← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΑΓΗ ν. ΠΡΑΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ, Αρ. Αγωγής: 2668/16, 6/4/2017

ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΑΓΗ ν. ΠΡΑΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ, Αρ. Αγωγής: 2668/16, 6/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2668/16 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΑΓΗ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα Και ΠΡΑΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ, εκ Λεμεσού Εναγομένου -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 20.12.2016 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 06.04.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-Ενάγοντα: κ. Σ. Τσαγκάρης για P. TSANGARIS & ASSOCIATES LLC Για Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενο: κα Βαρνάβα για ΑΝΤΗΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 16/9/2016 μέσω ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και δια του οποίου ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγόμενου ειδικές και γενικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 15/2/

  1. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση στις 24/11/2016 ενώ απάντηση στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα στις 1/12/
  2. Της συμπλήρωσης των δικογράφων ακολούθησε η υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 20/12/2016 και δια της οποίας ο Ενάγων αξιώνει και επιζητεί τα κάτωθι:
  3. Την διαγραφή της φράσης «και ειδικά ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ήγειρε την παρούσα αγωγή κακόβουλα και/ή με σκοπό να αποσπάσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις» που αναγράφεται στις γραμμές 9, 10 και 11 της παραγράφου 10 στην σελίδα 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου, ως περιέχουσα σκανδαλώδεις και/ή ενοχλητικούς και/ή προσβλητικούς και/ή απρεπείς και/ή άσχετους και/ή μη αναγκαίους ισχυρισμούς και/ή ισχυρισμούς που προκαλούν αμηχανία και/ή δυσμενείς εντυπώσεις και/ή προκατάληψη εις βάρος του Ενάγοντα και/ή που τείνουν να περιπλέξουν και/ή βλάψουν και/ή καθυστερήσουν αχρείαστα την διεξαγωγή της δίκης.
  4. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά με το 1 πιο πάνω, την διαγραφή της φράσης «και ειδικά ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ήγειρε την παρούσα αγωγή κακόβουλα και/ή με σκοπό να αποσπάσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις» που αναγράφεται στις γραμμές 9, 10 και 11 της παραγράφου 10 στην σελίδα 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου, ως περιέχουσα ισχυρισμούς που δικογραφούνται αντικανονικά και/ή κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή κατά παράβαση των κανόνων σύνταξης δικογράφων.
  5. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε θεωρήσει δίκαιο και/ή εύλογον το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις..
  6. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α. επ' αυτών. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ.5 και Θ.26, Δ.48 Θ.9.(j), στην Νομολογία, στην Διακριτική Ευχέρεια και Πρακτική του Δικαστηρίου, στο Σύνταγμα και στις Εγγενείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Επιπλέον η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ημερ. 20/12/
