο 11.6 η Αιτήτρια μπορεί να απαιτήσει πρόωρη αποπληρωμή του χρέους σε περίπτωση που τρίτα μέρη (εγγυητές) έχουν εκκρεμούσες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της PrJSC "Th" Azovzagalmash" σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου υπ' αριθμό 133-ΜΒ/13 ημερομηνίας 4.10.
  8. Επομένως τα εν λόγω δάνεια συνδέονται μεταξύ τους δυνάμει του άρθρου 11.
  9. δ. Σχετικές διευκρινήσεις πρέπει να γίνουν και αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Χριστοδούλου καθώς και του Τεκμηρίου 2 που επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η δανειζόμενη δεν μπορεί να αμφισβητήσει το χρέος της σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου ημερομηνίας 4.10.2013 στα πλαίσια των εν λόγω διαδικασιών. Οι συγκεκριμένες διαδικασίες αποτελούν διαφορετικές διαδικασίες οι οποίες εγείρονται λόγω της παράβασης μιας διαφορετικής σύμβασης δανείου. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε νομοθετικό ή δικονομικό πλαίσιο σύμφωνα με το Ουκρανικό δίκαιο το οποίο να παρέχει το δικαίωμα στη δανειζόμενη να αμφισβητήσει στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας το χρέος το οποίο προκύπτει από μια άλλη σύμβαση. - Στην ένορκη δήλωση του δηλούντα καταχωρείται ως Τεκμήριο 3 η προτιθέμενη προς καταχώρηση συμληρωματική ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τα αιτήματα για αντεξέταση που επίσης υποβάλλονται ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα κάτωθι: - Σε σχέση με την ένορκη δήλωση ημερ.11/2/2015 ζητείται άδεια να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 17 και 32 ώστε να διευκρινιστεί το ακριβές καθεστώς και ο λόγος καταχώρησης της ανταπαίτησης όσο και της αγωγής 910/196/15-r σε σχέση και με την αμφισβήτηση του χρέους κάτω απο την συμφωνία δανείου. - Αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 41, 42 και 43 που αφορούν αλλοδαπό δίκαιο και την συσχέτικη του με την παρούσα αίτηση ενόψει και της απόρριψης αγωγής στην Ουκρανία και του ισχυρισμού περί ματαίωσης της σύμβασης λόγω ουσιαστικής μεταβολής των συνθηκών (Frustration). - Σε σχέση με τον ισχυρισμό στην παράγραφο 59 που αφορά την αμφισβήτηση χρέους κάτι το οποίο σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα δεν ευσταθεί αφού ο ίδιος στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης αναφέρει ξεκάθαρα ότι οι 3 δόσεις δεν πληρώθηκαν καθώς επίσης αναφέρεται και σε διαδικασίες που έχει καταχωρήσει η καθ' ής για παράταση του χρόνου αποπληρωμής του χρέους. - Τέλος σε σχέση με αυτήν την ένορκη δήλωση επιθυμεί η αιτήτρια να αντεξετάσει επί της παραγράφου 60 σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση πληρωμής ημερ.23/5/2014 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια αφού δεν πληροί τις προυποθέσεις του Νόμου. Η εν λόγω δήλωση είναι ψευδής και παραπλανητική και πρέπει να διευκρινιστεί. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερ.23/6/2015 ο ενόρκως δηλών στην παρούσα αίτηση αναφέρει τα κάτωθι σε σχέση με την ανάγκη αντεξέτασης: - Επί του ισχυρισμού στην παράγραφο 5 αναφορικά με την παραδοχή παράλειψης καταβολής δόσεων έναντι της συμφωνίας δανείου την οποία εγγυήθηκε η καθ' ής η αίτηση. - Επί τους ισχυρισμούς της παραγράφου 6 ότι η απαίτηση της αιτήτριας δεν αποτελεί ξεκαθαρισμένη οφειλή. Ο ισχυρισμός αυτός είναι παραπλανητικός και γι' αυτό τον λόγο η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα είναι απαραίτητη. - Επί του ισχυρισμού της παραγράφου 7 ότι δεν έχει καταχωρηθεί έφεση απο την αιτήτρια εναντίοντης απόφασης του Εμπορικού Δικαστηρίου του Κιέβου ημερ.7/4/
  10. Η αντεξέταση του δηλούντα επίτου συγκεκριμένου σημείου κρίνεται απαραίτητη καθότι δεν λέει την αλήθεια αναφορικά με το κατά πόσο έχει καταχωρηθεί έφεση και αποκρύπτει την πραγματική εικόνα. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερ.28/09/2015 ο ενόρκως δηλών στην αίτηση αναφέρει τα κάτωθι σε σχέση με την ανάγκη αντεξέτασης: - Επί των ισχυρισμών του στην παράγραφο 4 σε σχέση με την επιστολή ημερ.22/6/2015 για την οποία ο ενόρκως δηλών ψευδώς αναφέρει ότι δεν σχετίζεται με την καθ' ής η αίτηση και με το τεκμήριο 1 τις οικονομικές καταστάσεις της καθ' ής για το έτος 2013 απο τις οποίες ως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών προκύπτει ότι η καθ' ής η αίτηση έχει περισσότερα περιουσιακά στοιχεία παρά υποχρεώσεις. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην υπό κρίση αίτηση οι αναφορές αυτές είναι ψευδείς και η αντεξέταση απαραίτητη για να διευκρινιστούν τα στοιχεία αυτά. Τέλος ο ενόρκως δηλών στην υπό κρίση αίτηση αναφέρεται στην ανάγκη αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα Θωμά Χριστοδούλου επί της ένορκης δήλωσης που κατατέθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στις 15/2/2017: - Επί των ισχυρισμών του στις παραγράφους 3 και 4 σχετικά με το διάταγμα αναστολής που εξέδωσε το εμπορικό δικαστήριο της περιοχής Zaporizhya καθώς και της Ουκρανικής αίτησης εκκαθάρισης. Τα όσα αναφέρει είναι παραπλανητικά ενόψει του ότι η καθ' ής η αίτηση δεν αποτελεί μέρος στην εν λόγω διαδικασία και η αντεξέταση κρίνεται ενόψει τούτων απαραίτητη. - Επί του ισχυρισμού 5 της ένορκης δήλωσης ότι οι δυο συμφωνίες δεν συνδέονται μεταξύ τους, ισχυρισμός ψευδής αφού υπάρχει πρόνοια στην συμφωνία δανείου ημερ.01/10/2013 σύμφωνα με την οποία παρόλο που οι δυο συμφωνίες είναι ξεχωριστές συνδέονται μεταξύ τους. Θα πρέπει να αντεξεταστεί ο ενρόκως δηλών για να διαφανούν τα πραγματικά γεγονότα. - Αναφορικά με τις παραγράφους 6, 7 και 8 της ένορκης δήλωσης σχετικά με τα περί αμφισβήτησης του χρέους απο πλευράς της καθ' ής η αίτηση και σε σχέση με το τεκμήριο
  11. Τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών δεν ανταποκρίνονται στην παραγματικότητα αφού η καθ' ής η αίτηση δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει το χρέος της στα πλαίσια άλλης διαδικασίας. Ως εκ τούτου ο ενόρκως δηλών είναι απαραίτητο όπως αντεξεταστεί επί των συγκεκριμένων θέσεων. Με βάση τα όσα ανωτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει, θεωρεί ότι υπάρχει «καλός λόγος» ώστε το Δικαστήριο να δώσει άδεια για την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην υπό κρίση αίτηση, η καθ' ής η αίτηση καταχώρησε την ειδοποίηση της περί της προθεσης της να ενστεί. Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς Δ.33, Δ.36, Δ.38, Δ.39 θ.θ.1-21, θ.θ.1 και Δ.48, θ.θ.1-9, στις νομικές αρχές της ισότητας των όπλων, της αναλογικότητας και της δίκαιης δίκης, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις γενικές αρχές του Νόμου, της νομολογίας, των κανόνων επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Με βάση την ειδοποίηση περί της πρόθεσης της καθ' ής να ενστεί καταγράφονται οι κάτωθι λόγοι:
  12. Η αίτηση είναι κατά Νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη, είναι εκδικητική και/ή καταχρηστική και/ή καταχωρήθηκε για σκοπούς πρόκλησης καθυστέρησης και/ή για σκοπούς εκτροχιασμού της διαδικασίας και/ή για αλλότριους σκοπούς. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να απορρίψει στο σύνολο της την αίτηση και/ή να εμποδίσει την Αιτήτρια από του να προωθεί την παρούσα και/ή οποιαδήποτε άλλη αίτηση παρόμοιας φύσης. Μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής για να καταδειχθεί η στάση της Αιτήτριας μέχρι στιγμής στην διαδικασία: 1.
  13. Η Αιτήτρια στις 25.8.2015 καταχώρησε αίτηση ζητώντας άδεια για αντεξέταση του Θωμά Χριστοδούλου σε σχέση με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 23.6.2015, την οποία όμως απέσυρε στις 14.9.2015, χωρίς επιφύλαξη και χωρίς εξήγηση. Με την παρούσα αίτηση (παράγραφος 3 της αίτησης) ζητείται ακριβώς το ίδιο διάταγμα, κάτι που αποτελεί τουλάχιστον κατάχρηση διαδικασίας. 1.
  14. Στις 5.11.2015 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση ζητώντας άδεια του Δικαστηρίου για αντεξέταση αριθμού προσώπων. Εντούτοις η Αιτήτρια παρέλειψε να ζητήσει την αντεξέταση του Olexander Droug σε σχέση με την ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 11.2.2015 όπως επίσης και την αντεξέταση του Θωμά Χριστοδούλου σε σχέση με τις ένορκες του δηλώσεις ημερομηνίας 23.6.2015 και 28.9.2015, οι οποίες είχαν καταχωρηθεί μέχρι τότε. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε για αυτή την παράλειψη από την Αιτήτρια όπως ούτε για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, 15 μόλις μέρες πριν την ακρόαση της κυρίως αίτησης. 1.
  15. Η Αιτήτρια σε διάφορες περιπτώσεις ενώ η κυρίως αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση καταχώρησε σκόπιμα και/ή στοχευμένα λίγες μέρες προηγουμένως αριθμό ενδιάμεσων και/ή αχρείαστων αιτήσεων με αποτέλεσμα κάθε φορά η ακρόαση αναγκαστικά να αναβάλλεται. Οι ενδιάμεσες αιτήσεις που καταχωρήθηκαν από την Αιτήτρια είτε μπορούσαν να αποφευχθούν είτε μπορούσαν να καταχωρηθούν νωρίτερα, έτσι ώστε να μπορέσει να προχωρήσει η διαδικασία της ακρόασης της κυρίως αίτησης. Σημειώνεται ότι σε καμία περίπτωση δεν δόθηκαν επαρκής εξηγήσεις για το συγκεκριμένο χρονικό στάδιο που επέλεξε η Αιτήτρια να καταχωρήσει τ8ις ενδιάμεσες αιτήσεις. Για σκοπούς δε εντυπώσεων ο δικηγόρος της Αιτήτριας κατ' επανάλειψη ισχυρίστηκε ότι η εταιρείας ήταν υπαίτια υπερβολικής καθυστέρησης της εκδίκασης της κυρίως αίτησης και ότι η εταιρεία ενεργούσε με ανάλογο σκοπό. 1.
