← Κύπρος

P.H. ALIMENTATION TRADING LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής 3080/2013, 24/4/2017

P.H. ALIMENTATION TRADING LTD ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής 3080/2013, 24/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3080/2013 Μεταξύ: P.H. ALIMENTATION TRADING LTD, από τη Λεμεσό Ενάγουσας -και-

  1. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία
  2. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, από τη Λευκωσία
  3. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 30.8.2016 Ημερ.: 24.4.2017 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Α. Γρηγορίου για PHC TSANGARIDES LLC Για την Εναγόμενη 2-Καθ' ης η Αίτηση: κα Μ. Ιακώβου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε την 16.7.2013 με Κλητήριο Ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 18.2.
  4. Σύμφωνα με την αξίωση, η Ενάγουσα διατηρούσε τον τραπεζικό λογαριασμό αρ. 038540060557 στην Εναγόμενη 3 Τράπεζα, ο οποίος κατά την 26.3.2013 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο €1.157.143,
  5. Η Ενάγουσα υπέστηκε απομείωση των καταθέσεων της στον πιο πάνω λογαριασμό κατά €502.143,
  6. Η απομείωση ήταν το αποτέλεσμα των νομοθετικών προνοιών που θεσπίστηκαν τον Μάρτιο και Απρίλιο του 2013, της κατάστασης που επικράτησε να λέγεται ως το «κούρεμα» των καταθέσεων. Η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €502.143,11 από τις Εναγόμενες μαζί με αριθμό συναφών διαταγμάτων και άλλων θεραπειών. Η Εναγόμενη 2 καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης την 6.11.
  7. Μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για οδηγίες την 15.3.
  8. Με την υπό κρίση Αίτηση η Ενάγουσα εξαιτείται διάταγμα για Περισσότερες και Καλύτερες Λεπτομέρειες της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2, οι οποίες περιγράφονται σε σχετικό Πίνακα Αιτούμενων Λεπτομερειών. Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση. Στο σώμα της αναφέρεται ότι οι ίδιες λεπτομέρειες είχαν ζητηθεί με επιστολή ημερ. 1.3.2016 η οποία δεν απαντήθηκε. Έχει καταχωριστεί και υπάρχει στον δικογραφικό φάκελο αντίγραφο επιστολής ημερ. 1.3.2016 του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης 2 με την οποία ζητούνται οι λεπτομέρειες αυτές. Η Εναγόμενη 2 καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με 8 λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 10.2.2017 της Αργυρώς Σάββα, δικηγόρου και συνεργάτιδας στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της. Η ομνύουσα αναλώνεται σε νομική επιχειρηματολογία. Εφόσον διαταχθεί και δοθούν Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες, αυτές συνιστούν προέκταση της δικογραφίας του διαδίκου που της δίδει. Το περιεχόμενο των Λεπτομερειών συνιστά πλέον αναπόσπαστο μέρος της δικογραφίας του. Η παροχή Περαιτέρω και Καλύτερων Λεπτομερειών είναι διορθωτική επέμβαση στη δικογραφία του διαδίκου που όμως υποκινείται από τον αντίδικο του που ζητά τις λεπτομέρειες. Εάν ένα δικόγραφο εμπεριέχει, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, όλα τα στοιχεία που πρέπει να βρίσκονται σε αυτό, τότε δεν υπάρχει περιθώριο ώστε να διαταχθούν Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες. Επομένως το υπόβαθρο της κρίσης κατά πόσο πρέπει να διαταχθούν Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες βρίσκεται στις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν στην σύνταξη των δικογράφων. Η Δ.19, θ.4 των Θεσμών προνοεί ότι κάθε δικόγραφο πρέπει (shall) να περιέχει και να περιέχει μόνο έκθεση σε συνοπτική μορφή των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων το μέρος που δικογραφεί βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του κατά την περίπτωση, αλλά όχι τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Αναφέρεται στην Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους

(1990)1 Α.Α.Δ. 319, 329 πως η πρόνοια αυτή, όπως και άλλες συναφείς διατάξεις της πολιτικής δικονομίας, αποβλέπουν στον επακριβή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και συγχρόνως στο αποκλεισμό της πιθανότητας αιφνιδιασμού του αντιδίκου. Στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685, 690 αναφέρεται με παραπομπή σε αγγλική νομολογία ότι ουσιώδη είναι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την σύνθεση ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής. Στην Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ματσούκα κ.α. Π.Ε. 91/2010, ημερ. 3.7.2014 αναφέρεται ότι: «Από την άλλη ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη, Δ.19 θ. 13. Ακόμη και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης. Στην Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 K.B. 712, όπως υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif, Πολιτική Έφεση Αρ. 358/08, ημερ. 17.1.2012, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται με την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί η δικογράφηση του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί μαρτυρία προς απόδειξη του (Odgers´ Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87).» Στην Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 718, 721 αναφέρεται ότι: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Tα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 A.A.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη.» Στην Θεμισκοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 157, 162 αναφέρεται ότι: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα της Δ.19, θ.6 και της Δ.19, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ακολουθεί και η αρχή που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Στην παρ.17 της Έκθεσης Υπεράσπισης της η Εναγόμενη 2 αναφέρει ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση έγινε σε σχέση με συγκεκριμένες κατηγορίες καταθετών της Εναγόμενης 3 έγινε όπως προνοούσε η σχετική νομοθεσία. Στην υποπαράγραφο (γ) προασπίζεται την εν λόγω νομοθεσία με αναφορά στην προστασία της εκπαίδευσης και του φιλανθρωπικού έργου. Η Εναγόμενη 2 με δήλωση των δικηγόρων της κατά την ακρόαση της Αίτησης την 6.4.2017 αποδέχθηκε να δώσει λεπτομέρειες ως προς το ποιές είναι οι κατηγορίες των καταθετών. Η Ενάγουσα ζητεί Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο προστασίας της εκπαίδευσης και ποια τα κονδύλια και ποιο το φιλανθρωπικό έργο. Το ζήτημα δεν αφορά σε γεγονότα για τα οποία μπορούν να παρασχεθούν Περισσότερες και Καλύτερες Λεπτομέρειες. Οι αναφορές είναι στους λόγους που θεσπίστηκαν τα Διατάγματα ότι στα αποτελέσματα τους, που θα ήταν ζήτημα γεγονότων δηλαδή τι επιτεύχθηκε. Στην παρ.35 η Εναγόμενη 2 προβάλλει τη θέση ότι όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν ικανοποιήθηκαν. Η Ενάγουσα ζητεί να αναφερθούν οι προϋποθέσεις που τηρήθηκαν και ικανοποιήθηκαν και ποιά στοιχεία η Εναγόμενη 2 έλαβε υπόψη. Στο ίδιο ζήτημα γίνεται αναφορά και στην παρ.47 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης
  1. Η Εναγόμενη 2 έχει ήδη απαντήσει στο ερώτημα, ότι όλες οι προϋποθέσεις τηρήθηκαν και ικανοποιήθηκαν. Ποιες είναι αυτές μπορεί η Ενάγουσα να το διαπιστώσει μελετώντας την σχετική νομοθεσία. Δεν ζητούνται με την Αίτηση λεπτομέρειες πώς η Εναγόμενη 2 τήρησε ή ικανοποίησε τις νομικές προϋποθέσεις. Στην παρ.37 δικογραφείται ότι η Εναγόμενη 2 προέβηκε σε προσωρινή αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας που μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη
  2. Αναφέρεται ακόμη ότι υφίσταντο επείγουσες περιστάσεις. Η Ενάγουσα ζητεί λεπτομέρειες του αποτελέσματος της προσωρινής αποτίμησης και ποιό ποσό προέκυψε ως η αξία των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας. Περαιτέρω, ποιές ήταν οι επείγουσες περιστάσεις. Για το ίδιο ζήτημα των περιουσιακών στοιχείων της Λαϊκής αναφέρεται στην παρ.38 ότι οι αξίες υπολογίστηκαν στην βάση αποτίμησης από ανεξάρτητο εκτιμητή. Η Εναγόμενη 2 αποδέχτηκε να πληροφορήσει την Ενάγουσα το όνομα του ανεξάρτητου εκτιμητή, οπόταν το τι ουσιαστικά παραμένει είναι τα δεδομένα της αποτίμησης σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής, που όπως φαίνεται είναι ζήτημα που δεν καλύπτει η εργασία του ανεξάρτητου εκτιμητή. Χωρίς τις εξαιτούμενες λεπτομέρειες η Ενάγουσα θα είναι στο σκοτάδι σε σχέση με το ζήτημα. Το ότι έγινε αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας δεν προσφέρει οτιδήποτε εάν δεν είναι γνωστό το αποτέλεσμα αυτής της αποτίμησης. Η Ενάγουσα θα πρέπει να το γνωρίζει για να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει το αποτέλεσμα κατά τη δίκη. Περαιτέρω η αναφορά σε επείγουσες περιστάσεις εφόσον η Εναγόμενη 2 τις επικαλείται είναι ανεπαρκής. Θα πρέπει να περιγραφούν συνοπτικά ώστε να γνωρίζει η Ενάγουσα ποιές είναι και να αντιπαραβάλει ίσως μαρτυρία για να καταδείξει ότι δεν υφίσταντο ή δεν ήταν επείγουσες. Στην παρ.48(γ) προβάλλεται η θέση ότι η Εναγόμενη 2 προέβαινε σε εποπτικό έλεγχο, εξέταση και αξιόλογη της Λαϊκής Τράπεζας με τα ενδεδειγμένα μέτρα, υποδείξεις και ενέργειες και σύμφωνα με την διεθνή πρακτική και επιφυλάσσεται να αναφερθεί σε σχετικές εκθέσεις, έγγραφα και μέτρα. Η Ενάγουσα αιτείται λεπτομέρειες των μέτρων, υποδείξεων και ενεργειών και της διεθνούς πρακτικής και ζητεί να μάθει σε ποιες εκθέσεις, έγγραφα και μέτρα επιφυλάσσεται η Εναγόμενη 2 να αναφερθεί. Το ζήτημα αφορά στον εποπτικό έλεγχο της Λαϊκής Τράπεζας. Οι χαρακτηρισμοί του τρόπου ελέγχου δεν παρέχουν πληροφόρηση ως προς το πώς γινόταν αυτός ο έλεγχος και αυτό είναι που ζητά να μάθει η Ενάγουσα για να είναι σε θέση κατά τη δίκη να υποστηρίζει, ενδεχομένως, ότι ο εποπτικός αυτός έλεγχος ήταν ανεπαρκής. Όμως ποια είναι η διεθνής πρακτική δεν είναι ζήτημα για το οποίο είναι ορθό να διαταχθεί να δοθούν λεπτομέρειες. Η Ενάγουσα μπορεί να συμβουλευτεί ποια είναι αυτή. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται ως προς το μέρος αυτής που αφορά την παροχή Περισσότερων και Καλύτερων Λεπτομερειών σε σχέση με τις παρ. 17 στοιχείο 1, 37 στοιχεία 1, 2 και 3, 38 στοιχεία 1, 2 και 3 και 48(γ) στοιχεία 1 και 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 όπως αναφέρεται στον Πίνακα Αιτουμένων Λεπτομερειών που επισυνάπτεται στην Αίτηση. Διατάσσεται η Εναγόμενη 2 όπως παράσχει τις Περισσότερες και Καλύτερες Λεπτομέρειες εντός περιόδου ενός μηνός από σήμερα. Η Δ.19, θ.7 αναφέρει ότι πριν από αίτηση για Περισσότερες και Καλύτερες Λεπτομέρειες ο διάδικος μπορεί να αποταθεί για αυτές με επιστολή. Προνοείται ότι σε σχέση με το ζήτημα των εξόδων της αίτησης για παροχή Περισσοτέρων και Καλύτερων Λεπτομερειών οι πρόνοιες του θεσμού λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Αυτό σημαίνει ότι ο διάδικος που προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης για Περισσότερες και Καλύτερες Λεπτομέρειες προτού τις ζητήσει με επιστολή μπορεί να στερηθεί των εξόδων της αίτησης παρά την επιτυχή της έκβαση. Λαμβάνοντας υπόψη ότι της Αίτησης προηγήθηκε επιστολή ημερ. 1.3.2016 με την οποία ζητήθηκαν οι ίδιες λεπτομέρειες όπως και με την Αίτηση το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιδικάσει και επιδικάζει τα έξοδα της Αίτησης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο οπόταν και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για καταχώριση περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.