  7. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται συνοπτικά ως ακολούθως στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα: - Η φράση «και ειδικά ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ήγειρε την παρούσα αγωγή κακόβουλα και/ή με σκοπό να αποσπάσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις» που καταγράφεται στις γραμμές 9, 10 και 11 της παραγράφου 10 στην σελίδα 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης του είναι η θέση του ότι θα πρέπει να διαγραφεί καθότι περιέχει σκανδαλώδεις, ενοχλητικές, προσβλητικές, απρεπείς, άσχετες και μη αναγκαίες αναφορές εις βάρος του που θίγουν την προσωπικότητα του και αποσκοπούν στο να πλήξουν την τιμιότητα και γνησιότητα των αξιώσεων του προσάπτοντας του αχρείαστες, ανυπόστατες και ατεκμηρίωτες κατηγορίες για ανεντιμότητα, ανηθικότητα, ανεπαίσχυντη συμπεριφορά και καταλογίζοντας του απατηλές πράξεις και κακοπιστία και περαιτέρω αποδίδοντας του την διάπραξη και συνέχιση της διάπραξης κακουργήματος. - Η επίδικη φράση της οποίας την διαγραφή αιτείται και οι αναγραφόμενοι σ' αυτήν ισχυρισμοί του Εναγόμενου, του προκαλούν αχρείαστη και αδικαιολόγητη αμηχανία, καθώς επίσης προκαλούν και δυσμενείς εντυπώσεις και προκατάληψη εις βάρος του και τείνουν να περιπλέξουν, βλάψουν και καθυστερήσουν αχρείαστα την διεξαγωγή της δίκης καθότι, μεταξύ άλλων υποχρεώσεων του ως Ενάγοντας, οφείλει να αντικρούσει και θα αντικρούσει με την προσκόμιση της ανάλογης μαρτυρίας τόσο τις αναίτιες και άσχετες με τα επίδικα θέματα προσβλητικές αναφορές εις βάρος της προσωπικότητα του, καθώς και θα υπερασπισθεί το γνήσιο των αξιώσεων του. Αποτέλεσμα τούτου βεβαίως θα είναι η ανάλωση πολύτιμου δικαστικού χρόνου επί άσχετων και αχρείαστων θεμάτων. - Σε καμία περίπτωση δεν ήγειρε την παρούσα αγωγή με απατηλές προθέσεις ή κακόβουλα ή με σκοπό να αποσπάσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις ως ο Εναγόμενος αδικαιολόγητα ισχυρίζεται. Πώς άλλωστε και με ποιαν λογική ο Εναγόμενος επικαλείται τέτοιους ισχυρισμούς καθ' ον χρόνο ο ίδιος μέσα από την Υπεράσπιση του αποδέχεται ότι συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα; Σε κάθε περίπτωση απ' όσο πληροφορείται από τους δικηγόρους του, οι λεπτομέρειες των ζημιών του ή των σωματικών του βλαβών ή των ειδικών ζημιών του θα πρέπει να αποδειχθούν με την κατάλληλη μαρτυρία και τεκμήρια τα οποία θα εξετασθούν και κριθούν από το ίδιο το Δικαστήριο. - Σε περιπτώσεις που ένας διάδικος ισχυρίζεται στο δικόγραφο του και προσάπτει σε άλλο πρόσωπο απάτη, τότε οι ισχυριζόμενες απατηλές πράξεις πρέπει να εκτίθενται λεπτομερώς καθώς και να δηλώνεται ότι οι εν λόγω πράξεις εγένοντο με απάτη. Στην επίδικη περίπτωση όμως, ο Εναγόμενος κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των κανόνων σύνταξης δικογράφων, αντικανονικά, γενικά, αόριστα και χωρίς οιανδήποτε λεπτομέρεια επιχειρεί να του προσάψει και του προσάπτει ευθέως ότι προέβη στην έγερση της παρούσας αγωγής με πρόθεση απάτης δια της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. - Η παρούσα αίτηση γίνεται χωρίς καμία καθυστέρηση ευθύς αμέσως με το κλείσιμο των δικογράφων. - Τυχόν απόρριψη των αιτούμενων Διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία αρνητικής προκατάληψης και εξευτελισμού της προσωπικότητας του, προκαλώντας επιπρόσθετα βλάβη στον περαιτέρω χειρισμό της υποθέσεως του αφού θα κληθεί να αντικρούσει αναίτιες και άσχετες με τα επίδικα θέματα προσβλητικές αναφορές. - Εν' όψει όλων των πιο πάνω πιστεύει ότι είναι δίκαιο, ορθό και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθούν τα αιτούμενα διατάγματα ασκώντας το Δικαστήριο την διακριτική του ευχέρεια καθ' ότι, πέραν των πιο πάνω, εάν αφεθούν και δεν διαγραφούν οι υπό αναφορά ισχυρισμοί, θα οδηγήσουν σε κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου επί άσχετων και αχρείαστων θεμάτων και θα καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση της παρούσης αγωγής. Ο εναγόμενος - καθ'ού η αίτηση στις 14/2/2017 καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί στην υπό κρίση αίτηση. Στην ένσταση καταγράφονται οι κάτωθι λόγοι συγκεκριμένοι λόγοι:
  8. Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη, αντινομική και καταχρηστική, καθότι το αίτημα που αφορά η αίτηση δεν περιλήφθηκε στο Παράρτημα (TYΠΟΣ 25) που συνόδευε την Κλήση για Οδηγίες.