  16. Η Αιτήτρια μπορούσε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση πολύ πιο πριν τουλάχιστο σε σχέση με τα αιτούμενα διατάγματα 2, 3 και 4 της παρούσας αίτησης εφόσον αφορούν ένορκες δηλώσεις που έγιναν πριν περίπου 2 χρόνια (με ημερομηνίες 11.2.2015, 23.6.2015 και 28.9.2015). Εντούτοις η Αιτήτρια καθυστέρησε υπερβολικά και χωρίς να δώσει καμία εξήγησης για αυτή την καθυστέρηση επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση μόλις 15 μέρες πριν την ακρόαση με σκοπό και πάλι την αναβολή της υπόθεσης. 1.
  17. Η αίτηση στο σύνολο της είναι αδικαιολόγητη και δεν πληροί τις ελάχιστες προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία έτσι ώστε να δικαιολογείται η έγκρισή της.
  18. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση της Αιτήτριας καταχωρήθηκε κακόπιστα και/ή για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας και/ή η Αιτήτρια έχει καταχραστεί κάθε διαδικασία και/ή ροκανίζει τον χρόνο, επωφελούμενη των ενδιάμεσων και πολύ δραστικών διαταγμάτων ημερομηνίας 10.9.2014 και 18.1.2017 που εξασφάλισε υπέρ της και τα οποία συνεχίζουν να ισχύουν και έχει στόχο την ολοκληρωτική εξόντωση και/ή την πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα της εταιρείας και/ή η Αιτήτρια έχει στόχο να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της εταιρείας, όσο η παρούσα αίτηση εκκαθάρισης εκκρεμεί παρερμηνεύοντας πλήρως (η ίδια και ο προσωρινός εκκαθαριστής) το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.1.
  19. Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή αχρείαστη δεδομένου ότι λαμβάνοντας υπόψη την αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη τους, δεν υπάρχει καλός λόγος για την καταχώρησή της εφόσον δεν υπάρχει κανένα θέμα για το οποίο θα πρέπει να δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
  20. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει βάσιμους λόγους για τους οποίους η υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων έτσι ώστε να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  21. Με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση η Αιτήτρια αποσκοπεί στην προσαγωγή γενικών σχολίων και επιχειρηματολογίας και όχι στην προσκόμιση μαρτυρίας που είναι αναγκαία. Επιχειρείται να εισαχθεί μαρτυρία η οποία είναι και άσχετη και αχρείαστη επομένως δεν δικαιολογείται η έγκριση του σχετικού διατάγματος. Το ίδιο ισχύει και για τους λόγους που η Αιτήτρια επικαλείται για να δικαιολογήσει το αίτημα για αντεξέταση.
  22. Υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογήθηκε.
  23. Η στάση που επέδειξε η Αιτήτρια μέχρι σήμερα καταχωρώντας σωρεία ενδιάμεσων αιτήσεων και ενστάσεων την εμποδίζει (estopped) από του να δικαιούται να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση δεδομένου ότι ενεργεί καταχρηστικά, ειδικά γιατί ανάλογα αιτήματα είχαν τεθεί και προηγουμένως και είτε το Δικαστήριο αποφάσισε πάνω σε αυτά εκδίδοντας ενδιάμεση απόφαση, είτε ο δικηγόρος της Αιτήτριας τα απέσυρε (με ή χωρίς επιφύλαξη).
  24. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή για την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας.
  25. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή η νομική της βάσει πάσχει.
  26. Ενόψει των πιο πάνω λόγων δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης τόσο όσον αφορά την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όσο σε σχέση με τα αιτήματα αντεξέτασης των ενόρκων δηλούντων. Η ένσταση στηρίζεται επί ένορκης δήλωσης του Θωμά Χριστοδούλου απο την Λεμεσό και στην οποία αναφέρονται συνοπτικά τα κάτωθι: - Ο ενόρκως δηλών παραθέτει ένα ιστορικό της υπόθεσης με βάση το οποίο εισηγείται κωλυσιεργεία της αιτήτριας με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. Με βάση τα όσα ο ενόρκως δηλών εισηγείται η αιτήτρια καταχωρεί ενδιάμεσες αιτήσεις και ενστάσεις πριν την έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας της κυρίως αίτησης με σκοπό την καθυστέρηση. - Στις 11/2/2015 καταχωρήθηκε η ένσταση στην κυρίως αίτηση η οποία συνοδευόταν απο την ένορκη δήλωση του Olexander Droug. Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε αίτηση για παραμερισμό της κυρίως αίτησης ενώ κατόπιν αιτήματος που υποβλήθηκε στις 25/2/2015 η καθ' ής αποδέχθηκε όπως τα διατάγματα ημερ.10/9/2014 καταστούν απόλυτα. - Η υπόθεση ορίστηκε στις 27/3/2015 με οδηγίες να καταχωρηθεί ένσταση επί της αίτησης παραμερισμού ημερ.11/2/2015 ενώ ορίστηκε και για οδηγίες το αίτημα ΣΤ της αίτησης ημερ.9/9/
  27. Την ίδια ημέρα μετά απο προφορικό αίτημα της εταιρείας που έγινε αποδεκτό απο τον δικηγόρο της αιτήτριας δόθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με την αίτηση παραμερισμού. Αυτή σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα ήτνα και η μοναδική φορά που η αιτήτρια συγκατατέθηκε σε τέτοιο αίτημα. - Στις 21/4/2015 καταχωρήθηκε αίτηση απο πλευράς καθ' ής η αίτηση για συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Κιέβου ημερ.7/4/2015 με την οποία η έφεση της δανειζόμενης εταιρείας έγινε αποδεκτή και ως αποτέλεσμα παρατάθηκε ο χρόνος καταβολής κάποιων δόσεων. Στην εν λόγω αίτηση η αιτήτρια αδικαιολόγητα καταχώρησε ένσταση και μετά απο ακρόαση στις 19/6/2015 δόθηκε άδεια απο το Δικαστήριο. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 23/6/2015 ενώ η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 8/7/
  28. Η πλευρά της καθ' ής η αίτηση συγκατατέθηκε όπως η αιτήτρια απαντήσει στην πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 23/7/
  29. - Ενώ η αίτηση παραμερισμού ήταν ορισμένη στις 14/9/2015 για ακρόαση η αιτήτρια στις 25/8/2015 καταχώρησε 2 αιτήσεις, ζητώντας άδεια για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του ημερ.23/6/
  30. Με την υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται εκ νέου το ίδιο αίτημα για αντεξέταση σε σχέση με την ένορκη δήλωση του ημερ.23/6/2015 και παραπέμπει στο αιτούμενο διάταγμα αρ.
