← Κύπρος

Pagoda Restaurants (Limassol) Ltd ν. Kondovadia Estates Ltd, Αρ. Αγωγής 396/17, 4/4/2017

Pagoda Restaurants (Limassol) Ltd ν. Kondovadia Estates Ltd, Αρ. Αγωγής 396/17, 4/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 396/17 Mεταξύ: Pagoda Restaurants (Limassol) Ltd Eνάγουσας -και- Kondovadia Estates Ltd Eναγομένης ------------------------- Αίτηση ημερ. 15.2.2017 Ημερ.: 4.4.2017 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Γ. Τουμαζή για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Κ. Χατζηιωάννου για Karapatakis Pavlides LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Η Ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι σύμφωνα με ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 20.8.1997 με το οποίο ενοικίασε συγκεκριμένο υποστατικό στον Π. Γερμασόγειας στη Λεμεσό από την Εναγόμενη, έχει δικαίωμα αγοράς του για το ποσό των €136.688,11 (£80.000), που δικαιούται να ασκήσει εντός περιόδου 18 μηνών αφότου εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του. Περαιτέρω ότι δικαιούται με την έκδοση του τίτλου να απαιτήσει την άμεση πώληση και μεταβίβαση προς αυτή του υποστατικού για το πιο πάνω ποσό. Ακόμα, διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη από του να αποξενωθεί, μεταβιβάσει, παραχωρήσει ή διαθέσει με οποιοδήποτε τρόπο το υποστατικό ή να συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία ή να προβεί σε συναλλαγή με τρίτο πρόσωπο που να του δημιουργεί οποιοδήποτε δικαίωμα σε σχέση με το υποστατικό. Αυθημερόν με την καταχώριση της αγωγής καταχωρίστηκε μονομερής Αίτηση για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος: Α. που να απαγορεύει στην Εναγόμενη από του να αποξενωθεί, μεταβιβάσει, παραχωρήσει ή διαθέσει με οποιοδήποτε τρόπο το υποστατικό ή να συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία ή να προβεί σε συναλλαγή με τρίτο πρόσωπο που να του δημιουργεί οποιοδήποτε δικαίωμα σε σχέση με το υποστατικό, και Β. που να απαγορεύει και να εμποδίζει την Εναγόμενη από του να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη που να αποσκοπεί στο να προκαλέσει καθυστέρηση στην έκδοση του τίτλου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ.15.2.2017 του Χρίστου Αβραάμ, διευθύνοντος συμβούλου της Ενάγουσας. Την 16.2.2017 εκδόθηκε διάταγμα ως το Α, ενώ καθόσον αφορά το Β διατάχτηκε η επίδοση της Αίτησης. Η Εναγόμενη καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με δεκαέξι λόγους ένστασης που υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 10.3.2017 του Λάκη Κωνσταντίνου εκ των μετόχων της. Επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση Αβραάμ αντίγραφο του επιδίκου ενοικιαστηρίου εγγράφου το οποίο στον όρο 10 αναφέρει ότι: «Ο Ενοικιαστής θα έχει το δικαίωμα δια περίοδον 18 μηνών μετά την ειδοποίησιν εκδόσεως του τίτλου ιδιοκτησίας υπό του Κτηματολογίου (και νοείται ότι ο Ιδιοκτήτης υποχρεούται δι' επιστολής επί αποδείξει να πληροφορήσει τον ενοικιαστήν δια την έκδοσιν του τοιούτου τίτλου) να αγοράσει το ενοικιαζόμενον υποστατικόν έναντι του ποσού των £80.000,- άνευ οιουδήποτε τόκου. Εάν ο Ενοικιαστής αποφασίσει να ασκήσει το ως άνω δικαίωμα υποχρεούται όπως στην περίοδον των ως άνω 18 μηνών παραδώσει εις τον ιδιοκτήτην έγγραφον επιστολήν εις την οποίαν να καθορίζει συγκεκριμένη ημερομηνίαν και ώραν ουχί πέραν των 30 ημερών από την ημερομηνίαν της επιστολής δια την παρουσίαν του εις το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού προκειμένου να δεχθεί την μεταβίβασιν και να καταβάλει εις τον Ενοικιαστήν το ποσόν των £80.000.