  9. Με την παρούσα αίτηση επιχειρείται η καταστρατήγηση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, των Νόμων και των αρχών της Νομολογίας.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, η Νομολογία και οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για διαγραφή ισχυρισμών σε Δικόγραφα.
  11. Η παρούσα αίτηση στερείται νομικού και ουσιαστικού ερείσματος. Η Ένσταση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ30 Θ.1, Θ.2, Θ.3, Θ.4, Δ.48 Θ.4, καθώς και στην καθιερωμένη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Επιπλέον η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της της Άρτεμις Πάλλη, από τη Λευκωσία και στην οποία συνοπτικά αναφέρονται τα κάτωθι: - Η ενόρκως δηλούσα είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων του εναγόμενου από τον οποίο έχει εξουσιοδοτηθεί να προχωρήσει στην ένορκη δήλωση. - Το αίτημα του Ενάγοντα - Αιτητή είναι αδικαιολόγητο και νομικά ανεπίτρεπτο αφού δεν έγινε συμπερίληψη του αιτήματος αυτού στο Παράρτημα (Τύπος 25) που συνοδεύει την Κλήση για Οδηγίες. - Η ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε την 16/09/2016 οπότε εμπίπτει στη Διαταγή 30 ως τροποποιήθηκε. Όπως προβλέπεται στην Δ.30 Θ.1 και Θ.2 η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με το συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες τις οποίες θεωρεί ο Ενάγοντας απαραίτητες ότι απαιτούνται και κρίνει ότι χρειάζονται για να προωθήσει την αγωγή του.
  12. Ο Ενάγοντας - Αιτητής συμπληρώνοντας το Παράρτημα του με βάση την Δ.30 δεν αιτήθηκε ότι επιθυμούσε να υποβάλει αίτημα για διαγραφή ισχυρισμών της υπεράσπισης μας. Το Δικαστήριο δύναται να εξετάζει μόνο ότι έχει περιληφθεί στο Παράρτημα και εκδίδει και τις ανάλογες οδηγίες και διατάγματα σύμφωνα με αυτό.
  13. Το αίτημα του Ενάγοντα - Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, αφού με την συμπεριφορά του παραβιάζει και/ ή καταστρατηγεί τους Θεσμούς και την ορθή διαδικασία που προβλέπονται από αυτούς. Η Δ 30 Θ.3 είναι ρητή και/ή ξεκάθαρη και καμία διακριτική ευχέρεια δεν δίδεται στο Δικαστήριο για να κάνει οποιαδήποτε εξαίρεση.
  14. Η Υπεράσπιση ολόκληρη στο σύνολο της αλλά και ειδικότερα η παράγραφος 10 του Εναγομένου - Καθ' ου η Αίτηση πρέπει να παραμείνει ως έχει στο σύνολο της και καμία διαγραφή οποιασδήποτε φράσης και ή σημείου μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όσα αναγράφονται στην Υπεράσπιση αποτελούν ισχυρισμούς για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση που υποστηρίζουν και/ ή διαφυλάσσουν την θέση του στην αγωγή που εκκρεμεί εναντίον του.
  15. Αποτελεί ουσιώδη υπεράσπιση ότι οι απαιτήσεις του Ενάγοντα είναι ψευδείς και ότι η αγωγή καταχωρήθηκε με πρόθεση να εξασφαλίσει ποσά από την ασφαλιστική εταιρεία, που δεν δικαιούται χρησιμοποιώντας καταχρηστικά τη δικαστική διαδικασία προβάλλοντας ψευδείς παραστάσεις και ισχυρισμούς με πρόθεση να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
  16. Η υπεράσπιση θα πρέπει να αφεθεί να παρουσιάσει τη μαρτυρία της ελεύθερα και να μην εμποδιστεί με οποιοδήποτε τρόπο η απονομή της δικαιοσύνης.