  31. Η αιτήτρια περαιτέρω στις 4/9/2015, λίγες ημέρες πριν την δικάσιμο στις 14/9/2015, καταχώρησε αίτηση τροποποίησης της αίτησης της. - Η αίτηση παραμερισμού αποσύρθηκε στις 14/9/2015 λόγω της διαβεβαίωσης ότι θα προχωρούσε γρήγορα η εκδίκαση της κυρίως αίτησης ενώ εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της κυρίως αίτησης ως η αίτηση της αιτήτριας. Περαιτέρω η αιτήρια απέσυρε χωρίς επιφύλαξη τις 2 αιτήσεις της ημερ.25/8/
  32. Το αίτημα συνεπακόλουθα είναι καταχρηστικό ενόψει του ότι η αιτήτρια επαναφέρει το ίδιο αίτημα το οποίο απέσυρε στις 14/9/
  33. - Η κυρίως αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 29/10/2015 ενώ στις 8/10/2015 η αιτήτρια εκ νέου καταχώρησε αίτηση ζητώντας οδηγίες για την διαδικασία ακρόασης αλλά και άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η καθ' ής αποδέχθηκε να εκδοθεί διάταγμα ως το 1 της αίτησης και η κυρίως αίτηση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 10/11/
  34. - Στις 5/11/2015 η αιτήτρια καταχώρησε νέα αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντων προσώπων παραλείποντας να αιτηθεί αντεξέταση του Olexander Droug σε σχέση με την ένορκη δήλωση του ημερ.11/2/2015 αλλά ούτε και αιτήθηκε αντεξέταση του ιδίου του ενόρκως δηλούντα στις δικές τους ένορκες δηλώσεις ημερ.23/6/2015 και 28/09/
  35. Καμία εξήγηση δόθηκε για αυτήν την παράλειψη και καθυστέρηση. Σημειώνει περιατέρω ότι οι ένορκες αυτές δηλώσεις καταχωρήθηκαν 2 χρόνια πριν την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. - Στις 15/12/2015 η πιο πανω αίτηση ημερ.5/11/2015 μετά απο ακρόαση απορρίφθηκε απο το Δικαστήριο. - Στις 21/12/2015 που η κυρίως αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, με αποτέλεσμα η καθ' ής να αποδεχθεί την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος στις 1/3/2016 που ορίστηκε η κυρίως αίτηση για οδηγίες. Η κυρίως αίτηση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 20/4/2016 ενώ στις 15/4/2016 η αιτήτρια με μονομερή αίτηση και ακολούθως με αίτηση δια κλήσεως ζητούσε τον διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή. Στις 20/4/2016 καταχωρήθηκε νέα αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η τελευταία αυτή αίτηση μετά απο διάφορες ημερομηνίες στις οποίες ορίστηκε αποσύρθηκε απο την αιτήτρια ενώ η αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή ορίστηκε για ακρόαση στις 21/9/
  36. Η αίτηση αυτή στις 21/9/2016 αποσύρθηκε απο την αιτήτρια και η κυρίως αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 1/11/
  37. Η καθ' ής η αίτηση καταχώρησε αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. - Ενόψει των προσπαθειών που καταβάλλονταν απο αμφότερες τις πλευρές για κατάληξη σε συμφωνία αναφορικά με το θέμα της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και απαντητικών δηλώσεων η κυρίως αίτηση και η αίτηση της καθ' ής η αίτηση ορίστηκαν για οδηγίες. Ενόψει της μη κατάληξης στις πιο πάνω προσπάθειες, η αίτηση ημερ.1/11/2016 εκδικάστηκε και το Δικαστήριο εξέδωσε στις 14/2/2017 απόφαση εγρκίνοντας το αίτημα της καθ' ής αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε και η κυρίως αίτηση εκκαθάρισης ορίστηκε για ακρόαση στις 20/2/
  38. Στις 20/2/2017 η κυρίως αίτηση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 29/3/
  39. Ο ενόρκως δηλών σημειώνει ότι στις 20/2/2017 η αιτήτρια είχε στα χέρια της όλες τις ένορκες δηλώσεις επί των οποίων ζητά την αντεξέταση και καμία πρόθεση εξέφρασε για να ζητήσει αντεξέταση δίνοντας την εντύπωση ότι δεν υπήρχε καμία άλλη εκκρεμότητα. - Στις 13/1/2017 η αιτήτρια καταχώρησε αίτηση για διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή μονομερώς ενώ το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα χωρίς επίδοση της αίτησης στις 18/1/
  40. - Παρά την κατοχή απο πλευράς της αιτήτριας όλων των ενόρκως δηλώσεων που αποτελούν την βάση του υπό κρίση αιτήματος απο τις 20/2/2017 παρέμεινε άπρακτη και επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση ένα μήνα μετά ορίζοντας την την ίδια ημέρα με την ακρόαση της κυρίως αίτησης με αποτέλεσα αυτή αναγκαστικά να αναβληθεί εκ νέου. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η όλη στάση και συμπεριφορά της αιτήτριας η οποία έχει εξασφαλίσει και απαγορευτικά διατάγματα ημερ.10/9/2014 όσο και διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή στις 18/1/2017 είναι καταχρηστική και σκοπό έχει την καθυστέρηση. - Στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση δίνονται περαιτέρω λεπτομέρειες που κατά τον δηλούντα δείχνουν την κατάχρηση των διαδικασιών απο πλευράς αιτήτριας τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. - Περαιτέρω με αναφορά στις παραγράφους επί των οποίων η αιτήτρια ζητά αντεξέταση ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι καμία ανάγκη έχει προκύψει για απάντηση και διευκρίνηση δίνοντας τους λόγους για την θέση του αυτή. Το ίδιο πράττει και για τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης του Olexander Droug . Συνεπακόλουθα όλων των ανωτέρω ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνοντας όλους τους λόγους ένστασης και υιοθετώντας αυτούς ζητά απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα ενώ προς στήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν κείμενα γραπτών αγορεύσεων με την σχετική επί του θέματος επιχειρηματολογία τους. Τα όσα ανέφεραν αμφότεροι οι συνήγοροι έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και δεν κρίνω αναγκαίο να τα επαναλάβω. Να σημειώσω περαιτέρω ότι η παρούσα απόφαση συνιστά μια εκ των πολλών ενδιάμεσων αποφάσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης και χωρίς ακόμα απο το 2014 να έχει ακουστεί η ουσία της υπόθεσης. Απο το ιστορικό που έχει ανωτέρω καταγραφεί μέσα απο την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και το οποίο σημειώνω δεν έχει αμφισβητηθεί, προκύπτει δε και απο το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, φαίνεται ότι έχει προκύψει μια μακροσκελής διαδικασία με τις εκατέρωθεν αιτήσεις. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της υπό κρίση αίτησης οφείλω να αναφέρω ότι θα πρέπει το Δικαστήριο να προγραμματίσει με τέτοιο τρόπο την υπόθεση ώστε το συντομότερο δυνατό να εκδικαστεί η ουσία της αίτησης. Με βάση το ιστορικό αλλά και το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου φαίνεται ότι η διαφορά των διαδίκων στην παρούσα αίτηση και η αιτία καταχώρησης της κυρίως αίτησης, η εγγύηση που παραχώρησε η καθ' ής αίτηση, αποτελούν αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών στην Ουκρανία. Συνεπακόλουθα και ενδεχομένως των εκεί εξελίξεων να προκύπτουν συνεχώς νέα δεδομένα τα οποία να επηρεάζουν και την παρούσα διαδικασία. Οφείλω όμως να αναφέρω ότι με βάση την νομολογία η αίτηση εκκαθάρισης δικάζεται με χρονικό προσδιορισμό τον χρόνο καταχώρησης της και εν πάσει περιπτώση δεν είναι δυνατό να επηρεάζεται απο άλλα δεδομένα τα οποία προέκυψαν κατά την εξέλιξη των ετών. Απο την άλλη πλευρά βέβαια ο εκτροχιασμός που ενδεχομένως παρουσιάστηκε στην κυρίως αίτηση με την σωρεία των ενδιάμεσων αιτήσεων δεν θα πρέπει να οδηγήσει αυτόματα σε απόρριψη των αιτήσεων αυτών χωρίς εξέταση της ουσίας και αναγκαιότητας των. Θα πρέπει το Δικαστήριο να εξισορροπήσει απο την μια την ανάγκη να ακουστεί άμεσα η ουσία της αίτησης, με το δικαίωμα των 2 πλευρών να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα ουσιώδη γεγονότα που θα αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης της. Περαιτέρω είναι καθήκον του Δικαστηρίου εξετάζοντας τέτοιας φύσης ενδιάμεσες αιτήσεις, είτε για αντεξέταση ενόρκως δηλούντων είτε για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων να ρυθμίζει την ενώπιον του διαδικασία με τέτοιο τρόπο και τέτοιες οδηγίες ώστε να αποφεύγεται αχρείαστη επιχειρηματολογία, επανάληψη ισχυρισμών και σπατάλη δικαστικού χρόνου για λόγους που δεν εξυπηρετούν περαιτέρω την απονομή της δικαιοσύνης με αναφορά στην ουσία της κυρίως αίτησης. Θα ξεκινήσω εξετάζοντας το πρώτο αίτημα της υπό κρίση αίτησης που αφορά την αξίωση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Σημειώνω εξαρχής ότι η προτιθέμενη και αιτούμενη προς καταχώρηση συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ. 48 θ.4
(2), η χορήγηση άδειας για καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι φανερό ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου». Επιτρέπεται επίσης με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Πρέπει όμως πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η φύση της αίτησης υπό εκδίκαση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση και σημείωσε τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». (Ο τονισμός είναι δικός μου) Περαιτέρω θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται ένα αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λαμβάνονται υπόψη και συνεξετάζονται και με τον σκοπό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήθελε εξυπηρετήσει. Δηλαδή θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση και με το είδος των αιτήσεων στις ένορκες δηλώσεις των οποίων επιχειρείται να καταχωρηθεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση της Ε. Δ. τότε Έφης Παπαδοπούλου στην αγωγή με αρ.2596/02, Ε. Δ. Λεμεσού, μεταξύ Σωτήρη Πίττα και Ανδρέα Νεοκλέους κ.α ημερ.5/11/2002, η οποία ναι μεν δεν αποτελεί αυθεντία συμφωνώ δε με το σκεπτικό που η Έντιμη Δικαστής εξέφρασε ως ακολούθως: «Εκείνο που εξετάζεται είναι τι ακριβώς με την αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιδιώκεται. Εάν επιδιώκεται τροποποίηση ή αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση η συμπλήρωση ηθελημένου κενού, τότε σίγουρα αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί, όπως δεν πρέπει όταν ήταν σε γνώση του Αιτητή και απεκρύβησαν. Εάν όμως είναι σε απάντηση ισχυρισμών τους οποίους ο Αιτητής δεν μπορούσε να προβλέψει και οι οποίοι χρήζουν απάντησης που δεν μπορεί να δοθεί με προφορική μαρτυρία, τότε σίγουρα ο καλός λόγος ο οποίος προβλέπεται στην Δ.48
(4)
(2)υπάρχει.» Εξετάζοντας συνεπώς την υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εξετάσω κατά πόσο τα όσα η αιτήτρια επιθυμεί να προσθέσει ως μαρτυρία στην αίτηση της της αποτελούν κα θεμελιώνουν τον «καλό λόγο» που η νομολογία έχει ως ανωτέρω αναλύσει ούτως ώστε να δύναμαι να ασκήσω την διακριτική ευχέρεια που μου παρέχεται. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης παρατηρώ ότι τα όσα οι αιτητές επιθυμούν να εισαγάγουν άπτονται κυρίως επιχειρηματολογίας για την απόρριψη των θέσεων της μαρτυρίας που στηρίζει την ένσταση και όχι γεγονότα τα οποία να προέκυψαν μεταγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης και των οποίων η εισαγωγή να κρίνεται απαραίτητο να επιτραπεί για σκοπούς εκδίκασης της κυρίως αίτησης. Με ιδιαίτερη αναφορά στις παραγράφους 3 μέχρι και 9 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έχω να αναφέρω τα κάτωθι: - Οι παραγράφοι 3 και 4 συνιστούν απόρριψη των θέσεων της καθ' ής η αίτηση. Η ύπαρξη απλά και μόνο αντιφατικών ισχυρισμών στην μαρτυρία δεν δίδει την δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι αντιφατικοί ισχυρισμοί θα εξετασθούν και αξιολογηθούν στο στάδιο που πρέπει και όχι στο παρόν. - Αναφορικά με την παράγραφο 5 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρατηρώ ότι μέσα απο αυτήν γίνεται μια προσπάθεια να εισαχθεί επιχειρηματολογία αναφορικά με την απόφαση του Εμπορικού Δικαστηρίου της Ουκρανίας η οποία σημειώνω έχει τεθεί ενώπιον μου ως Τεκμήριο στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της καθ' ής η αίτηση ημερ.15/2/