-. Εάν δι' οιονδήποτε λόγον ο Ιδιοκτήτης παραλείψει και/ή αρνηθεί να προβεί εις την μεταβίβασιν ως ανωτέρω ο Ενοικιαστής θα είναι ελεύθερος να λάβει οιαδήποτε νομικά μέτρα και περαιτέρω το ενοίκιον θα μειωθεί από την πρώτην ημέραν του επομένου μηνός της τοιαύτης παραβάσεως υπό του ιδιοκτήτου εις το ποσόν των £100.- μηνιαίως αντί του τότε ισχύοντος ενοικίου.» Μετά τη λήξη της συμβατικής ενοικίασης η Ενάγουσα παρέμεινε στο υποστατικό και είναι κοινό έδαφος ότι κατέστη θέσμιος ενοικιαστής. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι δεν έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το επίδικο υποστατικό. Έναυσμα για την καταχώριση της αγωγής και της υπό κρίση Αίτησης αποτέλεσαν πληροφορίες που περιέπεσαν στην αντίληψη της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη επιδιώκει να πωλήσει το επίδικο υποστατικό σε τρίτο πρόσωπο. Ανταλλάχτηκαν επιστολές μεταξύ των δικηγόρων των μερών. Στην επιστολή των τότε δικηγόρων της Εναγομένης ημερ. 3.2.2017 αναφερόταν ότι η Εναγόμενη δεν θα είχε πρόβλημα στην τήρηση του όρου 10 νοουμένου ότι η Ενάγουσα θα συμμορφωνόταν με σειρά προαπαιτήσεων. Την καταβολή καθυστερημένων, κατά την Εναγόμενη, ενοικίων ύψους €37.541,57 και την από 1.2.2017 καταβολή μηνιαίου ενοικίου €2.820,15, την παράδοση εγγυητικής επιστολής από την Ενάγουσα και την κατεδάφιση προσθηκών και μετατροπών στο επίδικο ακίνητο για τα οποία δεν είχε εξασφαλιστεί σχετική άδεια. Προς το τέλος της επιστολής αναφερόταν ότι η Εναγόμενη επιφυλασσόταν να πωλήσει το ακίνητο άνευ τίτλου σε οποιοδήποτε πρόσωπο και για οποιοδήποτε ποσό και ή υπό οιουσδήποτε όρους. Η Ενάγουσα θεώρησε το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής επιβεβαιωτικό των πληροφοριών της. Το ενοίκιο είχε μειωθεί κατόπιν συνεννόησης των μερών και η Εναγόμενη εισέπραττε €1.660 μηνιαία χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη. Μόνο την τελευταία φορά, μετά την ανταλλαγή των επιστολών, για το ενοίκιο του Φεβρουαρίου του 2017, στην απόδειξη είσπραξης προστέθηκε η λέξη «έναντι». Με την Ένορκη Δήλωση Κωνσταντίνου προβάλλεται η νομική θέση της Εναγόμενης ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις δυνάμει του όρου 10 δεν ισχύουν και δεν αποτελεί ο όρος μέρος της θέσμιας ενοικίασης που διέπει πλέον τις σχέσεις των μερών. Περαιτέρω ότι η Εναγόμενη δεν δεσμεύεται από τον όρο και έχει δικαίωμα να πωλήσει το υποστατικό της σε όποιον επιθυμεί. Σε σχέση με την επιστολή ημερ. 3.2.2017 η θέση που προβάλλεται είναι ότι η δικηγορική εταιρεία Christophoros Ioannou LLC που την απέστειλε δεν είχε εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη. Οδηγίες στους δικηγόρους είχε δώσει ο αδελφός του ομνύοντα, αλλά χωρίς εξουσιοδότηση από την Εναγόμενη εταιρεία. Αναφέρει ο Κωνσταντίνου ότι, σε κάθε περίπτωση είναι δικαίωμα της Εναγόμενης να επιφυλάττει το δικαίωμα της να πωλήσει σε όποιον επιθυμεί την περιουσία της, αλλά δεν αποδέχεται ότι από τα γεγονότα προκύπτει η δήθεν ξεκάθαρη πρόθεση της να πωλήσει το επίδικο υποστατικό. Η Αίτηση εδράζεται κατά κύριο λόγο στο άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων που παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται στο δικαίωμα που περιγράφεται στον όρο 10 της συμφωνίας ενοικίασης του 1997 που, κατά τη θέση της, εξακολουθεί να ισχύει και αποτελεί όρο της θέσμιας ενοικίασης. Το άρθρο 27