  17. Η Αίτηση του Ενάγοντα - Αιτητή είναι αυτή με την οποία προκαλείται όχι μόνο καθυστέρηση στην διαδικασία αφού οι Θεσμοί είναι ξεκάθαροι αλλά και καταστρατήγηση των Θεσμών.
  18. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πιστεύει πως η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Εναγόμενων - Αιτητών. Εκδίκαση της αίτησης: Η ακρόαση της υπό κρίση αίτηση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που την συνοδεύουν ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν ενώπιον μου την νομική τους επιχειρηματολογία με κείμενα γραπτών αγορεύσεων. Έχω διεξέλθει το κείμενο των γραπτών αγορεύσεων αμφότερων των συνηγόρων και έχω λάβει υπόψη μου τα όσα ανέφεραν αλλά και την νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Δεν θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω τα όσα έχουν τεθεί εκτός όπου κατωτέρω κριθεί απαραίτητο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και στην σχετική νομολογία επί του θέματος κρίνω απαραίτητο να ασχοληθώ με τον πρώτο λόγο ένστασης που δεν άπτεται της ουσίας αλλά του χρόνου και του τρόπου υποβολής της σε συνάρτηση και υπό το φως των προνοιών της διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αυτή έχει τροποποιηθεί. Εισερχόμενη τώρα στην ένσταση αυτή (λόγος ένστασης αρ. 1) αναφέρω τα κάτωθι: - Η παρούσα αγωγή εμπίπτει στην εφαρμογή της τροποποιηθείσας διαταγής 30 η οποία στον θεσμό 1 (α) προβλέπει τα κάτωθι:
  19. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. - Τα δικόγραφα στην παρούσα αγωγή συμπληρώθηκαν την 1/12/2016 (με την καταχώρηση απάντησης στην Υπεράσπιση) και ο Ενάγων συμμορφούμενος με τις πρόνοιες του θεσμού 1 (α) ανωτέρω καταχώρησε στις 20/12/2016 την κλήση για οδηγίες ακολουθούμενη με το παράρτημα του (τύπος 25) ενώ ο εναγόμενος στις 12/1/2017 το δικό του παράρτημα τύπος 25, ως ο θεσμός 2 (α) της Διαταγής 30 προνοεί ως ακολούθως:
  20. (α) Διάδικος στην αγωγή υποχρεούται να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο μέσα σε 30 μέρες από την έκδοση και επίδοση της κλήσης το συνημμένο στον Τύπο 25, Παράρτημα, συμπληρωμένο ως προς όλα τα στοιχεία αυτού. - Με βάση τον τύπο 25 - παράρτημα ο Ενάγων αξίωνε από το Δικαστήριο όπως κατά την ημέρα που η κλήση ορίστηκε για οδηγίες στις 10/3/2017 την έκδοση οδηγιών ως προς αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, παραδοχές γεγονότων, ανταλλαγή εγγράφων επίσημων και μη προς κατάθεση στην δίκη χωρίς αμφισβήτηση και έξοδα. - Από την άλλη ο εναγόμενος αξίωνε με το δικό του παράρτημα τις ίδιες οδηγίες ως ο Ενάγων ενώ επιπλέον αξίωνε σημειώνοντας το σημείο
  21. 'Άλλο αίτημα που δεν καλύπτεται από το παραπάνω και συγκεκριμένα «απόρριψη της αγωγής του Ενάγοντα και εξέταση από γιατρό της επιλογής του εναγόμενου στο στάδιο των οδηγιών και πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας». - Παράλληλα με την κλήση για οδηγίες ο Ενάγων καταχώρησε και την υπό κρίση αίτηση η οποία ήταν ορισμένη μεταγενέστερα της κλήσης για οδηγίες. Κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης το Δικαστήριο εξέθεσε τον προβληματισμό του για το ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ανεξάρτητα της κλήσης για οδηγίες και οι συνήγοροι του εναγόμενου ζήτησαν χρόνο να υποβάλουν ένσταση ενώ αμφότεροι οι συνήγοροι ανέφεραν ότι θα τοποθετηθούν με σχετική επιχειρηματολογία και επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Πέραν των γενικών προνοιών της Διαταγής 30 στους θεσμούς 1 (α) και 2 (α) πρέπει να αναφερθώ και στις πρόνοιες του θεσμού 3 ο οποίος προνοεί τα κάτωθι: .... «
  22. (α) Κατά την πρώτη εμφάνιση της κλήσης για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως προνοείται στην παράγραφο 1(α) ανωτέρω, εκδίδονται οι ανάλογες οδηγίες από το Δικαστήριο στη βάση των αιτημάτων που καταγράφηκαν από τους διαδίκους στο Παράρτημα του Τύπου