  1. - Τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 5, 6 και 7 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης καταλήγω ότι δεν μπορούν να θεμελιώσουν την έννοια του «καλού λόγου» και να πείσουν περί της αναγκαιότητας εισαγωγής τους. Τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους αυτές συνιστούν απόρριψη των θέσεων της καθ' ής η αίτηση και επιχειρηματολογία που δεν είναι απαραίτητο να εισαχθεί με περαιτέρω μαρτυρία υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. - Σε σχέση τώρα με την παράγραφο 8 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρατηρώ ότι γίνεται προσπάθεια να εισαχθεί ως Τεκμήριο γνωμάτευση απο δικηγορικό οίκο η οποία άπτεται της ισχύος του ισχυριζόμενου χρέους το οποίο αποτέλεσε έναυσμα για την απαίτηση που οδήγησε στην κυρίως αίτηση. Στην παράγραφο 7 (7.1) της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της καθ' ής η αίτηση ημερ.15/2/2017 δίδεται μαρτυρία αναφορικά με το χρέος αυτό και κατά πόσο αυτό κατέστη απαιτητό ή όχι. Λαμβάνοντας υπόψη μου την φύση της κυρίως αίτησης ως αίτησης εκκαθάρισης βασιζόμενης σε απαίτηση χρηματική και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι η απαίτηση σχετίζεται και με αλλοδαπό δίκαιο για την ερμηνεία του οποίου δόθηκε μαρτυρία στην ένορκη δήλωση ημερ.15/2/2017 απο πλευράς καθ' ής η αίτηση καταλήγω ότι η νομική γνωμάτευση που αναφέρεται στην παράγραφο 8 της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δύναται να εισαχθεί με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Βεβαίως σημειώνω ότι η γνωμάτευση αυτή, ως σημειώνει και η πλευρά της καθ' ής η αίτηση δεν επισυνάπτεται ως τεκμήριο, παρά ταύτα όμως το περιεχόμενο αυτής υποδηλώνεται και αναφέρεται στην ένορκη μαρτυρία που συνοδεύει την αίτηση. Συνεπακόλουθα και με βάση την νομολογία θα επιτρέψω την κατάθεση της. Το ζήτημα βέβαια της συμμόρφωσης με τις οδηγίες του Δικαστηρίου θα εξεταστεί εάν προκύψει οιοδήποτε ζήτημα με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. - Σε σχέση με την παράγραφο 9 της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης παρατηρώ ότι αναπτυσσεται μια περαιτέρω επιχειρηματολογία σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες στην Ουκρανία και τα όσα αναφέρονται δεν κρίνω ότι είναι απαραίτητο να εισαχθούν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επιπλέον ενώ με βάση την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει ζητείται άδεια να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση για απάντηση στις παραγράφου 3 μέχρι και 8 στην προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιλαμβάνεται και απάντηση για την παράγραφο 9 για την οποία δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα. Στην πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ, ν. L.M. & United Promotions Ltd κ.α, Αρ. Αγωγής, 4501/14, Ε. Δ. Λευκωσίας αναφέρθηκε στα πλαίσια ερμηνείας της έννοιας «καλός λόγος» τα κάτωθι: «Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου για έγκριση του αιτήματος, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν συνέτασσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Θα πρέπει επιπλέον να αναφέρονται περιληπτικά τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του...» Με βάση και τις αρχές που προκύπτουν από την νομολογία κρίνω ότι το πιο πάνω σκεπτικό και ανάλυση του Δικαστηρίου είναι κατατοπιστικό για την έννοια του καλού λόγου και τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε ένα τέτοιο αίτημα. Συνεπακόλουθα και με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου σε ότι αφορά την ουσία της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα επιτρέψω την καταχώρηση μέρους αυτής και συγκεκριμένα μέρους της παραγράφου 8 από την φράση «Δεν υπάρχει οποιοδήποτε νομοθετικό ή δικονομικό πλαίσιο ... που αφορά άλλη σύμβαση δανείου» με σκοπό να καταχωρηθεί η νομική γνωμάτευση. Το λοιπό μέρος αυτής που αφορά το αιτητικό 1 της αίτησης απορρίπτεται. Κλείνοντας με τον πιο πάνω τρόπο το ζήτημα του αιτητικού για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα εξετάσω τα υπόλοιπα αιτητικά με τα οποία ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στις δηλώσεις τους που στηρίζουν την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Υπάρχει σωρεία νομολογίας μέσα από την οποία τίθενται οι αρχές και οι παράμετροι άσκησης της εξουσίας αυτής του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντα για να αντεξεταστεί. Από το λεκτικό της σχετικής Διαταγής διαπιστώνει κανείς ότι ο θ. 1 της Δ. 39 αναφέρεται γενικά στην μαρτυρία η οποία δίδεται με ένορκη δήλωση και την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την παρουσία του ενόρκως δηλούντος για αντεξέταση. Στη συνέχεια θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ. 39 στην παρούσα Αίτηση. Σε σχέση με αυτές τις προϋποθέσεις παραπέμπω στο σύγγραμμα Ηalsbury's Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ.