(1)των περί Ενοικιοστασίου Νόμων του 1983 έως 2013 προνοεί ότι: «Ενοικιαστής όστις, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, διατηρεί κατοχήν οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, εν όσω διατηρεί την τοιαύτην κατοχήν, τηρεί πάντας τους όρους και προϋποθέσεις του τελευταίου ενοικιαστηρίου συμβολαίου, έστω και αν έχει λήξει η ισχύς του και δικαιούται εις τα εξ αυτών απορρέοντα οφέλη, εφ' όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, δικαιούται να παραιτηθή της κατοχής της κατοικίας ή του καταστήματος μόνον κατόπιν επιδόσεως τοιαύτης ειδοποιήσεως οία θα απητείτο δυνάμει του ενοικιαστηρίου συμβολαίου και σε περίπτωση που δεν απαιτείται τέτοια ειδοποίηση, μόνο κατόπιν γραπτής προειδοποίησης, έναν τουλάχιστο μήνα προηγουμένως.» Στην Ροδοσθένους ν. Φουρουκλά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1154, 1163 αναφέρεται ότι: «. με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 27
(1)του περί Ενοικιοστασίου Νόμου αρ. 23/83, όπως τροποποιήθηκε, οι υφιστάμενοι συμβατικοί όροι μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή είναι εφαρμόσιμοι στην περίπτωση κατά την οποία ο ενοικιαστής καταστεί θέσμιος.» Περαιτέρω, στην Maximos Court Ltd v. Πιερή κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 875, 883 αναφέρεται ότι: «Ο ενοικιαστής που συνεχίζει να κατέχει ένα ακίνητο ως θέσμιος ενοικιαστής δεσμεύεται με τις ίδιες υποχρεώσεις και απολαμβάνει τα ίδια δικαιώματα που συμπεριλαμβάνονταν στην αρχική ενοικίαση προτού καταστεί θέσμιος ενοικιαστής.» Η Ενάγουσα έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το ζήτημα του κατά πόσο έχει το δικαίωμα που επικαλείται είναι σοβαρό και υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δηλαδή να διαφανεί ότι πράγματι ο όρος 10 της συμφωνίας ενοικίασης συνιστά μέρος της θέσμιας ενοικίασης και εξακολουθεί να παρέχει στην Ενάγουσα ως θέσμια ενοικιάστρια το δικαίωμα για την αγορά του υποστατικού αφότου εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος. Σε αυτή τη βάση το επόμενο προς εξέταση ζήτημα αφορά στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Το άρθρο 4
(1)των Νόμων αναφέρει ότι: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ' όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.» Στην Papageorghiou v. Karayiannis
(1988)1 C.L.R. 571, γίνεται εκτενής ανάλυση του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Εξηγείται με παραπομπές σε προγενέστερη νομολογία (Petsas v. Pavlides
(1980)1 C.L.R. 158 και Efthymiadou v. Zoudros and others
(1986)1 C.L.R. 341) ποιές είναι οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή των Νόμων. Αυτές είναι (i) ο περιορισμός της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα έξωσης στις περιπτώσεις που εξαντλητικά περιγράφονται στο άρθρο 11
(1), (
  1. ii)ο καθορισμός κάτω από το άρθρο 8 των Νόμων του πληρωτέου ενοικίου αναφορικά με υποστατικά για τα οποία οι Νόμοι εφαρμόζονται, (iii) ο επιδικασμός αποζημίωσης στον ενοικιαστή σε ορισμένες περιπτώσεις κάτω από τις διατάξεις των άρθρων 12, 13 και 15 των Νόμων και (
  2. iv)η παραχώρηση νέας ενοικιάσεως στον ενοικιαστή κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 14 των Νόμων. Αναγνωρίζεται ότι δεν είναι πάντα καθαρό ποιες περιπτώσεις εμπίπτουν κάτω από την πρόνοια «συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος» και αναφέρεται ότι η πρόνοια δεν πρέπει να διαβάζεται ανεξάρτητα από τα κύρια ζητήματα, δηλαδή αυτά που αναφύονται κατά την εφαρμογή των Νόμων. Το κατά πόσο μια περίπτωση εμπίπτει εντός της πρόνοιας αυτής εξαρτάται από τη φύση της αξίωσης σε συνδυασμό με τη θεραπεία που αξιώνεται, ενώ κατά την εξέταση του ζητήματος θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει υπόψη του το άρθρο 27 των Νόμων. Η Papageorghiou αφορούσε αξίωση της ιδιοκτήτριας εναντίον του θέσμιου ενοικιαστή για παράνομη επέμβαση και δημιουργία οχληρίας σε χώρο που εφαπτόταν του ενοικιαζόμενου υποστατικού. Παρά το ότι ήταν όρος της σύμβασης ενοικίασης, και δυνάμει του άρθρου 27 διατηρήθηκε ως όρος της θέσμιας ενοικίασης, ότι ο ενοικιαστής όφειλε να χρησιμοποιεί το ενοικιαζόμενο υποστατικό κατά τρόπο που να μην προκαλεί ενόχληση στους γείτονες, η αξίωση της ιδιοκτήτριας δεν εδραζόταν σε παράβαση των όρων της θέσμιας ενοικίασης, αλλά επί του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης και οχληρίας. Σε αυτή τη βάση κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν ενέπιπτε εντός των προνοιών του άρθρου 4