  23. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, ως κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να εκδίδει είτε αυτεπάγγελτα, ή με κοινή δήλωση των διαδίκων, είτε στη βάση προφορικού αιτήματος ενός ή περισσοτέρων των διαδίκων ανάλογα διατάγματα για τα θέματα που καλύπτονται από το Παράρτημα του Τύπου 25, εκδίδοντας, εάν χρειάζεται, συνοπτική προς τούτο απόφαση. (β) Οι Διαταγές 14, 19 θεσμοί 6-9, 24, 28, 33, 38, 49, 57, 59 και 60 που αναφέρονται στο Παράρτημα του Τύπου 25, θα διαβάζονται υπό το πρίσμα της παρούσας Διαταγής. Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα.» Με βάση τα όσα τίθενται πλέον με την διαταγή 30 είναι η θέση μου ότι οιοδήποτε αίτημα, περιλαμβανομένου και τυχόν αιτήματος με βάση την Διαταγή 19, η οποία ξεκάθαρα αναφέρεται στον θεσμό 3 (β) ανωτέρω, θα πρέπει να περιλαμβάνεται στο παράρτημα τύπος 25 που επισυνάπτεται στην κλήση για οδηγίες. Σημειώνω βεβαίως ότι ενδεχομένως να εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου να αποφασίσει να δώσει οδηγίες ανάλογα και με την φύση του αιτήματος όπως αυτό υποβληθεί με γραπτή αίτηση νοουμένου όμως ότι το αίτημα έχει αυτό υποβληθεί και τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με το παράρτημα - τύπος 25 και αφού το Δικαστήριο ακούσει αμφότερες τις πλευρές κατά το στάδιο έκδοσης των σχετικών οδηγιών. Στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγων καταχώρησε δεόντως την κλήση για οδηγίες παραλείποντας να αναφέρει και να ζητήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος που εδράζεται στην Διαταγή 19 και καταχωρώντας παράλληλα και χωρίς άδεια του Δικαστηρίου την υπό κρίση αίτηση. Ενόψει της σύντομης περιόδου εφαρμογής της Διαταγής 30 και ελλείψει νομολογίας επί των ζητημάτων αυτών καλούνται τα Επαρχιακά Δικαστήρια να εφαρμόσουν τις νέες πρόνοιες με βάση την ερμηνεία που κατά την δική τους κρίση τους αποδίδεται. Με βάση το λεκτικό της Διαταγής 30 προκύπτει κατά την δική μου κρίση και ερμηνεία ότι όλα τα δικονομικά αιτήματα που καλύπτονται από τους λοιπούς θεσμούς και αφορούν ενδιάμεσα στάδια, πλην των αιτήσεων για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, πρέπει πλέον να εντάσσονται στην κλήση για οδηγίες. Σημαντική αναφορά που κατά την δική μου κρίση δεν αφήνει άλλη ερμηνεία είναι η αναφορά στην Δ. 30 1 (α) . και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες (ο τονισμός είναι δικός μου). Η Διαταγή 30 θεσμός 3 (α) αναφέρεται επιπλέον στον χειρισμό από το Δικαστήριο των αιτημάτων που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα δίδοντας την δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει ακόμα και αυτεπάγγελτα οδηγίες είτε στην βάση προφορικού αιτήματος των δικηγόρων εφόσον αυτό καλύπτεται από το παράρτημα του τύπου 25, εκδίδοντας αν χρειάζεται συνοπτική απόφαση. Η πρόνοια αυτή περιλαμβάνει και την ουσία και σκοπό των τροποποιήσεων και της διαμορφωμένης πλέον Διαταγής 30 που δεν είναι άλλος από την σύντομη προετοιμασία των αγωγών για ακρόαση και την αποφυγή εκτροχιασμού των διαδικασιών με την καταχώρηση σωρείας ενδιάμεσων αιτήσεων που θα οδηγήσει σταδιακά στην σύντομη εκδίκαση των αγωγών. Με βάση τα όσα ανωτέρω προσπάθησα να αναλύσω είμαι της άποψης ότι το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης θα έπρεπε να είχε τεθεί με την κλήση για οδηγίες και η παρούσα αίτηση να καταχωρείτο μόνο εάν και εφόσον το Δικαστήριο έκρινε απαραίτητη την εν λόγω καταχώρηση για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του. Αντίθετα η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε άνευ άδειας του Δικαστηρίου και αφορά αιτητικό που δεν καλύπτεται από την κλήση για οδηγίες. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης περί καταχώρησης της αίτηση εκτός του πλαισίου που πλέον τίθεται με την Διαταγή 30 η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Πέραν όμως της πιο πάνω κατάληξης και για σκοπούς πληρότητας της παρούσας απόφασης οφείλω να αναφερθώ και στην ουσία του αιτούμενου διατάγματος. Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.19 η οποία επιτρέπει την διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Το Δικαστήριο βάσει των εν λόγω Θεσμών (Δ.19, θ.26) έχει εξουσία να επεμβαίνει στον τρόπο σύνταξης των δικογράφων. Η Δ.19 Θ.26 λοιπόν, προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Ο αντίστοιχος θεσμός των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Θ.
  24. Κύριος δε σκοπός της Δ.19 Θ.26, είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη

(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 και από το κείμενο του Θ.4 αυτής, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα, προκύπτει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τι υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως αναφέρθηκε στην Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελ. 478-479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής", έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το συγκεκριμένο θέμα, στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρθηκε ότι: «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Όπως λοιπόν συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, δεν είναι αρκετό να διαπιστωθεί παρατυπία στη σύνταξη ενός δικογράφου για να διαταχτεί η διαγραφή του, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα. Περαιτέρω για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Επίσης θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται στον αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1956 σελ. 365 - 368. Σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Ως δε έχει λεχθεί στην Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Νικολαίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, η Δ.19 Θ.26, παρέχει εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Η εξουσία δε διαγραφής, που παρέχεται από την Δ.19 Θ.26, είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα, πλατιά (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Όπως όμως επίσης έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, η διαγραφή ισχυρισμών δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 Θ.26, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο η μέρος του, κρίνεται στα πλαίσια των όσων η νομολογία έχει αναγνωρίσει, πώς επιβάλλεται η διαγραφή του. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψην τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (αναφορικά με το πως αυτή ασκείται, βλέπε επίσης Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 504). Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού, όπως επίσης η νομολογία αναγνωρίζει, αυτό περιορίζεται στο περιεχόμενο και την ανάγνωση αυτών τούτων των δικογράφων και δεν θα πρέπει να απολήγει σε δίκη αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης με ενόρκους δηλώσεις. (Βλ. υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782). Επίσης για το συγκεκριμένο ζήτημα, αρκετά βοηθητικά είναι και τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος των Εναγόντων, όπου στη σελ. 439 αναφέρονται τα εξής: "Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case". Η εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράφει ισχυρισμούς είναι αναμφίβολα δραστική και θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ. Ταυτόχρονα όμως αποτελεί ένα χρήσιμο όπλο προς αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, αχρείαστων ή ενοχλητικών θεμάτων αντίθετων με τους κανόνες που έθεσε η Δ.19 θ.