  2. κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής: «Τhe Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης στο Annual Practice 1956, όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με την δική μας, το O.38, εξηγείται ακριβώς πώς ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην Αίτηση Αρ. 18/2008, Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκκου Χατζηλοϊζου, ημερ. 14/3/2008 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39, Θ.
  3. Λέχθηκε, στην εν λόγω απόφαση, ότι: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ού στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στην Δ.39,Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της». Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν και εδώ το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Σύμφωνα με την Νομολογία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η αντεξέταση καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους των Αιτητών να παραθέσουν τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Είναι ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω και στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1660, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν' όψει της πιο πάνω θέσης της νομολογίας θεωρώ ότι η αίτηση για αντεξέταση ομνυόσαντος πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία αυτών των εξαιρετικών περιπτώσεων». Αντιπαραβάλλοντας τώρα τις νομολογιακά καθιερωμένες αρχές που ανωτέρω ανέλυσα με τις παραγράφους των οποίων την αντεξέταση ζητούν οι αιτητές στις 3 ένορκες δηλώσεις, σε συνάρτηση πάντοτε με την αιτιολογία που δίδεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και έχοντας πάντοτε υπόψη μου την φύση και σκοπό της αρχικής αίτησης, κρίνω ότι το μέρος της αίτησης που αφορά την αντεξέταση δεν δικαιολογείται και θα πρέπει να απορριφθεί. Η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόψει και της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει ή όχι ένα τέτοιο διάταγμα εξετάζεται πάντοτε και απαραίτητα και υπό το πρίσμα της φύσης της αίτησης ή της διαδικασίας εις την οποία υποβάλλεται. Δεν δύναται ένα τέτοιο αίτημα να εξετάζεται απομονωμένο απο την φύση της κύριας διαδικασίας. Σχετικό είναι και το απόσπασμα απο το σύγγραμμα Palmer's Company Precedents (17th edition), σελίδα 80 όπου αναφέρονται τα κάτωθι: «Cross examination of witnesses who have given evidence on affidavit is frequently necessary on petitions my minority shareholders on the ground of oppression and the practice is to fix a special day for the hearing. Cross examination is not often necessary upon creditor's petitions, because the only common source of dispute is as to the existence of the debt and affidavit evidence is usually sufficient to establish whether the company is able bona fide to dispute the debt, if so the court will dismiss the petition since a petition is not an appropriate proceedings to establish the existence of the debt. » (ο τονισμός είναι δικός μου). Την ανωτέρω κατάληξη μου την βασίζω στο κάτωθι σκεπτικό: - Όσον αφορά την ένορκη δήλωση ημερ.11/2/2015 του Olexander Droug (αιτητικό υπ' αριθμό 2). Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, υπό στοιχεία παραγράφου 12 (α - δ) δεν θεμελιώνουν τις εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούνται για να επιτραπεί η αντεξέταση. Τα όσα τίθενται αποτελούν επιχειρηματολογία επί της δοθείσας μαρτυρίας μέσω των ενόρκων δηλώσεων και η ύπαρξη διαφορετικής θέσης και ισχυρισμών επι γεγονότων των διαδίκων δεν δίνει αυτόματα και δικαίωμα αντεξέτασης. Επιπλέον στο σημείο -γ- με το ίδιο σκεπτικό ζητείται αντεξέταση επί ισχυριζόμενης παραδοχής της καθ' ής η αίτηση ενώ η αναφορά στο σημείο -δ- της παραγράφου 12 συνιστά επίσης επιχειρηματολογία στο κατά πόσο η απαίτηση πληρωμής συνιστά απαίτηση εν τη εννοία του νόμου. Δεν είναι ζήτημα μαρτυρίας και μάλιστα μέσα απο αντεξέταση το κατά πόσο συγκεκριμένο έγγραφο πληροί τις προυποθέσεις του νόμου. Βεβαίως ερωτηματικά εγείρονται και απο το γεγονός ότι η ένορη δήλωση περιήλθε στην γνώση της αιτήτριας απο τον Φεβρουάριο του 2015 και παρά τις επανειλημμένες δικασίμους που ορίστηκε η κυρίως αίτηση για ακρόαση, τέτοιο αίτημα ουδέποτε υποβλήθηκε παρά μόνο 2 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της. - Όσον αφορά την ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερ.23/6/2015 (αιτητικό υπ' αριθμό 3). Με το ίδιο σκεπτικό ως ανωτέρω καταλήγω ότι τα όσα τίθενται ως λόγοι για να επιτραπεί η αντεξέταση στα σημεία α - γ της παραγράφου 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση δεν καθιστούν την έκδοση τέτοιου διατάγματος πρόδηλα αναγκαίο ούτε εξυπηρετούν το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πέραν τούτου ήτοι της ουσίας της αξίωσης για αντεξέταση επι των σημείων της ένορκης δήλωσης ημερ.23/6/2015 σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι και ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα αυτό. Η ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε στις 23/6/2015 ενώ το αίτημα υποβάλλεται σχεδόν 2 χρόνια αργότερα. Ανατρέχοντας στον φάκελο του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι η αιτήτρια είχε υποβάλει και στο παρελθόν αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην δήλωση του ημερ.23/6/2015 στις 25/8/2015 με αίτημα όπως αντεξεταστεί επί της παραγράφου 7 της δήλωσης του, αίτηση η οποία στις 14/9/2015 με βάση το πρακτικό του Δικαστηρίου, απορρίφθηκε χωρίς έξοδα και χωρίς να αναφέρεται οιαδήποτε επιφύλαξη για δικαίωμα επανακαταχώρησης της. Η πάροδος του χρόνου αυτού των 2 σχεδόν ετών προβληματίζει όσον αφορά την αναγκαιότητα της επί της ουσίας. Κατά την διάρκεια αυτών των 2 σχεδόν ετών η κυρίως αίτηση ορίστηκε επανειλημμένα για ακρόαση χωρίς να επανακαταχωρηθεί τέτοιο αίτημα και μάλιστα κατόπιν αιτημάτων των διαδίκων για γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. Σημειώνω ότι η αίτηση ημερ.25/8/2015 αφορούσε την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης ημερ.23/6/2015 ενώ τώρα ζητείται και η αντεξέταση επί των παραγράφων 5 και
  1. Kαμία δικαιολογία δόθηκε ως προς το γιατί σε αυτό το χρονικό σημείο προέκυψε η ανάγκη να αντεξεταστεί ο ενόρκως δηλών ενώ τα όσα ανέφερε είναι εις γνώση των αιτητών απο τον Ιούνιο του
  2. Περαιτέρω η αντεξέταση επί της ισχυριζόμενης παραδοχής για την επίδικη οφειλή και χρεός σε ένορκη δήλωση δεν κρίνω ότι εξυπηρετεί οιοδήποτε σκοπό ενώ η διάσταση απόψεων και θέσεων που τίθενται στην μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων δεν δύναται από μόνη της να θεμελιώσει τις εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. - Αναφορικά με την ένορκη δήλωση ημερ.28/09/2015 (αιτητικό υπ' αριθμό 4). Σε σχέση με τον χρόνο υποβολή του αιτήματος τίθεται ο ίδιος προβληματισμός και με τα ανωτέρω. Πέραν του χρόνου όμως και κατ' ουσία το αίτημα ως εξιδικεύεται στην παράγραφο 12 υπό στοιχείο - α - της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση κρίνω ότι δεν δικαιολογείται. Το αίτημα στο ίδιο κλίμα με τα υπόλοιπα εδράζεται επί αιτιολογίας αόριστης και επί σημείων που δεν κρίνω ότι αποτελούν αναγκαία σημεία για την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Ο ισχυρισμός περί ψευδών θέσεων του ενόρκως δηλούντα και άρα η ύπαρξη αντιφατικών ισχυρισμών απο μόνη της δεν είναι ικανή να αποτελέσει βάση για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. - Τέλος αναφορικά με την ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερ.15/2/
  3. Οι παραγράφοι επί των οποίων ζητούν οι αιτητές να αντεξετάσουν αφορούν επιχειρηματολογία επί ισχυριζόμενων γεγονότων που κατ' ισχυρισμό της καθ' ής η αίτηση προκύπτουν απο απόφαση Ουκρανικού Δικαστηρίου. Τα έγγραφα αυτά βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και αμφότερες οι πλευρές θα έχουν την δυνατότητα να επιχειρηματολογήσουν κατά το στάδιο που πρέπει επί της σημασίας των στην κυρίως αίτηση. Η αντεξέταση στην βάση απλά αντιφατικών θέσεων δεν κρίνω ότι αποτελεί εξαιρετική περίσταση και δεν θα προσφέρει οτιδήποτε το ουσιώδες επί της κυρίως αίτησης. Με αναφορά σε όλα τα σημεία επί των οποίων ζητείται άδεια για αντεξέταση παρατηρώ και καταλήγω περαιτέρω ότι αυτά άπτονται ζητημάτων επί των οποίων ήδη η πλευρά της αιτήτριας έχει θέση την δική της θέση και ισχυρισμούς. Οι θέσεις αυτές θα αξιολογηθούν κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης. Με την αντεξέταση ουσιαστικά η αιτήτρια επιζητεί την διακρίβωση της αξιοπιστίας και εγκυρότητας των ισχυρισμών που αναφέρονται απο τους ενόρκως δηλούντες στην ένσταση. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είχε ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει και να παρεκτραπεί η διαδικασία και η εκδίκαση της κυρίως αίτησης χωρίς η διαδικασία αυτή να προσφέρει με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την παρούσα αίτηση, οτιδήποτε το ουσιώδες και αναγκαίο. Συνεπακόλουθα όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η αίτηση στερείται ερείσματος και με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου δεν δικαιολογείται πλην της καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για το μέρος και το περιεχόμενο που ανωτέρω ανέφερα. Με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου προς στήριξη της υπό κρίση αίτησης καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός και ικανοποιητικός λόγος για την έκδοση των λοιπών διαταγμάτων. Ως εκ τούτου η αίτηση εις ότι αφορά το μέρος της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, πλην του μέρους που ανωτέρω ενέκρινα, και τα αιτήματα για αντεξέταση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα και λαμβάνοντας υπόψη μου την μερική επιτυχία της αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ της καθ' ής η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογισθούν απο τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης και θα εγκριθούν απο το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας, μειωμένα κατά το 1/
  4. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί μέχρι και τις 02/05/
  5. Λαμβάνοντας υπόψη μου τις ενδιάμεσες διαδικασίες που προηγήθηκαν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης ορίζω αυτήν για ακρόαση στις 16/05/2017 και ώρα 11:00π.μ με γραπτές αγορεύσεις. (Υπ.) ............................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.