(1). Ο τρόπος που η ιδιοκτήτρια είχε δικογραφήσει την αξίωση της δεν ενέπλεκε άμεσα ή έμμεσα την εφαρμογή των Νόμων ούτε απαιτούσε την εξέταση οποιωνδήποτε όρων ή προϋποθέσεων της θέσμιας ενοικίασης. Η αξίωση μπορούσε να εξεταστεί και αποφασιστεί με αναφορά και μόνο στην εφαρμογή των γενικών αρχών του αστικού δικαίου σε σχέση με την παράνομη επέμβαση και την οχληρία. Στην προκειμένη περίπτωση το επικαλούμενο δικαίωμα της Ενάγουσας, επί του οποίου εδράζεται ολοκληρωτικά η αξίωση είναι ο όρος 10 της συμφωνίας ενοικίασης, που όπως υποστηρίζεται έχει καταστεί όρος της θέσμιας ενοικίασης δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα παραμένει και ως ενοικιάστρια κατέχει το επίδικο υποστατικό. Η παραπομπή στις διατάξεις του άρθρου 27 των Νόμων είναι αναπόφευκτη και το δικαίωμα που συνιστά τον πυλώνα της αξίωσης προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου αυτού. Το δικαίωμα εξακολουθεί να υφίσταται εφόσον υφίσταται η θέσμια ενοικίαση. Το ζήτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θέσμια ενοικίαση και η άσκηση του επίδικου δικαιώματος βασίζεται στην ενοικιαστική σχέση που συνιστά τη βάση της αξίωσης του (Λαζάρου ν. Παπασάββα κ.ά
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1062, 1066). Το επίδικο ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί έξω από τα πλαίσια της θέσμιας ενοικίασης. Στην Ακίνητα Ν. & Α. Αγρότης Λτδ ν. Δημητρίου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 863 ο θέσμιος ενοικιαστής είχε παραβιάσει όρους του εγγράφου με το οποίο είχε ενοικιάσει το επίδικο διαμέρισμα. Το Εφετείο αποφάσισε ότι ήταν σφάλμα του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων να μην εκδώσει τα εξαιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα προς συμμόρφωση του ενοικιαστή, επιβεβαιώνοντας ότι το ζήτημα ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εκείνου. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το επίδικο ζήτημα εμπίπτει εντός εμβέλειας του άρθρου 4
(1)των Νόμων και δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι αποκλειστική (βλ. Efthymiadou) και στερεί δικαιοδοσία από το Επαρχιακό Δικαστήριο. Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη «Διατάγματα-Injunctions» αναφέρεται (σελ.17) ότι το Δικαστήριο που εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει να έχει και καθ' ύλην αρμοδιότητα σύμφωνα με το Νόμο. Μπορεί να επιληφθεί θέματος αρμοδιότητας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Μνημονεύεται η Φελλάς
(2007)1 Α.Α.Δ. 537 στην οποία με ένταλμα certiorari ακυρώθηκε παρεμπίπτον διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου επειδή για το ουσιαστικό επίδικο θέμα αρμοδιότητα είχε το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Περαιτέρω αναφέρεται (σελ.41) ότι διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς το Δικαστήριο να κέκτηται δικαιοδοσία είναι άκυρο. Ως αποτέλεσμα η Αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 16.2.2017 παύει να ισχύει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον διάταγμα / Δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.