  1. Οι πιο πάνω αρχές επαναλαμβάνονται πρόσφατα στην υπόθεση Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.ά, Π.Ε. 191/2015, ημερ. 23.3.
  2. Στην υπόθεση αυτή τονίστηκε επιπρόσθετα ότι ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο που είναι το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίνεται για τη διαγραφή. Αναφέροντας τα πιο πάνω, τα οποία ουσιαστικά αποτελούν τις βασικές αρχές επί των οποίων βασίζεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν καλείται να ασκήσει εξουσία με βάση την Διαταγή 19, καταλήγω ότι η αναφορά της οποίας οι αιτητές αιτούνται διαγραφή δεν δύναται ούτε εξεταζόμενη κατ' ουσία να πετύχει. Στην παράγραφο 10 της υπεράσπισης η φράση «και ειδικά ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος ήγειρε την παρούσα αγωγή κακόβουλα και/ή με σκοπό να αποσπάσει χρήματα με ψευδείς παραστάσεις» αποτελεί μια θέση και έναν ισχυρισμό της υπεράσπισης που άπτεται των θέσεων του εναγόμενου όσον αφορά το επίδικο δυστύχημα. Η θέση αυτή, η οποία σε αυτό το στάδιο δεν αξιολογείται, δεν δύναται να θεωρηθεί εκ προοιμίου άσχετη με τα επίδικα θέματα, εφόσον εκ πρώτης φαίνεται να άπτεται των ισχυριζόμενων κινήτρων του Ενάγοντος (παρεμβάλω στο σημείο αυτό ότι η αναφορά σε εναγόμενο στην φράση προφανώς αποτελεί ορθογραφικό λάθος και θα έπρεπε να αναφέρει ο ενάγοντας) η οποία θα εξεταστεί στο στάδιο που πρέπει. Η θέση του ενάγοντα, η οποία προβάλλεται και μέσα από την ένορκη δήλωση του ιδίου, ότι η φράση αυτή της οποίας την διαγραφή αιτείται, θα δημιουργήσει αρνητική προκατάληψη δεν δύναται να γίνει αποδεκτή. Δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό ως κριτήριο σε τέτοιο αίτημα, το επιχείρημα ότι με θέσεις και ισχυρισμούς διαδίκου μέσω των δικογράφων δημιουργούνται προκαταλήψεις είτε υπέρ είτε εναντίον ενός εκ των διαδίκων. Από την άλλη και με βάση την νομολογία που ανωτέρω παρέπεμψα το όλο ζήτημα εξετάζεται και υπό το πρίσμα του ότι η εν λόγω αναφορά θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία. Η αναφορά αυτή αφορά την θέση του εναγόμενου περί κακόβουλης καταχώρησης της αγωγής σε μια διαζευκτική θέση της υπεράσπισης στην λοιπή παράγραφο 10 περί άρνησης της θέσης ότι ο ενάγων έχει υπέστηκε οποιοιδήποτε κατάλοιπο και/ή συνέπεια λόγω του ατυχήματος. Ενόψει του ότι προβάλλεται από την συνολική αναφορά στην παράγραφο 10 ότι η αναφορά αυτή συνδέεται με την αμφισβήτηση των ισχυριζόμενων σωματικών βλαβών του ενάγοντα δεν δύναμαι να αποκλείσω την δυνατότητα του εναγόμενου να προβάλει τους ισχυρισμούς που επιθυμεί προς υπεράσπιση του. Περαιτέρω καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου που να ενισχύει και / ή αποδεικνύει την θέση περί ύπαρξης οιασδήποτε βλάβης στα δικαιώματα του ενάγοντα σε αντίθεση με τα δικαιώματα του εναγόμενου ο οποίος με την έγκριση του αιτήματος θα απωλέσει την δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση που επιθυμεί. Συνεπακόλουθα των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου - καθ' ού η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή ως αυτά θα υπολογισθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα επίσης στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ..................................... Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.